Legislator Case Law & Legislation
1578/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public land compensation case due to lack of independent grounds and factual error.

Case Number 1578/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by both the Greek State and EKO ABEE against the Athens Court of Appeal's decision on public land compensation. The State argued the appeal lacked independent grounds under Article 559 of the Civil Procedure Code, while EKO claimed the lower court ignored specific evidence. The court ruled that the appellant's arguments were merely conclusions drawn from evidence already considered and that the lower court had factually addressed all claims, rendering the appeals unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 335, 338, 339, 341, 346 of the Civil Procedure Code: An appeal ground is inadmissible if it does not constitute an independent claim but rather a conclusion drawn from evidence already evaluated, and an appeal is unfounded if the court of first instance has substantively addressed and rejected the arguments despite the appellant's assertions.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Grounds Independent Claim Evidence Evaluation Public Land Compensation Factual Error Dismissal of Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Civil Procedure Code
Articles 335, 338, 339, 341 and 346 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1578 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1578 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής ο οποίος κατοικοεδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητικίδη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Της αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Πετρελαιοειδών" (ΕΚΟ ΑΒΕΕ) που αποτελεί τη νέα επωνυμία της "ΕΚΟ-ΕΛΔ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Πετρελαιοειδών" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζαραφέτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας- αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4749/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 501/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες α) με την από με την από 25-1-2010 αίτησή και β) με την από 10-10-2008 αίτηση και τους από 13-12-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 1-2-2013 έκθεσή της και την από 23-12-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Αργύριου Σταυράκη, με τις οποίες εισηγήθηκε α) την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και β) την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, αντίστοιχα.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά του 11/6-10-2006 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης χρήσης δημοσίου κτήματος - αιγιαλού- που εκδόθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας, η τελευταία άσκησε ανακοπή εναντίον του Ελληνικό Δημοσίου, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο. Την απόφαση του Πρωτοδικείου προσέβαλαν με αντίθετες εφέσεις αμφότεροι οι διάδικοι. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή της Έφεσης της ανακόπτουσας, την πρωτόδικη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή και πάλι την ανακοπή, απέρριψε δε την έφεση του Ελληνικού δημοσίου. Την απόφαση του Εφετείου προσβάλλουν η μεν "ΕΚΟ ΑΒΕΕ" με την από 10-10-2008 αίτηση και τους από 13-12-2011πρόσθετους λόγους, το δε Ελληνικό δημόσιο με την από 25-1-2010 αίτηση. Οι ως άνω αιτήσεις και πρόσθετοι λόγοι είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρο 246 ΚΠολΔ εφαρμοζόμενο και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα)

Α: Επί των από 10-10-2008 και 13-12-2011 αίτησης αναίρεσης και προσθέτων λόγων αντίστοιχα της "ΕΚΟ ΑΒΕΕ".

Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/33 όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 αν.ν. 1540/38, 19 αν.ν. 1919/39, 2 αν.ν. 1925/51 και 5 παρ. 4 του αν.ν. 263/1968 σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (παρ. 1).

Η αποζημίωση ορίζεται κατά την κρίση αγαθού ανδρός με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.

Με το άρθρο 60 παρ.7 του ιδίου από 11/12-11-1929 Δ/τος, ορίζεται ότι, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, στους έχοντες ή προτιθέμενους να ιδρύσουν επί ιδιωτικών χώρων εργοστάσια ή άλλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, επιτρέπεται ή άνευ δημοπρασίας απ'ευθείας παραχώρηση του δικαιώματος χρήσεως αιγιαλού προς κατασκευή προβλητών ή άλλων έργων προοριζομένων για την εξυπηρέτηση των βιομηχανιών αυτών, αντί ετησίας αποζημιώσεως καθοριζομένης ανά πενταετίαν κατά τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 5895/1933.

