Legislator Case Law & Legislation
1578/2016 AI generated

1578/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1578/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1578/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημίσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως.

Keywords

AI generated
ethnic persecution fitness to drive traffic violation discrimination and incitement to hatred religious discrimination non-discrimination on grounds of nationality
AI generated
1346/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
763/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eυριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια-Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
2066/2008
Η προσβαλλομένη έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
540/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
611/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1578 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1578/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Α., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Ι. Μ. του Γ. και 2. Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπύρου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 8202/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Μ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ’ αριθμ. πρωτ. .../27.4.2015, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 528/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η από 27-4-2015 (με αριθ. πρωτ. .../27-4-2015) του Ι. Μ. του Γ. και 2) η από 27-4-2015 (με αριθ. πρωτ. .../27-4-2015) της Α. Κ. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 8202/24-2-2015, καταδικαστικής για τους αναιρεσείοντες, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.

Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ’ και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στο άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η υπόθεση σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ’ αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή, ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 9-10-2015 αποδεικτικό του αρχιφύλακα του AT Ν. Ερυθραίας Γ. Φ., ο πολιτικώς ενάγων της κρινόμενης υπόθεσης Π. Μ., κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανιστεί κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 12-1-2016, κατά την οποία, χωρίς την παρουσία του, με την υπ’ αριθμ. 15/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε, λόγω της πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, η συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, πλην όμως αυτός κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατ’ αυτήν δεν εμφανίστηκε. Μετά από αυτά, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών.

Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημίσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως.

Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου.

Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.

Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον του τρίτου του ψευδούς γεγονότος εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και δεν αρκεί απλός δόλος.

Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων.

Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταστη του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφημίσεως ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειας του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 8202/2015 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "Στις 8-9-2005 και περί ώρα 1:00 πμ εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο στεγασμένο χώρο στάθμευες της ευρισκόμενης στο Διόνυσο Αττικής και επί της οδού ...

οικία τ0ι κατηγορουμένων. Κατά το χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς η πόρτα του ήταν μισάνοικτη, ώστε να βρίσκουν καταφύγιο τα αδέσποτα ζώα της γειτονιάς. Η αιτία της πυρκαγιάς οφείλεται σε εκ προθέσεως ενέργεια ατόμου, το οποίο περιέλουσε το όχημα του πρώτου κατηγορουμένου με εύφλεκτο υλικό και στη συνέχεια έθεσε φωτιά σ’ αυτό με τη χρήση γυμνής φλόγας, με αποτέλεσμα να καταστραφεί το ως άνω όχημα καθώς και να προκληθούν ζημίες και στο δεύτερο όχημα, ιδιοκτησίας της δεύτερης κατηγορουμένης.

Η πυρκαγιά κατασβήσθηκε με την επέμβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων χωρίς την οποία θα μπορούσε ευχερώς να επεκταθεί και να καταστρέψει όχι μόνο την οικία των κατηγορουμένων αλλά και τις όμορες ιδιοκτησίες μεταξύ των οποίων και αυτή του εγκαλούντος, όπου διέμενε με την οικογένεια του. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας ότι ο ίδιος, θορυβηθείς από το γάβγισμα του σκύλου του, εξήλθε της οικίας του και κατευθύνθηκε στην καγκελόπορτα της οικίας τους προκειμένου να διαπιστώσει τι συνέβαινε, οπότε και είδε να πλησιάζει ένα αυτοκίνητο μάρκας Citroen, χρώματος ασημί, στο οποίο επέβαιναν τέσσερις άνδρες, να σταματά μπροστά στο γκαράζ της οικίας του και έναν από τους επιβαίνοντες, που καθόταν στο κάθισμα πίσω από τον οδηγό, να πετά κάτι στο γκαράζ και αμέσως μετά είδε τη λάμψη από τη φωτιά.

