Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that service of process was valid despite alleged address changes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a final judgment of the Piraeus Court of Appeal. The appellants argued that service of process was invalid because the mother of the third appellant had not been properly notified of the lawsuit, claiming she was unaware of the proceedings. The court found the lower court's assessment of the evidence regarding the mother's presence and the appellants' arguments to be legally sound and unreviewable. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure; The court's assessment of evidence concerning the validity of service of process and the notification of parties is final and unreviewable on appeal if supported by the record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1578 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1578/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Χ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Μπιθέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Διευθυντή του Β' Τελωνείου Θεσσαλονίκης, κατοικοεδρεύοντα στην Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4942/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 486/2018 μη οριστική και 164/2021 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/5/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 11-5-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 164/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι ο πρώτος αναιρεσείων, που δεν παρέστη ενώπιον του Εφετείου, δικάσθηκε όμως σα να ήταν παρών (λόγω της σχέσης αναγκαστικής του ομοδικίας με τους υπόλοιπους αναιρεσείοντες, που θεωρούνται ότι τον αντιπροσώπευσαν στην έκκλητη δίκη κατ' άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ), παραιτήθηκε νομότυπα από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας δια του κατατεθέντος δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως, ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 2136/2007). Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 8/2016, 42/2002, ΑΠ 1264/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Για την πληρότητα, όμως, του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν αυτό έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 901/2019, 1264/2017, 960/2017, 1409/2015, 6/2012, 1511/2011, 333/2009, 1248/2008, 255/2006), ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτό ήταν πράγματι κρίσιμο για τη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης ως προς τη βασιμότητα του αμέσως προαναφερόμενου ισχυρισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τη δοθείσα στις 11-5-2008 προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών του αντιδίκου τους αναιρεσιβλήτου και προς απόδειξη των ενστάσεών τους μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρός τους Α.
Χ. του Π. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία καταχωρίσθηκε στα 8103/11-5-2008 πρακτικά συνεδριάσεώς του, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις από 3-2-2021 προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης το περιεχόμενο της κατάθεσης του ανωτέρω μάρτυρος, το οποίο αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο του λόγου από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον από αυτό θα μπορούσε να κριθεί αν η κατάθεση αυτή ήταν ή όχι κρίσιμη για την απόδειξη ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, αν δηλαδή αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετική διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε κρίνοντας επί της ουσίας τη μεταξύ των διαδίκων διαφορά, τα ακόλουθα: "Ο Διευθυντής του Β' Τελωνείου Θεσσαλονίκης εξέδωσε σε βάρος του πρώτου εφεσίβλητου (ήτοι του πρώτου αναιρεσείοντος) την υπ' αριθμόν ...
καταλογιστική πράξη, με την οποία του καταλόγισε προσωπικά πολλαπλό τέλος 400.000.000 δραχμών (ήδη 1.173.881 ευρώ) πλέον Τ.Χ. 8.000.000 δρχ. (23.477 ευρώ) και εισφορά υπέρ ΟΓΑ 1.600.000 δρχ. (4.695,42 ευρώ), ήτοι συνολικά 409.600.000 δρχ. (1.202.054,20 ευρώ) και, επιπλέον, τον κατέστησε αλληλεγγύως υπεύθυνο για την καταβολή του συνολικά καταλογιζόμενου ποσού ύψους 456.170.750 δρχ. (ήδη 1.338.725,61 ευρώ) πλέον Τ.Χ. 9.123.415 δρχ. (26.774,51 ευρώ) και ΟΓΑ 1.824.683 δρχ. (5.354,90 ευρώ), ήτοι συνολικά 467.118.848 δρχ. (1.370.855,01 ευρώ).
Το ως άνω πολλαπλό τέλος του επιβλήθηκε για τελωνειακή παράβαση λαθρεμπορίας 28.100 λίτρων ένυδρης αιθυλικής αλκοόλης. Η καταλογιστική πράξη επιδόθηκε στις 10 Ιανουάριου 2001 στον πρώτο εφεσίβλητο, ο οποίος άσκησε την από 5.3.2001 προσφυγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και την από 30.4.2001 αίτηση αναστολής του άρθρου 200 Κ.Διοικ.Δικ.
Επί της αίτησης αναστολής εκδόθηκε η με αριθμό 751/2001 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση της καταλογιστικής πράξης μέχρι τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της προσφυγής. Με την υπ' αρ. 288/2004 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε οριστικά η προσφυγή του.