Τέλος, με το άρθρο 1 του Β.Δ. 619/1965 ανατίθεται στον Οικονομικό Έφορο (ήδη μετά την ισχύ του Π.Δ. 551/1988 στον προϊστάμενο της αρμόδιας κτηματικής υπηρεσίας) να καθορίζει και (περ.δ') την αποζημίωση, η οποία καθορίζεται κατόπιν απ' ευθείας παραχωρήσεως του δικαιώματος χρήσεως αιγιαλού για την κατασκευή προβλητών ή άλλων έργων, προοριζομένων για την εξυπηρέτηση των βιομηχανιών, βιοτεχνιών, μεταλλείων και λατομείων, κατά το άρθρο 60 παρ.7 του ίδιου ως άνω Δ/τος.

Εξάλλου με το άρθρο 14 παρ. 6 του νόμου 2971/2001 ορίζεται ότι με απόφαση των Υπουργών ... επιτρέπεται η χωρίς δημοπρασία, απευθείας, παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού και παραλίας, θάλασσας ή πυθμένα και του υπεδάφους του σε αυτούς που έχουν ιδρύσει ή έχουν την πρόθεση να ιδρύσουν, σε ιδιωτικούς χώρους, ...

εμπορικές επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται χύδην φορτία ... για να κατασκευάσουν προβλήτες ή άλλα έργα προοριζόμενα να εξυπηρετούν τις παραπάνω επιχειρήσεις τους ... Αυτοί που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο καταβάλλον ετησίως αποζημίωση που καθορίζεται ανά πενταετία κατά τη διαδικασία του άρθρου 5 με πρωτόκολλο ...

Περαιτέρω με το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται λόγοι αναίρεσης αντίστοιχα: α) Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, και β) Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα ακόλουθα "Κατόπιν αιτήσεων, που υπέβαλλαν στη Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών οι ανώνυμες εταιρείες Α.Ε ESSO STANDARD HELLAS και Α.Ε. ESSO PAPPAS, εκδόθηκε ... η υπ' αριθμό πρωτοκόλλου Δ.919/373/22-1-1966 απόφαση, με την οποία παραχωρήθηκε στην πρώτη από τις προαναφερόμενες εταιρείες το δικαίωμα της χρήσεως του χώρου του αιγιαλού, που βρίσκεται μπροστά από λωρίδα γης, πλάτους 6 μέτρων, ιδιοκτησίας της πρώτης ως άνω επιχείρησης, κειμένης (της ιδιοκτησίας, της λωρίδας γης και χώρου του αιγιαλού) στο Σκαραμαγκά του Δήμου Χαϊδαρίου Αττικής, προκειμένου να κατασκευάσει ...

στη λωρίδα αυτή του αιγιαλού, συνολικού εμβαδού 20 περίπου τ. μ, προβλήτα μήκους 200 μέτρων, εκτεινομένη στον υποθαλάσσιο και θαλάσσιο χώρο και πλάτους 6 μέτρων και κατάλληλη για την εξυπηρέτηση των αναγκών της ως άνω επιχείρησης, δηλαδή κατάλληλη για την προσόρμιση δεξαμενόπλοιων και τη μέσω αυτών διακίνηση χύδην φορτίων πετρελαιοειδών από τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης υγρών καυσίμων αυτής, με αγωγούς, που θα εγκαθιστούσε στην προβλήτα η εταιρεία αυτή ...

Με την ανωτέρω απόφαση ορίσθηκε ότι για την παραχώρηση δικαιώματος χρήσεως χώρου του αιγιαλού και την κατασκευή της προβλήτας θα καταβάλλεται από την παραχωρησιούχο στο Δημόσιο η προσήκουσα αποζημίωση. Η προαναφερόμενη προβλήτα, που έχει επιφάνεια 1300 περίπου τ. μ και μέσο βάθος 3,90 μέτρα, κατασκευάσθηκε κατά το έτος 1966.

