Legislator Case Law & Legislation
1579/2008 AI generated

1579/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1579/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2001 αγωγή του ήδη θανόντος και αρχικώς ενάγοντος Ιωάννη Βαρδάκη, την από 25/10/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και τις από 9/2/2001 και 10/1/2002 παρεμπίπτουσες αγωγές του 2ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1078/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1056/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/7/2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1579/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το Π. Δ/μα 237/1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφάλισης των εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε ορίζονται: Στο άρθρο 2 "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλεια την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1579 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1579/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6, Χ7 και Χ8, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σπυρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, Ψ2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γράτσια-Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2001 αγωγή του ήδη θανόντος και αρχικώς ενάγοντος Ιωάννη Βαρδάκη, την από 25/10/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και τις από 9/2/2001 και 10/1/2002 παρεμπίπτουσες αγωγές του 2ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1078/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1056/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/7/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 12/9/2007 έκθεση του παραιτηθέντος και ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσίαΑρεοπαγίτου Παναγιώτη Παρτσιλίβα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πάτρας ... αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την 21-9-2007, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε νόμιμα με εγγραφή στο πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1. Αυτός όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. ΚΠολΔ).

Με το Π. Δ/μα 237/1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφάλισης των εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε ορίζονται: Στο άρθρο 2 "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλεια την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος".

Στο άρθρο 10 αυτού "Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή". Στο άρθρο 11 παρ. 1 του ίδιου Π. Δ/τος "ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρον 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του αντισυμβαλλομένου, του ασφαλισμένου και του οδηγού".

Και στο άρθρο 19 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ "Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στο πρόσωπο που ζημιώθηκε την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανατώσεως ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικό ατύχημα όταν..., β) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση...".

Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 της ΚΑ/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795 - Τεύχος Α.Ε. - Ε.Π.Ε. που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση, του άρθρου 6 παρ. 5 Ν. 489/1976 "εκάτερον των συμβαλλομένων μερών δύναται ελευθέρως και κατά πάντα χρόνον, δι' εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει, να καταγγείλει την ασφαλιστικήν σύμβασιν.

Η ακύρωσις επέρχεται μετά πάροδον 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω περί καταγγελίας εγγράφου". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 εδ. α' και β' του ανωτέρω νόμου "η ακύρωση, η λήξη ή αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου, που ζημιώθηκε, μόνον αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής.

Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλομένου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν" (άρθρο 7 παρ. 3 ν. 2170/1993). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, πρέπει να έχει ασφαλίσει αυτό σε μία νομίμως λειτουργούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία.

Εάν προξενηθούν σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες ο παθών έχει ευθεία αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας για καταβολή της αποζημίωσής του μέχρι το ποσό, που προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση, και ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση κατά του ασφαλιζομένου ή του αντισυμβαλλομένου ή του οδηγού.

Και μόνον όταν το αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο τότε ο παθών έχει αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή της αποζημίωσης, δηλαδή η αγωγή κατά του τελευταίου είναι επικουρική. Ως ανασφάλιστο θεωρείται το ζημιογόνο αυτοκίνητο α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ κατά το παρελθόν σύμβαση ασφαλίσεως, ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου είτε με κοινή συμφωνία αυτών.

Στη δεύτερη περίπτωση για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ζημιογόνο αυτοκίνητο πρέπει να έχει χωρήσει γνωστοποίηση στον αντισυμβαλλόμενο ή στον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή της λήξεως, λύσεως, ακυρώσεως ή αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης και να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, διότι μόνο εφόσον συντρέξουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις (γνωστοποίηση της λήξεως κλπ και πάροδος 16 ημερών από αυτήν), ο ασφαλιστής μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος τη λήξη, λύση, ακύρωση ή αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης και κατά συνέπεια αυτός δεν έχει αξίωση για αποζημίωση κατά του ασφαλιστή και το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο (άρθρο 11 παρ. 2 εδ α' ΠΔ 237/1986).

Η γνωστοποίηση δε γίνεται και με έγγραφη επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή τον αντισυμβαλλόμενο στην κατοικία ή στη διαμονή αυτών (εδαφ. β' της ανωτέρω παραγρ. 2 του άρθρου 11, όπως αντικαταστάθηκε με την παραγρ. 3 του άρθρου 7 του Ν 2170/1993). Η γνωστοποίηση αυτή απαιτείται και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης έγινε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία ασφαλιστή και αντισυμβαλλόμενου ή ασφαλισμένου.