Ήδη, η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμόν 229/2007 απόφασή του απέρριψε την ασκηθείσα από τον πρώτο εναγόμενο από 30.8.2004 έφεση κατά της άνω μνημονευόμενης οριστικής απόφασης και έτσι κατέστη τελεσίδικη η οφειλή του πρώτου εναγομένου εκ ποσού 1.202.054,20 ευρώ.
Κατά το διάστημα που εκκρεμούσε σε βάρος του η υπ' αριθμόν ... καταλογιστική πράξη και συγκεκριμένα στις 31 Ιουλίου 2003, ο πρώτος εναγόμενος προέβη στη μεταβίβαση περιουσιακών του στοιχείων με χαριστικές πράξεις. Ειδικότερα, α) με το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Αργειτάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον Τόμο ...
με αύξοντα αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας, αυτός συνέστησε υπέρ της αδερφής του (Ε. Χ. - Β., δεύτερης εναγόμενης στην αγωγή και μη διάδικος στη δίκη αυτή) δικαίωμα επικαρπίας λόγω δωρεάς εν ζωή επί ενός αγροκτήματος, έκτασης 3.550 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "... ή ..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ...
και στην επαρχιακή οδό ..., ήδη, με την εκκαλουμένη απόφαση, η απαλλοτρίωση αυτή έχει κριθεί ως καταδολιευτική και έχει διαρρηχθεί υπέρ του εκκαλούντος και β) με το υπ' αριθμόν … συμβόλαιο γονικής παροχής της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας, αυτός μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον ανήλικο κατά τον χρόνο της παροχής υιό του (...), δεύτερο εφεσίβλητο, το 50% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας επί του προπεριγραφόμενου κτήματος και την πλήρη κυριότητα του υπό στοιχεία Βήτα Κεφαλαίο (Β) διαμερίσματος, που βρίσκεται στο δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο πολυκατοικίας κτισμένης επί οικοπέδου κείμενου στη θέση "..." και επί της οδού ...
στον …, επιφάνειας 106 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας 250/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, παρακράτησε δε για τον εαυτό του το δικαίωμα οίκησης, ενώ με το ίδιο συμβόλαιο (…) μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον ανήλικο κατά τον χρόνο της παροχής υιό του (Χ. Χ.), τρίτο εφεσίβλητο, το λοιπό 50% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας επί του ίδιου αγροκτήματος, το 50% εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχεία Δ3-Δ4 διαμερίσματος του τέταρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, μετά της αποκλειστικής χρήσης των υπό στοιχεία Ρ-9 και Ρ-13 χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων πυλωτής, που κείται σε πολυκατοικία κτισμένη επί οικοπέδου στην περιοχή "..." στο Δήμο ...
και επί της ..., επιφάνειας 126 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας 77,894/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και το 50% εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχεία Υ-12 αποθήκης υπογείου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, εμβαδού 8,90 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας 1/1000 επί του οικοπέδου, παρακράτησε δε για τον εαυτό του το δικαίωμα οίκησης επί των άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Η αντικειμενική αξία των μεταβιβασθέντων δικαιωμάτων επί των ακινήτων αυτών ανερχόταν στο ποσό των 99.545,35 ευρώ, κατά τον χρόνο υπογραφής των συμβολαίων. Μετά τις παραπάνω απαλλοτριώσεις, ο πρώτος εφεσίβλητος κατέστη αναξιόχρεος, εφόσον δεν διαθέτει άλλη εμφανή κινητή ή ακίνητη περιουσία. Εν γνώσει του δε, αποστερήθηκε της μοναδικής εμφανούς του περιουσίας και μάλιστα σε χρόνο που, αναμφίβολα, ήταν ήδη γεννημένες και ληξιπρόθεσμες οι αξιώσεις του εκκαλούντος εναντίον του, αφού γνώριζε την ως άνω οφειλή του προς το Ελληνικό Δημόσιο, γι' αυτό, άλλωστε, άσκησε στις 5.3.2001 προσφυγή κατά της σχετικής καταλογιστικής πράξης και αίτηση αναστολής (30.4.2001), εξυφαίνοντας έτσι μεθοδικά το σχέδιό του, αρχικά, να πετύχει αναστολή εκτέλεσης είσπραξης του οφειλόμενου ποσού, στη συνέχεια, την εξ αυτού του λόγου λήψη της σχετικής φορολογικής ενημερότητας για εκποίηση και τέλος, την απαλλοτρίωση των μοναδικών ως άνω εμφανών περιουσιακών του στοιχείων.
