Legislator Case Law & Legislation
1578/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against civil court ruling on bank investment losses due to contradictory reasoning.

Case Number 1578/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's final decision rejecting the bank's appeal. The plaintiffs argued for compensation due to abnormal investment losses from convertible bonds, while the bank contended the losses were logical consequences of capital inadequacy. The court found the lower court's reasoning contradictory regarding the cause of loss and the nature of the damage, establishing a violation of the law of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 914 of the Civil Code; Article 560 of the Code of Civil Procedure: A court decision is void if it contains contradictory reasoning regarding the facts and legal basis of liability, thereby violating the law of evidence.

Keywords

AI generated
contradictory reasoning violation of law of evidence tort liability investment losses bank insolvency appeal admissibility abnormal loss

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298 and 914 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1578 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1578/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου - Εισηγήτρια, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Σ. Γ., το γένος Β. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3364/2018 μη οριστική και 2080/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1422/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/4/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 1422/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας Τραπεζικής εταιρείας, κατά της με αριθμό 2080/2019 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την εκκαλούμενη αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν, με βάση τις διατάξεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης, καθώς και της ευθύνης από αδικοπραξία, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ένεκα ανώμαλης εξελίξεως των επενδύσεών τους σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ) της αναιρεσείουσας και αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους το ποσό των 14.230 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας.

Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα.

Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 18/2004, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 949/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 1167/2021, ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 401/2019, ΑΠ 293/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα : << Η εναγομένη και νυν εκκαλούσα αποτελεί τραπεζική εταιρία, η οποία εδρεύει στην Κύπρο, και ήταν εγκατεστημένη στην Ελλάδα, όπου διατηρούσε υποκαταστήματα έως το έτος 2013.... Η εκκαλούσα στις 6-4-2011, με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό, γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο "ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΉ ΠΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 1.342.422.297 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ € 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ".

Τα ΜΑΕΚ εκδόθηκαν στις 18.5.2011 μετά από έγκριση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εκκαλούσας της 23.3.2011. Στους βασικούς όρους έκδοσης του ως άνω επενδυτικού προϊόντος στο Τμήμα I (Περιληπτικό Σημείωμα) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακολούθα: "Προσφερόμενες αξίες:

Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αορίστου διάρκειας. Ύψος έκδοσης: Μέχρι € 1.342.422.297 Ονομαστική αξία:·€ 1,00 (στο άρτιο). Τιμή έκδοσης: Στο άρτιο σε αξίες του € 1... Τρόπος καταβολής αντιπαροχής: Οι Δικαιούχοι αλλά και οι λοιποί αιτητές δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των ΜΑΕΚ καταβάλλοντος το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής είτε σε μετρητά είτε με την καταβολή για ανταλλαγή άλλων υφισταμένων αξιών της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας και συγκεκριμένα (i) Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, (ii) Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και (iii), Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/ 2007 (Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες)...

Η Τράπεζα θα καταβάλει τους δεδουλευμένους τόκους των Επιλέξιμων για Ανταλλαγή Άξιων, οι οποίες θα γίνουν δεκτές για ανταλλαγή στην έκδοση των ΜΑΕΚ... Τα ΜΑΕΚ αποτελούν άμεσες μη εξασφαλισμένες ελάσσονος διαβάθμισης υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα μεταξύ τους. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των ΜΑΕΚ της παρούσας έκδοσης είναι ελάσσονος προτεραιότητας προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι:

καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ή εκφράζονται να είναι ίσης προτεραιότητας με τις αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ, κάτοχοι χρεογράφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας, είναι ίσης προτεραιότητας προς αξιώσεις άλλων εκδόσεων χαμηλότερης ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας που περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, στα Αξιόγραφα Κεφαλαίου στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου, έχουν προτεραιότητα έναντι των μετόχων της Τράπεζας.

Οι αξιώσεις των κατόχων σε περίπτωση διάλυσης όπου η Τράπεζα παραμένει (solvent) θα περιορίζονται στην ονομαστική ΜΑΕΚ και των δεδουλευμένων τόκων, αλλά μη ΜΑΕΚ σε φερέγγυα αξία των συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ακυρωθέντων τόκων. Σε περίπτωση οποιασδήποτε πληρωμής που δεν καταβάλλεται σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή διάλυση της Τράπεζας.

Διάρκεια: Τα ΜΑΕΚ είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης. Επιτόκιο σε Ευρώ (€): Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30, Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%.

Επιτόκιο σε Δολάριο ($): Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,00% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Libor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου: Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου σύμφωνα με τους Όρους έκδοσης των ΜΑΕΚ.

Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η Πρώτη Πληρωμή Τόκου θα είναι στις 31 Δεκεμβρίου 2011 και θα καλύπτει την περίοδο από την Ημερομηνία Έκδοσης μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα παύει να φέρει τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς αγοράς μετατροπής.

Δικαίωμα Μετατροπής: Τα ΜΑΕΚ δύνανται, κατ' επιλογή του κατόχου τους να μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής στην Τιμή Μετατροπής. Τιμή Μετατροπής: € 3,30 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας € 1,00 (και θα υπόκειται στις συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις ) ...

Περίοδοι Μετατροπής: 1 - 15 Μαρτίου, 15-31 Μαΐου, 1 - 15 Σεπτεμβρίου και 15 - 30 Νοεμβρίου κάθε χρόνου με την πρώτη Περίοδο Μετατροπής να αρχίζει την Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής Μετατροπής. Μετατροπής και την τελευταία Περίοδο να τελειώνει την Τελευταία Ημερομηνία Πρώτη) Ημερομηνία Μετατροπής 1 Σεπτεμβρίου 2011.

Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής: 31 Μαίου 2016... Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της, καθ' οιονδήποτε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα καθώς και την οικονομική της κατάσταση, να επιλέξει να ακυρώσει την Πληρωμή Τόκου σε μη σωρευτική βάση στα πλαίσια των Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου που αναφέρονται πιο κάτω.

Οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου δεν θα οφείλεται και δεν θα καθίσταται πληρωτέα από την Τράπεζα. Σε περίπτωση Ακύρωσης Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν ή δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή πτώχευση της Τράπεζας.

Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων: Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν τηρεί τις ελάχιστες απαιτήσεις της φερεγγυότητας όπως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή δεν διαθέτει τα απαιτούμενα Διανεμητέα Στοιχεία τότε η Τράπεζα υποχρεωτικά θα ακυρώσει την Πληρωμή Τόκων στα ΜΑΕΚ. Η Κεντρική Τράπεζα δυνατόν να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, την ακύρωση Πληρωμής Τόκων, στη βάση αξιολόγησης της φερεγγυότητας και της οικονομικής κατάστασης της Τράπεζας τα επόμενα τρία χρόνια...

Αν η Τράπεζα ακυρώσει την πληρωμή τόκων για οποιονδήποτε λόγο, στα πλαίσια της Προαιρετικής Επιλογής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων ή της Υποχρεωτικής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων όπως περιγράφεται πιο πάνω, τότε δεν θα επιτρέπεται η πληρωμή μερίσματος ή οποιαδήποτε άλλη καταβολή (και εξαγορά ή αγορά) πάνω στις συνήθεις μετοχές ή σε άλλες αξίες της Τράπεζας που θα λογίζονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εκτός και εάν και μέχρις ότου η Τράπεζα προβεί στην επόμενη Πληρωμή Τόκου και με την επιφύλαξη, των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο Τμήμα ΙΙ Μέρος Β Όρος 5 (γ).

Υποχρεωτική Μετατροπή: Σε περίπτωση που επισυμβεί οποιοδήποτε Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας, τα ΜΑΕΚ υποχρεωτικά θα μετατρέπονται σε Συνήθεις Μετοχές, στην Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής ως ο σχετικός ορισμός πιο, κάτω. Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου θα θεωρείται ότι έχει επισυμβεί όταν η Τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση είτε (i) ότι πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙΙ ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος των Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων της Core Tier I Ratio είναι χαμηλότερο του 5%, ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙΙ ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος των Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων - Common Equity Tier I Ratio είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό που θα καθοριστεί, ή (ii) όταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει ότι η Τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ως καθορίζονται στους σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Κανονισμούς.

Σε κάθε περίπτωση θα πραγματοποιηθεί η Υποχρεωτική Μετατροπή των ΜΑΕΚ σε Συνήθεις Μετοχές συνεπεία του Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου. Η Τράπεζα, κατά την αξιολόγηση της φερεγγυότητας καθώς και της οικονομικής της θέσης μπορεί να κρίνει, σε συνεννόηση με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, ότι πιθανόν η Τράπεζα να παύσει στο άμεσο μέλλον να ικανοποιεί τα ελάχιστα αποδεκτά όρια του δείκτη Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων, του δείκτη Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων ή του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ανάλογα με την περίπτωση, και για αυτό το λόγο θα θεωρηθεί ότι Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου έχει επισυμβεί Γεγονός Βιωσιμότητας.

Γεγονός Βιωσιμότητας ορίζεται οποτεδήποτε (i) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η υποχρεωτική μετατροπή των ΜΑΕΚ και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους τους δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε Γεγονός Βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητας της Τράπεζας και/ή (ii) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η Τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για (α) τη διατήρηση της φερεγγυότητάς της ή (β) αποφυγή του ενδεχομένου πτώχευσης της ή (γ), δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων της ή (iii) σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις.

Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής: Τα ΜΑΕΚ θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε τέτοιο αριθμό Συνήθων Μετοχών που θα καθορίζεται διαιρώντας την ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ με το ψηλότερο της Κατώτατης Τιμής και της ισχύουσας Τιμής Υποχρεωτικής Μετατροπής κατά τη σχετική Ημερομηνία Υποχρεωτικής Μετατροπής. Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής σε οποιαδήποτε στιγμή σε Συνήθεις Μετοχές της Εταιρίας είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο ορίζεται το χαμηλότερο από (i) την ανώτατη τιμή των € 3,30 (και οποιεσδήποτε μετέπειτα τυχόν συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις), και (ii) το 80% της μεσοσταθμικής τιμής διαπραγμάτευσης της μετοχής των πέντε εργάσιμων ημερών που προηγούνται της Ειδοποίησης για Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας.

Κατώτατη Τιμή ορίζεται η ονομαστική αξία ανά Συνήθη Μετοχή (που κατά την ημερομηνία έκδοσης είναι , €1)... Παράγοντες Κινδύνου: Η δυνατότητα της Τράπεζας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως πηγάζουν από τα ΜΑΕΚ υπόκειται σε σειρά κινδύνων. Οι Παράγοντες Κινδύνου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, κίνδυνους ρευστότητας, κίνδυνους αγοράς, ως επίσης και πιστωτικούς, λειτουργικούς, ρυθμιστικούς και νομικούς κινδύνους.

