Appeal partially allowed for document distortion; request for restitution rejected due to lack of specificity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a second-instance judgment regarding a debt dispute. The appellant argued the lower court distorted a specific instruction document, but the court rejected this claim as the appeal lacked the required details on the document's content and the specific distortion. However, the court found the lower court erred in calculating the debt, ordering a remand for recalculation while rejecting the separate request for restitution of funds already paid.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(20) K.Pol.D.; Art. 579(2) K.Pol.D.; An appeal alleging distortion of a document is inadmissible if it fails to specify the document's content, the nature of the distortion, and the court's conclusion; a request for restitution of funds paid under a later-annulled judgment is inadmissible if it does not detail the reasons for each payment to allow for partial restitution calculation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1579 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1579/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λάμπρου.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, δικηγόρου κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζημιχάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7527/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2008 αίτησή της και τους από 9-4-2009 πρόσθετους λόγους, με τη δε από 8-5-2009 αίτησή της ζητάει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 29-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγου αναιρέσεως του κύριου αναιρετηρίου και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων του κύριου και του πρόσθετου αναιρετηρίου.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, δια εσφαλμένης αναγνώσεως και παραδοχής από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος εάν δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το γενόμενο δεκτό από το δικαστήριο ως περιεχόμενο του και τέλος το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρετικής αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμορφώσεως εγγράφου το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε, και προσκόμισε και συγκεκριμένα της από 21-1-2002 έγγραφης εντολής της προς τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι ενέχει παντελή αοριστία, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ανάγνωση αυτού από το δικαστήριο της ουσίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335 και 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικαστής αυτεπαγγέλτως εφαρμόζοντας το νόμο προβαίνει στον προσήκοντα κατά τούτον χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενο αυτής προσδίδει στην προσβαλλόμενη με αυτή έννομη σχέση τη νομική έννοια που αρμόζει, χωρίς να δεσμεύεται από τις περί αυτής απόψεις των διαδίκων.
Έτσι δε πράττοντας και καταλήγοντας σε συμπέρασμα νομικά διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τους διαδίκους, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ώστε εκ τούτου να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά απλώς τα προταθέντα από τους διαδίκους υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου.
Ενόψει αυτών, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κύριου αναιρετηρίου και πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με το να δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί σύμβαση καθαρής εντολής, ενώ κύρια νομική βάση της αγωγής, κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτή, είναι η σύμβαση εργολαβίας δίκης, είναι απαράδεκτος, αφού η ανωτέρω αιτίαση αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό που προσέδωσε το δικαστήριο της ουσίας στην επίδικη έννομη σχέση και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Ν.Δ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη. Ακολούθως, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του εδαφ.
β'αυτού με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν.1093/1980, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές ενέργειες.
Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω Κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση, και αν δεν καταρτίσθηκε συμφωνία για την αμοιβή ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο τον δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υποθέσεώς του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή, είναι καθαρή και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης, αφού η επίκληση και απόδειξη του στοιχείου αυτού, καθώς και η υποχρέωση διεξαγωγής της δίκης μέχρι τελεσιδικίας είναι αναγκαία μόνον στην κατ' άρθρο 92 παρ. 3 και 5 του ίδιου Κώδικα συμφωνία περί εργολαβίας δίκης.
Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 659 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων - εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) Ψ είναι δικηγόρος ... και υπό την ιδιότητα του αυτή κατήρτισε με την ενάγουσα - εναγόμενη (αναιρεσείουσα) Ψ την από 21-1-2002 έγγραφη συμφωνία, δυνάμει της οποίας έλαβε την εντολή από την τελευταία να ενεργήσει ό,τι χρειάζεται εναντίον του οφειλέτη της Ζ και της συζύγου του Κ, είτε αστικά είτε ποινικά ή και τα δύο, προκειμένου να εισπράξει το οφειλόμενο σ'αυτήν χρηματικό ποσό των 132.000 ευρώ.