Για το χρονικό διάστημα από 1-5-1984 έως 31-12-1986, η αποζημίωση για τη χρήση του παραχωρηθέντος ως άνω δικαιώματος, ορίσθηκε στο ποσό των 1.630.000 δραχμών με το υπ1 αριθμό 105/28-7-1987 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, το οποίο περιορίσθηκε στις 1.097.000 δραχμές (ή ευρώ 3219,37), δηλαδή σε 411.375 δραχμές (ή 1207,26 ευρώ) ετησίως, με την υπ1 αριθμό 1289/1990 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε έφεση, ενώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-12-1997 χρονικό διάστημα ορίσθηκε στο συνολικό ποσό των 9.516.361 δραχμών με το υπ1 αριθμό 2727/1997 πρωτόκολλο, που περιορίσθηκε στο ποσό των 8.265.000 δραχμών (ή 24.255,32 ευρώ), ήτοι για το έτος 1987 δρχμ 450.000, για το έτος 1988 δρχμ 490.000, για το έτος 1989 δρχμ 545.000, για το έτος 1990 δρχμ 600.000, για το έτος 1991 δρχμ 600.000, για το έτος 1992 δρχμ 725.000, για το έτος 1993 δρχμ 800.000, για το έτος 1994 δρχμ 880.000, για το έτος 1995 δρχμ 970.000, για το έτος 1996 δρχμ 1.050.000 και για το έτος 1997 δρχμ 1.150.000, με την υπ' αριθμ. 17440/1998 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, κατά της οποίας επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ασκήθηκε έφεση.

Επομένως, η ετήσια αποζημίωση για την πενταετία 1993 έως 1997 ορίσθηκε στο ποσό των-970.000-δραχμών- (ήτοι 800.000 + 880.000 + 970.000 + 1050.000 + 1150000 = 4.850.000: 5) ή 2.846,66 ευρώ. Τέλος, με το υπ' αριθμ 69/1999 πρωτόκολλο, η αποζημίωση για τη χρήση του εν λόγω δικαιώματος παραχώρησης του αιγιαλού για την κατασκευή της επίδικης προβλήτας για τα έτη 1998 και 1999 ορίσθηκε στο ποσό των 2.656.000 δραχμών, που περιορίσθηκε στο ποσό των 2.390.850 δραχμών, κατόπιν συμβιβασμού ...

δηλαδή 1.195.425 δραχμές (ή 3.508,21 ευρώ) ετησίως, ενώ με το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο, η αποζημίωση για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1- 2000 έως 31-12-2004 ορίσθηκε στο ποσό των 158.242,07 ευρώ, δηλαδή για το έτος 2000 ευρώ 27.732,95, για το έτος 2001 ευρώ 29.119,60 για το έτος 2002 ευρώ 30.575,58, για το έτος 2004 ευρώ 32.104,36 και για το έτος 2004 ευρώ 33.709,58.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο καθόρισε την ετήσια αποζημίωση για την επίδικη πενταετία στο ποσό των 31.648,40 ευρώ (ήτοι 158.242,07:5), ενώ η ετήσια αποζημίωση για την προηγούμενη πενταετία 1995 έως 1999, η οποία καθορίσθηκε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, δηλαδή όχι μόνο δικαστικά αλλά και συμβιβαστικά, ανερχόταν στο ποσό των 3.263,90 ευρώ, με αποτέλεσμα η ετήσια αποζημίωση για την επίδικη πενταετία να εμφανίζεται αυξημένη σε ποσοστό 1.000% έναντι αυτής που ορίσθηκε για την προηγούμενη πενταετία και να χαρακτηρίζεται έτσι υπερβολική και αυθαίρετη, δεδομένου ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε περιστατικό, το οποίο να δικαιολογεί την ανωτέρω υπερβολική αύξηση.

Αντίθετα, προκύπτει ότι ο αριθμός των δεξαμενόπλοιων, τα οποία προσάραξαν στην επίδικη προβλήτα προκειμένου να παραλάβουν ή να παραδώσουν χύδην φορτία υγρών καυσίμων βαίνει συνεχώς μειούμενη κατά την κρίσιμη πενταετία, (πλην του τελευταίου έτους 2004 κατά το οποίο εμφανίσθηκε αύξηση), σε σχέση με την προηγούμενη τριετία, κατά την οποία η αποζημίωση καθορίσθηκε συνολικά σε 3.540.000 δραχμές και ετησίως σε 1.180.000 δραχμές (ή 3.462,95 ευρώ).