Επιπρόσθετα, υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι είναι ουσιώδεις στην αξιολόγηση των κινδύνων σε σχέση με τα ΜΑΕΚ. Οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, το γεγονός ότι τα ΜΑΕΚ δυνατόν να μην είναι κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές καθώς και συγκεκριμένοι κίνδυνοι που αφορούν τους όρους έκδοσής τους, περιλαμβανομένων της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές έπειτα από Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας αλλά και άλλους κινδύνους αγοράς, ως περιγράφονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο Τμήμα ΙΙ, Μέρος Α του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης:

Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση: Τα ΜΑΕΚ θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές.

Στο Μέρος Α' του Τμήματος ΙΙ του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι "Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου που περιλαμβάνουν την επιλογή και υποχρεωτική μετατροπή τους σε μετοχές και ως εκ τούτου σε μετοχές της Εταιρίας.

Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των "μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιοσδήποτε επένδυσης σε αυτές.

Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος", ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας κίνδυνοι (κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος από τις διακυμάνσεις της αγοράς, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζόμενους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων, εποπτικός κίνδυνος, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στην Ελλάδα, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στη Ρωσία, κίνδυνος σχετικός με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού).

Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στους κινδύνους οι οποίοι σχετίζονται με την εν λόγω έκδοση Μ.Α.Ε.Κ., ρητώς αναφέρεται ότι τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές. Κατά συνέπεια, μια επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τις μετοχές της Τράπεζας (στις οποίες είναι μετατρέψιμα) εμπεριέχει αυξανόμενους και εσωτερικούς κινδύνους.

Κάθε πιθανός επενδυτής στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου πρέπει να καθορίσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις του. Συγκεκριμένα κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει: i. να κατέχει τις κατάλληλες γνώσεις έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει τα οφέλη και τους κινδύνους μιας επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου όπως και των πληροφοριών που περιλαμβάνονται ή ενσωματώνονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, ii.

να έχει πρόσβαση, τις κατάλληλες γνώσεις και τα κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει, στα πλαίσια της δικής του οικονομικής. κατάστασης, μια πιθανή επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τον αντίκτυπο στο γενικό του επενδυτικό χαρτοφυλάκιο που δυνατό να έχει η επένδυση του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου, iii.

να έχει ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους και ρευστότητα για να αναλάβει τους κινδύνους επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων σε περίπτωση που το νόμισμα για την αποπληρωμή του κεφαλαίου ή των τόκων είναι διαφορετικό από το νόμισμα του επενδυτή, iv.

να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους έκδοσης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα αλλά όχι μόνο τους όρους που αφορούν την Ακύρωση Τόκου, την Αναγκαστική Μετατροπή σε μετοχές, το Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και το Γεγονός Βιωσιμότητας και να κατανοεί τη λειτουργία των σχετικών με την έκδοση κεφαλαιαγορών όπως και την πιθανότητα να υπάρξει Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας, να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου για σημαντικό χρονικό διάστημα ή και καθόλου, vi.

να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε μόνος είτε με τη βοήθεια ενός οικονομικού συμβούλου) τα πιθανά σενάρια όσον αφορά την οικονομία, το επιτόκιο και άλλους παράγοντες που μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην επένδυση του, τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε μετοχές, και τη δυνατότητά του να αναλάβει τους κινδύνους που απορρέουν.

Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι νέα χρηματοοικονομικά μέσα. Ένας πιθανός επενδυτής δεν πρέπει να επενδύσει στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου εκτός αν κατέχει τη γνώση και την εμπειρία (είτε από μόνος του είτε με έναν οικονομικό σύμβουλο) για να αξιολογήσει την απόδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες αγοράς, τα αποτελέσματα που θα προκύψουν από την πιθανότητα μετατροπής τους, την αξία τους και την επίδραση που αυτή η επένδυση θα έχει στο γενικό τους επενδυτικό χαρτοφυλάκιο.

Πριν από τη λήψη μιας απόφασης για επένδυση, οι πιθανοί επενδυτές πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές περιστάσεις και τους στόχους της επένδυσης τους και όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν ενημερωτικό δελτίο... Στο Μέρος Α του Τμήματος ΙΙ του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου μεταξύ άλλων αναφέρεται επίσης:

α) (υπό τον γενικό τίτλο "Οι Κάτοχοι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο διακύμανσης στην αξία των μετοχών της Τράπεζας") ότι "Σε περίπτωση πραγματοποίησης Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Μετατρέψιμα Αξιόγραφα μετατραπούν υποχρεωτικά Γεγονότος Βιωσιμότητας Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε μετοχές .." β) (υπό τον γενικό τίτλο "Προαιρετική Επιλογή και Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων σε μη συσσωρευτική βάση") ότι "Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου υπό τους περιορισμούς που περιγράφονται Μέρος Β, Όρο 5 "Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου".

Πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα, κατά την κρίση της, αν διαπιστώσει ότι δεν τηρεί τη σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια, όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων σε μη σωρευτική βάση, στα πλαίσια όμως των "Συν επακόλουθων Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου" ως περιγράφεται στο Τμήμα ΙΙ, Μέρος Β/ΙΙ στον Όρο 5.

Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δύναται, και στη βάση αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης και της φερεγγυότητας της Τράπεζας για τα επόμενα τρία χρόνια, να απαιτήσει την ακύρωση πληρωμής τόκου ή κεφαλαίου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά", γ) (υπό τον τίτλο "Αξίες Αόριστης Διάρκειας χωρίς οποιαδήποτε νομική ημερομηνία λήξης") ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης· διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης και γι' αυτό το λόγο οι επενδυτές θα λάβουν το κεφάλαιο επένδυσής τους μόνο στην περίπτωση που η Τράπεζα επιλέξει να τα εξαγοράσει με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου", δ) (υπό το γενικό τίτλο "Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση εξαγοράς [Redemption] και Αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου") ότι "Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα.

Η Τράπεζα όμως έχει την επιλογή με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοράσει ολόκληρο το ποσό των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στην ονομαστική τους αξία μαζί οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016 ή σε οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου που έπεται και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ... ", ε) (υπό τον γενικό τίτλο "Καθεστώς Εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης σε περίπτωση διάλυσης") ότι "...εάν η Τράπεζα τελεί υπό διάλυση ή εκκαθάριση, ο εκκαθαριστής θα ικανοποιήσει πρώτα όλες τις αξιώσεις των καταθετών ή άλλων πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών και πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας πλην εκείνων των οποίων oι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου.

Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν έχει ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία για τον πλήρη διακανονισμό των αξιώσεων που δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας, τότε οι αξιώσεις των Κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου δύνανται να χάσουν το σύνολο ή μέρος της επένδυσης τους. Επιπλέον, εάν τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου μετατραπούν σε Συρθείς Μετοχές μετά από την πραγματοποίηση Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας, κάθε κάτοχος θα υποστεί περαιτέρω μείωση της προτεραιότητας των δικαιωμάτων και αξιώσεών του λόγω της μετατροπής επένδυσής του σε Συνήθεις Μετοχές και υπάρχει κίνδυνος οι μέτοχοι να χάσουν μέρος ή ολόκληρη την επένδυση τους" και στ) (υπό τον τίτλο "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ότι "Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο και πιθανοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα χαρακτηριστικά τους που αφορούν μεταξύ άλλων και την προτεραιότητα κατάταξης, το καθεστώς εξασφάλισής τους και την αόριστη διάρκειά τους". ..

Τα νέα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι τίτλοι για τους οποίους δεν υπάρχουν συναλλαγές σε καμία αγορά και δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαβεβαίωση μελλοντικής ρευστότητας στις αγορές που αναμένεται να εισαχθούν", ως και (υπό τον τίτλο "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους") ότι "Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη της επένδυσής τους και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου.

Η σχετική αναλογία ανταλλαγής (στη βάση της ονομαστικής τους αξίας) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών", τέλος δε, αναφορικώς με παράγοντες κινδύνου, σχετιζομένους με τις μετοχές ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας.

Περαιτέρω, η επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών, της Ελληνικής Δημοκρατίας ιδίως μετά το έτος 2009 και η συνεπεία αυτής υποβάθμιση των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (Ο.Ε.Δ.) και εντεύθεν της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας επηρέασε δυσμενώς τη θέση της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας η οποία, παρά το γεγονός ότι τελούσε σε γνώση της ραγδαίας επιδείνωσης των στοιχείων της ελληνικής οικονομίας κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2009 και μηνός Απριλίου έτους 2010 αύξησε την έκθεσή της σε Ο.Ε.Δ.

μέχρι του ποσού των δύο δισεκατομμυρίων τετρακοσίων εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (2.400.000.000 €), ενώ τα ίδια κεφάλαια αυτής ανέρχονταν σε δύο δισεκατομμύρια πεντακόσια εκατομμύρια ΕΥΡΩ (2.500.000.000 €), με συνέπεια η συγκέντρωση πραγματικού κινδύνου για την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία να ανέρχεται σε ποσοστό 80%, περαιτέρω δε δεν έλαβε μέτρα περιορισμού του κινδύνου αυτού (είτε με πώληση Ο.Ε.Δ.

είτε με αγορά Συμβολαίων Ανταλλαγής Πιστωτικής Αθετήσεως. Η συνεχής επιδείνωση των μεγεθών της ελληνικής οικονομίας επέφερε εν τέλει καίριο πλήγμα στη κεφαλαιακή επάρκεια της εκτεθειμένης σε υπερβολικό, βαθμό σε Ο.Ε.Δ. εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας (δεδομένου ότι οι επενδύσεις της τελευταίας σε Ο.Ε.Δ.

την 31.3.2010 είχαν λογιστική αξία 2.000.000.000 €), η τελική δε ζημία στα ίδια κεφάλαια αυτής από τη συγκεκριμένη αιτία (απομείωση αξίας Ο.Ε.Δ.) ανήλθε κατά το τέλος του έτους 2010 (31.12.2010) στο ποσόν των 529.513.000€. Ωστόσο, ή εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία απέφυγε να αποτυπώσει λογιστικώς τις ζημίες της από την απομείωση της αξίας των Ο.Ε.Δ.