Κατά τη συμφωνία όλα τα έξοδα βαρύνουν τον δικηγόρο, ο οποίος από το ποσό που θα εισπραχθεί θα λάβει το 20% του κεφαλαίου και τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, δικαστικές δαπάνες κλπ (βλ. την από 21-1-2002 έγγραφη εντολή υπογεγραμμένη από την ενάγουσα χωρίς να αμφισβητεί την υπογραφή της). Η ενάγουσα - εντολέας ισχυρίζεται ότι στην από 21-1-2002 έγγραφη εντολή, που αυτή υπέγραψε, δεν υπήρχαν όσον αφορά το ζήτημα της αμοιβής του εντολοδόχου δικηγόρου οι λέξεις "και τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, δικαστικές δαπάνες κλπ", αλλά προστέθηκαν από αυτόν εκ των υστέρων, επικαλούμενη μη γνησιότητα του εγγράφου αυτού ως προς το σημείο αυτό.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός της αμφισβήτησης της γνησιότητας του ιδιωτικού αυτού εγγράφου (άρθρο 443 ΚΠολΔ), που αποτελεί άρνηση, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά την υπογραφή της από 21-1-2002 εντολής της ενάγουσας - εντολέως προς τον εναγόμενο - εντολοδόχο υπήρχαν και οι επίδικες λέξεις "και τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, δικαστικές δαπάνες κλπ".
Ο μάρτυρας της ενάγουσας Χ δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της από 21-1-2002 εντολής και όσα καταθέτει τα γνωρίζει εκ πληροφοριών αυτής. Αντίθετα, η μάρτυρας του εναγομένου δικηγόρου Ψ, σύζυγός του, έχει άμεση αντίληψη όσων καταθέτει σχετικά με το περιεχόμενο της από 21-1-2002 έγγραφης εντολής ως προς την αμοιβή του.
Επομένως, η από 21-1-2002 έγγραφη εντολή παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη κατ' άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ ως αποδεικτικό στοιχείο κατά την παρούσα αποδεικτική διαδικασία. Επίσης συμφωνήθηκε προφορικά ο εντολοδόχος δικηγόρος να παρακρατεί τη συμφωνηθείσα αμοιβή του με την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από τον οφειλέτη της εντολέως του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος ανέλαβε την είσπραξη της ... τραπεζικής επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδόσεως της Κ, εις διαταγήν της συζύγου του οφειλέτη της εντολέως του Ζ, εκδόσεως την 4-2-2002, ποσού 130.062 ευρώ, την οποία ο Ζ οπισθογράφησε στην ενάγουσα - εναγόμενη εντολέα.
Η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε κατά την 4-2-2002 και ανανεώθηκε η ήμερα πληρωμής για την 24-2-2002 και στη συνέχεια για την 24-3-2002, οπότε σφραγίσθηκε. Τελικά, η επιταγή αυτή αντικαταστάθηκε με τρεις (3) συναλλαγματικές, με ημερομηνία εκδόσεως και αποδοχής 4-3-2002 και πληρωμής της πρώτης την 15-3-2002, της δεύτερης την 25-3-2002 και της τρίτης την 15-3-2002, ποσών 32.000 ευρώ, 50.000 ευρώ και 50.000 ευρώ, αντίστοιχα, όλες εκδόσεως Ζ, αποδοχής της συζύγου του Κ, εις διαταγήν Ζ, οι οποίες αφού οπισθογραφήθηκαν από αυτόν παραδόθηκαν στην ενάγουσα-εναγόμενη εντολέα.
Ο ενάγων-εναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος με τις παραπάνω δυο συναλλαγματικές ποσών 32.000 και 50.000 ευρώ, λήξεως 15-3-2002 και 25-3-2002, εξέδωσε την 5079/2002 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε στην ενάγουσα-εναγόμενη εντολέα του το ποσό των 82.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας από της λήξεως κάθε συναλλαγματικής, και δικαστική δαπάνη από 1925 ευρώ.