Ο παθών τρίτος για να θεμελιώσει την αξίωση του για αποζημίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου αρκεί να επικαλεστεί, εκτός των άλλων αναγκαίων πραγματικών περιστατικών, ότι το προκαλέσαν τη ζημία αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ανασφάλιστο. Το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο έχει το δικαίωμα να αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι το εν λόγω αυτοκίνητο καλυπτόταν από ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ενάγων παθών τρίτος έχει το δικαίωμα να προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η επικαλούμενη από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο σύμβαση ασφαλίσεως έληξε, λύθηκε, καταγγέλθηκε, ακυρώθηκε ή ανεστάλη με νόμιμο τρόπο, έγινε η γνωστοποίηση αυτής με τον προαναφερθέντα τύπο από τον ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή αντισυμβαλλόμενο και το ατύχημα συνέβη μετά παρέλευση 16 ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή.

Και αν αποδειχθεί ο ισχυρισμός αυτός το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο και το Επικουρικό Κεφάλαιο ενέχεται στην καταβολή της αποζημίωσης. Έτσι ο τρίτος παθών δεν βρίσκεται σε δυσχερή θέση έναντι του αντιδίκου του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού γνωρίζοντας την ασφαλιστική σύμβαση, που παραδεκτώς και ορισμένως επικαλέστηκε το τελευταίο, έχει την ευχέρεια να ερευνήσει εάν αυτή κατά το χρόνο του ατυχήματος ίσχυε ή είχε λήξει, λυθεί, ακυρωθεί, καταγγελθεί, ή ανασταλεί και να προβάλλει και να αποδείξει το σχετικό ισχυρισμό του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν 486/1976 "η ασφαλιστική σύμβασις ισχύει δια την ασφαλιστική περίοδον, ήτις ορίζεται εις το ασφαλιστήριο και ανανεούται εκάστοτε δι' ίσον χρονικόν διάστημα μετά την λήξιν της ασφαλιστικής περιόδου ως και των επομένων τοιούτων, εκτός εάν τριάκοντα (30) ημέρας προ του τέλους εκάστης ασφαλιστικής περιόδου, εκάτερον των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερον δια συστημένης επιστολής περί του αντιθέτου" (ΟλΑΠ 3/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ "η δήλωση της βουλήσεως έχει νομική ενέργεια, μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η καταγγελία για τη λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βουλήσεως του συμβαλλομένου μέρους και για να παραγάγει τα αποτελέσματα της απαιτείται περιέλευσή της στο νόμιμο παραλήπτη.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη θεωρία της παραλαβής ή λήψεως που δέχεται ο ΑΚ, η δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα όχι απλώς από την αποτύπωσή της στον, εξωτερικό κόσμο (θεωρία της εκδηλώσεως), ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίο απευθύνεται (θεωρία της γνώσεως) αλλά από την παραλαβή της.

Επομένως, για να παραγάγει τα αποτελέσματά της απαιτείται περιέλευσή της στο νόμιμο παραλήπτη. Ο νομοθέτης για να εξασφαλίσει την περιέλευσή της αυτή, απαιτεί να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα συστημένο ή επί αποδείξει. Ο τρόπος αυτός κοινοποιήσεως εξασφαλίζει τη δυνατότητα γνώσεως εκ μέρους του παραλήπτη, προς τον οποίο και μόνον παραδίδεται.

Η επιλογή από το νόμο του τρόπου αυτού επιδόσεως οφείλεται στη σημαντική έννομη συνέπεια που αναφέρεται στη λύση της ασφάλισης και την έκτοτε διακοπή της ασφαλιστικής καλύψεως. Έτσι, αν ο ασφαλιστής επιλέξει συστημένη επιστολή μέσω των ΕΛΤΑ για την πιο πάνω γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης ασφάλισης, δεν αρκεί η παράδοση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης του παραλήπτη με ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη (χέρι με χέρι), οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης απ' αυτόν του περιεχομένου της (ΑΠ 1251/2007, ΑΠ 1250/2001).

