1579/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1579/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το 5366/1933 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Οικονομόπουλου η τότε κυρία του επιδίκου ακινήτου (και άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης) "ΑΕ Ζυθοποιίας - Βυνοποιίας Κάρολος Φιξ" εκμίσθωσε, μέχρι το έτος 1968, το επίδικο στην "Ένωση Κιτροπαραγωγών Κρήτης" ως χώρο συσκευασίας κίτρων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1579 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1579/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ...... και 2. ......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρίκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 351/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 13-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 1-6-2005 αιτήσεως αναιρέσεως της 269/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑK, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι το δικαίωμα της κυριότητας επί πράγματος, υπό τη μορφή της διεκδικήσεως αυτού από το νομέα ή κάτοχό του, ασκείται καταχρηστικά όταν επί μακρό χρονικό διάστημα πριν από τη διεκδίκηση, μη εξικνούμενο ωστόσο στο χρόνο πριν από την απόκτηση της κυριότητας εκ μέρους του διεκδικητή ή του δικαιοπαρόχου του, άμεσου ή μη, ο νομέας ή κάτοχος διενεργούσε επί του πράγματος διακατοχικές πράξεις και ιδιαίτερα τέτοιες, που απορροφούσαν προσωπική εργασία εκείνου ή δαπάνες του, αναγκαίες ή επωφελείς για το πράγμα, που τις διενεργούσε υπό τα όμματα του διεκδικητή ή του δικαιοπαρόχου του, ο οποίος, αντιστοίχως, γνωρίζοντας ή οφείλοντας να γνωρίζει τη διενέργεια των πράξεων αυτών, αδράνησε, δηλαδή δεν άσκησε το, από την κυριότητα, δικαίωμά του προς απόκρουση της προσβολής και δημιούργησε έτσι σ' εκείνον (νομέα ή κάτοχο) την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει ποτέ πια αυτό το δικαίωμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το 5366/1933 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Οικονομόπουλου η τότε κυρία του επιδίκου ακινήτου (και άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης) "ΑΕ Ζυθοποιίας - Βυνοποιίας Κάρολος Φιξ" εκμίσθωσε, μέχρι το έτος 1968, το επίδικο στην "Ένωση Κιτροπαραγωγών Κρήτης" ως χώρο συσκευασίας κίτρων.
Η τελευταία (μισθώτρια) είχε προσλάβει, ως φύλακα των τοποθετουμένων στο χώρο αυτό προϊόντων, υλικών συσκευασίας κλπ, τον πατέρα της δεύτερης εναγομένης X1, στον οποίο είχε παραχωρήσει και τη χρήση κάποιων κτισμάτων (παραπηγμάτων), που υπήρχαν σε τμήμα του επιδίκου, για να διαμένει με την οικογένειά του.
Μετά τη λήξη της άνω μισθώσεως και επειδή ο ανωτέρωX1 αρνήθηκε να αποδώσει το χρησιμοποιούμενο από αυτόν τμήμα του επιδίκου, εκδηλώνοντας μάλιστα πρόθεση ιδιοποιήσεώς του, η άνω δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης άσκησε την, από 1-8-1970, διεκδικητική αγωγή. Με την 5/1981 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου η πιο πάνω ενάγουσα ("ΑΕ ΚΑΡΟΛΟΣ ΦΙΞ) αναγνωρίσθηκε κυρία του όλου ακινήτου και οX1 υποχρεώθηκε να αποδώσει σ'αυτήν το κατεχόμενο από αυτόν τμήμα των 248,49 τ.μ.
Μετά, από έφεση τουX1 εκδόθηκε η 43/1988 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία κρίθηκε ότι ο εκκαλών διέμενε στο επίδικο δυνάμει σχέσεως χρησιδανείου και μόνο, μετά τη λήξη της μισθώσεως, εκδήλωσε τη βούληση να το κατέχει ως κύριος και απορρίφθηκε η έφεσή του κατ' ουσία. Κατά της προαναφερομένης 5/1981 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου η δεύτερη εναγομένη - αναιρεσείουσα και η αδελφή της.....