Αμέσως, ο πρώτος κατηγορούμενος, που είχε συγκρατήσει τις πινακίδες του πιο πάνω αυτοκινήτου κάλεσε την άμεση δράση και την πυροσβεστική. Στην Ασφάλεια ο πρώτος κατηγορούμενος αναγνώρισε στο πρόσωπο του οδηγού του ανωτέρω αυτοκινήτου τον S. T., αλβανικής καταγωγής, που είχε εκμισθώσει το πιο πάνω αυτοκίνητο από εταιρία εκμισθώσεως οχημάτων, με τον οποίο ο ίδιος στις 26-6-2005 είχε ένα λεκτικό διαπληκτισμό με αφορμή τη στάθμευση αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ανωτέρω αλβανός κατά τρόπο που εμπόδισε την έξοδο από το γκαράζ του πρώτου κατηγορουμένου, επιπλέον είχε απασχοληθεί σε οικοδομικές και άλλες εργασίες στην οικία του εγκαλούντος, με τον οποίο και συνέχιζαν να διατηρούν επαφές, σύμφωνα δε με τον εγκαλούντα ο ίδιος ως άνω είχε απασχοληθεί και από τους κατηγορουμένους στο παρελθόν για διάφορες εργασίες στην οικία τους.

Σε βάρος του S. T., ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη του εμπρησμού από πρόθεση κατά συναυτουργία και διατάχθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης. Καθ’ όν χρόνο διενεργείτο η κύρια ανάκριση, οι κατηγορούμενοι υπέδειξαν ως ηθικό αυτουργό του πιο πάνω εμπρησμού τον εγκαλούντα. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος στην από 29.5.2006 αίτησή του ενώπιον της Γ’ Τακτικής Ανακρίτριας ισχυρίσθηκε σε βάρος του εγκαλούντος ότι ο τελευταίος κατέπεισε εκμεταλλευόμενος την αφέλειά τους, άτομα αλβανικής υπηκοότητας, να τελέσουν την πράξη του εμπρησμού ενώ, επίσης, και στην από 28.6.2007 νεότερη αίτησή του ενώπιον της ιδίας Ανακρίτριας, ισχυρίσθηκε ότι ο εγκαλών είχε προκαλέσει σε άλλους την απόφαση να τελέσουν την πράξη του εμπρησμού, τις ποινικές συνέπειες του οποίου προσπαθούσε να αποφύγει με διάφορες μεθοδεύσεις.

Περαιτέρω και η δεύτερη κατηγορουμένη, σύζυγος του πρώτου, σης 23.5.2007 ενεχείρισε ενώπιον της ως άνω Ανακρίτριας το με την ίδια ημερομηνία υπόμνημα συμπληρωματικό στο οποίο ισχυρίσθηκε ότι ο εγκαλών Π. Μ. ήταν ο ηθικός αυτουργός του εμπρησμού που είχε λάβει χώρα στο Διόνυσο την 8.9.2005 και ότι είχε κατασκευάσει ψευδοαποδεικτικό στοιχείο για να το χρησιμοποιήσει ο φίλος του S. T.

προς υπεράσπισή του, ενώ το ποινικό παρελθόν του S. T. ήταν στον εγκαλούντα γνωστό γι’ αυτό και προτιμήθηκε από τον εγκαλούντα για να γίνει το εκτελεστικό όργανο του εμπρησμού που αυτός είχε εμπνευστεί και προσχεδιάσει. Τις παραπάνω αιτιάσεις των κατηγορουμένων έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών και με το υπ’ αριθμ. 770/2007 βούλευμά του διέταξε τη διενέργεια συμπληρωματικής κύριας ανάκρισης προκειμένου να κληθεί σε απολογία και ο εγκαλών για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στον πιο πάνω εμπρησμό.

Ακολούθως, ο εγκαλών μαζί με τov S. T. παραπέμφθηκαν ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου για να δικασθούν ο μεν S. T. για την πράξη του εμπρησμού από πρόθεση κατά συναυτουργία ο δε εγκαλών για ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη. Επί της υπόθεσης αυτής, εκδόθηκε η υπ αριθμ. 165,166 και 181 της 14ης, 20ης, και 28ης Ιουνίου 2013 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θηβών, δυνάμει της οποίας οι πιο πάνω κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αμφότεροι αθώοι λόγω αμφιβολιών, η σχετική απόφαση κατέστη ήδη αμετάκλητη (βλ.

την από 21-11-2013 βεβαίωση του Τμήματος ΜΟΔ του Πρωτοδικείου Θηβών). Έτσι, μετά την αμετάκλητη απαλλαγή των S. T. και του εδώ εγκαλούντος, Π. Μ., παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων, που αποτελούν το περιεχόμενο της κρινόμενης συκοφαντικής δυσφήμισης. Να σημειωθεί δε το τεκμήριο αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι εν προκειμένω η απαλλακτική κρίση στηρίχθηκε σε αμφιβολίες (βλ.