Από δε τη διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 9 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ δεν προκύπτει, αποκλεισμός άλλου τρόπου κοινοποιήσεως, της καταγγελίας εφόσον με τον άλλο τρόπο εξασφαλίζεται η ίδια δυνατότητα γνώσεως όπως μέσω δικαστικού επιμελητή που επιδίδει το έγγραφο στον παραλήπτη αυτοπροσώπως ή με ιδιωτική επιστολή που επιδίδεται αυτοπροσώπως στον παραλήπτη επί αποδείξει (ΑΠ 1250/2001).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την ύπαρξη ή όχι ασφαλιστικής σύμβασης για το ζημιογόνο αυτοκίνητο: "το φερόμενο ως ζημιογόνο με αριθμό κυκλοφορίας ΥΒΑ 5365 ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ για το χρονικό διάστημα από 16-10-1998 έως 19-1-1999, δυνάμει του 92960 ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Την 19-1-1999, η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία κατήγγειλε την ασφαλιστική αυτή σύμβαση, λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων, με συστημένη της επιστολή, αποσταλείσα μέσω των ΕΛΤΑ, προς τον ασφαλισμένο της Ψ1. Όμως, από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, δεν αποδεικνύεται ότι ο ανωτέρω ασφαλισμένος παρέλαβε ο ίδιος την εν λόγω επιστολή για να λάβει γνώση του περιεχομένου της και συνεπώς η γενόμενη καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή την ακύρωση της επίμαχης συμβάσεως, οπότε αυτή εξακολούθησε να ισχύει και κατά το χρόνο του ατυχήματος (25-9-2000).

Εφόσον, λοιπόν, το προαναφερόμενο όχημα ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να στραφούν με τις αγωγές τους εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου. Επομένως, οι αγωγές αυτές είναι απορριπτέες κατά το ως άνω μέρος τους ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την από 25-10-2001 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, κατά τη που επικράτησε στο Δικαστήριο τούτο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (του ν. 489/1976, του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 2170/1993 και του άρθρου 167 Α.Κ.) εφόσον δέχθηκε πως δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα η παραλαβή της συστημένης επιστολής, με την οποία φέρεται ότι καταγγέλθηκε η σύμβαση ασφάλισης από την ασφαλιστική εταιρία και μάλιστα ότι η παραλαβή αυτή έγινε αυτοπροσώπως από τον λήπτη της ασφάλισης (κύριο και οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου), ούτε παραβίασε κατά την υπαγωγή σε αυτές διδάγματα της κοινής πείρας και δη τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες, ότι, δηλαδή, κατ' αυτούς, ο πρώτος αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση αυτοπροσώπως του περιεχομένου της συστημένης επιστολής, επειδή την παρέλαβε ο ίδιος αφού η συστημένη επιστολή ουδέποτε επεστράφη ούτε ως αζήτητη, ούτε ως αποσταλείσα σε άγνωστο πρόσωπο, ή σε πρόσωπο που άλλαξε διεύθυνση", και ότι, σε κάθε περίπτωση, η αποστολή (κατάθεση) της συστημένης επιστολής ολοκληρώνει, τη γνωστοποίηση.

Εξάλλου το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ότι δηλαδή "Την 19.1.1999, η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία κατήγγειλε την ασφαλιστική αυτή σύμβαση, λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων, με συστημένη επιστολή της αποσταλείσα μέσω των ΕΛΤΑ, προς τον ασφαλισμένο της Ψ1. Όμως, από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ο ανωτέρω ασφαλισμένος παρέλαβε ο ίδιος την εν λόγω επιστολή για να λάβει γνώση του περιεχομένου της και συνεπώς η γενόμενη καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της..." και, επομένως ότι κατά το Εφετείο, δεν αποδεικνύεται ποιά ήταν η τύχη της συστημένης αυτής επιστολής μετά την κατάθεσή της στα ΕΛΤΑ, περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη, αν δηλαδή για την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης του ζημιογόνου αυτοκινήτου τηρήθηκαν οι διατυπώσεις των άνω διατάξεων του ν. 486/1976 και ιδίως η επιβαλλόμενη, από αυτές γνωστοποίηση ώστε να κριθεί αν το ζημιογόνο όχημα ήταν ανασφάλιστο ή όχι.

Δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι η επίμαχη συστημένη επιστολή κατατέθηκε στο Ταχυδρομείο και εκείνης κατά την οποία δεν αποδεικνύεται η περαιτέρω τύχη της, αφού η κατάθεσή της στα ΕΛΤΑ δεν συνεπάγεται, άνευ άλλου τινός, και μάλιστα, χωρίς κάποια σχετική βεβαίωση των ΕΛΤΑ ότι λήφθηκε (η εν λόγω επιστολή) από τον ασφαλισμένο οδηγό, ουδέ καν, έστω, ότι τέθηκε στη διάθεσή του μέσω σχετικού ειδοποιητηρίου.

Κατ' ακολουθίαν δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβιάζοντας ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά ούτε και στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου παραβιάζοντας εκ πλαγίου αυτές με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Οι υπό τους αριθμούς 1, 2 και 5 λόγοι αναίρεσης, επομένως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για τις ανωτέρω πλημμέλειες είναι αβάσιμοι.

Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του δικαστηρίου Γεωργίας Λαλούση κατά το άρθρο 167 ΑΚ η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο, στο οποίο απαιτείται να απευθύνεται. Με τη διάταξη αυτή δηλαδή ο Αστικός Κώδικας υιοθετεί τη θεωρία της παραλαβής ή λήψεως, κατά την οποία η δήλωση θεωρείται ότι συντελέστηκε και παράγει τη νομική ενέργειά της όχι απλώς από την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο (θεωρία της εκδηλώσεως), ούτε αναγκαίως από τη γνώση του περιεχομένου της από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται (θεωρία της γνώσεως), αλλά από την παραλαβή της από αυτόν.

Κατά την έννοια δε της παραλαβής, η δήλωση θεωρείται ότι περιήλθε σε αυτόν, προς τον οποίο απευθύνεται (παραλήπτη), όταν διαβιβάστηκε κατά τρόπο που αυτός μπορούσε και έπρεπε να λάβει γνώση εγκαίρως, όταν δηλαδή η δήλωση περιήλθε στο χώρο εξουσιάσεως του λήπτη ώστε αυτός κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να έχει τη δυνατότητα να λάβει γνώση (παραβ.

ΑΠ 1263/1996). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω κατά τη μειοψηφούσα γνώμη το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η σύμβαση ασφαλίσεως που είχε συναφθεί για το ζημιογόνο αυτοκίνητο (διάρκεια 16-10-1998 έως 19-1-1999, πράγματι 19-4-1999), ενώ καταγγέλθηκε από την ασφαλιστική εταιρία την 19-1-1999 με συστημένη επιστολή αποσταλείσα μέσω ΕΛΤΑ, ήταν σε ισχύ και κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος (25-9-2000), διότι "δεν αποδεικνύεται ότι ο ανωτέρω ασφαλισμένος παρέλαβε ο ίδιος την εν λόγω επιστολή για να λάβει γνώση του περιεχομένου της και συνεπώς η γενόμενη καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της", παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ιδιαίτερα αυτήν του άρθρου 167 ΑΚ και υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεν περιέχει αιτιολογίες για το κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν δηλαδή για την καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που δέχθηκε ότι έλαβε χώραν με αποστολή συστημένης επιστολής, τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις και ιδίως η επιβαλλόμενη γνωστοποίηση, ώστε να μπορεί να προταθεί η τυχόν λύση της σύμβασης έναντι των τρίτων (αναιρεσειόντων) και να κριθεί αν συντρέχει περίπτωση ευθύνης του αναιρεσιβλήτου για αποζημίωση των αναιρεσειόντων.

Συγκεκριμένα, δεν αναφέρει το χρόνο αποστολής της επιστολής, ούτε αν παραδόθηκε κατά τον τρόπο που καθορίζεται για την παράδοση των συστημένων επιστολών και που (διεύθυνση κατοικίας του ασφαλισμένου), το χρόνο που τυχόν έγινε αυτή, ώστε να κριθεί αν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, περιήλθε η περιέχουσα την καταγγελία της σύμβασης επιστολή στο χώρο επιρροής του ασφαλισμένου και επέφερε ως εκ τούτου τα αποτελέσματα της.