Ο ενάγων-εναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος για την εξόφληση της πιο πάνω διαταγής πληρωμής εισέπραξε από τον οφειλέτη της εντολέως του στις 19-12-2002 68.044 ευρώ, στις 12-2-2003 5.000 ευρώ και στις 2-4-2003 20.000 ευρώ και συνολικά 93.044 ευρώ. Ο ενάγων-εναγόμενος εντολοδόχος είχε δαπανήσει ως έξοδα 390 ευρώ για την κατάθεση της αιτήσεως, 538,97 ευρώ για δικαστικό ένσημο, 21,6 ευρώ για πληρωμή απογραφόσημου, 80 ευρώ για τέσσερις επιδόσεις, 327 ευρώ για σύνταξη αναγγελίας της απαίτησης στον ...
πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Μορφονιού, 673 ευρώ για την εγγραφή της αναγγελίας στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, 50 ευρώ για τη σύνταξη της ... πράξης κατάθεσης εγγράφων στην πιο πάνω συμβολαιογράφο και 1795 ευρώ για την εξόφληση του πίνακα κατάταξης με την ...
πράξη της πιο πάνω συμβολαιογράφου και συνολικά 3875,87 ευρώ. Επομένως, μετά την είσπραξη από τον εντολοδόχο δικηγόρο των πιο πάνω δαπανών κατ' άρθρο 91 του Κώδικα δικηγόρων απομένει ποσό από 89.168,13 ευρώ (93.044 ευρώ - 3.875,87 ευρώ) επί του οποίου ο ενάγων - εναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή, με βάση την από 21-1-2002 καθαρή εντολή, που δεν τελεί υπό την αίρεση επιτυχούς εκβάσεως της δίκης, ποσοστό 20% και συγκεκριμένα 17.833,63 ευρώ (89.168,13 ευρώ Χ 20%), η δε ενάγουσα - εναγόμενη εντολέας το υπόλοιπο από 71.334, 5 ευρώ (89168, 13 ευρώ Χ 80%).
Επίσης με την τρίτη εκ των ως άνω συναλλαγματικών, λήξεως 15-3-2002, ποσού 50.000 ευρώ, ο ενάγων - εναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος εξέδωσε την3616/2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή τουΜονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαεπιδικάστηκε στην ενάγουσα - εναγόμενη εντολέα τουτο ποσό των 50.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίαςαπό της επομένης της λήξεως της συναλλαγματικής, και δικαστική δαπάνη από 1.260 ευρώ.
Την διαταγήαυτή πληρωμής επέδωσε δυο φορές με επιταγή προςπληρωμή συνολικού ποσού 54.137,47 ευρώ. Ο ενάγωνεναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος για τηνεξόφληση της πιο πάνω διαταγής πληρωμής εισέπραξεαπό τον οφειλέτη της εντολέως του στις 28-5-200314.500 ευρώ, την 1-10-2003 13.000 ευρώ, στις 30-6-2003 8.000 ευρώ, στις 28-7-2004 8.000 ευρώ, στις 10-11-2004 3.000 ευρώ, στις 22-12-2004 4.500ευρώ, στις 24-12-2004 500 ευρώ και στις 23-2-20053.000ευρώ και συνολικά 54.500 ευρώ.
Ο ενάγων -εναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος είχε δαπανήσει γιατην κατάθεση αιτήσεως 390 ευρώ, για δικαστικόένσημο
328,64 ευρώ, για πληρωμή του απογραφόσημου 8,4 ευρώ, για τέσσερις (4) επιδόσεις 80 ευρώ και συνολικά 807, 04 ευρώ. Επίσης, με βάση την 3616/2002 διαταγή πληρωμής και την από 24-6-2002 έγγραφη παραγγελία του προς το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προέβη στην κατάσχεση αρχικά της ψιλής κυριότητας και στη συνέχεια της πλήρους κυριότητας μιας διώροφης οικίας στο Δήμο ....