Επομένως προέβη στις ως άνω απαλλοτριώσεις με φανερή πρόθεση ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης του εκκαλούντος. Με βάση τα ανωτέρω το εκκαλούν ενάγον είχε εναντίον του πρώτου εφεσίβλητου εναγομένου γεγενημένη απαίτηση κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων και ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής (11.5.2011).
Οι δε εφεσίβλητοι εναγόμενοι (υιοί του) είχαν και πραγματική γνώση της προθέσεως βλάβης των συμφερόντων του εκκαλούντος ενάγοντος, λόγω της γνώσης των νομίμων αντιπροσώπων τους - γονέων τους (ήτοι του ίδιου του πρώτου εφεσίβλητου οφειλέτη και της μητέρας τους ..., που συμβλήθηκαν στο ως άνω συμβόλαιο εκπροσωπώντας τα), παρότι, βέβαια, εν προκειμένω δεν απαιτείται γνώση των υπέρ ων οι απαλλοτριώσεις λόγω της χαριστικής αιτίας αυτών (γονική παροχή, ΑΚ 942...).
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων ότι το εκκαλούν αδράνησε επί μακρό χρονικό διάστημα στην άσκηση του δικαιώματος διάρρηξης, ότι η αξία των επίδικων απαλλοτριώσεων είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση με την απαίτηση και ότι η διάρρηξη των ως άνω μεταβιβάσεων θα ικανοποιήσει μικρό μέρος της απαίτησης, γι' αυτό και η ένδικη αγωγή ασκείται καταχρηστικά, πρέπει να απορριφθεί, ως μη νόμιμος γιατί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια καθώς και το ότι η διάρρηξη των εν λόγω απαλλοτριώσεων άγει σε μερική (έστω και μικρή σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό) ικανοποίηση της αξίωσης του εκκαλούντος δεν αποτελεί προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος διάρρηξης των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών.
Επίσης οι εφεσίβλητοι προέβαλαν και τον ισχυρισμό ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και, προεχόντως, αντί καταβολής διατροφής για τα ανήλικα τέκνα, που ο πρώτος εφεσίβλητος δεν κατέβαλε ποτέ, παρότι είχε σχετική υποχρέωση, λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης με τη μητέρα τους από το έτος 1992 και του μετέπειτα διαζυγίου τους.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος, αφού η δόση αντί καταβολής, δηλαδή η παροχή κάποιου άλλου πράγματος (εν προκειμένω εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο) αντί του οφειλόμενου χρηματικού ποσού της διατροφής εμπίπτει στην έννοια καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης (ΑΚ 940 τελευταίο εδφ.). Επιπλέον δε, πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός περί γενομένων μεταβιβάσεων εξ ηθικού καθήκοντος, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας των ένδικων απαλλοτριώσεων δεν αναιρείται από την τυχόν επιδίωξη εκ μέρους του πρώτου εφεσίβλητου και άλλων σκοπών, όπως η εκπλήρωση ηθικής του υποχρέωσης έναντι των τέκνων του...
Περαιτέρω οι εφεσίβλητοι επαναπροβάλλουν παραδεκτώς και τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό περί παραγραφής της αξίωσης για διάρρηξη των ενδίκων απαλλοτριώσεων, επικαλούμενοι ότι η επίδοση της αγωγής ουδέποτε έγινε νομότυπα και έτσι δεν διεκόπη ποτέ ο χρόνος παραγραφής. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι η ένδικη αγωγή τούς επιδόθηκε με θυροκόλληση στη διεύθυνση ...
στον …, στις 31.7.2008, ενώ τότε αυτοί κατοικούσαν, ο τρίτος εφεσίβλητος μαζί με τη μητέρα του στον ..., στην οδό Αμμοχώστου αρ. 66 και ο δεύτερος, από τον Αύγουστο του 2004, στη Λευκωσία Κύπρου, όπου νυμφεύθηκε και παρέμεινε συνεχώς έως τον Αύγουστο του 2009, οπότε και επέστρεψε στην Ελλάδα. Ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων είναι μη νόμιμος, γιατί:
Α) Σχετικά με τον δεύτερο εφεσίβλητο (...), η αγωγή επιδόθηκε σ' αυτόν, στις 31.7.2008, στην διεύθυνση κατοικίας του, που ήταν στον Πειραιά, στην οδό .... Ότι αυτή ήταν η κατοικία του ενισχύεται και από το με αρ. πρ. ... έγγραφο της Δ' Δ.Ο.Υ. Πειραιά σε συνδυασμό με τα ΦΕΚ 2215/2.4.2007, ΦΕΚ 12404/3.11.2008 τ. ΑΕ & ΕΠΕ, σύμφωνα με τα οποία ο Α.