Συνεπώς, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη οι υπ' αριθμούς 1, 2 και 5 λόγοι αναίρεσης οι οποίοι αποδίδουν στην απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έπρεπε να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Τέλος, οι αυτοί ως άνω αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος τους που πλήττουν την ίδια απόφαση του Εφετείου για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτοι κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 1.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον υπ' αριθμόν 3 και με το πρώτο σκέλος του υπ' αριθμόν 6 λόγου αναιρέσεως προτείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη α) την προσκομισθείσα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες ποινική δικογραφία και β) τα προσκομισθέντα επίσης με επίκληση από αυτούς κρίσιμα έγγραφα που αφορούν την καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης (συστημένη επιστολή, πρωτόκολλο εξερχόμενων εγγράφων της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ασπίς Πρόνοια", πρωτόκολλο κατάθεσης συστημένου).

Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως και οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον υπ' αριθμόν 4 λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιώδη ισχυρισμό που προέβαλαν τόσο αυτοί όσο και ο εναγόμενος-πρώτος αναιρεσίβλητος, (κύριος και οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου) ότι το αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Από τις παραδοχές όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε δεχόμενο ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" και ότι οι αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν την ένστασή τους, ότι, δηλαδή, η σύμβαση ασφάλισης είχε λυθεί και συνεπώς ο λόγος είναι αβάσιμος, όσα δε αναφέρουν επιπλέον στο λόγο αυτό οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αυτή αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του υπ' αριθμόν 6 λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλην όμως από την απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και την ένορκη βεβαίωση που αναφέρει. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης και κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά πλήττει την ουσιαστική και ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα και γι' αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 περίπτωση β' του ΠΔ 237/1986 "Κωδικοποίηση των περί υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων" "Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα όταν:

β) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση". Περαιτέρω, το Προεδρικό Διάταγμα 314/1993, το οποίο εκδόθηκε προς συμμόρφωση στην 90/232 οδηγία της ΕΟΚ (ήδη Ευρωπαϊκή Ένωση) ορίζει στο άρθρο 2 (προστέθηκε ως εδάφιο γ' στην παράγραφο 3 του άρθρου 19 του ΠΔ 237/1986) ότι "Δεν επιτρέπεται στο Επικουρικό Κεφάλαιο να απαιτεί, προκειμένου να καταβάλει την αποζημίωση, να αποδείξει το θύμα καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι το υπεύθυνο για το ατύχημα μέρος δεν είναι σε θέση ή αρνείται να πληρώσει" και στο άρθρο 3 (προστέθηκε ως εδάφιο γ' στην παράγραφο 5 του άρθρου 19 του ΠΔ 237/1986) ότι "σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του Ασφαλιστή Αστικής Ευθύνης για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει το θύμα για σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες ανασφαλίστου αυτοκινήτου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται σε πρώτη φάση να αποζημιώσει το θύμα.

Αν τελικά αποφασισθεί ότι ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα έπρεπε να είχε καταβάλει την αποζημίωση εξολοκλήρου ή εν μέρει, ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό στο Επικουρικό Κεφάλαιο που την κατέβαλε". Η διάταξη αυτή όπως από το κείμενο της αδιστάκτως προκύπτει, αναφέρεται σε διαφορά μεταξύ Επικουρικού Κεφαλαίου και ασφαλιστή για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει τον τρίτο παθόντα και δεν καθιερώνει εξαρχής δυνατότητα του τρίτου να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και υποχρέωση του τελευταίου να αποζημιώσει αυτόν, και αν ακόμη το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, και μετά το Επικουρικό Κεφάλαιο να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει την απόδοση του ποσού που αυτό κατέβαλε στον παθόντα.