Ο πλειστηριασμός κατά την αρχική ημερομηνία της 19-9-2002, που είχε ορισθεί με την 956/2002 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., ανεστάλη με την 7017/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οπότε παραστάθηκε η συνεργαζόμενη δικηγόρος του Μαριλένα Μουζακίτη. Στη συνέχεια ανεστάλη 17 φορές ο πλειστηριασμός και εκδόθηκαν σχετικές επαναληπτικές περιλήψεις, ο δε ενάγων εναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος δαπάνησε 1.211,49 ευρώ για την επιβολή κατάσχεσης μετά των αναγκαίων επιδόσεων, για έκδοση και επίδοση της περιλήψεως του πλειστηριασμού 834,45 ευρώ, για τις τρεις παραστάσεις στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (ασφαλιστικά μέτρα), επί των οποίων εξεδόθησαν οι 7017/2002, 8650/2003 και 1982/2004 αποφάσεις 660ευρώ (220 Χ 3) και για παραστάσεις, φωτοτυπίες 45 ευρώ (15 ευρώ Χ 3) και συνολικά 3.557, 98 ευρώ (807,04 +1211,49 + 834,45 + 660 + 45).
Όσον αφορά τα έξοδα για την έκδοση και επιδόσεις των επομένων 17 επαναληπτικών προγραμμάτων, τα οποία ο ενάγων - εναγόμενος προσδιορίζει στο ποσό των 15.940,05 ευρώ (937,65 Χ 17), αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από 30-6-2004, 28-7-2004, 10-11-2004, 22-12-2004, 24-12-2004 και 23-2-2005 αποδείξεις του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... ποσών 8.000 ευρώ, 8.000 ευρώ, 3.000 ευρώ, 4.500 ευρώ, 500 ευρώ και 3.000 ευρώ και συνολικού ποσού 27.000 ευρώ, ότι αυτά κατέβαλε κάθε φορά στο δικαστικό επιμελητή ...
για λογαριασμό του οφειλέτη Ζ η σύζυγος του Κ. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από την από 18-5-2005 εξώδικη απάντηση του εντολοδόχου Ψ προς την εντολέα του Χ, που επιδόθηκε στις 19-5-2005, κατά την οποία προσδιορίζει τα έξοδα του για την 3616/2002 διαταγή πληρωμής στο ποσό των 2.920 ευρώ. Επομένως, μετά την είσπραξη από τον εντολοδόχο δικηγόρο των πιο πάνω δαπανών από 4365,02 ευρώ, κατ' άρθρο 91 του Κώδικα Δικηγόρων, απομένει ποσό από 50.134,98 ευρώ (54.500-4365,02 ευρώ), επί του οποίου ο ενάγων - εναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή, με βάση την από 21-1-2002 καθαρή εντολή που δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης ποσοστό 20% και συγκεκριμένα 10.027 ευρώ (50.134,98 ευρώ Χ 20%), η δε ενάγουσα - εναγόμενη εντολέας του το υπόλοιπο από 40.107,20 ευρώ (50.134,98 Χ 80%).
Με βάση τα παραπάνω, ο μεν ενάγων - εναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή, μετά την αφαίρεση των εν γένει δαπανών του από 8.240,89 ευρώ, το συνολικό ποσό των 27.860,63 ευρώ (17.833,63 + 10.027) και έπρεπε να αποδώσει στην ενάγουσα -εναγόμενη - εντολέα του το ποσό των 111.441,7 ευρώ (71.334,5 + 40.107,20 ευρώ). Ο ενάγων - εναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος κατέβαλε στην εντολέα του το συνολικό ποσό των 105.000 ευρώ και συγκεκριμένα 35.000 ευρώ (τραπεζική κατάθεση) στις 20-12-2002, 5.000 ευρώ (τραπεζική κατάθεση) στις 12-2-2003, 40.000 ευρώ στις 2-4-2003 με την από 2-4-2003 ιδιωτική απόδειξη, 8.000 ευρώ στις 28-5-2003 (τραπεζική κατάθεση), 6.000 ευρώ στις 24-9-2003 (τραπεζική κατάθεση), 5.000 ευρώ στις 30-6-2004 (τραπεζική κατάθεση), 1.000 ευρώ στις 6-10-2004 (τραπεζική κατάθεση), 1.000 ευρώ στις 11-11-2004 (τραπεζική κατάθεση), 2.000 ευρώ στις 23-12-2004 (τραπεζική κατάθεση) και 2.000 ευρώ στις 24-2-2005 (τραπεζική κατάθεση) και συνολικά το ποσό των 105.000 ευρώ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 445 ΚΠολΔ, έγγραφα ιδιωτικά, συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητα τους αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Συνεπώς, το ιδιωτικό έγγραφο της εξοφλητικής απόδειξης παράγει πλήρη απόδειξη ότι προέρχεται από τον υπογράψαντα αυτό, επιτρεπομένης ανταποδείξεως. Ως προς το γεγονός όμως ότι έγινε η καταβολή, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί, στην πραγματικότητα εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα - εναγόμενη εντολέας ισχυρίσθηκε με την αγωγή της ότι η αναφερόμενη στην από 2-4-2003 εξοφλητική απόδειξη καταβολή προς αυτήν του ποσού των 40.000 ευρώ δεν είναι αληθής, επειδή ο εναγόμενος-ενάγων εντολοδόχος δικηγόρος της κατέβαλε το απόγευμα της 1-4-2003 το ποσό των 15.000 ευρώ, αυτή δε υπέγραψε καλόπιστα την απόδειξη χωρίς να διαβάσει το κείμενο της, διαπίστωσε δε εκ των υστέρων, μετά την καταγγελία της στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, οπότε έλαβε αντίγραφο αυτής (απόδειξης), ότι όσα αναγράφονται σ'αυτή ως προς το χρόνο καταβολής (2-4-2003) και το ποσό των 40.000 ευρώ δεν ήταν αληθή.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός της ενάγουσας - εναγομένης εντολέως με τον οποίο αυτή επιχειρεί να ανατρέψει την εξώδικη ομολογία της περί καταβολής του ποσού των 40.000 ευρώ και συγκεκριμένα ότι δεν έγινε η καταβολή για το πέραν των 15.000 ευρώ ποσό, δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος. Ο μάρτυρας της ενάγουσας - εντολέως δεν ήταν παρών, όσα καταθέτει τα γνωρίζει από διηγήσεις αυτής, ενώ επιπλέον αντιφατικά καταθέτει ως προς την ημερομηνία καταβολής ότι ήταν αρχικά η 2-4-2003 και στη συνέχεια η 1-4-2003 και συγκεκριμένα "Θυμάμαι ήταν πρωταπριλιά που μου έφερε τα χρήματα και τα έδειξε στο σπίτι μου".
Αντίθετα, η μάρτυρας του εναγομένου - ενάγοντος εντολοδόχου ήταν παρούσα κατά την καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 40.000 στις 2-4-2003, ενώ επιπλέον καταθέτει ότι το ποσό των 20.000 ευρώ κατέβαλε την ίδια ημέρα, (2-4-2003) επομένη του πλειστηριασμού, στο δικηγόρο ο οφειλέτης Ζ ενώ το υπόλοιπο των 20.000 ευρώ "ήταν μαζεμένα στο γραφείο από άλλες υποθέσεις".
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι ησυγκεκριμένη καταβολή προς την εντολέα έγινε μεμετρητά ενώ οι υπόλοιπες με καταθέσεις στοντραπεζικό της λογαριασμό και από το ότι αυτή το πρωίτης 2-4-2003 και περί ώρα 8.33 κατέθεσε σετραπεζικό της λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα(Υποκ/μα ...) το ποσό των 15.000 ευρώ. Μεβάση τα παραπάνω, ο ενάγων - εναγόμενος εντολοδόχος δικηγόρος υποχρεούται να αποδώσει στην ενάγουσα - εναγόμενη
εντολέα του από την εκτέλεση της ανατεθείσας σ'αυτόν εντολής το ποσό των 6.441,7 ευρώ (111.441,7 - 105.050). Περαιτέρω όμως, εφόσον είχε προφορικά συμφωνηθεί ότι ο εντολοδόχος δικηγόρος θα παρακρατεί τη συμφωνηθείσα αμοιβή του με την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από τον οφειλέτη της εντολέως του και με δεδομένο ότι η από 19-4-2005 ανάκληση της προς αυτόν (εντολοδόχο) εντολής δεν ήταν δικαιολογημένη (άρθρο 170 Κώδικα Δικηγόρων), εφόσον ο εντολοδόχος ενημέρωνε (λογοδοτούσε) την εντολέα του για κάθε επί μέρους ενέργεια για την ολοκλήρωση της εντολής (βλ.