Χ. του Δ. ήταν Αντιπρόεδρος της εταιρείας ... και η διεύθυνση κατοικίας του ήταν η ως άνω (...). Το ανωτέρω δεν αντικρούονται από το με φερόμενη ημερομηνία 1.8.2004 ενοικιαστήριο μετά των σχετικών αποδείξεων καταβολής μισθωμάτων (βλ. τα από 1.8.2004, 1.9.2004, 25.7.2007 και 31.7.2009 αποδείξεις καταβολής και το σχετικό ενοικιαστήριο, όλα έγγραφα μη βέβαιης χρονολογίας), το πιστοποιητικό τέλεσης γάμου του Δήμου ...
της Κύπρου με σχετική βεβαίωση διαμονής (... ... Κύπρου), της από 10.1.2011 βεβαίωσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως περί μόνιμης διαμονής του ανωτέρω εφεσίβλητου στη Λευκωσία για το διάστημα Αύγουστος 2004 έως Αύγουστο 2009 ως φοιτητής του Τμήματος Μηχανολογίας, Μηχανικός και Μηχανικός Παραγωγής του Πανεπιστημίου της Κύπρου (χειμερινό εξάμηνο 2004/05 έως Εαρινό εξάμηνο 2008/09, βλ.
σχετική από 10.1.2011 βεβαίωση του Πανεπιστημίου Κύπρου), καθώς η μόνιμη κατοικία του δεύτερου εφεσίβλητου, δηλαδή η πραγματική και μόνιμη εγκατάστασή του, εξακολουθούσε καθ' όλο το χρονικό διάστημα, που κατά διαστήματα διέμενε προσωρινά για λόγους σπουδών στην Κύπρο, να είναι η Ελλάδα και συγκεκριμένα ο Πειραιάς στην οδό ....
Το διάστημα της προσωρινής του διαμονής στην Κύπρο ήταν για μικρά, όχι συνεχόμενα, χρονικά διαστήματα, μόνο όσα απαιτούνταν για τις ανάγκες της φοίτησής του, και με τη λήξη αυτών επανήλθε στην Ελλάδα, όπου πλέον, από το 2009, ήταν εκτός από τόπος κατοικίας του και τόπος διαμονής του. Β) Σχετικά με τον τρίτο εφεσίβλητο (Χ.
Χ. του Δ.), που κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής (31.7.2008) ήταν ανήλικος (γεννημένος το έτος 1991), αυτή έπρεπε να γίνει στους εκ του νόμου νόμιμους εκπροσώπους του, που ήταν και οι δύο γονείς του, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη. Όπως προκύπτει από τις με αρ. 1245 και 1249/31.7.2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικ.
επιμ. Ιωάννη Χονδροκούκη, η αγωγή επιδόθηκε και στους δύο γονείς του ανηλίκου, που τότε είχαν τη γονική μέριμνα αυτού, ήτοι στον πατέρα του (πρώτο εφεσίβλητο, Δ. Χ.), υπό τη διπλή ιδιότητά του (ατομικά για τον εαυτό του αλλά και για λογαριασμό του ανηλίκου), όπως αποδεικνύεται από το επιδοθέν δικόγραφο της αγωγής, αλλά και στη μητέρα του ανηλίκου για λογαριασμό του ανηλίκου.
Και οι δύο επιδόσεις έγιναν στις διευθύνσεις κατοικίας των γονέων του ανηλίκου (του πατέρα, στην οδό ... ... στο … και της μητέρας, στην οδό ... στον ..., που δεν αμφισβητούνται), ως έπρεπε σύμφωνα με το νόμο.
Συνεπώς η επίδοση της αγωγής έγινε κανονικά σε όλους τους εφεσίβλητους στις διευθύνσεις κατοικίας τους, του δε ανηλίκου στις διευθύνσεις κατοικίας των νομίμων αντιπροσώπων του γονέων του. Από το χρόνο δε που έλαβαν χώρα οι απαλλοτριώσεις (31.7.2003) έως την άσκηση της αγωγής (που ολοκληρώθηκε με τη νόμιμη επίδοση αυτής στις 31.7.2008) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας και επομένως η σχετική αξίωση του εκκαλούντος για διάρρηξη των ως άνω καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή και η σχετική ένσταση των εφεσιβλήτων έπρεπε και πρωτοδίκως να απορριφθεί κατ' ουσίαν.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε η συνδρομή όλων των κατά νόμο απαιτούμενων προϋποθέσεων για τη ολική διάρρηξη των επίδικων απαλλοτριώσεων υπέρ του εκκαλούντος ενάγοντος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τους εφεσίβλητους για τις ως άνω επίδικες απαλλοτριώσεις δεχόμενο κατ' ουσίαν την προβληθείσα εκ μέρους τους ένσταση παραγραφής, θεωρώντας ότι η επίδοση της αγωγής στους δεύτερο και τρίτο εφεσίβλητους δεν έγινε σύννομα, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην εφαρμογή του νόμου".