ΕρμπΕφαρμ ΠΚ Μιχαήλ Μαργαρίτη άρθρ. 366, σελ. 1002, αρ. 7). Εξάλλου, από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης του ΜΟΔ δεν καταλείπονται αμφιβολίες ως προς την αθωότητα του εγκαλούντος. Περαιτέρω, από την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με πρόθεση να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος με τον οποίο υπήρχε χρόνια σφοδρή αντιπαλότητα και αντιδικία, με πολλές εκκρεμείς μεταξύ τους δίκες.

Η πρόθεσή τους αυτή εμφαίνεται από το ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι υπέδειξαν ανεπιφύλακτα και ανενδοίαστα τον εγκαλούντα ως ηθικό αυτουργό της πράξης του εμπρησμού. Ο ισχυρισμός τους δε ότι οι σχετικές αναφορές τους δεν ενείχαν την νομική έννοια του όρου δεν μπορεί να γίνει δεκτός ως βάσιμος και αληθής δεδομένου ότι η νομική έννοια του όρου της ηθικής αυτουργίας ταυτίζεται με την πραγματική έννοια αυτού και γι’ αυτό μπορεί να γίνει επαρκώς και ευχερώς αντιληπτή από τον μέσο έμφρονα άνθρωπο χωρίς να απαιτούνται προς τούτου ιδιαίτερες νομικές γνώσεις, ειδικά δε στην περίπτωση των κατηγορουμένων οι οποίοι διαθέτουν υψηλό μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Οι ίδιοι, εξάλλου, κατά την συμπληρωματική κύρια ανάκριση, όταν αποδόθηκε στον εγκαλούνται η κατηγορία της ηθικής αυτουργίας, δεν έσπευσαν να διευκρινίσουν σχετικά με την τυχόν διαφορετική έννοια που επικαλούνται ότι απέδιδαν στην ηθική αυτουργία, τουναντίον τόσο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, όταν εκλήθησαν σε συμπληρωματική κατάθεση αλλά και με συνεχή υπομνήματα και αιτήσεις τους όσο και κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία της δίκης του εμπρησμού επιχείρησαν να ενισχύσουν τη θέση τους περί της ενοχής του εδώ εγκαλούντος.

Επομένως, λαμβάνοντας όλα τα ανωτέρω οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, και συγκεκριμένα, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος, ως προς την τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση συκοφαντική δυσφήμηση κατά τις ημερομηνίες 29-5-2006 και 28-6-2007, η δε δεύτερη κατηγορούμενη ως προς την τελεσθείσα άπαξ συκοφαντική δυσφήμηση που τελέστηκε την 23-5-2007.

Δεν πρέπει δε να αναγνωριστεί η ύπαρξη ελαφρυντικών σε κανένα εκ των κατηγορουμένων, καθώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, δεν συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι ........ των περιπτώσεων β’ , γ’ , και ε’ του άρθρου 84 § 2 ΠΚ όπως τις απαιτεί ο νόμος και η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων." Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες του ότι: "Στην Αθήνα και στους κατωτέρω χρόνους, ο πρώτος κατηγορούμενος Ι.

Μ., με περισσότερες πράξεις του που συνιστούσαν εξακολούθηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, η δεύτερη κατηγορουμένη Α. Κ., άπαξ, ανασταλείσης της παραγραφής από 15-7-2010 έως 15-7-2013, με πρόθεση ισχυρίστηκαν με τον κατωτέρω τρόπο ενώπιον τρίτων για τον εγκαλούντα Π. Μ. του Ε., εν γνώσει τους γεγονός ψευδές και ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος.

Ειδικότερα :

Α. Ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Μ., στην Αθήνα, την 29-5-2006 και την 28-6-2007, με ενιαίο δόλο ισχυρίστηκε εξακολουθητικά ενώπιον των κατωτέρω προσώπων το εξής εν γνώσει του ψευδές και προσβλητικό της τιμής του εγκαλούντα γεγονός: "α) Στην Αθήνα, την 293.2006 κατέθεσε διό της Ανακρίτριας του Γ’ Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αίτηση απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στην οποία ισχυρίσθηκε εκ νέου ότι ο εγκαλών κατέπεισε εκμεταλλευόμενος την αφέλειά τους, άτομα αλβανικής υπηκοότητας, να τελέσουν εις βάρος του το αδίκημα του εμπρησμού από πρόθεση, με δυνατότητα πρόκλησης κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα και κινδύνου σε άνθρωπο, που εφέρετο τελεσθέν την 8.9.2005 στον Διόνυσο Αττικής.