και κατάθεση μάρτυρα εντολέως) δεν αποδείχθηκε ότι η μη απόδοση του πιο πάνω ποσού των 6.441,7 ευρώ οφείλεται σε πρόθεση υπεξαίρεσης του. Συνακόλουθα, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός (εντολοδόχος) διέπραξε κατά την εκτέλεση της εντολής σε βάρος της εντολέως του τα αδικήματα της υπεξαίρεσης, απάτης και συκοφαντικής δυσφήμισης (ισχυριζόμενος γι' αυτήν με υπόμνημα του στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ότι αυτή ψευδώς ισχυρίστηκε ότι της κατέβαλε το ποσό των 15.000 ευρώ, αντί του αληθούς ποσού των 40.000 ευρώ), πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της ενάγουσας εντολέως για επιδίκαση σ'αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Αντίθετα η εναγόμενη - ενάγουσα εντολέας ισχυριζόμενη: α) με την από 4-5-2005 καταγγελία της προς το ΔΣΑ για άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά του εντολοδόχου εναγομένου δικηγόρου, β) με το από 14-6-2005 υπόμνημα της και γ) την από 24-10-2005 αγωγή της ότι αυτός διέπραξε τα αδικήματα της υπεξαίρεσης, νόθευσης του από 21-1-2002 εγγράφου και της απάτης σε βάρος της με την καταβολή την 1-4-2003 του ποσού των 15.000 ευρώ, αντί του αναγραφόμενου στην από 2-4-2003 εξοφλητική απόδειξη ποσού των 40.000 ευρώ,αναληθή κατά τα παραπάνω αποδειχθέντα γεγονότα εν γνώσει της αναληθείας τους, διέπραξε σε βάρος του τοαδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Η εκ τουάρθρου 367 παρ. 1 ΚΠΔ ένσταση είναι απορριπτέα ωςαβάσιμη, εφόσον εν προκειμένω δεν πρόκειται για δυσφήμηση εκ του άρθρου 362 ΠΚ ή εξύβριση εκ τουάρθρου 361 ΠΚ ώστε να αίρεται ο άδικος χαρακτήραςαυτών. Επομένως, δικαιούται ο τελευταίος (εντολοδόχος δικηγόρος) το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 44 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε για παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου.
Το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο κατ' άρθρο 932 ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη την αδικοπραξία, την υπαιτιότητα της εναγομένης, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, εκ των οποίων ο ενάγων είναι δικηγόρος από το 1974, χωρίς να του έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή". Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 9.1.2005 αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε γίνει εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή, για ποσό 16.635,39 ευρώ, η από 24.10.2005 αγωγή της αναιρεσείουσας, και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν και τις δύο αυτές αγωγές και συγκεκριμένα, για ποσό 6.441,7 ευρώ την αγωγή της αναιρεσείουσας και για ποσό 3.000 ευρώ την αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1, 92 παρ. 1, 3 και 5 και 170 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, τρίτος, πέμπτος, έκτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και έβδομος λόγοι του κύριου αναιρετηρίου, καθώς και οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερος λόγοι του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή τα επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό της ότι, κατά το εφαρμοστέο κατά τις απόψεις της άρθρο 92 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, η δικαιούμενη από τον αναιρεσίβλητο δικηγορική αμοιβή έπρεπε να υπολογισθεί στο 20% του από 132.060 ευρώ εισπραχθέντος κεφαλαίου της απαιτήσεώς της και όχι και επί των ποσών των εισπραχθέντων τόκων και των επιδικασθεισών δικαστικών δαπανών της.