Ωστόσο, ... από την προαναφερόμενη σύγκριση δεν προκύπτει με βεβαιότητα ή πιθανολόγηση ότι πρέπει να μειωθεί και η οφειλόμενη από την ανακόπτουσα αποζημίωση, διότι είναι δυνατόν η ποσότητα της μεταφοράς χύδην φορτίων να είναι μεγαλύτερη με μικρότερο αριθμό δεξαμενόπλοιων αν αυτά έχουν μεγαλύτερη χωρητικότητα καυσίμων έναντι των λοιπών.

Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά το παρόν Δικαστήριο πιθανολογεί ότι η αποζημίωση που πρέπει ορισθεί συνολικά για την επίδικη πενταετία για την εκ μέρους της ανακόπτουσας συμβατική χρήση του δικαιώματος που παραχωρήθηκε στις επιχειρήσεις που διαδέχθηκε και συνεπώς και στην ίδια ανέρχεται στο ποσό των 60.000,00 ευρώ, ήτοι στο ποσό των 12.000,00 ευρώ για κάθε έτος, το οποίο θεωρείται εύλογο και δίκαιο, δηλαδή προσήκον κατ' αντικειμενική εκτίμηση και "κατά την κρίση αγαθού ανδρός", και συνεπώς σύμφωνο με την έννοια των άρθρων 115 παρ. 1 και 2 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων και 14 παρ. 6 του ως άνω ν. 2971/2001.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο καθόρισε την αποζημίωση της επίδικης πενταετίας για την "αυθαίρετη χρήση του αιγιαλού" "... στο συνολικό ποσό των 101.393,54 ευρώ ... έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Γι' αυτό πρέπει, κατά τους βάσιμους λόγους της υπό κρίση από 25-8-2006 έφεσης της εκκαλούσας, να εξαφανισθεί.

Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η ανωτέρω έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσία και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί κατ' ουσία, πρέπει η υπό κρίση από 10-11-2005 ανακοπή, που ασκήθηκε παραδεκτά, δηλαδή μέσα στη μηνιαία προθεσμία του άρθρου 10 του α. ν. 1919/1039 και είναι νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και να περιορισθεί η αποζημίωση που βεβαιώθηκε με το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο για την κατά την από 1-1-2000 έως 31-12-2004 χρονική περίοδο συμβατική χρήση του δημόσιου κτήματος που αναφέρεται στο σκεπτικό στο ποσό των 60.000,00 ευρώ, ήτοι 12.000,00 ευρώ ετησίως.

Αντίθετα, η υπό κρίση από 10-10-2006 έφεση του εκκαλούντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία" Το Εφετείο το οποίο, με τις κρίσεις του αυτές κατέληξε στον καθορισμό της αποζημίωσης στο ποσό των 60.000 ευρώ για την επίδικη πενταετία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις τις οποίες εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα σχετικά με τον προσδιορισμό της, αντιστοιχούσας προς τη μισθωτική αξία του επιδίκου, αποζημίωσης, έλαβε υπόψη, τις συνθήκες γενικώς της επίδικης σχέσης και ειδικότερα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εκτίμησή της, ήτοι τη θέση, την έκταση, το σκοπό χρησιμοποίησης, τον τρόπο εκμετάλλευσης, την ωφέλεια που αποκομίζεται, καθώς και ως συγκριτικά στοιχεία, τα ποσά που καθορίστηκαν κατά τα προηγούμενα του επιδίκου χρονικά διαστήματα, είτε συμβατικώς, είτε κατόπιν δικαστικών αποφάσεων ή συμβιβασμών (κατόπιν ασκήσεως ανακοπών).

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Εξάλλου η επικαλούμενες ειδικότερα, από την αναιρεσείουσα, σχετικά με την ωφέλεια που αποκομίζει από τη χρήση του επιδίκου, ανεπάρκεια και αντίφαση συνιστάμενες στο ότι, "δεν αναφέρει συγκεκριμένα τις ποσότητες που είχαν μεταφερθεί την προηγούμενη πενταετία...