Κατόπιν αυτών το Εφετείο εξαφάνισε την εκκληθείσα από το ενάγον- εκκαλούν- αναιρεσίβλητο απόφαση και διακρατώντας την υπόθεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή, απορρίπτοντας την προβληθείσα από τους εναγόμενους- εφεσίβλητους- αναιρεσείοντες ένσταση παραγραφής και τις λοιπές ενστάσεις αυτών, απήγγειλε δε τη διάρρηξη των κριθεισών καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων υπέρ του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 403/2017). "Πράγματα" δε αποτελούν και οι αυτοτελείς δικονομικοί ισχυρισμοί, η ευδοκίμηση των οποίων επάγεται ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα.
Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000 ΑΠ 168/2015, πρβλ. επίσης ΑΠ 84/2015, ΑΠ 89/2013, ΑΠ 901/2013, ΑΠ 858/2011, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 139/2001, 539/2003).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε, σε κάθε περίπτωση, προβληθεί παραδεκτά με λόγο έφεσης (εάν ο αναιρεσείων ήταν εκκαλών) ή αναλόγως με τις προτάσεις (εάν ο αναιρεσείων ήταν εφεσίβλητος) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ.
Και ο δυνάμενος όμως να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου αναιρετικός λόγος, που εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, και αναφέρεται σε ισχυρισμό ο οποίος αφορά τη δημόσια τάξη, ή σε σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, είναι παραδεκτός υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό υλικό, στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας και εφόσον συγχρόνως γίνεται σαφής επίκληση της υποβολής αυτής στο αναιρετήριο (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 201/2017), ενώ μάλιστα πρόταση του ως άνω ισχυρισμού δεν υπάρχει και όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν είχε εμφανισθεί στη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και δικάστηκε ερήμην (ΑΠ 397/2010, 1468/2007).
Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 403/2020, 90/2020, 279/2019, 270/2018, 386/2017, 201/2017, 64/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα μη προβληθέντα από το αναιρεσίβλητο ισχυρισμό (αντένσταση) περί επελθούσας δια της επιδόσεως της αγωγής διακοπής της προβληθείσας εκ μέρους τους ένστασης παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως.
Επικουρικώς και για την περίπτωση που θεωρηθεί ότι η αντένσταση διακοπής της παραγραφής προβλήθηκε με την έφεση του αναιρεσείοντος, προσάπτουν στην προβαλλόμενη απόφαση σφάλμα από τους αριθμούς 8 α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι αυτή δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως απαράδεκτη λόγω της βραδείας και μη προσήκουσας προβολής της.
Ο λόγος αυτός είναι κατά την κύρια βάση του αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο προέβαλε τον γενόμενο δεκτό από το Εφετείο ισχυρισμό περί διακοπής της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεώς του κατά των αντιδίκων του δια των λόγων της εφέσεώς του (βλ.
σελ. 2 και 4 εν τέλει του δικογράφου της από 4-9-2014 εφέσεώς του, με την οποία παραπονείται αποκλειστικώς διότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή δεχόμενο την ένσταση παραγραφής, δεν έλαβε υπόψη τις γενόμενες και επικληθείσες εκ μέρους του εντός της πενταετίας επιδόσεις, που επέφεραν τη διακοπή της, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για τον λόγο αυτό και την παραδοχή της αγωγής του, χωρίς να απαιτείται και περαιτέρω πανηγυρική διατύπωση για την πληρότητα και το ορισμένο της σχετικής αντενστάσεως).