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του νόμου, αλλά νομικό επιχείρημα της αναιρεσείουσας. Από το συνδυασμό των άρθρων 91 παρ. 1, 92 παρ. 1, 95 παρ. 1 και 98 επ. του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" και 361 ΑΛ, προκύπτει σαφώς ότι επί συμβάσεως καθαράς εντολής μεταξύ του δικηγόρου του και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο τον δικαστικό ή εξώδικο χειρισμός μιάς υποθέσεώς του και αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής ορισμένης αμοιβής, ο δικηγόρος, εκτός της συμφωνηθείσας αμοιβής του, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του και τα από τον ίδιο (δικηγόρο) πράγματι δαπανηθέντα χρηματικά ποσά για την εκτέλεση της εντολής, εκτός εάν, κατά την γενόμενη, μεταξύ των μερών συμφωνία, τα ποσά αυτά περιλαμβάνονται ρητώς στο συμφωνηθέν ποσόν της αμοιβής του δικηγόρου.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως διαλαμβάνεται κατά τη διερεύνηση των τρίτου κ.λ.π. (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ) ως άνω λόγων αναιρέσεως, δέχθηκε ότι, με σύμβαση καθαράς εντολής, που καταρτίσθηκε την 21.1.2002, μεταξύ του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου Αθηνών και της αναιρεσείουσας πελάτιδάς του, η τελευταία ανέθεσε στον πρώτο την εντολή εισπράξεως, με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές του, απαιτήσεώς της, από πιστωτικούς τίτλους, ύψους 132.000 ευρώ, κατά των οφειλετών της Ζ και Κ, αντί αμοιβής που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 20% επί του κεφαλαίου, τόκων υπερημερίας και επιδικαζόμενων δικαστικών δαπανών οποιουδήποτε ποσού του οποίου θα επιτυγχάνετο η είσπραξη, ενώ επιπρόσθετα συμφωνήθηκε ρητά, μεταξύ των μερών, ότι τα έξοδα που θα εγένοντο για την κανονική εκτέλεση της εντολής θα βαρύνουν τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο.
Ωστόσο, το Εφετείο, αν και περαιτέρω δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος εισέπραξε από τους ανωτέρω οφειλέτες της αναιρεσείουσας συνολικό ποσό (93.044 + 54.500) 147.544 ευρώ και ότι ο ίδιος, για την εκτέλεση της εντολής, δαπάνησε, από δικά του χρήματα, συνολικά ποσό (3.875,87 + 4.364,02) 8.240,89 ευρώ, προκειμένου να προσδιορίσει ακολούθως το αποδοτέο στην αναιρεσείουσα ποσό υπολόγισε σε βάρος της τελευταίας και το ανωτέρω ποσό των δαπανών, μολονότι αυτές, κατά τη γενόμενη συμφωνία τους, βάρυναν τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, με τελική συνέπεια να καταλήξει εσφαλμένα στην κρίση ότι το οφειλόμενο στην αναιρεσείουσα ποσό ανέρχεται σε 6441,70 ευρώ.
Με την κρίση αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως του κύριου αναιρετηρίου, είναι βάσιμος. Με τον έκτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσίβλητος την 2.4.2003 κατέβαλε στην αναιρεσείουσα, σε μερική εξόφληση της επίμαχης αξιώσεώς της, ποσό 40.000 ευρώ, μολονότι ο ισχυρισμός του αυτός δεν είχε προταθεί νομίμως με καταχώρισή του στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και με τις πρωτόδικες προτάσεις του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως διότι δεν προσκομίζονται από την αναιρεσείουσα τα ανωτέρω έγγραφα (πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου), που χρησιμεύουν για την υποστήριξη του ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 570 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολομ.