Διαφορετική ερμηνεία θα ανέτρεπε το σκοπό της συστάσεως και λειτουργίας του Επικουρικού Κεφαλαίου, ο οποίος συνίσταται σε επικουρική παρέμβαση και όχι κυρία και η επικουρική παρέμβαση είναι επιτρεπτή (άρθρο 1 παρ. 4 της 84/5 οδηγίας ΕΟΚ). Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή (άρθρο 3 ΠΔ 314/1993, η οποία είναι πιστή αντιγραφή του άρθρου 4 της 90/232/ΕΟΚ), προκύπτει ότι, εάν ο παθών επικαλεσθεί ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο και το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι ήταν ασφαλισμένο ή εάν το τελευταίο αποδείξει μεν ότι είχε συναφθεί για το αυτοκίνητο σύμβαση ασφαλίσεως, αλλά ο παθών ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η σύμβαση αυτή έληξε, λύθηκε, ακυρώθηκε ή ανεστάλη νομοτύπως, τότε το Επικουρικό Κεφάλαιο έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει αμέσως τον παθόντα.

Εάν εκ των υστέρων αποκαλυφθεί ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο καλυπτόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος από ισχύουσα ασφαλιστική σύμβαση, τότε το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν έχει το δικαίωμα να στραφεί κατά του παθόντος και να ζητήσει την επιστροφή, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, του ποσού της αποζημίωσης που του κατέβαλε, αλλά έχει αξίωση για επιστροφή της καταβληθείσας αποζημίωσης μόνο κατά του ασφαλιστή.

Δηλαδή και η διάταξη αυτή θεσπίστηκε για την προστασία του θύματος από τον κίνδυνο εμπλοκής σε δικαστικούς αγώνες με το Επικουρικό Κεφάλαιο και επιστροφή σ' αυτό της αποζημίωσης που εισέπραξε στην περίπτωση που εκ των υστέρων προέκυπτε ότι το αυτοκίνητο, από το οποίο προκλήθηκε η ζημία του, ήταν ασφαλισμένο (ΟλΑΠ 3/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, των οποίων απορρίφθηκε η αγωγή μετά την παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης επειδή δέχθηκε ότι υπήρχε σε ισχύ σύμβαση ασφάλισης για το ζημιογόνο αυτοκίνητο, με το τρίτο σκέλος του υπ' αριθμόν 6 λόγου αναίρεσης, καθώς και με τους υπ' αριθμόν 7 και 8 προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 διότι παραβίασε τις διατάξεις της παραγράφου 3 εδάφιο β' του άρθρου 19 ΠΔ 237/1986 (άρθρο 1 παρ. 4 οδηγίας 84/5/ΕΟΚ/30-12-1983) και της παραγράφου 4 του άρθρου 19 του ίδιου προεδρικού διατάγματος και β) από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, παραβιάζοντας την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 του π.δ. 314/1993 (παράγραφος 3 εδάφιο γ' του άρθρου 19 ΠΔ 237/1986).

Οι ανωτέρω λόγοι (τρίτο σκέλος του υπ' αριθμόν 6 και ο υπ' αριθμόν 7) είναι προεχόντως αλυσιτελείς, ενόψει της παραδοχής του δικαστηρίου (ανέλεγκτης κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο εφόσον δεν είχε γίνει νομότυπη καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης, αφού, κατά τα ανωτέρω αναπτυσσόμενα, η ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι επικουρική και οι ανωτέρω διατάξεις αναφέρονται στις σχέσεις Επικουρικού Κεφαλαίου και τυχόν ασφαλιστικής εταιρίας και δεν καθιδρύουν εξαρχής δυνατότητα του τρίτου (παθόντος) να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Εξάλλου, ούτε η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλεται αορίστως με τον υπ' αριθμόν 7 λόγο αναίρεσης, ιδρύεται αλλά υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όγδοος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι στην εργατική διαδικασία, που τηρείται κατά την εκδίκαση των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισης του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), δεν υπάρχει υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, εφόσον δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση, αλλά οι διάδικοι προσκομίζουν κατά την πρώτη συζήτηση όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εκδίδεται απόφαση που να τάσσει αποδείξεις

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων περί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασιίου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως..".

Με το ανωτέρω άρθρο κατά το μέρος που θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νομίμως λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις, της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο, και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, ή εκτιμήσει εσφαλμένα τις αποδείξεις αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008).

Ταυτόσημη είναι και η ρύθμιση που γίνεται με το άρθρο 14 παράγραφος 1 εδ. α' του ν. 2462/1997 "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά Δικαιώματα", στο οποίο ορίζεται ότι "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί με νόμο, το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας σχετικά με ποινικό αδίκημα, η οποία έχει απαγγελθεί εναντίον του, καθώς και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα".