δεν αναφέρει ποιάς χωρητικότητας ήταν τα δεξαμενόπλοια που προσέγγιζαν την προβλήτα... ούτε πιθανολογεί αν ενόψει των πραγματικών μεγεθών της προβλήτας ... (... επιφάνειας 1.300 περίπου τ.μ. και μέσο βάθος 3,90 μ.) θα μπορούσε να δεχθεί πλοίο μεγαλύτερης χωρητικότητας ...", ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, και, επομένως, ο ίδιος (πρώτος πρόσθετος) λόγος, κατά το σκέλος του αυτό είναι απαράδεκτος.

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων τη κοινής πείρας, θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σ' αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται ή όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (Ολ.ΑΠ 8/2005).

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης χρήσης του επιδίκου δημόσιου κτήματος "παραβίασε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των όσων δέχτηκε ως αποδειχθέντων στον κατά κρίση αγαθού ανδρός καθορισμό της επίδικης αποζημίωσης" και ειδικότερα το δίδαγμα ότι "η αύξηση της μισθωτικής αξίας ακινήτων ανά έτος δεν υπερβαίνει σε ποσοστό το 3-5% και συνολικά στην επίδικη πενταετία το 15%.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι το αναφερόμενο δίδαγμα της κοινής πείρας δεν αναφέρεται στη χρησιμοποίηση αυτού για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου αλλά στη χρησιμοποίησή του για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.

Εξάλλου "κρίση αγαθού ανδρός" νοείται η ελεύθερη κρίση του δικάζοντος που σχηματίζεται αμέσως από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, εντός του σκοπού της ενοχής και των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων και δεν αποτελεί νομική έννοια που να απαιτεί για τη συγκρότησή της τη συνδρομή ειδικών όρων και στοιχείων.

Υπό τις προϋποθέσεις αυτές τόσο ο έλεγχος της, κατά κρίση αγαθού ανδρός, κρίσης του τρίτου όσο και η υποκατάσταση του δικαστηρίου στην κρίση του τρίτου, δεν συνδέεται με υπαγωγή του, από την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, προκύπτοντος πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας σε αόριστη νομική έννοια ή κανόνα δικαίου ώστε να δύναται να εννοηθεί εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 678/1977, ΑΠ 756/1996, 1338/1991).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, τα οποία το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη να προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσείοντα και μάλιστα παραδεκτώς.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 § 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της, από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή.

Έτσι, η χωρίς δικαιολογημένη αιτία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 § 2 και 527 ΚΠολΔ, παράλειψη προβολής, κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η κατάχρηση δικαιώματος, καθώς και της διατύπωσης αιτήματος απόρριψης της αγωγής ως καταχρηστικής, συνεπάγεται την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (Ολομ.ΑΠ 472/1983).

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αντιδίκου της, που είχε προβάλλει νόμιμα πρωτόδικα και επανέφερε στο Εφετείο με αυτοτελή λόγο έφεσης. Από την επισκόπηση, όμως, των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός (ένσταση από την ΑΚ 281) ουδόλως είχε προβληθεί πρωτοδίκως αλλά προτάθηκε το πρώτο με την Έφεση και μάλιστα αορίστως, ως μη περιέχων τα παραπάνω αναφερόμενα, αναγκαία για τη θεμελίωσή του στοιχεία, έχων κατά λέξη ως εξής: "η αύξηση αυτή είναι αυθαίρετη και παράνομη αφού δεν ανταποκρίνεται σε οποιαδήποτε αύξηση της ωφέλειας που προκύπτει για την εταιρεία μας από τη χρήση του δημοσίου κτήματος (αιγιαλού) κατά την επίδικο περίοδο και αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, το δε δημόσιο ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του περί καθορισμού της αποζημίωσης χρήσης".