β) Στην Αθήνα, την 28.6.2007, και στο γραφείο του Γ’ Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, εγχείρισε ενώπιον της Ανακρίτριας και της γραμματέως του οικείου τμήματος την από 28.6.2007 αίτησή του απευθυνώμενη προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στην οποία ισχυρίσθηκε εκ νέου το ίδιο εν γνώσει του ψευδές γεγονός ότι δήθεν είχε προκαλέσει σε άλγους την απόφαση να τελέσουν το ανωτέρω αδίκημα του εμπρησμού από πρόθεση από κοινού, τις ποινικές συνέπειες του οποίου προσπαθούσε να αποφύγει με διάφορες μεθοδεύσεις.

Με τον παραπάνω τρόπο, ισχυρίσθηκε εξακολουθητικά ενώπιον των ανωτέρω προσώπων, Ανακρίτριας, Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών και γραμματέως του ανακριτικού γραφείου του Γ’ Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι ο εγκαλών είχε δήθεν τελέσει στον Διόνυσο Αττικής, την 8.9.2005 το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή σε εμπρησμό από πρόθεση με δυνατότητα πρόκλησης κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα και κινδύνου σε άνθρωπο, ενώ γνώριζε καλώς ότι ο εγκαλών δεν είχε εμπλακεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην ανωτέρω πράξη και ότι με αυτούς τους ισχυρισμούς προσέβαλε την τιμή του παρουσιάζοντας τον να έχει διαπράξει κακούργημα.

Β. Η δεύτερη κατηγορουμένη, Α. Κ. του Α., στην Αθήνα, την 23.5.2007, ανασταλείσης της παραγραφής από 15.7.2010 έως 15.7.2013, με πρόθεση ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για τον εγκαλούντα, Π. Μ. του Ε., εν γνώσει της γεγονός ψευδές και ικανό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενεχείρισε ενώπιον της Ανακρίτριας και της Γραμματέως του Γ’ Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, το από 23.5.2007 "Υπόμνημα συμπληρωματικό" επί της ΑΦ 2005/1980 δικογραφίας που αφορούσε την ποινική δίωξη κατά Π.

Μ., στο οποίο ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναλήθειάς του, ότι ο εγκαλών, Π. Μ. ήταν ο ηθικός αυτουργός του εμπρησμού που είχε λάβει χώρα στον Διόνυσο την 8.9.2005 και ότι είχε κατασκευάσει ψευδοαποδεικτικό στοιχείο για να το χρησιμοποιήσει ο φίλος του S. T. προς υπεράσπιση του, ενώ το ποινικό παρελθόν του S. T. ήταν στον εγκαλούυντα γνωστό γι’ αυτό και προτιμήθηκε δήθεν από τον εγκαλούντα για να γίνει το εκτελεστικό όργανο του εμπρησμού που αυτός είχε εμπνευστεί και προσχεδιάσει.

Με τον παραπάνω τρόπο, ισχυρίσθηκε ενώπιον των ανωτέρω προσώπων, Ανακρίτριας και Γραμματέως του ανακριτικού γραφείου του Γ’ Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι ο εγκαλών είχε δήθεν τελέσει στον Διόνυσο Αττικής την 8-9-2005 το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή σε εμπρησμό από πρόθεση, με δυνατότητα πρόκλησης κινδύνου σε άνθρωπο, ενώ γνώριζε καλώς ότι ο εγκαλών δεν είχε εμπλακεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην ανωτέρω άδικη πράξη και ότι με αυτούς τους ισχυρισμούς προσέβαλε την τιμή του παρουσιάζοντάς τον να έχει διαπράξει κακούργημα".

Με αυτά που δέχτηκε, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που, σημειωτέον, το τελευταίο εκτός των τυπικών στοιχείων του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 και 362-363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, έχει διαληφθεί στην προσβαλλομένη απόφαση η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος ενώ αιτιολογείται πλήρως και ο άμεσος δόλος αυτών, ήτοι η γνώση της αναλήθειας των όσων αυτοί ισχυρίστηκαν κατά του πολιτικώς ενάγοντος, θεμελιούμενη (η γνώση τους), ως τούτο συνάγεται τόσο από το περιεχόμενο των όσων ισχυρίστηκαν όσο και από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης και την εντεύθεν διένεξη των διαδίκων, σε προσωπική τους πεποίθηση έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών.

Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης του Ι. Μ. και πρώτος λόγος αναίρεσης της Α. Κ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Οι λοιπές περιεχόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τους αναιρεσείοντες, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Ωσαύτως, απορριπτέοι ως αβάσιμοι τυγχάνουν ο πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης του Ι. Μ., με τους οποίους, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ) επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έπαυσε οριστικά την κατά του άνω αναιρεσείοντα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής αναφορικά με την αποδιδόμενη σ’ αυτόν μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, που φέρεται τελεσθείσα από αυτόν στις 28-6-07 (υπό στοιχ.

Α β’ του διατακτικού) και ως προς την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν εχώρησε αναστολή της παραγραφής με την μνημονευομένη στην προσβαλλομένη απόφαση από 15-7- 2010 πράξη της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, και τούτο διότι, και αληθούς υποτιθεμένου ότι ως προς την πράξη αυτή δεν εχώρησε αναστολή της παραγραφής, κατά το χρόνο έκδοσης (24-2-2015) της προσβαλλομένης απόφασης, δεν είχε ακόμη παρέλθει οκταετία από το χρόνο που η ανωτέρω μερικότερη πράξη φέρεται ως τελεσθείσα (28-6-2015).

Επειδή, κατ’ άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ, "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ" αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ. 3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, που δικάσθηκε με την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως, ως ιστορικού γεγονότος, στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.

Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ’ ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται για την ίδια πράξη, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα.

Για την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέσθηκε (ΑΠ 114/14, ΑΠ 848/13).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Ι. Μ., με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε το δεδικασμένο, που προκύπτει από την καταδικαστική διάταξη της υπ’ αριθμ. 4895/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που τον κήρυξε ένοχο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του εγκαλούντα, με χρόνο τέλεσης την 28-6-2007, πράξη, κατά τους ισχυρισμούς του, ακριβώς ταυτόσημη κατά τόπο, χρόνο και περιστάσεις με την φερομένη ως τελεσθείσα στις 28-6-07 μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλομένη απόφαση.

Όπως όμως προκύπτει από την παραπάνω απόφαση (4895/13) , η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε με αυτήν για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, που συνίσταται στο ότι : " ....με τον κατωτέρω τρόπο ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονός εν γνώσει του ψευδές, που μπορούσε να προσβάλει την τιμή και την υπόληψή του.

Ειδικότερα : α) ... γ) Με την από 28/6/2007 αίτηση προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ισχυρίστηκε για τον ανωτέρω εγκαλούντα τα εξής: "...Η αιτία που επισυνάπτω τα έγγραφα αυτά είναι η αξιοπιστία του Π. Μ., ως και οι μεθοδεύσεις που εφαρμόζει διά των δικηγόρων του για να μην υποστεί τις συνέπειες του εμπρησμού.

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΟΝ: Την 27/6/2007 οι Π. Μ. και Β. Κ., ενώ εδικάζοντο στο Β’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων για αδικήματα που είχαν σχέση με παράνομη ανάμειξή τους στην υπόθεση Ρ. (αυτή που αργότερα μεταλλάχθηκε σε μέλος της ομάδας των), εξέφεραν αντιρρήσεις σε αίτημα αναβολής... Ο κ. Κ. είπε επί λέξει... (ομιλών για λογαριασμό των Π.

Μ. και Κ.) τα εξής: "...Ο Ι. Μ. και η μητέρα του, που του κάνει τα χατίρια, κρύβονται, κάπου στην Αθήνα προφανώς, ποτέ δεν πήγαν στο Αίγιο, είναι ψέματα, έτσι έγινε και στις 18/1/2007, δεν πήγε στον Ευαγγελισμό ο Μ., λέει ψέματα σήμερα η Κ., που έχει "φάει" δώδεκα μήνες ψευδορκία, το κάνουν για να μη γίνει η Δίκη, εμείς τηλεφωνήσαμε στο Νοσοκομείο του Αιγίου, δεν ξέρουν καμμία Μ., δεν νοσηλεύτηκε η Μ., όλα ψέματα είναι..." ...Τα ψέματα που είπε ο κ.

Κ. για λογαριασμό των Μ. και Κ. έγιναν πιστευτά και απερρίφθη το αίτημα αναβολής...". Τα ανωτέρω γεγονότα, των οποίων έλαβαν γνώση οι προαναφερόμενοι Εισαγγελείς, και οι αρμόδιοι δικαστικοί γραμματείς, ήταν εν γνώσει του ψευδή, καθόσον ο εγκαλών δεν είχε προβεί στις πράξεις που αυτός του απέδιδε, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, και την οποία έβλαψαν ...".