Κατά την επικουρική του δε βάση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, προεχόντως διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα προεκτίθενται, ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί μη προσήκουσας προβολής της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής υποβλήθηκε στο Εφετείο εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, ενώ αυτοί δεν επικαλούνται στην αίτησή τους και τη συνδρομή οποιασδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία θα δικαιολογούσε την το πρώτον προβολή του εκ μέρους τους ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά την επικουρική του βάση και πάλι σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείοντες ουδένα ισχυρισμό περί βραδείας ή μη προσήκουσας προβολής της αντενστάσεως αυτής προέβαλαν στις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, ενώ αντιθέτως αμύνθηκαν κατά της ανωτέρω αντενστάσεως προβάλλοντας την εκ του δικονομικού δικαίου επαντένσταση ακυρότητας των επικαλούμενων από το τότε εκκαλούν επιδόσεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 946 ΑΚ η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση, ενώ κατά το άρθρο 243 παρ. 3 του ίδιου κώδικα προθεσμία, που έχει προσδιορισθεί σε χρόνια λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου χρόνου. Το άρθρο δε 261 εδ. α' ΑΚ προβλέπει ότι την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής.
Ως τέτοια νοείται η κατάθεση της αγωγής και η επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο κατά το άρθρο 215 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ. Η επίδοση αυτή έχει, σύμφωνα με το άρθρο 221 παρ. περ. γ' ΚΠολΔ, ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για να επέλθει το αποτέλεσμα της δι' αυτού του τρόπου διακοπής της παραγραφής αξιώσεως για τη διάρρηξη καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης προϋποτίθεται η εγκυρότητα της επίδοσης του αντιγράφου της σχετικής αγωγής στον εναγόμενο (ΑΠ 1733/2006, 767/1988) πριν τη συμπλήρωση της υπολογιζόμενης κατά τα προαναφερόμενα πενταετίας.
Η εγκυρότητα όμως ή μη της επίδοσης κρίνεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΑΠ 1733/2006). Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων του άρθρου 128 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση δεν βρίσκεται στην κατοικία του, σ' αυτήν δε δεν βρεθεί και κάποιος από τους συνοίκους του, που πληρούν τις τασσόμενες για να παραλάβουν το έγγραφο προϋποθέσεις, χωρεί επίδοση δια θυροκολλήσεως κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του ανωτέρω άρθρου, ενώ ως κατοικία αυτού προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων, νοείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη ακόμη κι αν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα δεν χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό (παρ. 2).
Η έννοια της κατοικίας, στην οποία μπορεί να χωρήσει εγκύρως η επίδοση κατά το δικονομικό δίκαιο, διαφοροποιείται έτσι και καθίσταται ελαστικότερη από την έννοια της κατοικίας κατά τον Αστικό Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 51 εδ. 1 και 2 του οποίου το πρόσωπο έχει κατοικία τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασής του και κανένας δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μία κατοικίες.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο, που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 883/2013).
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 348/2021, 361/2004, 455/1993). Όπως προκύπτει δε από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και αυτών των άρθρων 117, 122, 139 ΚΠολΔ η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του, επιτρεπόμενης ανταπόδειξης μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης ως πλαστής.
Τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σ` αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, όπως είναι και ότι η θυροκόλληση δικογράφου έγινε στην κατοικία εκείνου, προς τον οποίο έπρεπε να επιδοθεί, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους (ΑΠ 1553/2008, πρβλ ΑΠ 675/2021, 720/2019, 1024/ 2019, 503/2018, 641/2017, 443/2015, 1232/2012, 1005/2005, 129/2001).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 4/2005).
Η έλλειψη πάντως μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Επίσης, δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει εσφαλμένη μνεία άλλης νομικής διατάξεως και όχι της εφαρμοστέας (ΑΠ 190/2021, 78/2020, 1385/2011). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 78/2020, 2267/2013).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όπως και ο λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία προβλεπόμενης από το δικονομικό δίκαιο ενέργειας (ΑΠ 78/2020, 841/2005, η τελευταία αναφερόμενη ειδικώς στο απαράδεκτο τέτοιου λόγου αναφερόμενου σε ακυρότητα επίδοσης), ακόμη και εάν αυτή συνεπάγεται και συνέπειες ουσιαστικού δικαίου.
Σύμφωνα με αυτά, είναι απαράδεκτοι ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο συναφής τέταρτος λόγος της, κατά το μέρος τους, με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποπειρώνται να θεμελιώσουν πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι αντιστοίχως ότι το Εφετείο:
α)παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφαρμόζοντας για τον προσδιορισμό της κατοικίας τους, στην οποία έπρεπε να γίνει η επίδοση, το άρθρο 51 ΑΚ αντί του άρθρου 128 ΚΠολΔ, β) παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 946 και 261 ΑΚ, μη δεχόμενο ακυρότητα της επίδοσης, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την επίδοση στην κατοικία τους, αφού δεν βεβαίωσε στην απόφασή του ότι η κατοικία στην οποία έγινε η επίδοση ήταν ο τόπος όπου διημέρευαν και διανυκτέρευαν κατ' άρθρο 128 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα με αυτούς, υπό την επίφαση κατ' αρχήν παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η εγκυρότητα των επιδόσεων της αγωγής, η οποία διέπεται από καθαρώς δικονομικούς κανόνες, ενώ οι λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 ιδρύονται επί ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ακόμη κι αν αυτοί, κατ' εξαίρεση, περιλαμβάνονται σε δικονομικούς κανόνες (όπως π.χ.
η νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον κατ' άρθρο 68 ΚΠολΔ), δεν στοιχειοθετούνται όμως αν πρόκειται για παραβίαση αμιγώς δικονομικών διατάξεων, όπως αυτή του άρθρου 128 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 841/2005). Παρότι δε η παραγραφή και η διακοπή αυτής προβλέπονται από το ουσιαστικό δίκαιο, η εγκυρότητα ή μη της επίδοσης της αγωγής που τη διακόπτει κρίνεται αναγκαίως κατά το δικονομικό δίκαιο σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή το απαράδεκτο πρέπει να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 190/2021, 1324/2019) και συγκεκριμένα ο ανωτέρω λόγος στοιχειοθετείται μόνον όταν πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 1331/1985, ΑΠ 190/2021, 933/2019, 623/2015).
Με τους ίδιους παραπάνω τρίτο και τέταρτο, κατ' εκτίμησή του, λόγους της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (δικονομική, συνεπαγόμενη και την ουσιαστική συνέπεια παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου) των επιδόσεων της αγωγής προς αυτούς, μη εφαρμόζοντας τη δικονομική δικαίου διάταξη του άρθρου 128 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφόσον δεν βεβαιώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι επιδόσεις, που δέχθηκε ότι διέκοψαν την παραγραφή, έγιναν στην κατά την έννοια της παραπάνω εφαρμοστέας διάταξης κατοικία των δύο πρώτων και στην κατοικία των νόμιμων αντιπροσώπων του τρίτου γονέων του (πρώτου αναιρεσείοντος και της μητρός αυτού, που ασκούσαν τη γονική του μέριμνα, λόγω της, κατά την άσκηση της αγωγής, ανηλικότητάς του) και ειδικότερα στην κατοικία, όπου αυτοί διημέρευαν και διανυκτέρευαν.
Ειδικότερα ο δεύτερος αναιρεσείων, κατά το μέρος που τον αφορά, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, παραβίασε την ανωτέρω δικονομική διάταξη μη κηρύσσοντας άκυρη την επίδοση της αγωγής σε αυτόν στην αναγραφόμενη στην έκθεση επίδοσης διεύθυνση, όπου δεν βρισκόταν η κατοικία του κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 128 ΚΠολΔ, αφού η κατοικία του βρισκόταν κατά τον χρόνο αυτής της επίδοσης στην Κύπρο, όπου φοιτούσε.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στον ανωτέρω αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, διαμόρφωσε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εφαρμόζοντας, προκειμένου να αχθεί στην κρίση του, το άρθρο 128 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεχόμενο, αφού έλαβε υπόψη και τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ανωτέρω αναιρεσείοντος περί διαφορετικής κατοικίας του, ότι η κατοικία του βρισκόταν στον Πειραιά στην οδό ..., όπου και έγινε η προς αυτόν επίδοση, το διάστημα δε προσωρινής του διαμονής στην Κύπρο ήταν για μικρά, όχι συνεχόμενα, χρονικά διαστήματα, μόνο όσα απαιτούνταν για τις ανάγκες της φοίτησής του.
Η παραδοχή αυτή πληροί ειδικότερα τις προϋποθέσεις, που τάσσονται από το άρθρο 128 παρ. 2 ΚΠολΔ για τον προσδιορισμό της κατά τη σχετική δικονομική διάταξη κατοικίας του, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω να διατυπώνεται πανηγυρικώς το αυτονόητο ότι αυτός διημέρευε και διανυκτέρευε (και) σε αυτήν, δεδομένου μάλιστα ότι η παραπάνω διάταξη δεν αποκλείει την ύπαρξη και άλλης κατοικίας υπό την ίδια έννοια (της διημέρευσης και διανυκτέρευσης κατά διαστήματα και σε άλλο τόπο ή διεύθυνση), όπως συμβαίνει με την έννοια της κατοικίας κατά το άρθρο 51 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο κανείς δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μία κατοικίες.