στις ετήσιες οικονομικές της καταστάσεις (καθ' όσον τούτο θα είχε ευθεία επίπτωση στην κεφαλαιακή της επάρκεια, αποκρύπτοντας σκοπίμως την πραγματική οικονομική της κατάσταση, αλλά αντιθέτως προέβη σε επαναταξινόμηση του χαρτοφυλακίου της περαιτέρω δε επιχείρησε την προώθηση προς το επενδυτικό κοινό μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της στην Ελλάδα και την Κύπρο σύνθετων επενδυτικών προϊόντων (προεχόντως των Μ.Α.Ε.Κ.), τα οποία έφεραν τα ανωτέρω περιγραφόμενα χαρακτηριστικά, με προφανή σκοπό την απορρόφηση του μείζονος μέρους των απωλειών αυτών, εν αγνοία και με παραπλάνηση των υποψηφίων επενδυτών ως προς την πραγματική οικονομική της κατάσταση και το βαθμό ασφαλείας της επενδύσεώς τους όπως κατωτέρω θα εκτεθεί Στο πλαίσιο αυτό, η εκκαλούσα αλλοδαπή, τραπεζική εταιρία στις 15.6.2012 αποφάσισε, αναφορικώς με τα Μ.ΑΚ.

και τα Μ.Α.Ε.Κ., την ενεργοποίηση του όρου περί υποχρεωτικής ακύρωσης πληρωμής τόκου για την περίοδο από 31.12.2011 έως 29.6.2012, το αυτό δε έπραξε στις 18.12.2012 και για την περίοδο από 30.6.2012 έως 30.12.2012. Στις 30.6.2012 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παρουσίασε έλλειμμα (οφειλόμενο εν πολλοίς στο ελληνικό πρόγραμμα PSI αναφορικώς με τα Ο.Ε.Δ.) και συμφώνησε με τους πιστωτές της τη χρηματοδότηση αυτής με το ποσόν των δέκα δισεκατομμυρίων ΕΥΡΩ (10.000.000.000 €), ενώ στις 15.3.2012 είχε ήδη αντλήσει από το Ευρωσύστημα (E.L.Α) το ποσόν του ενός δισεκατομμυρίου ΕΥΡΩ (1.000.000.000).

Ωστόσο, στις 15.3.2013 το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης (Eurogroup) αποφάσισε τη μη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποιήσεως των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών, ήτοι της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας και της Λαϊκής Τράπεζας, με την αυτή δε απόφαση του Eurogroup μεταβιβάστηκε στην εκκαλούσα η υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας προς τον E.L.A., ύψους εννέα εκατομμυρίων Ευρώ (9.000.000€).

Στις 26.3.2013 η εκκαλούσα αλλοδαπή εταιρία τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης δυνάμει του "Περί Εξυγίανσης Πιστωστικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (17) 2013", στα πρότυπα της "Πρότασης Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου του 2012 για την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων" και βάσει της "Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αριθμ. 2001/24/ΕΚ της 4ης Απριλίου 2001 "Για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων" και του "Περί Τραπεζικών Εργασιών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2004", με τον οποίο ενσωματώθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη η ως άνω Οδηγία και επιβλήθηκε το πρώτον η διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων με ίδια μέσα, δηλαδή με "κούρεμα" καταθέσεων και μετοχοποίηση ομολόγων.

Εν τέλει, με τα υπ' αριθ. 103/29.3.2013 και 278/30.7.2013 Διατάγματα (Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις) του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, υπό την ιδιότητα της τελευταίας ως Αρχής Εξυγιάνσεως κατά τους ορισμούς των άρθρων 5 (1), 5 (7), 5 (12) (α), 7,(1) και 12 του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων" Νόμου του 2013, τα Μ.Α.Ε.Κ.

μετετράπησαν σε Μετοχές Δ' Τάξεως με τιμή μετατροπής ένα ΕΥΡΩ (1€), δηλαδή στην ονομαστική τους αξία, και με ονομαστική αξία εκάστης μετοχής στο ένα 1 ΕΥΡΩ (l €) για κάθε ΕΥΡΩ των ως άνω χρεών της Τράπεζας. Εν συνεχεία, επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των Μετοχών Δ' Τάξεως από 1 € σε 0,01 € δι' εκάστη μετοχή, επί σκοπώ διαγραφής των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας.

Κάθε εκατό (100) μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 € δι' εκάστη μετοχή, οι οποίες ήσαν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο, ενώθηκαν σε μια (νέα) συνήθη μετοχή, αξίας ενός ΕΥΡΩ (1 €) εκάστης. Οι μη ενοποιημένες μετοχές (λ.χ. αριθμός μετοχών ελάσσων των 100) ακυρώθηκαν και το ποσόν της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, εφεξής δε όλες οι μετοχές αποτελούσαν ενιαία τάξη, παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απολήψεως μερίσματος στους μετόχους.

Στις 4.1.2017 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο "Αναστολή διαπραγμάτευσης των Υφιστάμενων Μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας Λτδ", με την οποία γνωστοποίησε στο επενδυτικό κοινό ότι η (εντασσόμενη στο σχέδιο εξυγιάνσεώς της) αναστολή της διαπραγμάτευσης της μετοχής της στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου θα αρχίσει από 10.1.2017, ως και ότι η διαπραγμάτευση των νέων μετοχών της θα άρχιζε, υπό την αίρεση της λήψεως των σχετικών εγκρίσεων, στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο L.S.E. (όχι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών) από 19.1.2017.

Στο πλαίσιο αυτό, η συναλλακτική σχέση των διαδίκων μερών διαμορφώθηκε ως εξής: Οι εκκαλούντες τους οποίους συνδέει συγγενική σχέση, καθώς επρόκειτο για υιό και μητέρα αντίστοιχα, όντες ό πρώτος εξ αυτών δικηγόρος και η δεύτερη ήδη συνταξιούχος συμβολαιογράφος διατηρούσαν με την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία σταθερή συνεργασία τουλάχιστον από το έτος 2004, εξυπηρετούμενοι από το υποκατάστημα Αθηνών που βρίσκεται επί της οδού ...

πλησίον του συμβολαιογραφικού γραφείου που διατηρούσε η δεύτερη εκκαλούσα στο κέντρο των Αθηνών, επί της οδού ..., έχοντας αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης και εκτίμησης με το εκεί εργαζόμενο προσωπικό. Μοναδικός σκοπός των εφεσίβλητων ήταν η τοποθέτηση των χρημάτων τους τα οποία αποτελούσαν προϊόν αποταμίευσης, σε ασφαλή τραπεζικά προϊόντα και η λήψη ικανοποιητικού επιτοκίου, ιδίως μέσω προθεσμιακών καταθέσεων, προς εξυπηρέτηση δε του σκοπού αυτού από το έτος 2004 έως και το έτος 2008 διατηρούσαν στο ως άνω υποκατάστημα της εκκαλούσας καταθετικούς λογαριασμούς κοινούς και προθεσμιακούς.

Επρόκειτο δηλαδή για ιδιώτες επενδυτές και όχι για επαγγελματίες πελάτες της εκκαλούσας που διέθεταν την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοούν τους κινδύνους που ενέχουν οι επενδυτικές υπηρεσίες και διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα. Η μοναδική δε κίνηση επενδυτικού χαρακτήρα με περιορισμένο βαθμό ανάληψης κινδύνου εξαντλείτο στην απόκτηση από τον πρώτο εκκαλούντα στις 19.8.2011, έναντι περιορισμένου χρηματικού αντιτίμου, μετοχών της ΟΤΕ ΑΕ, οι οποίες ρευστοποιήθηκαν στις 9.5.2013.

Το σύνολο δε του χαρτοφυλακίου τους, απαρτιζόμενο από χρηματιστηριακά διαπραγματεύσιμες μετοχές εγχώριων Τραπεζών και εταιριών μέγιστης κεφαλαιακής επάρκειας και ασφάλειας τοποθέτησης, ήταν περιορισμένο (βλ. προσκομιζόμενο με ημερομηνία 6.12.2016 έγγραφο από την AXIAweb αποτίμησης χαρτοφυλακίου επενδυτή), σε αυτό δε αντικατοπτριζόταν ο χαρακτηρισμός αυτών ως συντηρητικών επενδυτών.

Τo έτος 2008, με πρωτοβουλία και παρότρυνση του τότε Διευθυντή του ως άνω υποκαταστήματος της εκκαλούσας ο οποίος τελούσε εν γνώσει του συντηρητικού επενδυτικού τους προφίλ οι εφεσίβλητοι μετέτρεψαν μέρος των αποταμιεύσεών τους ποσού 21.000€, σε Μετατρέψιμα Χρεώγραφα (Μ.Χ.) και ακολούθως, την 1-6-2009, υπογράφοντας τη σχετική ανέκκλητη αίτηση εξαγοράς, σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου (Μ.Α.Κ.), προϊόντα ομολογιακού χαρακτήρα, που βάσει των διαρκών διαβεβαιώσεων των στελεχών του συγκεκριμένου υποκαταστήματος είχαν κύρια χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά μιας προθεσμιακής κατάθεσης, ήτοι διασφαλισμένη απόδοση κεφαλαίου όταν αυτό γίνει απαιτητό από τον δικαιούχο και ελκυστικές επιτοκιακές αποδόσεις.

Τον Μάιο του έτους 2011 η εκκαλούσα, στο πλαίσιο προώθησης του νέου , τότε επενδυτικού της προϊόντος υπό την ονομασία "Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑ.Ε.Κ.)", επικοινώνησε διά των προστηθέντων στην υπηρεσία της υπαλλήλων στο συγκεκριμένο υποκατάστημα με το οποίο οι εφεσίβλητοι είχαν συναλλακτικές επαφές, μεταξύ άλλων, και με αυτούς, προτείνοντάς τους να μετατρέψουν τα ανωτέρω προϊόντα της (Μ.Χ.

και Μ. Α.Κ.) στο νέο αυτό προϊόν (Μ.Α.Ε.Κ.), διαβεβαιώνοντάς τους ότι και το τελευταίο είχε τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες μιας προθεσμιακής κατάθεσης όσον αφορά την ασφάλεια του τοποθετούμενου κεφαλαίου και ότι θα ίσχυαν και για αυτό αντίστοιχοι προνομιακοί όροι, συνιστώντας επωφελή τρόπο" αποταμίευσης, χωρίς, όμως περαιτέρω να τους γίνει, εγγράφως ή προφορικώς, καμία διευκρίνιση όσον αφορά τους ειδικότερους όρους της επένδυσης αυτής, τα χαρακτηριστικά που της διαφοροποιούσαν από τις προηγούμενες επενδύσεις τους, τη λειτουργία και τους κινδύνους της και χωρίς να τους δοθεί το υπάρχον κατά τον ως άνω χρόνο Ενημερωτικό Δελτίο που αφορούσε τα Μ.Α.Ε.Κ.