άσκησαν διεκδικητική ανακοπή τρίτων, ισχυριζόμενες ίδια δικαιώματα επί του επιδίκου, στη συνέχεια, όμως, παραιτήθηκαν από την ανακοπή τους αυτή και εκδόθηκε η 459/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία καταργήθηκε η σχετική δίκη. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η παρουσία και δραστηριότητες των εναγομένων στο βόρειο τμήμα του επιδίκου έγιναν στα πλαίσια της σχέσεως χρησιδανείου, που συνέδεε τονX1 με την άνω μισθώτρια του επιδίκου "Ένωση Κιτροπαραγωγών Κρήτης" και ότι αυτοί (εναγόμενοι) επωφελούμενοι από το γεγονός ότι η έδρα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας (αλλά και της ενάγουσας) βρισκόταν στην Αθήνα και ότι η δικαιοπάροχος αυτή της ενάγουσας τελούσε υπό εκκαθάριση, άρχισαν από το 1995 να προβαίνουν στην ανέγερση διαφόρων κτισμάτων (και καταστήματος "ταβέρνας") στο επίδικο και τελικώς "η ουσιαστική παρουσία των εναγομένων στο επίδικο, με εμφανείς υλικές ενέργειες επ' αυτού στο δικό τους όνομα άρχεται από το έτος 1994, οπότε κατεδάφισαν τα ερειπωμένα κτίσματα και προέβησαν στον καθορισμό του ακινήτου και ακολούθως προέβησαν στις προαναφερόμενες οικοδομικές εργασίες" και ότι "το χρονικό αυτό διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής εναντίον τους (Μάρτιος 2002) δεν είναι τόσο μεγάλο, ώστε να τους δημιουργεί η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει εναντίον τους αγωγή".
Στη συνέχεια δε το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία τις ενστάσεις των εναγομένων - αναιρεσειόντων περί: α) κυριότητάς τους στο επίδικο, αποκτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, β) παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης για διεκδίκηση του επιδίκου και γ) καταχρηστικής, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ασκήσεως των δικαιωμάτων της, από τις διατάξεις των άρθρων 1000, 1033, 1192 και 1094 ΑΚ και την, από 10-12-2003, έφεση των αναιρεσειόντων στο σύνολό της.
Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο, αφενός ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, σαφείς, επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές και πλήρες, επίσης, αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι πρώτος "περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ΑΚ 281", και δεύτερος, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση "έχει ανεπαρκή αιτιολογία για το ζήτημα της δημιουργίας εύλογης πεποίθησης στους αναιρεσείοντες ότι μετά τόσα χρόνια απραξίας της αναιρεσίβλητης, αυτή θα επεδίωκε ποτέ τη διεκδίκηση του επιδίκου", λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α΄ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν (ή δεν προτάθηκαν νομίμως και παραδεκτώς) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε μέσο διασφαλίσεως της τηρήσεως του συζητητικού συστήματος και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν δε "πράγματα" και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αν ληφθούν ή δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 469/1984), οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (Ολ ΑΠ 3/1997).
Εξάλλου, για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν και τα "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, που έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο και η επίδραση, που άσκησαν ή θα ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης. Τέλος, η εσφαλμένη παραδοχή κάποιου ισχυρισμού ή παραδεκτού και νόμιμου ή η εσφαλμένη απόρριψή του ως απαραδέκτου ή μη νομίμου, δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο, αλλά τον λόγο των αριθ. 14 ή 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι "κατά παράβαση του άρθρου 240 ΚΠολΔ δέχθηκε ως νόμιμους και παραδεκτούς τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης , οι οποίοι δεν προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο εκείνο".
Όμως ο μόνος συγκεκριμένος τέτοιος ισχυρισμός, που διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο είναι "ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί μη καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, τον οποίο είχε προβάλει με την από 21-4-2003 προσθήκη - αντίκρουση, που κατέθεσε μετά τη συζήτηση". Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, αλλ' απλή άρνηση, ενδεχομένως αιτιολογημένη, της ενστάσεως των αναιρεσειόντων από την άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, είναι απορριπτέος, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, και ο λόγος αυτός αναιρέσεως.
ΙΙΙ. Επειδή, τέλος, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, παραπονούνται ότι το Εφετείο παραβίασε και τη διάταξη του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι "παρά τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, δεν κήρυξε απαράδεκτους όλους τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης". Με τη διατύπωση, όμως, αυτή ο παραπάνω λόγος είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται συγκεκριμένως οι ισχυρισμοί τους οποίους έλαβε υπόψη απαραδέκτως το Εφετείο και ποιά επιρροή άσκησαν οι ισχυρισμοί αυτοί στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 1 Ιουνίου 2005, αίτηση των...... και ......, για αναίρεση της 269/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