ΑΠ 42/2002). Την παραβίαση αυτή συνιστά και η μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, περιεχόμενης σε έγγραφο που μετά νόμιμη επίκληση προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση όμως του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, σε περίπτωση εξώδικης ομολογίας, πρέπει αφενός να γίνεται ταυτόχρονη επίκληση και προσκομιδή του εγγράφου, από το οποίο προβάλλεται ότι προκύπτει η ομολογία (άρθρο 570 παρ. 3 ΚΠολΔ), καθώς και να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, η βασιμότητα του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 11 ΚΠολΔ, με τον τρίτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον, και με πρόσθετο λόγο εφέσεως, προβληθέντα ισχυρισμό της ότι, αναφορικά με την έκδοση της 3616/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υφίσταται εξώδικη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, περιεχόμενη στο επικληθέν και προσκομισθεί απ' αυτή, αλλά επίσης μη ληφθέν υπόψη από το Εφετείο από 13.6.2005, προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών υποβληθέν απ' αυτόν (αναιρεσίβλητο), υπόμνημα, κατά το οποίο "τα καταβληθέντα στον δικαστικό επιμελητή έξοδα αναγγελίας όσο και 5.000 ευρώ για έξοδα κατασχέσεως του επεστράφησαν αργότερα συμψηφιστικά", και επομένως ποσό 15.940,05 ευρώ, που αφορά έξοδα για την έκδοση και επιδόσεις 17 επαναληπτικών προγραμμάτων πλειστηριασμού, και ποσό 2.045,94 ευρώ, που αφορά σε λοιπά έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως της ως άνω διαταγής πληρωμής, δηλαδή συνολικό ποσό 17.985,99 ευρώ, δεν έπρεπε να αφαιρεθεί από την αποδοτέα στην αναιρεσείουσα απαίτηση.
Ο λόγος αυτός, που υπάγεται στη ρύθμιση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και εκείνη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), είναι αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα το ως άνω έγγραφο (από 13.6.2005 προς τον ΔΣΑ υπόμνημα του αναιρεσιβλήτου), που χρησιμεύει για την υποστήριξη του υπόψη αναιρετικού λόγου.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, όπως αυτή διατυπώνεται στο αναιρετήριο, δεν είναι ρητή και σαφής, αφού, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό της, δεν προκύπτει ότι αυτή αναφέρεται στα από 17.985,99 ευρώ έξοδα εκτελέσεως της ως άνω ... διαταγής πληρωμής.
Τέλος, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που ο περί εξώδικης ομολογίας ισχυρισμός αφορά στην πληρωμή των από 15.940,05 ευρώ εξόδων για την έκδοση και επίδοση των 17 επαναληπτικών προγραμμάτων πλειστηριασμού, είναι αλυσιτελής, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή προκύπτει, το ποσό αυτό δεν αφαιρέθηκε, αλλά, αντίθετα, συνυπολογίσθηκε κατά τον προσδιορισμό της αποδοτέας στην αναιρεσείουσα απαιτήσεως.
Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως εν μέρει ηττώμενος, σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σκεπτικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας αυτής (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο, ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Η αίτηση αυτή, με την οποία ζητείται η απόδοση του πράγματι επιδικασθέντος ποσού, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου, των τόκων και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, πρέπει κατά τα άρθρα 216 και 217 Κ.Πολ.Δ., να προσδιορίζει τις αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν τα επιμέρους ποσά που συνθέτουν το ζητούμενο συνολικό ποσό, ώστε σε περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του αποδοτέου ποσού (ΑΠ Ολομ. 22/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με αυτοτελές δικόγραφο που κατατέθηκε εμπροθέσμως στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 8-5-2009, υποβάλλει αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, ζητώντας, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή ποσού 14.970,88 ευρώ που του επιδικάσθηκε και του κατέβαλε αυτή (αναιρεσείουσα) σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό, η υπόψη αίτηση επαναφοράς είναι αόριστη, αφού δεν προσδιορίζονται σ' αυτή οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν τα επιμέρους ποσά που αποτελούν το ζητούμενο συνολικό ποσό, σε τρόπο ώστε, δεδομένης της εν μέρει αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του επιστρεπτέου από τον αναιρεσίβλητο ποσού.
Επομένως, η αίτηση αυτή, λόγω της αοριστίας της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 7527/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της ως άνω 7527/2007 αποφάσεως το Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