Στην προκείμενη περίπτωση με τον υπ' αριθμόν 9 λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εσφαλμένη απόρριψη από το Εφετείο της άνω ένστασης των αναιρεσειόντων και εντεύθεν η παραδοχή από το Εφετείο του ισχυρισμού του Επικουρικού Κεφαλαίου ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο θα έχει ως άμεση δυσμενή συνέπεια την έγερση νέας αγωγής και παραβιάζει έτσι την αρχή της οικονομίας της δίκης που απορρέει από τις ανωτέρω διατάξεις 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 εδ.

α' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Με την τυχόν διάπραξη όμως νομικών ή ουσιαστικών σφαλμάτων από το Εφετείο δεν στοιχειοθετείται παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αλλά για τα σφάλματα αυτά χορηγείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, ενώ η εκτίμηση των αποδείξεων δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν ο υπ' αριθμόν 9 λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 2 παράγραφος 3 εδάφιο α' του Ν. 2462/1997 "Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" "Τα συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο θα παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και εάν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητα τους...".

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον υπ' αριθμόν 10 λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με την εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων που αναφέρουν στους άλλους λόγους αναίρεσης παραβίασε την αρχή της πρόσφορης προσφυγής που καθιερώνεται με το ανωτέρω άρθρο του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού μετά την απόρριψη της έφεσης και της αγωγής τους θα αναγκασθούν να προσφύγουν εκ νέου στη δικαιοσύνη, επιπλέον δε η παραδοχή της έφεσής τους μόνο ως προς τον υπαίτιο οδηγό παραβιάζει επίσης την ίδια αρχή, αφού αυτός δεν έχει προσωπική περιουσία για την ικανοποίηση της αξίωσής τους.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται για την ίδια αιτία που αναφέρεται στον προηγούμενο λόγο (υπ' αριθμόν 9), εφόσον για τα σφάλματα του εφετείου χορηγείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, ενώ η εκτίμηση των αποδείξεων και εν προκειμένω η κρίση του Εφετείου, ότι οι αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν την άνω ένστασή τους και, συγκεκριμένα, δεν απέδειξαν με την επίκληση και προσαγωγή σχετικού εγγράφου (βεβαίωση των ΕΛΤΑ) ποιά, ήταν η τύχη της επίμαχης συστημένης επιστολής μετά την κατάθεσή της στο Ταχυδρομείο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 ΚΠολΔ) και επομένως είναι απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον υπ' αριθμόν 11 λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προαναφερόμενη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό της κρίσης για την ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι του τραυματισθέντος και τελικά θανόντος συγγενούς τους, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν με επίκληση και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την έκθεση αυτοψίας, το σχεδιάγραμμα της τροχαίας και φωτογραφίες, ευρήματα στον τόπο του συμβάντος (ίχνη φρένων και αίμα).

Από τη βεβαίωση όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, η προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα ανωτέρω έγγραφα για το σχηματισμό της κρίσης σχετικά με την ένσταση συνυπαιτιότητας και γι' αυτό ο ενδέκατος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον υπ' αριθμόν 12 λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε τον απαραδέκτως κατ' αυτούς κατά το άρθρο 2, του πδ 314/1993 προταθέντα ισχυρισμό περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης που προέβαλε το Επικουρικό Κεφάλαιο. Από τα εκτιθέμενα όμως παραπάνω γιο. τους υπ' αριθμούς 1, τρίτο σκέλος του υπ' αριθμόν 6, 7 και 8 λόγους αναίρεσης προκύπτει ότι παραδεκτώς το Επικουρικό Κεφάλαιο προέβαλε τον ισχυρισμό ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης, εφόσον η ευθύνη του κατά τα ανωτέρω είναι επικουρική και δεν γεννάται εάν αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο και συναφώς αποτύχει ο παθών τρίτος στην απόδειξη της ανωτέρω καταλυτικής ένστασής του.

Συνεπώς και ο υπ' αριθμόν 12 λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν συντρέχει λόγος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2006 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 1056/2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε, ήτοι του Επικουρικού Κεφαλαίου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 9 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