Επομένως το Εφετείο με το να αντιπαρέλθει σιωπηρώς τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας ο οποίος δεν είχε προταθεί παραδεκτά δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Επειδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, από το άρθρο 559 αρ. 8, προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε όπως έπρεπε, τους ασκούντες ουσιώδη επίδραση στη δίκη και προταθέντες ισχυρισμούς της κατά τους οποίους α) η ετήσια αποζημίωση που καθορίστηκε με το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο εμφανίζεται αυξημένη σε ποσοστό 1000% αυτής που ορίσθηκε για την προηγούμενη πενταετία και συνεπώς είναι υπερβολική, αυθαίρετη και αδικαιολόγητη β) τέτοια αύξηση είναι υπέρογκη σε σχέση με την αποζημίωση που κατέβαλε το προηγούμενο έτος και δεν δικαιολογείται από πραγματικό γεγονός και τρίτον ότι η αξία του παραχωρηθέντος δικαιώματος της χρήσης του αιγιαλού υπολογίζεται με βάση της αγοραία αξία της περιοχής όπου βρίσκεται η παραχωρηθείσα έκτασης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς και δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας, προς υποστήριξη των απόψεών της. Εκτιμώμενος δε ως λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση.

Β: Επί της από 25-1-2010 αίτησης του Ελληνικού δημοσίου.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Δε στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1255/2004). Η απόρριψή του μπορεί να προκύπτει και συμπερασματικά, από την κρίση για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, ένστασης, αντέστασης ή άλλου λόγου έφεσης, όταν αυτή αναγκαίως προϋποθέτει την έρευνα και απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους υπό στοιχεία Α και Β λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το παραπάνω άρθρο διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι α) "ο καθορισμός της αποζημίωσης έγινε αφού ελήφθησαν υπόψη το κόστος κατασκευής της προβλήτας έτους 1999 όπως αυτό υπολογίζεται στο υπ' αριθμ.

πρωτ. Δ4γ/3596/Φ.Γ/Μ/9-11-1999 έγγραφο της διεύθυνσης λιμενικών έργων και έργων αεροδρομίων του ΥΠΕΧΩΔΕ" και β) "δεν απάντησε στο λόγο έφεσής του περί μη νομίμου μειώσεως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του κόστους κατασκευής της επίδικης προβλήτας ... ο οποίος σχετιζόταν με τον τρόπο υπολογισμού στο πρωτόκολλο της οφειλόμενης από την αναιρεσίβλητη αποζημιώσεως για τη χρήση της προβλήτας".

Ο υπό στοιχεία Α επικαλούμενος ισχυρισμός καθώς και όσα αναπτύσσονται στην συνέχεια στο λόγο αυτό ότι είχε επικαλεστεί στις προτάσεις του για την απόδειξη αυτού, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχείρημα και συμπέρασμα "αντιστοίχως" που εξάγει το αναιρεσείον από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που το ίδιο είχε επικαλεστεί και προσκομίσει και συνεπώς ο υπό στοιχείο Α λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ως προς τον υπό στοιχείο Β λόγο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εκτιμώντας τις αποδείξεις κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "η αποζημίωση που πρέπει να οριστεί συνολικά για την επίδικη πενταετία για την εκ μέρους της ανακόπτουσας συμβατική χρήση του δικαιώματος που παραχωρήθηκε ... ανέρχεται στο ποσό των 60.000 €, ήτοι στο ποσό των 12.000 € για κάθε έτος το οποίο θεωρείται εύλογο και δίκαιο ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετά παραδοχή λόγου έφεσης της ανακόπτουσας αναιρεσίβλητης, έκανε δεκτή την έφεση αυτής και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της απόφασης, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της το Εφετείο δεν παρείδε αυτό τον λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, αλλά αντιθέτως τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση, είτε προς έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο Γ λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται από το αναιρεσείον ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. πρωτ. Δ4γ/3596/Φ.Γ/Μ/9-11-1999 έγγραφο της διεύθυνσης λιμενικών έργων και έργων αεροδρομίων του ΥΠΕΧΩΔΕ. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και αν δεν μνημονεύονται ειδικά, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο. Επομένως και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση.

Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω της ισομερούς νίκης και ήττας κάθε πλευράς

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αιτήσεις.

Απορρίπτει τις από α) 10-10-2008 και 25-1-2010 αιτήσεις, της εταιρείας "ΕΚΟ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Πετρελαιοειδών" και του Ελληνικού Δημοσίου, αντίστοιχα, για την αναίρεση της 501/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