Από την αντιπαραβολή του διατακτικού της ως άνω απόφασης με αυτό της προσβαλλομένης, που αναφέρεται παραπάνω, σε συνδυασμό και με το σκεπτικό τους, προκύπτει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως στις δύο περιπτώσεις, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει περίπτωση υπάρξεως δεδικασμένου. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σε ουδεμία παραβίαση του δεδικασμένου υπέπεσε με το να απορρίψει τον προταθέντα ενώπιον του σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντα με την αιτιολογία ότι ".... δεν υφίσταται δεδικασμένο-εκκρεμοδικία ως αρνητική δικονομική προϋπόθεση που εμποδίζει την πρόοδο της σχετικής διαδικασίας, διότι δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως, αφού οι δύο διώξεις στηρίχθηκαν σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης...... Επομένως, ο παραπάνω, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ’ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός για τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Προϋποτίθεται όμως η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο καθώς και η προφορική του ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει πολύ δε περισσότερο να δικαιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 731/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ζήτησε, με μόνη την αναφορά στις προβλέπουσες αυτά διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β’ , γ’ και ε’ ΠΚ, την αναγνώριση στο πρόσωπο τους των ως άνω ελαφρυντικών. Ο ισχυρισμός αυτός χωρίς ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση των ανωτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγήσουν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τους κατηγορούμενους συμπέρασμα, ήταν παντελώς αόριστος και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει σ’ αυτόν, τον οποίο ως εκ περισσού απέρριψε με ιδιαίτερη διάταξη. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ ΚΠΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης του Ι. Μ. και τρίτος λόγος αναίρεσης της Α. Κ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του "αυτοτελούς ισχυρισμού" τους για αναγνώριση στο πρόσωπο τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 β’ , γ’ και ε’ ΠΚ είναι αβάσιμοι και πρέπει ν’ απορριφθούν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο, εκτός αν αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφο διαδικαστικό ή αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώστηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο (ΑΠ 910/15).

Τα έγγραφα με γραφικές παραστάσεις, όπως είναι οι χάρτες, απεικονίσεις, φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα, δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, προς τους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση.

Συνεπώς, είναι προφανές, ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι "αναγνώσθηκε" φωτογραφία ή σχεδιάγραμμα, η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκόπησης του εγγράφου αυτού από τους παράγοντες της δίκης, οι οποίοι, έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου του και τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτό (ΑΠ 1108/14, ΑΠ 826/14).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης του Ι. Μ. και τον δεύτερο λόγο αναίρεσης της Α. Κ., προβάλλεται, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του σε αναγνωσθέντα έγγραφα, μη προσδιοριζόμενα με επάρκεια κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους και δη σε έγγραφο με τον προσδιορισμό "Αίτηση προς Γ’ Ανακρίτρια" καθώς και "3 φωτογραφίες", με συνέπεια να μην έχουν την ευχέρεια να ασκήσουν τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά τους.

Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, η προαναφερθείσα "Αίτηση προς Γ’ Ανακρίτρια" είναι το μοναδικό έγγραφο με τα στοιχεία αυτά που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Με τη γενόμενη δε και μη αμφισβητούμενη ανάγνωση του κειμένου του στο ακροατήριο, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από το συνήγορο των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων ή την παραστάσα στο ακροατήριο δεύτερη εξ αυτών, έγινε γνωστό και σ’ αυτούς το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, οπότε είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο του, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης.

Άλλωστε, από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο ή παρεμφερή προσδιορισμό ούτε απορρίφθηκε υποβληθέν αίτημα για την ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου και επομένως δεν ανακύπτει αβεβαιότητα ως προς την ανάγνωση και την ταυτότητα του ανωτέρω εγγράφου (ΑΠ 910/15).

