Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding res judicata arguments not listed in appeal articles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National and Kapodistrian University of Athens's appeal against a First Instance Court decision. The appellant argued that the lower court erred in accepting a res judicata claim not explicitly listed in the appeal articles. The court ruled that such procedural objections are inadmissible because the specific legal provision cited does not cover this type of argument in the relevant context.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure; Article 560 of the Code of Civil Procedure: Arguments regarding res judicata not listed in the specific appeal articles are inadmissible as they do not constitute grounds for appeal under the relevant statutory framework.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1578 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1578/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Παρέδρου Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Λ., έως και 33)Π. Χ., απάντων κατοίκων … . Οι 3ου, 5ου, 10ης, 19ου, 27ης, 30ου, 31ου, 32ου και 33ου δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί 1η, 2ος, 4η, 6η, 7η, 8η, 9ος, 11η, 12η, 13η, 14η, 15ος, 16η, 17ος, 18η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 28η και 29ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1354/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο με την από 26/11/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος ανέγνωσε την από 29/4/2020 έκθεση του Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό κρίση από 26η Νοεμβρίου 2012 με αριθμ. κατάθεσης 144/26.11.2012 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 39/4.1.2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας η συζήτηση προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 12ης Μαΐου 2020, κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθ.Δ1α/Γ.Π.οικ.26804/25.4.2020 (ΦΕΚ1588/Β/25.4.2020) επαναπροσδιορίστηκε, δε, αυτή αυτεπαγγέλτως με την από 9η Ιουνίου 2020 πράξη της Προέδρου του Β2 πολιτικού τμήματος, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του Ν.4690/30.5.2020, για τη δικάσιμο της 23ης Μαρτίου 2021 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, κατά την οποία ματαιώθηκε εκ νέου λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθ.Δ1α/Γ.Π.οικ.17698/2021 (ΦΕΚ1076/Β/20.3.2021), επαναπροσδιορίστηκε, δε, αυτή αυτεπαγγέλτως, με την από 19η Μαΐου 2021 πράξη της Προέδρου του Β2 πολιτικού τμήματος, σύμφωνα με τα άρθρα 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο.
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 24/2016).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του Ν. 4690/3-5-2020 (ΦΕΚ Α'104) ορίζεται ότι "σε περίπτωση που η συζήτηση υποθέσεως οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.
Η εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων...", και με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) ορίζεται ότι "σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.....". Κατά την έννοια των τελευταίων ως άνω διατάξεων η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος διάδικος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση (ΑΠ 1255/2020, ΑΠ 1121/2020).
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του.
Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 1305/2020, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 364/2016).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.3 του άρθρου 96 συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότητα, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υπόθεσης και την κήρυξη ως άκυρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων (ΑΠ 954/2020, ΑΠ 676/2020, ΑΠ 711/2019, ΑΠ 356/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (26.10.2021), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο εκ του συνόλου των τριάντα τριών (33) αναιρεσίβλητων, ο τρίτος (3ος) αναιρεσίβλητος, ο πέμπτος (5ος) αναιρεσίβλητος, η δέκατη (10η) αναιρεσίβλητη, ο δέκατος ένατος (19ος) αναιρεσίβλητος, η εικοστή έβδομη (27η) αναιρεσίβλητη, ο τριακοστός (30ος) αναιρεσίβλητος, ο τριακοστός πρώτος (31ος) αναιρεσίβλητος, ο τριακοστός δεύτερος (32ος) αναιρεσίβλητος και ο τριακοστός τρίτος (33ος) αναιρεσίβλητος, ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους.
Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με αριθ. 6445Γ/12.3.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ζώη Αργύρη προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 26ης Νοεμβρίου 2012 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 39/4.1.2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο στις 12.5.2020, και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, η συζήτησή της ματαιώθηκε, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Ευαγγελία Χαραλάμπους, η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), της υπ'αριθμ. 1354/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της από 31.12.2007 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσια δικηγόρος όλων των εναγόντων κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους ή από κάποιον από αυτούς προς το αναιρεσείον η αντικατάστασή της.