και συνόδευε την έκδοσή τους, πείθοντάς τους έτσι να μετατρέψουν την ήδη υπάρχουσα οικονομική τοποθέτησή τους στα προϊόντα αυτά, ήτοι από Μ.Α.Κ. σε Μ.Α.Ε.Κ., διά της υποβολής τον Μάιο του 2011 της από 16.5.2011 αίτησης με τον τίτλο "ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΧΑΚ/ΧΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ, ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΕΚΚΛΗΤΗ ΑΠΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΑΔΙΑΘΕΤΩΝ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" για αγορά 21.000 Μ.Α.Ε.Κ., αξίας καθενός ενός (1) Ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 21.000€ κατά μετατροπή ισάριθμων και ισόποσης αξίας Μ.Α.Κ.

που κατείχαν. Προς πιστοποίηση της σύναψης των προεκτεθεισών συμβάσεων αγοράς εκ μέρους των εφεσίβλητων των M.Α.Ε.Κ., εκδόθηκαν από την εκκαλούσα τα αντίστοιχα αποδεικτικά συμμετοχής τους στην έκδοση των ΜΑ.Ε.Κ, στα οποία διαλαμβανόταν το επενδυθέν εκεί από έκαστο εκκαλούντα κεφάλαιο. Σε προδιατυπωμένο εκ μέρους της εκκαλούσας όρο των συμβάσεων αυτών, στον οποίο όμως δεν μνημονευόταν οποιοδήποτε ακριβές χαρακτηριστικό της φύσης των Μ.Α.Ε.Κ., ώστε να δύνανται οι αντισυμβαλλόμενοι εφεσίβλητοι να την αντιληφθούν, αναφερόταν εντούτοις ότι αυτοί βεβαίωναν πως διέθεταν τη γνώση και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επένδυσης τους στα Μ.Α.Ε.Κ και δήλωναν αφενός μεν ότι αποδέχονταν τους όρους έκδοσης και τους παράγοντες κινδύνου που περιέχονταν στο από 5.4.2011 σχετικό ενημερωτικό δελτίο της εκκαλούσας, αφετέρου δε ότι δεν τους είχε παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την εκκαλούσα, από οποιονδήποτε υπάλληλο ή εκπρόσωπο αυτής αναφορικά με τα Μ.Α.Ε.Κ.

και την απόφαση τους να υποβάλλουν αίτηση εγγραφής σε αυτά. Η εν λόγω δε αίτηση έγινε δεκτή τον ίδιο μήνα, η εκκαλούσα εισέπραξε το ως άνω ποσό διά της δέσμευσης των αντιστοίχων ως άνω κεφαλαίων που τηρούνταν στο υποκατάστημα της οδού ... και τους διέθεσε στα Μ.Α.Ε.Κ. με πίστωση της υπ' αριθ. ... μερίδας τους.

Στις 15.6.2012, και ενώ ήδη είχαν καταβληθεί στους εφεσίβλητους οι εξαμηνιαίες επιτοκιακές αποδόσεις των ανωτέρω Μ.Α.Ε.Κ. του έτους 2011, αυτοί πληροφορήθηκαν ότι έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής, εταιρίας, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκαν οι εφεσίβλητοι με την από 8.8.2013 επιστολή αυτής.

Αυτό είχε ως συνέπεια το αρχικά εκ μέρους τους επενδυθέν κεφάλαιο των 21.000€ να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 21.000 , Συνήθεις Μετοχές Δ' Τάξης της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας 0,0Ι€, ήτοι συνολικής ονομαστικής αξίας 210€, γεγονός το οποίο η εκκαλούσα δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν μηδενική πραγματική (χρηματιστηριακή) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου.

Στην ανωτέρω περίπτωση: I. Η πρωτοβουλία προσέγγισης των εφεσίβλητων-πελατών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με σκοπό την προσέλκυση των πρώτων και την πρόκληση της απόφασης σε αυτούς να επενδύσουν στα προαναφερόμενα επενδυτικά προϊόντα ανήκε αποκλειστικώς στην τελευταία, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας, στο πλαίσιο λεπτομερούς σχετικού σχεδιασμού και ενεργούντες επί τη βάσει ρητών οδηγιών από τις κεντρικές υπηρεσίες της, επικοινώνησαν τηλεφωνικώς και διά ζώσης κατά τη προσέλευση των εφεσίβλητων στο υποκατάστημα στο οποίο τηρούσαν τους λογαριασμούς τους, προκειμένου να ενημερώσουν και εν τέλει να προτείνουν σε αυτούς την επένδυση των κεφαλαίων τους που είχαν ήδη μετατρέψει σε Μ.Α.Κ.

σε Μ.Α.Ε.Κ. Το γεγονός ότι υπήρξε οργανωμένη και βάσει σχεδίου προσέγγιση των πελατών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με σκοπό τη μαζική προώθηση των ως άνω επενδυτικών προϊόντων αποδεικνύεται από σειρά προσκομιζομένων μετ' επικλήσεως από αμφότερα τα διάδικα μέρη εσωτερικών εγγράφων αυτής προς τα στελέχη της ενδεικτικώς δε αναφέρονται (σχετικών με την έκδοση των Μ.Α.Ε.Κ.):

α) η από 18.5.2009 επιστολή-τμήμα της εσωτερικής αλληλογραφίας της εκκαλούσας από την οποία προκύπτει ότι η μετατροπή των αρχικών Μ.Χ. σε τίτλους αόριστης διάρκειας ήταν (Μ.Α.Κ., Μ.Α.Ε.Κ.) ήταν δρομολογημένη και προαποφασισμένη με κεντρική στοχοθέτηση κάλυψης σε ποσοστό 100% μέσω χρήσης κεφαλαίων καταθετών ή τη μετατροπή Μ.Χ.

προγενέστερης κατοχής τους και β) η επιστολή εσωτερικής χρήσεως με τίτλο "ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΠΩΛΗΣΗΣ Μ.Α.Ε.Κ. VS ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ" από το εμπορικό τμήμα της εκκαλούσας, II. Οι αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι δεν έθεσαν υπόψη των εφεσίβλητων το από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο ούτε γνωστοποίησαν σε αυτούς εάν και πού αυτό ήταν διαθέσιμο, αλλά φρόντισαν να εξασφαλίσουν την υπογραφή τους στην προαναφερόμενη αίτηση συμμετοχής των επίμαχων επενδυτικών προϊόντων, στις οποίες περιλαμβάνεται η τυπική - αλλά όχι ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα - παραδοχή ότι έλαβαν υπόψη το περιεχόμενο και τους όρους των εν λόγω προϊόντων και επιπλέον ότι τους κατανόησαν πλήρως.

Το αυτό δε ισχύει και για την από 20.4.2011 (για τα Μ.Α.Ε.Κ.) ενημερωτική επιστολή της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας προς τους μετόχους και τους κατόχους Μ.Α.Κ., η οποία απεστάλη και στους εφεσίβλητους προτού αυτοί προβούν στην επένδυση σε Μ.Α.Ε.Κ., διότι η αποστολή του εν λόγω εγγράφου καλύπτει μεν τυπικά τη γενική υποχρέωση ενημέρωσης των υποψηφίων επενδυτών (με χρήση συνθέτων και μη ευχερώς κατανοητών από τον μέσο μη "επαγγελματία" επενδυτή τεχνικών νομικών χρηματοοικονομικών όρων), δεν αποδεικνύει όμως, πλήρη και ουσιαστική γνώση της πραγματικής φύσης και λειτουργίας των εν λόγω προϊόντων και κυρίως των κινδύνων τους από τους συγκεκριμένους στερούμενων ειδικών νομικών και χρηματοοικονομικών γνώσεων εφεσίβλητους, στοιχεία, τα οποία κατά τη ζώσα επικοινωνία των τελευταίων με τους κατά περίπτωση αρμοδίους υπαλλήλους (οι οποίοι και είχαν την πρωτοβουλία της προσέγγισης των υποψηφίων επενδυτών είτε τηλεφωνικώς είτε δια ζώσης στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής) επιμελώς αποσιωπήθηκαν, ενώ παρασχέθηκαν σαφείς διαβεβαιώσεις για την κεφαλαιακή επάρκεια της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, την ασφάλεια του επενδυόμενου κεφαλαίου και την καταγραφή υψηλών αποδόσεων τόκου.

Εξάλλου και το από 23.2.2011 έντυπο των κυριότερων όρων των Μ.Α.Ε.Κ. έφερε τηλεγραφική και διαγραμματική διατύπωσης των κυριότερων σημείων αυτών, σε αυτό γινόταν αναφορά αποκλειστικά σε Γενικούς Επενδυτικούς Κινδύνους και όχι για ειδικούς συγκεκριμένους που ενεργοποιούσαν δυνητικά η φύση και τα χαρακτηριστικά, των Μ.Α.Ε.Κ. Σε κανένα μάλιστα σημείο του εντύπου αυτού δεν γινόταν αναφορά για τον διατρεχόμενο κίνδυνο του κεφαλαίου, παρά μόνο για τη δυνητική ευχέρεια της εκκαλούσας να προβεί σε μονόπλευρη ακύρωση της πληρωμής των τόκων. Ακόμη, δε και εάν ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι οι εφεσίβλητοι έλαβαν στην κατοχή τους και ανέγνωσαν το εν λόγω Ενημερωτικό Δελτίο ή ότι πληροφορήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενο του, και πάλι αυτοί δε θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν τη λειτουργία των Μ.Α.Ε.Κ., δεδομένου ότι αυτό ήταν πολυσέλιδο (έκτασης διακοσίων σελίδων), πυκνογραμμένο, σε δυσνόητη τεχνική γλώσσα, με σύνθετους νομικούς και χρηματοοικονομικούς όρους, μη κατανοητούς από τον στερούμενο ειδικών γνώσεων μέσο μη επαγγελματία αποταμιευτή ή επενδυτή, όπως ήταν οι εφεσίβλητοι, κύριο μέλημα των οποίων ήταν η ασφαλής τοποθέτηση των χρημάτων τους, με τη λήψη ικανοποιητικού επιτοκίου.

ΙΙΙ. Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι αποσιώπησαν από τους εφεσίβλητους την πραγματική φύση και λειτουργία των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων, ήτοι ότι επρόκειτο για μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας απαιτήσεις, ως και ότι συνιστούσαν υβριδικά και μετατρέψιμα σε μετοχές παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα , με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας και δη του πρωτοβαθμίου κεφαλαίου της, σύνθετα στη σύλληψη και τη λειτουργία τους, συνδεόμενα με πλήθος γενικών και ειδικών κινδύνων όχι μόνο για τους τόκους, αλλά και για το ίδιο το επενδυόμενο κεφάλαιο, κατά τα λεπτομερώς εκτεθέντα ανωτέρω, (αναφορικώς με τα Μ.Α.Κ.