Τέλος, η αναφορά στα πρακτικά ότι αναγνώστηκαν "3 φωτογραφίες",τίθεται προδήλως με την έννοια ότι στην πραγματικότητα επισκοπήθηκαν από όλους τους παράγοντες της δίκης και θεωρήθηκαν από όλους δια της επιδείξεώς τους προς αυτούς, ήτοι και από την παριστάμενη κατηγορούμενη και το συνήγορο αμφοτέρων, από την επίδειξή τους δε σε όλους τους παράγοντες της δίκης, κατέστησαν σε όλους αυτές γνωστές, ήτοι και στους κατηγορούμενους και το συνηγόρό τους, οι οποίοι μπορούσαν να εκφέρουν (ο πρώτος δια του συνηγόρου του) τις παρατηρήσεις τους κατ’ άρθρο 358 ΚΠΔ, ως εκ τούτου δε δεν ήταν αναγκαίος ο περαιτέρω προσδιορισμός αυτών (φωτογραφιών), ως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

Επομένως, οι παραπάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 και 68 του ΚΠΔ συνάγεται ότι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος είναι παράνομη και συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατ’ άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη διαδικασία σχετικώς με το χρόνο και τον τρόπο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο.

Οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη αναφερόμενη στην παράσταση ή εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως, η οποία δεν θίγει το συμφέρον του κατηγορουμένου ούτε πλήττει τη δημόσια τάξη. Έτσι, δεν είναι παράνομη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος επί παραβιάσεως από αυτόν των διατάξεων για τη σχετική νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του.

Εξάλλου, η δήλωση παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, όταν αυτή επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 84 ΚΠΔ στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε και έγινε δεκτή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 2 και 3, 83 και 42 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, είτε αυτοπροσώπως, είτε διά ειδικού πληρεξουσίου που έχει έγγραφη προς τούτο πληρεξουσιότητα, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα.

Η δι’ ειδικού πληρεξουσίου παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη δεν αντίκειται προς τις, υπερνομοθετικής ισχύος, διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 53/1974 και δεν φαλκιδεύει κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 327 παρ. 2 του ΚΠΔ να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να κλητεύσει υποχρεωτικά ένα τουλάχιστο μάρτυρα της εκλογής του αν κατηγορείται για πλημμέλημα και να ζητήσει από το δικαστήριο, που θα κρίνει κυριαρχικά και με αιτιολογημένη απόφασή του, κατά τη διεξαγωγή της δίκης να διατάξει κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να εξετασθούν και άλλοι μάρτυρες που δεν κλητεύθηκαν ή δεν εμφανίσθηκαν στη δίκη (άρθρο 352 και 353 ΚΠΔ και άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ.

δ ΕΣΔΑ). Ακόμη και με βάση την αρχή της ισότητας των όπλων είναι ορθή η παροχή στον πολιτικώς ενάγοντα των ίδιων δυνατοτήτων εκπροσώπησης "δια συνηγόρου" με τον κατηγορούμενο καθόσον θα ήταν αντιφατικό η αυτοπρόσωπη παρουσία του πολιτικώς ενάγοντα να αναδεικνύεται, μέσω του αποκλεισμού εκπροσώπησης του δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ως σημαντικότερη ακόμη και από την αυτοπρόσωπη παρουσία του κατηγορουμένου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης με αριθμ. 8202/15 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και την επιτρεπτή επισκόπηση του φακέλλου της δικογραφίας, κατά την ενώπιον του ενλόγω Δικαστηρίου διαδικασία και προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας παρέστη ο Ε. Κ., δικηγόρος Αθηνών, ως πληρεξούσιος του πολιτικώς ενάγοντα και εγκαλούντα Π. Μ. δυνάμει της από 20-2-2015 εξουσιοδότησης και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση 3 ευρώ με επιφύλαξη, λόγω ηθικής βλάβης που έχει υποστεί εξαιτίας του υπό κρίση αδικήματος. Κατά της εν λόγω παραστάσεως δεν αντέλεξαν οι κατηγορούμενοι (ο πρώτος δια του συνηγόρου του).

Συνεπώς, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, έβδομος λόγος αναίρεσης του Ι. Μ. και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης της Α. Κ., με τους οποίους οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο της ουσίας επέτρεψε την παράσταση στην ακροαματική διαδικασία του προαναφερθέντος δικηγόρου Ε. Κ. ως πληρεξουσίου του πολιτικώς ενάγοντος και εγκαλούντα Π. Μ. δυνάμει της ως άνω εξουσιοδότησης, είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.

Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθούν στο σύνολο τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 27-4-2015 (με αριθ. πρωτ. .../27-4-2015) και 27-4-2015 (με αριθ. πρωτ. .../27-4-2015) αιτήσεις του Ι. Μ. του Γ. και της Α. Κ. του Α. αντίστοιχα, κατοίκων ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 8202/24-2-2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