Η ως άνω δικηγόρος παρέστη και ως πληρεξουσία δικηγόρος όλων των εναγόντων-εφεσιβλήτων και κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 39/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος κατ' έφεση, πλην, όμως, δεν κατέθεσε προτάσεις και για τους 24η, 25η, 30ο και 31ο των εφεσίβλητων που για το λόγο αυτό δικάσθηκαν ερήμην.
Περαιτέρω και από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας από την εικοστή τέταρτη (24η) αναιρεσίβλητη και από την εικοστή πέμπτη (25η) αναιρεσίβλητη στην ως άνω δικηγόρο να τις εκπροσωπήσει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφού δεν προσκομίζεται ούτε σχετική συμβολαιογραφική πράξη ούτε ιδιωτικό έγγραφο με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους, από το οποίο να προκύπτει ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητες παρείχαν στην πιο πάνω δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να τις εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Συνακόλουθα εφόσον α) ο τρίτος (3ος), ο πέμπτος (5ος), η δέκατη (10η), ο δέκατος ένατος (19ος), η εικοστή έβδομη (27η), ο τριακοστός (30ος), ο τριακοστός πρώτος (31ος), ο τριακοστός δεύτερος (32ος) και ο τριακοστός τρίτος (33ος) των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε είχε κατατεθεί ως προς αυτούς κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και β) η εικοστή τετάρτη (24η) και η εικοστή πέμπτη (25η) των αναιρεσίβλητων δεν αποδείχθηκε ότι παρείχαν ρητή πληρεξουσιότητα στην προαναφερθείσα δικηγόρο να τις εκπροσωπήσει στην παρούσα αναιρετική δίκη και δεδομένου ότι οι ως άνω, υπό στοιχεία α και β, αναιρεσίβλητοι είχαν κληθεί νόμιμα από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο για την αρχική δικάσιμο (12.5.2020), κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, η συζήτησή της ματαιώθηκε, λόγω της προσωρινής αναστολής των Δικαστηρίων της χώρας και επειδή αα) η οίκοθεν εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο με πρωτοβουλία της Γραμματέως του Τμήματος για τη δικάσιμο στις 23.3.2021, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, η συζήτησή της ματαιώθηκε εκ νέου λόγω της προσωρινής αναστολής των Δικαστηρίων της χώρας, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 74 παρ.2 του Ν. 4690/2020) και ββ) η οίκοθεν εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο με πρωτοβουλία της Γραμματέως του Τμήματος για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (26.10.2021) ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 83 παρ.2.
του Ν. 4790/2021), πρέπει το παρόν Δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 26η Νοεμβρίου 2012 με αριθμ. κατάθεσης 144/26.11.2012 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 39/4.1.2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 20η Μαρτίου 2009 με αριθ.
κατάθ. 608/23.3.2009 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 1354/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την ως άνω οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 31.12.2007 με αριθ.
καταθ. 3090/31.12.2007 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά την κυρία βάση αυτής και είχαν επιδικασθεί στον καθένα από αυτούς τα αναγραφόμενα σ' αυτή επί μέρους χρηματικά ποσά ως επίδομα πληροφορικής για το διάστημα από 1.1.2006 έως 31.12.2007. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι εσφαλμένα μεν η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έκρινε ότι οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.11 του Ν. 2470/1997 επιδόματος πληροφορικής κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας που απορρέει από το άρθρο 4 του Συντάγματος, πλην, όμως το διατακτικό της είναι ορθό, καθότι με τις προηγούμενες με αριθμ. 2653/2004 (για τους 23η, 24η, 25η, 29ο, 30ο, 31ο, 32ο και 33ο των εναγόντων) και 4961/2004 (για τους λοιπούς ενάγοντες) αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε κριθεί τελεσίδικα με δύναμη δεδικασμένου ότι όλοι οι ενάγοντες δικαιούνται του πιο πάνω επιδόματος με βάση την συνταγματική αρχή της ισότητας για το προηγούμενο χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2002 και κατά συνέπεια οι ενάγοντες δικαιούνται αυτού και για το επίδικο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου δεν μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς.