και τα Μ.Α.Ε.Κ) αόριστης διάρκειας ("άληκτα" ή "αιώνια" - perpetual bonds), υπό την έννοια ότι ο επενδυτής δεν είχε αξίωση κατά της εκδότριας Τράπεζας να αναζητήσει το κεφάλαιο του σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή οποτεδήποτε, αλλά μόνο δυνατότητα να διαθέσει αυτά στη δευτερογενή (χρηματιστηριακή) αγορά υπό τις επικρατούσες σε δεδομένη χρονική στιγμή συνθήκες διαπραγμάτευσης, ιδίως δε οι ως άνω τραπεζικοί υπάλληλοι εκ προθέσεως δεν επισήμαναν στους εφεσίβλητους τους ιδιαιτέρως δυσμενείς όρους της μονομερούς κατά την κρίση της εκκαλούσας ακύρωσης πληρωμής τόκων και της μονομερούς μετατροπής και αναγκαστικής μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ.

σε μετοχές της δεδομένου ότι ιδίως το εν λόγω επενδυτικό προϊόν σχεδιάστηκε ως "μέσο απορροφήσεως ζημιών" της εκκαλούσας αλλοδαπής εταιρίας, ώστε να απορροφήσει τις ιδιαιτέρως αυξημένες ζημίες αυτής λόγω της υπερβολικής έκθεσης της σε Ο.Ε.Δ., το ενδεχόμενο πρόκλησης των οποίων ήταν ορατό και αναμφιβόλως γνωστό στα στελέχη της εκκαλούσας αλλοδαπής εταιρίας ήδη κατά τον χρόνο σχεδιασμού των Μ.Α.Ε.Κ.

Ειδικότερα, στην από 6.6.2013 Μελέτη και Παροχή Γνώμης των εμπειρογνωμόνων της "ΝΑΡ" που προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι, ως παράδειγμα μεροληπτικής καθοδηγητικής και υποκειμενικής πληροφόρησης αναφέρεται το εσωτερικό έγγραφο που τιτλοφορείται "Επιχειρήματα πώλησης ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΟΥ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ" έκδοσης της Δ/σης Χρηματοοικονομικής και Επενδυτικής Διαχείρισης Συγκροτήματος σε σχέση με την προώθηση των Μ.Α.Ε.Κ.

στο οποίο γίνεται αναφορά ότι "ο κάτοχος του ομολόγου απολαμβάνει την ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης ενώ ταυτόχρονα επωφελείται από μια πιθανή άνοδο της τιμής της μετοχής σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα", δήλωση η οποία επιχειρεί να αναγάγει το επίπεδο ασφάλειας των Μ.Α.Ε.Κ. σε αυτό της προθεσμιακής κατάθεσης η οποία όμως συνιστά μεροληπτική πληροφόρηση όταν αντιπαραβληθεί με τους κινδύνους σε σχέση με τα Μ.Α.Ε.Κ.

που επεξηγούνται με λεπτομέρεια στο από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο,

IV. Οι αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι σκοπίμως και παραπλανητικώς προέβησαν σε (άμεση ή έμμεση) σύγκριση των Μ.Α.Ε.Κ. τόσο με τις κοινές προθεσμιακές καταθέσεις (με τη λειτουργία των οποίων ήσαν εξοικειωμένοι oι εφεσίβλητοι), όσο και με τα έτερα επενδυτικά προϊόντα, τα Μ.Χ. και Μ.Α.Κ, υπερτονίζοντας και προβάλλοντας τα πλεονεκτήματα του νέου επενδυτικού προϊόντος σε σχέση με τις καταθέσεις αυτές (αυξημένο και ιδιαιτέρως ελκυστικό επιτόκιο 6,5%), αποσιωπώντας τους κινδύνους όπως αυτοί περιγράφονται ανωτέρω, προβάλλοντας το διεθνές κύρος· και την ευρωστία της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας και διαβεβαιώνοντας τους εφεσίβλητους ότι το επενδυόμενο κεφάλαιο είναι "ασφαλές" και "εγγυημένο" ότι θα επιστρεφόταν μετά από πέντε έτη, ήτοι στις 30.6.2016.

Το γεγονός δε ότι κατά την προσέγγιση των πελατών της εκκαλούσας με σκοπό την προώθηση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων σημαντικό επιχείρημα αποτελούσε η προβολή των πλεονεκτημάτων αυτών σε σχέση με την απλή προθεσμιακή κατάθεση αποδεικνύεται μεταξύ άλλων και από το προοριζόμενο "αυστηρώς για εσωτερική χρήση" έγγραφο της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας αναφορικώς με τα Μ.Α.Ε.Κ.

με τίτλο "ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ", όπου αναφέρεται επί λέξει (υπό τον τίτλο "ΜΑΕΚ Vs κατάθεση") ότι "Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν τόκο 6,50% (για τα πρώτα 5 χρόνια) μια απόδοση που είναι ψηλότερη από την κατάθεση...." (βλ. σχετικά σελ. 34 της από 6.6.2013 Μελέτης και Παροχής Γνώμης των εμπειρογνωμόνων της "ΝΑΡ"), χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στους σχετικούς κινδύνους ταυ προϊόντος.

Βάσει των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, υπό την ιδιότητα της παρέχουσας επενδυτικές υπηρεσίες, εντασσόμενες στον κύκλο της συνήθους εμπορικής της δραστηριότητας, παρά τα περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενα στα προαναφερόμενα Ενημερωτικά Δελτία προς αποφυγή δυσμενών για την ίδια εννόμων συνεπειών, παρέσχε διά των προστηθέντων υπαλλήλων της επενδυτική υπηρεσία - συμβουλή (υπό τη μορφή της σύστασης) στους πελάτες της εφεσίβλητους, οι οποίοι έφεραν την ιδιότητα του καταναλωτή των παρεχόμενων επενδυτικών υπηρεσιών ως τελικοί αποδέκτες αυτών και δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή - μη "επαγγελματία" επενδυτή.

Επιπλέον οι παραπάνω τραπεζικοί υπάλληλοι δεν διενήργησαν τον επιβαλλόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση από τις διατάξεις του ν.3606/2007 έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας των εφεσίβλητων αναφορικά με τις συγκεκριμένες επενδύσεις, δεδομένου, μάλιστα, ότι γνώριζαν το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ των τελευταίων, αλλά και το γεγονός ότι - κατά τα ρητώς αναφερόμενα σε όλα τα προαναφερόμενα Ενημερωτικά Δελτία - τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα (ιδίως τα Μ.Α.Ε.Κ.) δεν ήσαν κατάλληλα για όλους τους επενδυτές.

Επομένως, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία εκμεταλλεύθηκε με κακοπιστία την πληροφοριακή συμμετρία μεταξύ αυτής και των εφεσίβλητων, με μοναδικό σκοπό να τους προωθήσει επενδυτικά προϊόντα, ιδιαιτέρως πολύπλοκα και ριψοκίνδυνα, επιφυλάσσοντας στην ίδια υπέρμετρα και υπερβολικά εξουσιαστικά δικαιώματα (ιδίως υποχρεωτικής ακύρωσης πληρωμής τόκων και υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές, ανυπαρξία υποχρεώσεως επιστροφής του κεφαλαίου), είναι δε ομοίως προφανές ότι εάν οι εφεσίβλητοι, συντηρητικοί αποταμιευτές και επενδυτές, ενεργούντες με γνώμονα την εξασφάλιση του κεφαλαίου τους, γνώριζαν εξαρχής το σύνολο των πραγματικών δεδομένων της επένδυσης τους, η οποία τελικώς ήταν απολύτως συνυφασμένη με την κεφαλαιακή επάρκεια, την ευρωστία, την τιμή της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας και τις εν γένει διεθνείς και εσωτερικές χρηματοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες δεν θα προέβαιναν στις συγκεκριμένες επενδυτικές επιλογές.

Το γεγονός ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή εταιρία πράγματι τήρησε τις διατάξεις του ν.3401/2005 "Ενημερωτικό Δελτίο προσφοράς κινητών αξιών και εισαγωγής τους για διαπραγμάτευση" και της σχετικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας (Οδηγία 2003/71/ΕΚ και Κανονισμός 809/2004) για τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών, στερείται εννόμου επιρροής στην υπό κρίση περίπτωση, διότι δεν επάγεται, άνευ άλλου τινός, τον αποκλεισμό της εφαρμογής του ν.3606/2007, ο οποίος ενσωμάτωσε στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία MiFID.

Και τούτο διότι ναι μεν δεν εμπίπτει κατ' αρχήν στο ρυθμιστικό πεδίο του τελευταίου η πρωτογενής διάθεση χρηματοοικονομικών προϊόντων (δηλαδή η απ' ευθείας διάθεση αυτών από τον εκδότη στον επενδυτή, όπως συνέβη με τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα), αλλά μόνο η διάθεση στη δευτερογενή (χρηματιστηριακή) αγορά, πλην, όμως, οι ρυθμίσεις του ν.3606/2007 ενεργοποιούνται και εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή εφόσον διαπιστώθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, η εν τοις πράγμασι παροχή επενδυτικής υπηρεσίας υπό τη μορφή της επενδυτικής συμβουλής από τους αρμοδίους προς διάθεση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, υπαλλήλους του συγκεκριμένου υποκαταστήματος της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας.

Επομένως ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται αποκλειστικώς η ως άνω ειδική νομοθεσία περί δημόσιας προσφοράς κινητών, αξιών και όχι ο ν.3606/2007 τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παρέσχε επενδυτική υπηρεσία υπό τη μορφή της επενδυτικής συμβουλής (παροχή σύστασης) αποδεικνύεται ιδίως από: α) την "Έκθεση ειδικού ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου", η οποία εκπονήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με αντικείμενο τη διερεύνηση της παροχής της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής κατά την προώθηση των Μ.Α.Κ.