Η παράθεση στη μείζονα πρόταση της προσβαλλομένης απόφασης σκέψης για την έννοια της κατοικίας κατά το άρθρο 51 ΑΚ και η καθιστάμενη πλεοναστική αιτιολογία αυτής ότι και υπό εκείνη την έννοια η κατοικία του δεύτερου αναιρεσείοντος βρισκόταν στην Ελλάδα και στην ως άνω διεύθυνση δεν αναιρεί την εφαρμογή του άρθρου 128 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού οι προαναφερόμενες, σύμφωνες με τις επιταγές αυτού του τελευταίου άρθρου, πραγματικές παραδοχές της, αρκούν προς θεμελίωση της κρίσης της ως προς το έγκυρο της επίδοσης προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα.
Ο ίδιος λόγος, προβαλλόμενος από τον πρώτο και τρίτο αναιρεσείοντα, όσον αφορά την επίδοση της αγωγής στον πρώτο για τον εαυτό του και ως νόμιμο αντιπρόσωπο του τρίτου καθώς και την επίδοσή της στην αντιπροσωπεύουσα τότε επίσης τον τρίτο (λόγω της ανηλικότητας του κατά τον συγκεκριμένο χρόνο) μητέρα του τρίτου Π.
Σ., είναι επίσης αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αγωγή επιδόθηκε στην προσδιοριζόμενη διεύθυνση της κατοικίας αυτών, χωρίς να μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ως τέτοια νοείται η κατοικία που αποτελούσε τον χώρο διημέρευσης και διανυκτέρευσής τους, δεν ήταν δε αναγκαίο, όπως προαναφέρεται, για την πληρότητα των σχετικών αιτιολογιών να διατυπωθεί και πανηγυρικώς ότι η κατοικία αυτή αποτελούσε τον χώρο διημέρευσης και διανυκτέρευσής τους.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν δέχθηκε (δια της παραδοχής των αντιθέτων) ότι ανταποδείχθηκε πως η δια θυροκολλήσεως επίδοση της αγωγής προς τη μητέρα του τρίτου αναιρεσείοντος, η οποία ασκούσε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής τη γονική του μέριμνα (από κοινού με τον κατοικούντα σε άλλη κατοικία πατέρα του, πρώτο αναιρεσείοντα, από τον οποίο είχε διαζευχθεί), στην κατοικία της σύμφωνα με τη σχετική βεβαίωση στην έκθεση επίδοσης του διενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή (που αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το γεγονός αυτό, το οποίο όφειλε να διαπιστώσει, επιτρεπόμενης απλώς ανταπόδειξης) ήταν άκυρη, κρίνοντας προδήλως τον σχετικό ισχυρισμό του, που στηριζόταν αποκλειστικά στην επίκληση απλής αλλαγής στην αρίθμηση των ακινήτων της οδού, όπου αυτή κατοικούσε μαζί του (βλ.
σελ. 15 των κατατεθεισών στις 9-2-2021 προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς), και όχι σε πραγματική προηγηθείσα της άσκησης της αγωγής μεταβολή της κατοικίας της ή σε άσχετη διεύθυνση, ως προσχηματικό και μη εμπεριέχοντα καν ουσιαστική αμφισβήτηση, ενόψει προδήλως του γεγονότος ότι και η μητέρα του τότε ανηλίκου παρέστη κανονικά (δια πληρεξουσίου δικηγόρου) κατά τη δικάσιμο, για την οποία κλητεύθηκε δια της ως άνω επιδόσεως προς συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα από 11-5-2011 τηρηθέντα πρακτικά της συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώ ο τρίτος αναιρεσείων ουδόλως επικαλέσθηκε ότι η ως άνω προσήκουσα παράστασή της ως αντιπροσώπου του οφείλεται σε τυχόν ενημέρωσή της για την άσκηση της αγωγής από τρίτο πρόσωπο ή ότι αυτή έλαβε γνώση της άσκησης της αγωγής και κλήτευσής της δι' οποιουδήποτε άλλου, πλην της γενομένης επιδόσεως, τρόπου.
Όσον αφορά δε ειδικότερα την επίδοση στον πρώτο αναιρεσείοντα υπό την παραπάνω διπλή ιδιότητά του, ο σχετικός ισχυρισμός του είναι, σε κάθε περίπτωση, και απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον ουδεμία αμφισβήτηση του κύρους της επίδοσης προς αυτόν δεν προβλήθηκε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας.
Κατά τα λοιπά οι προβαλλόμενοι παραπάνω λόγοι αναίρεσης πλήττουν απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν σε σχέση με τα ανωτέρω ζητήματα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-5-2021 αίτηση για αναίρεση της 164/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