Η ως άνω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στο εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον στις 30.10.2012, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από αυτό από 11.10.2012 ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης με παραγγελία προς επίδοση από την πληρεξούσια δικηγόρο των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων Ευαγγελία Χαραλάμπους με τη σχετική επισημείωση της ως άνω ημερομηνίας επίδοσης του εκ μέρους του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Αντώνη Ζαρουλέα, κατ' αυτής δε το αναιρεσείον άσκησε την κρινόμενη από 26.11.2012 με αριθμ.
κατ. 144/26.11.2012 αίτηση αναίρεσης. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 (που ισχύει από 1.1.2016) και εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (26.11.2012), "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο" και συνεπώς είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, ερειδόμενοι στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 366/2019, ΑΠ 147/2019), όπως είναι ειδικότερα η εσφαλμένη ερμηνεία ή η κακή εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ιδίου κώδικα σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά και συγκεκριμένα αν αυτά συγκροτούν την έννοια και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 7/2013), καθότι στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ δεν περιελήφθη αναιρετικός λόγος αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ιδίου κώδικα (ΑΠ 366/2019).
Επιπρόσθετα, με τον με αριθμ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις περί δεδικασμένου των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 560, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 366/2019, ΑΠ 1559/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την αιτίαση ότι με το να δεχθεί τη συνδρομή δεδικασμένου από τις προηγούμενες τελεσίδικες αποφάσεις αυτού, που, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, είχαν επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους για την ίδια ιστορική και νομική αιτία αντίστοιχα χρηματικά ποσά ως επίδομα πληροφορικής για προγενέστερο χρονικό διάστημα και συνακόλουθα να απορρίψει την έφεση αυτού κατά της οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν επιδικασθεί τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά ως επίδομα πληροφορικής, λόγω παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της τελευταίας τις οποίες έκρινε εσφαλμένες, παραβίασε τις περί δεδικασμένου ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Και τούτο διότι κατά τα εκτιθέμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο με την προγενέστερη με αριθμ. 3760/2008 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχαν επιδικασθεί στους ενάγοντες ως επίδομα πληροφορικής ποσά προγενεστέρου χρονικού διαστήματος όχι κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, αλλά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επομ.
του ΑΚ) με συνέπεια να μη συντρέχει ταυτότητα νομικής αιτίας. Η επικαλούμενη όμως στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια αφορά κατά το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, ήτοι αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Όμως ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση. Λόγος δε από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, διότι οι περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού χαρακτήρα.
Επομένως ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, παρέλκει η εξέταση του αιτήματος του αναιρεσείοντος που υπέβαλε με τις από 22.10.2021 προτάσεις του που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25.10.2021, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ), ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι σε επιστροφή των ποσών που τους έχει καταβάλει λόγω εκούσιας εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων 1ης, 2ου, 4ης, 6ης, 7ης, 8ης, 9ου, 11ης, 12ης, 13ης, 14ης, 15ου, 16ης, 17ου, 18ης, 20ης, 21ης, 22ης, 23ης, 26ης, 28ης και 29ου αναιρεσίβλητων, που εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021 (βλ ΑΠ 1065/2019, υπό την ισχύ της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 1, του Ν. 3086/2002) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26η Νοεμβρίου 2012 με αριθμ. κατάθεσης 144/26.11.2012 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 39/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων πρώτης (1ης), δεύτερου (2ου), τέταρτης (4ης), έκτης (6ης), έβδομης (7ης), όγδοης (8ης), ένατου (9ου), ενδέκατης (11ης), δωδέκατης (12ης), δέκατης τρίτης (13ης), δέκατης τέταρτης (14ης), δέκατου πέμπτου (15ου), δέκατης έκτης (16ης), δέκατου έβδομου (17ου), δέκατης όγδοης (18ης), εικοστής (20ης), εικοστής πρώτης (21ης), εικοστής δεύτερης (22ης), εικοστής τρίτης (23ης), εικοστής έκτης (26ης), εικοστής όγδοης (28ης) και εικοστού ένατου (29ου) αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