και των Μ.Α.Ε.Κ., στην οποία καταγράφεται η πρακτική των αρμοδίων υπαλλήλων της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας κατά την προσέγγιση των πελατών της με σκοπό την προώθηση των παραπάνω επενδυτικών προϊόντων, η μη επαρκής ενημέρωση των τελευταίων για τους κινδύνους των προϊόντων αυτών, ο υπερτονισμός των πλεονεκτημάτων τους η πρακτική της μη επιβολής ποινών για τυχόν προεξόφληση λογαριασμών υπό προειδοποίηση, εφόσον με τα κεφάλαια αυτών θα λάμβανε χώρα αγορά των εν λόγω προϊόντων, διατυπώνεται δε το συμπέρασμα ότι υπήρξε παροχή επενδυτικής συμβουλής υπό τη μορφή της σύστασης, με την οποία παρουσιάστηκαν τα εν λόγω προϊόντα ως κατάλληλα για έκαστο συγκεκριμένο επενδυτή, β) την από ....2014 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο 7.000€ στην εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, γ) την από ....2014 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία επιβλήθηκε στην εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία πρόστιμο 10.000€, διότι κατά την προώθηση Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ.) παρείχε επενδυτικές συμβουλές χωρίς να έχει προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας επενδυτών και χωρίς να έχει συνάψει τις προβλεπόμενες προς τούτο συμβάσεις, κατά παράβαση του ν.3606/2007 και της υπ' αριθ. .../2007 απόφασης της Επιτροπής, Κεφαλαιαγοράς και δ) την υπ' αριθ.

πρωτ. ....2013 Έγγραφη Σύσταση του Συνηγόρου του Καταναλωτή (κατά τη διάταξη του άρθρου 4§5 του ν.3297/2004) προς την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, με την οποία διαπιστώνεται, παράβαση των άρθρων 4§1, 12§3 και 25 του ν.3606/2007, των άρθρων 8§Ι και 9ε - του ν.2251/1994 και 197 ΑΚ, με αναφορά στα αυτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, αλλά και με επισήμανση: i) της έλλειψης πιστοποίησης των αρμοδίων υπαλλήλων της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας για την παροχή των συγκεκριμένων επενδυτικών υπηρεσιών και ii) της συνδρομής περίπτωσης σύγκρουσης συμφερόντων κατά την έκδοση και διάθεση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, διότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία είναι ταυτοχρόνως ο εκδότης αυτών και ο παρέχων την επενδυτική συμβουλή περί αγοράς τους και ως τούτου ενδεχομένως να μην έχει συμφέρον σε πλήρη ενημέρωση και διαφώτιση των υποψηφίων επενδυτών αναφορικώς με τα στοιχεία της επένδυσης, διότι αυτό ενδεχομένως θα απέτρεπε μέρος αυτών από την επένδυση, με συνέπεια την μη πλήρη κάλυψη της συγκεκριμένης έκδοσης.

Βάσει των προαναφερομένων, η ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας (μέσω των προστηθέντων από αυτή υπαλλήλων που ενεργούσαν κατόπιν εντολών και οδηγιών της ίδιας) συνιστά - σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, το οποίο είναι εφαρμοστέο ως προς όλες, τις παρακάτω συρρέουσες βάσεις ευθύνης της εκκαλούσας και το οποίο επέλεξαν και επικαλούνται αμφότερες οι διάδικες πλευρές [Κανονισμός 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I), άρθρο 3§1, 6§1 και Κανονισμός 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη

ΙΙ), άρθρο 4§1, 14§1] - παράβαση των ακόλουθων διατάξεων: α) των διατάξεων του ν.3606/2007, ιδίως δε των διατάξεων των άρθρων 3§§1 και 2, 4§§1 και 2 και 25 αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4, 8, 12, 13 και 14 της υπ' αριθ. .../1.11.2007 Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και των άρθρων 281, 288 και 334 ΑΚ, β) της διάταξης του άρθρου 8 του ν.2251/1994 περί ευθύνης αυτής ως παρέχουσας τραπεζικές - επενδυτικές υπηρεσίες, διότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραβίασε στοιχειώδεις συναλλακτικές υποχρεώσεις της, επιβαλλόμενες από την αρχή της καλής πίστης, και δεν κατέβαλε κάθε δυνατή επιμέλεια κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεως ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής στους αντισυμβαλλομένους της επενδυτές - καταναλωτές της παρεχομένης επενδυτικής υπηρεσίας και γ) των διατάξεων των άρθρων 914, 922, 932ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147, 149 εδ.

β', 197, 198, 297, 298, 299ΑΚ, διότι οι προστηθέντες της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας τραπεζικοί υπάλληλοι δολίως προκάλεσαν στους εφεσίβλητους οι οποίοι ήσαν συντηρητικοί πελάτες της Τράπεζας με προφίλ μέσου αποταμιευτή και επενδυτή, την απόφαση να επενδύσουν το εις χρήμα κεφάλαιο τους στα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα, παριστώντας σε αυτούς ψευδώς ότι αυτά αποτελούν ασφαλή για το κεφάλαιο τους επενδυτική επιλογή, ενώ σαφώς γνώριζαν ότι αυτό δεν ισχύει, περαιτέρω δε επιμελώς αποσιώπησαν τους κινδύνους των συγκεκριμένων επενδύσεων, προβάλλοντας σκοπίμως μόνο τα ελκυστικά στοιχεία αυτών, με μόνο σκοπό τη διασφάλιση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας μέσω της άντλησης κεφαλαίων από τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα και εν τέλει διά της μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ.

σε μετοχές όπως τελικώς συνέβη, κατά τα προεκτεθέντα, με συνέπεια οι τελευταίοι να υποστούν περιουσιακή ζημία (θετικό διαφέρον), ως προς το ύψος της οποίας και της επιδικασθείσας γι' αυτή αποζημίωσης δεν προβάλλεται ειδικός λόγος έφεσης αλλά και ηθική βλάβη λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας που προκλήθηκε σε αυτούς από την απώλεια του κεφαλαίου τους υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες.

Επομένως το πρωτοβάθμιο το οποίο δέχθηκε τα ίδια, έστω και με ελλιπή αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534ΚΠολΔ), δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων, οι υποστηρίζοντες δε τα αντίθετα δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και όγδοος (αναφερόμενος στο εφετήριο ως ένατος) λόγοι έφεσης τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι...Με τον πέμπτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, δεχόμενο ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του προβαλλομένου ως ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας των εφεσίβλητων, διότι μετά τη θέση αυτής υπό καθεστώς ειδικής εξυγιάνσεως στις 26.3.2013 με τον "Περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και Άλλων Ιδρυμάτων, Νόμο (17) 2013" της Κυπριακής Δημοκρατίας η μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ.

σε μετοχές αυτής έλαβε χώρα σε εκτέλεση των διατάξεων του Νόμου αυτού με τα αναφερόμενα ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας Διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (η οποία οριζόταν ως Αρχή Εξυγίανσης), και ότι συνεπώς η όποια περιουσιακή ζημία των εφεσίβλητων δεν οφείλεται στην αγορά των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, αλλά σε επιγενόμενα γεγονότα ανωτέρας βίας, μη δυνάμενα να προβλεφθούν εκ των προτέρων, που έλαβαν χώρα κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2013, και μάλιστα μη συνδεόμενα με δικές της ενέργειες ή παραλείψεις (ήτοι στην ψήφιση του ως άνω Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην έκδοση των προαναφερομένων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου), και ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου.

Επί του συγκεκριμένου λόγου έφεσης πρέπει να εκτεθούν τα ακόλουθα: Όπως έχει αναφερθεί και παραπάνω, ο νόμιμος λόγος ευθύνης της εκκαλούσας απέναντι στους εφεσίβλητους συνίσταται (σωρευτικά) στην παράβαση της σιωπηρώς καταρτισθείσης μεταξύ εκείνης και των εφεσίβλητων σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, στην παράβαση των υποχρεώσεών της από τον νόμο περί προστασίας των καταναλωτών και στην αδικοπραξία.

Περαιτέρω, η ζημία των εφεσίβλητων δε προέκυψε από αυτή καθεαυτή τη μετατροπή των M.A.E.K. σε μετοχές το έτος 2013 αλλά στο γεγονός ότι το έτος 2011, κατά τον χρόνο κτήσης των Μ.Α.Ε.Κ., τα κεφάλαια των εφεσίβλητων εξήλθαν από την περιουσία αυτών χωρίς να εισέλθει στην περιουσία τους ισοδύναμο μέγεθος, ποιοτικώς και ποσοτικώς, το οποίο οι εφεσίβλητοι προσδοκούσαν και για το οποίο είχαν πειστεί από την εκκαλούσα (δηλαδή επενδυτικό προϊόν με τα χαρακτηριστικά προθεσμιακής κατάθεσης).

Αντιθέτως, στην περιουσία των εφεσίβλητων εισήλθε κάτι άλλο, το οποίο δεν επιθυμούσαν, δηλαδή σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα ιδιαιτέρως επισφαλή, μη παρέχοντα δικαίωμα επιστροφής του κεφαλαίου, τα οποία, μάλιστα, δεν ήταν και ισάξια των χρημάτων που οι εφεσίβλητοι είχαν διαθέσει για την απόκτηση τους αφού, λόγω της κακής οικονομικής κατάσταση της εκκαλούσας ήδη κατά τον χρόνο έκδοσης των Μ.Α.Ε.Κ., η πραγματική αξία αυτών δεν ήταν αντίστοιχη με την ονομαστική αξία τους αλλά κατά πολύ υπολειπόμενη, μετά δε και την υποχρεωτική ακύρωση, εκ μέρους της εκκαλούσας της καταβολής των τόκων των Μ.Α.Ε.Κ.

το έτος 2012, η πραγματική αξία αυτών κατέστη ουσιαστικώς μηδενική. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές αφενός ως προς τον νόμιμο λόγο ευθύνης της εκκαλούσας αφετέρου ως προς τη ζημία των εφεσίβλητων, συνάγεται περαιτέρω ότι η έρευνα για τη θεμελίωση αιτιώδους συνδέσμου δεν αφορά στο ζήτημα αν η επένδυση στα Μ.Α.Ε.Κ ήταν πρόσφορη ή όχι να επιφέρει ζημία στην περιουσία των εφεσίβλητων αλλά στο κατά πόσο ο νόμιμος λόγος ευθύνης της εκκαλούσας ήταν πρόσφορος να επιφέρει τη ζημία των εφεσίβλητων όπως αυτό ορίζεται παραπάνω και πράγματι ήταν πρόσφορος αφού εάν η εκκαλούσα είχε παράσχει, ως όφειλε, τη δέουσα πλήρη ενημέρωση και διαφώτιση στους εφεσίβλητους ως προς τη φύση, τη λειτουργία και κυρίως τους κινδύνους της επένδυσης στα συγκεκριμένα προϊόντα και δεν τους δημιουργούσε με παραπλανητικές δηλώσεις πλανημένη εντύπωση για τη φύση τους, οι εφεσίβλητοι, κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν θα είχαν επενδύσει στα προϊόντα αυτά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία τους ...

Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα και αν υποτεθεί ότι η ζημία των εφεσίβλητων επήλθε το έτος 2013, με την έκδοση του παραπάνω Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τούτο δεν συνιστούσε για την εκκαλούσα τυχαίο και απρόβλεπτο γεγονός - ώστε να αποκλείει ή να διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο όπως η ίδια υποστηρίζει - αλλά αποτελούσε λογική και αναμενόμενη, κατά τη συνήθη, πορεία των πραγμάτων, συνέπεια της κεφαλαιακής ανεπάρκειας της την οποία η ίδια είχε δημιουργήσει και συντηρήσει με την επιχειρηματική στρατηγική της κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω.

Πρέπει, ιδίως, να επισημανθεί ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των Μ.Α.Ε.Κ. (2011), το Ενημερωτικό Δελτίο των οποίων αναφέρεται εκτενώς - το πρώτον - σε "Γεγονός Βιωσιμότητας" και σε "Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου", τα οποία, εφόσον επισυμβούν, οδηγούν υποχρεωτικώς σε μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία σαφώς γνώριζε τη σημαντική επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της και τη δραματική υποβάθμιση της κεφαλαιακής της επάρκειας λόγω της υπερβολικής έκθεσης αυτής σε Ο.Ε.Δ., γεγονός το οποίο επιρρωνύει τη βασική παραδοχή ότι τα Μ.Α.Ε.Κ.

σχεδιάστηκαν ειδικώς, προκειμένου να απορροφήσουν τις ιδιαιτέρως αυξημένες ζημίες της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας από την υπερβολική έκθεσή της σε Ο.Ε.Δ. και να αναπληρώσουν τις απώλειές της σε πρωτοβάθμιο κεφάλαιο. Ζήτημα διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου από την παρεμβολή του Κυπριακού Δημοσίου (διά της θέσης σε ισχύ του ως άνω Νόμου) και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (δια της έκδοσης των προαναφερομένων Διαταγμάτων) δεν τίθεται, αφενός μεν διότι η ζημία των κατόχων των Μ.Α.Ε.Κ.

είχε ήδη επέλθει με την αγορά των επίδικων επενδυτικών προϊόντων σε προγενέστερο χρόνο και από την άρνηση πληρωμής τόκων και την πλήρη εκ του λόγου αυτού αδυναμία των επενδυτών να ρευστοποιήσουν με οποιονδήποτε τρόπο τα άχρηστα πλέον, "αιώνια" ομόλογά τους, αφετέρου δε διότι, εν πάση περιπτώσει, με τις εν λόγω νομοθετικές παρεμβάσεις απλώς υλοποιήθηκαν οι όροι του αφορώντος στα Μ.Α.Ε.Κ.

Ενημερωτικού Δελτίου, όπως αυτοί παρατίθενται αναλυτικώς ανωτέρω, δηλαδή δεν πρόκειται περί επέλευσης άλλου εξαιρετικού και απροβλέπτου γεγονότος, ανεξάρτητου προς την αρχική αδικοπραξία, εντελώς ασχέτου προς το γεγονός, το οποίο ήταν πρόσφορο να επιφέρει και θα επέφερε το βλαπτικό αποτέλεσμα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εν τέλει δεν επήλθε λόγω του πράγματι επελθόντος εξαιρετικού και απροβλέπτου γεγονότος με συνέπεια τη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε παρομοίως ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου - έστω και με ελλιπή αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (αρθρ. 534 ΑΚ) - δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και ο κρινόμενος πέμπτος λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον έκτο λόγο έφεσης (στο εφετήριο αναγράφεται ως έβδομος λόγος) η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 300ΑΚ και την εκτίμηση των αποδείξεων, με συνέπεια να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την παραδεκτώς με τις προτάσεις προταθείσα εκ μέρους της ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εφεσιβλήτων στην πρόκληση και στην έκταση της ζημίας τους διότι αυτοί:

α) δεν ζήτησαν πληροφορίες για την ακριβή φύση και τους κινδύνους των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων, ώστε να προβούν σε εκποίηση αυτών στη δευτερογενή αγορά (Χρηματιστήριο) και β) ουδέν έπραξαν για τον περιορισμό της ζημίας τους σε χρόνο μεταγενέστερο της αγοράς των επενδυτικών προϊόντων, ισχυριζόμενη ότι εάν είχαν ρευστοποιήσει τα προϊόντα αυτά στην τιμή αποτίμησής τους στο πρώτο statement που είχαν λάβει, θα είχαν περιορίσει τη ζημία τους κατά τα αναφερόμενα ποσά από την πώληση των προϊόντων αυτών στο Ελληνικό Χρηματιστήριο, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να αφαιρέσει από τα επιδικασθέντα ποσά αποζημίωσης τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της έφεσης για κάθε εφεσίβλητο ποσά.

Ωστόσο, η υπό κρίση ένσταση τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέα ως προς αμφότερα τα σκέλη της. Συγκεκριμένα, ως προς το πρώτο σκέλος της είναι απορριπτέα επειδή, υπό τις ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφόμενες, συνθήκες προσέγγισης και κατάπεισης των εφεσίβλητων, εκ μέρους της εκκαλούσας, με παραπλανητικά μέσα, να προβούν στις επίδικες επενδύσεις δεν νοείται, ούτε άλλωστε προέκυψε, η συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος αυτών.

Εξάλλου οι τελευταίοι, για να επενδύσουν στα Μ.Α.Ε.Κ., ακολούθησαν τις επενδυτικές συμβουλές της ίδιας της εκκαλούσας (μέσω των προστηθέντων υπαλλήλων της) και επομένως δεν είναι δυνατόν να καταλογίζεται, από αυτήν στους εφεσίβλητους ότι δεν έλεγξαν την ορθότητα των δικών της συμβουλών. Επιπλέον, οι εφεσίβλητοι ως συντηρητικοί μέσοι αποταμιευτές επενδυτές δεν είχαν ειδικές νομικές και χρηματοοικονομικές γνώσεις και, εν πάση περιπτώσει, δεν διέθεταν ειδικούς νομικούς και χρηματιστηριακούς συμβούλους (όπως εθεωρείτο αναγκαίο, κατά τα αναφερόμενα στα σχετικά Ενημερωτικά Δελτία), ώστε να λαμβάνουν, συνεχώς νομική και χρηματοοικονομική ενημέρωση για την εξέλιξη της επένδυσής τους και να αντιλαμβάνονται πλήρως και επαρκώς τις μεταβολές των χρηματιστηριακών δεικτών, για τον λόγο δε αυτό μόνη η προς τους εφεσίβλητους αποστολή από την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία εγγράφων ενημερώσεων (statements) για τις αποδόσεις των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων σε τακτά χρονικά διαστήματα δεν αρκεί προς απόδειξη της πλήρους γνώσης αυτών περί της φύσης, της λειτουργίας και των κινδύνων των προϊόντων αυτών, αλλά μόνο περί του χαρακτήρα τους ως επενδύσεων (τον οποίο οι εφεσίβλητοι δεν αμφισβητούν, καθ' όσον δεν ισχυρίζονται ότι τα εν λόγω προϊόντα ήσαν προθεσμιακές καταθέσεις, αλλά προϊόντα ομοιάζοντα προς προθεσμιακές καταθέσεις, προς τις οποίες και συγκρίθηκαν από τους κατά περίπτωση αρμοδίους τραπεζικούς υπαλλήλους κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό), τις οποίες όμως, ευλόγως θεωρούσαν ασφαλείς και χωρίς κίνδυνο για το επενδυόμενο κεφάλαιο τους.

Περαιτέρω δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν σχετικά με τη λειτουργία και τους κινδύνους των Μ.Α.Ε.Κ., το περιεχόμενο του από 5.4.2011 Ενημερωτικού Δελτίου που εξέδωσε η εκκαλούσα, καθόσον μάλιστα στη σελίδα 41 αυτού, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα Μ.Α.Ε.Κ., "αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές", ότι "...κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει i.

να κατέχει τις κατάλληλες γνώσεις έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει τα οφέλη και τους κινδύνους μιας επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου... ii. να έχει πρόσβαση στις κατάλληλες γνώσεις και τα κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει στα πλαίσια της δικής του οικονομικής κατάστασης μια πιθανή επένδυση στα Μ.Α.Ε.Κ... vi.

να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε μόνος του είτε με τη βοήθεια οικονομικού συμβούλου) τα πιθανά σενάρια όσον αφορά την οικονομία, το επιτόκιο και άλλους παράγοντες που μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην επένδυσή του, τη μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές και τη δυνατότητά του να αναλάβει τους κινδύνους που απορρέουν...".

Το αυτό δε ισχύει και για την από 20.4.2011 (για τα Μ.Α.Ε.Κ.) ενημερωτική επιστολή της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας προς τους μετόχους και τους κατόχους Μ.Α.Κ., η οποία απεστάλη και στους εφεσίβλητους, προτού αυτοί προβούν στην επένδυση σε Μ.Α.Ε.Κ., διότι η αποστολή του εν λόγω εγγράφου, όπως προαναφέρθηκε, κάλυπτε μεν τυπικά τη γενική υποχρέωση ενημέρωσης των υποψηφίων επενδυτών, αλλά δεν αποδείκνυε, πλήρη και ουσιαστική γνώση της πραγματικής φύσης και λειτουργίας των εν λόγω προϊόντων και των κινδύνων τους από τους συγκεκριμένους στερούμενων ειδικών νομικών και χρηματοοικονομικών γνώσεων εφεσίβλητους, στοιχεία, τα οποία κατά τη ζώσα επικοινωνία των τελευταίων με τους κατά περίπτωση αρμοδίους υπαλλήλους επιμελώς αποσιωπήθηκαν, ενώ παρασχέθηκαν σαφείς διαβεβαιώσεις, για την η κεφαλαιακή επάρκεια της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, την ασφάλεια του επενδυομένου κεφαλαίου και την καταγραφή υψηλών αποδόσεων τόκου.

Εξάλλου και το από 23.2.2011 έντυπο των κυριότερων όρων των Μ.Α.Ε.Κ., όπως επίσης προαναφέρθηκε, έφερε τηλεγραφική και διαγραμματική διατύπωση των κυριότερων σημείων αυτών, σε αυτό γινόταν αναφορά αποκλειστικά σε Γενικούς Επενδυτικούς Κινδύνους και όχι για ειδικούς συγκεκριμένους που ενεργοποιούσαν δυνητικά η φύση και τα χαρακτηριστικά των Μ.Α.Ε.Κ. Ως προς το δεύτερο δε σκέλος της, η προαναφερόμενη ένσταση είναι απορριπτέα επειδή μέχρι τον Ιούνιο του 2012 που έγινε η ακύρωση των τόκων των Μ.Α.Ε.Κ. για το πρώτο εξάμηνο του ίδιου έτους οι εφεσίβλητοι δεν είχαν αντιληφθεί τον κίνδυνο του κεφαλαίου τους. Λόγω δε της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί με την εκκαλούσα και τους υπαλλήλους της, είχε προκληθεί σε αυτούς η πεποίθηση ότι θα λάμβαναν τα χρήματά τους στην πενταετία, χωρίς να παρακολουθούν τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις και χωρίς ποτέ να εξετάσουν το ενδεχόμενο πώλησης των επίδικων προϊόντων, καθόσον αγνοούσαν τη λειτουργία και τα χαρακτηριστικά τους.

Εξάλλου, οι αποτιμήσεις χαρτοφυλακίου, ουδόλως αποτελούν αποδεικτικό στοιχείο που προσδιορίζει τη συγκεκριμένη αξία των επίμαχων προϊόντων, αφού δεν συνεπάγεται και την πώληση τους στην αξία αυτή. Η αποτίμηση χαρτοφυλακίου δεν σημαίνει ότι τα κρίσιμα προϊόντα θα είχαν πωληθεί στην αξία αυτή, αφού αυτό προϋποθέτει αντίστοιχα αγοραστικό ενδιαφέρον που δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Ακολούθως σε αντίθεση με τα από την εκκαλούσα υποστηριζόμενα, είναι πολύ πιθανό ότι η πώληση αυτών να ήταν αδύνατη. Πράγματι, σύμφωνα με τους όρους του ενημερωτικού δελτίου που αγνοούσαν οι εφεσίβλητοι, η εκκαλούσα ομολογεί την ανυπαρξία προηγούμενης δημόσιας αγοράς καθώς τα επίμαχα προϊόντα, άγνωστα στο επενδυτικό κοινό, ήταν η πρώτη φορά που θα διαπραγματεύονταν και μάλιστα στη δευτερογενή αγορά του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, που ιδίως τότε ήταν μικρή και ρηχή, ενώ είχαν από την έκδοση τους περιπέσει σε ανυποληψία στους επενδυτικούς κύκλους και στους ειδικούς περί τα χρηματοοικονομικά (επαγγελματίες και θεσμικούς επενδυτές) και γι' αυτό δεν δόθηκαν ποτέ για αξιολόγηση, όπως συνηθίζεται. Με βάση αυτά η εμπορευσιμότητα των επίμαχων τίτλων, θα ήταν μετά βεβαιότητας μηδενική...

Εξάλλου, η επιλογή της ρευστοποίησης θα αποτελούσε επιλογή στην οικονομική ζημία και όχι επιλογή περιστολής ζημίας αφού ήταν, εκτός του πεδίου ενδιαφέροντος - τους και των επιδιώξεών τους να διατηρήσουν ασφαλές και ακέραιο το κεφάλαιό τους πεπεισμένοι άλλωστε ότι αυτό θα γινόταν στη λήξη της πενταετίας.

Προς επίρρωση των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι όταν η Τράπεζα ανακοίνωσε ότι προέβη σε "Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκου" των ΜΑ.Ε.Κ. για την περίοδο 31 Δεκεμβρίου 2011 - 29 Ιουνίου 2012, είχε ήδη εκδοθεί η ετήσια έκθεση περί εταιρικής διακυβέρνησης έτους 2011, στη σελ.278 της οποίας η Τράπεζα ανακοίνωνε ότι "Κατά το έτος 2011 το Συγκρότημα έχει υποστεί σημαντική ζημιά λόγω της απομείωσης των ΟΕΔ και σαν αποτέλεσμα στις 31 Δεκεμβρίου 2011 δεν πληρούσε τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας....Αυτό δηλαδή που, υποθετικά, θα προσέφεραν οι πελάτες προς πώληση τον Ιούνιο του 2012 ήταν ένας άληκτος τίτλος (perpetual bond), ο οποίος δεν ενσωμάτωνε υπόσχεση για επιστροφή του κεφαλαίου, η δε υποχρέωση καταβολής τόκων τελούσε, μεταξύ άλλων, υπό την αίρεση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκδότριας η οποία όμως είχε ήδη ανακοινώσει ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις κεφαλαιακής επάρκειας.

Καθίσταται, επομένως προφανές ότι η αγοραία αξία των Μ.Α.Ε.Κ. κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο ήταν πρακτικά μηδενική και ήταν απίθανο να εμφανιστεί οποιοδήποτε αγοραστικό ενδιαφέρον. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε σιωπηρά την προταθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 300 ΑΚ και την εκτίμηση των αποδείξεων, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα έκτος λόγος έφεσης (αναγραφόμενος ως έβδομος) τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον έβδομο λόγο έφεσης (στο εφετήριο αναγράφεται ως όγδοος) η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 149, 297, 298 και 914 ΑΚ και απέρριψε σιωπηρά την παραδεκτώς προταθείσα με τις προτάσεις της ένσταση συνυπολογισμού στη ζημία των εφεσίβλητων του κέρδους αυτών από την απόληψη τόκων των επενδυτικών προϊόντων Μ.Χ., Μ.Α.Κ., Μ.Α.Ε.Κ.

συνολικού ποσού 13.770,22€, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να αφαιρέσει από τα επιδικαζόμενα ποσά αποζημίωσης τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της έφεσης εισπραχθέντα από τους εφεσίβλητους ποσά τόκων. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός ο οποίος συνιστά παραδεκτώς προβαλλομένη ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (άρθρα 297 και 298 ΑΚ), πέραν της αοριστίας που ενέχει λόγω του ότι δεν προσδιορίζεται σε αυτόν το ποσό των τόκων που είχαν εισπράξει οι εφεσίβλητοι κατά τις δύο πρώτες περιόδους τοκοφορίας του έτους 2011 από την επένδυση που έκαναν με την αγορά Μ ΑΕ.Κ.

στην οποία και θεμελιώνεται η ένδικη αξίωσή τους τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι, και αληθούς υποτιθεμένης της είσπραξης του ως άνω ποσού τόκων από τους εφεσίβλητους, οι αποδόσεις αυτές δεν συνιστούν κέρδος αυτών από τη ζημία τους, αλλά αποτελούν καρπούς της επένδυσής τους στα ως άνω επενδυτικά προϊόντα, η οποία σαφώς προέβλεπε συγκεκριμένες απολήψεις.

Δηλαδή, οι τόκοι, τους οποίους έλαβαν οι εφεσίβλητοι, αποτελούν μεν κέρδος τους, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από (ήτοι δεν συνδέεται αιτιωδώς με) το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου τους λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου τους στην τελευταία, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με τον προσφορότερο γι' αυτήν τρόπο, αποδίδοντας στους εφεσίβλητους τους παραγομένους τόκους, εν πάση δε περιπτώσει ο συνυπολογισμός των εισπραχθέντων τόκων ως κέρδους στη ζημία των εφεσίβλητων παρίσταται στην ένδικη περίπτωση αντίθετος στην καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών απατηλής προσέλκυσης των εφεσίβλητων στην αγορά των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα έβδομος λόγος έφεσης τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης θα πρέπει η τελευταία να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη >>.

Έτσι όμως που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ'αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα της υπάρξεως ή μη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας τράπεζας και της ένδικης ζημίας των αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ δέχθηκε ότι το έτος 2008 οι αναιρεσίβλητοι μετέτρεψαν μέρος των αποταμιεύσεών τους, ποσού 21.000 ευρώ, σε Μετατρέψιμα Χρεώγραφα ( ΜΧ), ακολούθως το έτος 2009 σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου( ΜΑΚ) και τον Μάιο του 2011 απέκτησαν 21.000 ΜΑΕΚ κατά μετατροπή ισάριθμων και ισόποσης αξίας ΜΑΚ που κατείχαν από το 2009, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι η ζημία των αναιρεσιβλήτων προέκυψε από το γεγονός ότι το 2011, κατά το χρόνο κτήσεως των ΜΑΕΚ, τα κεφάλαιά τους εξήλθαν από την περιουσία τους χωρίς να εισέλθει σ'αυτήν ισοδύναμο μέγεθος, ποιοτικώς και ποσοτικώς, το οποίο οι αναιρεσίβλητοι προσδοκούσαν και για το οποίο είχαν πεισθεί από την αναιρεσείουσα (δηλ.

επενδυτικό προϊόν με τα χαρακτηριστικά προθεσμιακής καταθέσεως), αλλά εισήλθε κάτι άλλο, το οποίο δεν επιθυμούσαν, δηλ. σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, ιδιαίτερα επισφαλή, μη παρέχοντα δικαίωμα επιστροφής του κεφαλαίου, τα οποία δεν ήταν ισάξια των χρημάτων που είχαν διαθέσει για την απόκτησή τους, παραδοχή, η οποία αντιφάσκει και με την παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι εισέπρατταν τις εξαμηνιαίες επιτοκιακές αποδόσεις των ΜΑΕΚ.

Επίσης, το δικαστήριο, αντιφατικά προς την ανωτέρω παραδοχή ότι η ζημία των αναιρεσιβλήτων επήλθε το 2011, δέχεται ότι η πραγματική αξία των επίδικων ΜΑΕΚ κατέστη ουσιαστικά μηδενική μετά την υποχρεωτική ακύρωση της καταβολής των τόκων αυτών και δια της μετατροπής τους σε συνήθεις μετοχές της αναιρεσείουσας, συνολικής ονομαστικής αξίας 210 ευρώ και μηδενικής πραγματικής αξίας το έτος 2013, δυνάμει των Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ως Αρχής Εξυγίανσης, με συνέπεια οι αναιρεσίβλητοι να υποστούν περιουσιακή ζημία (θετικό διαφέρον) και ηθική βλάβη από την απώλεια του κεφαλαίου τους.

Περαιτέρω, αναφορικά με το ζήτημα της διακοπής ή μη του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου από την παρεμβολή της Κυπριακής Δημοκρατίας με την ψήφιση του νόμου περί εξυγιάνσεως των τραπεζικών ιδρυμάτων και της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου δια των Διαταγμάτων αυτής, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία, ενόψει α) της παραδοχής της ότι η ζημία των αναιρεσιβλήτων επήλθε από τη μετατροπή των ΜΑΕΚ σε απλές μετοχές, μηδενικής αξίας, βάσει των Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και β) της παραδοχής της ότι η ζημία των αναιρεσιβλήτων ήταν λογική και αναμενόμενη, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, συνεπεία της κεφαλαιακής ανεπάρκειας της αναιρεσείουσας, λόγω της υπερβολικής εκθέσεώς της σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Κατ'ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ.19 του άρθρου 559) , συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 914 ΑΚ είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων της αναιρέσεως. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1422/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