1578/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις εργασίας με το Δημόσιο, ΟΤΑ κ.λ.π, υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Εφόσον η αγωγή δεν είναι νόμιμη, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο Άρειος Πάγος πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να ασχοληθεί με την εκδίκαση της και να την απορρίψει.
Legislator headnote
AI generated1578/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1578 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις εργασίας με το Δημόσιο, ΟΤΑ κ.λ.π, υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Εφόσον η αγωγή δεν είναι νόμιμη, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο Άρειος Πάγος πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να ασχοληθεί με την εκδίκαση της και να την απορρίψει.
Αριθμός 1553/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Ρ. Χ. του Μ., 2 Γ. Γ. του Χ., συζ. Ρ. Χ., 3. Ε. Χ. του Ρ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς της: α) Ρ. Χ. του Μ. και β) Γ. Γ. του Χ., συζ. Ρ. Χ., οι οποίοι από κοινού ασκούν την γονική της μέριμνα. 4. Μ. Χ. του Ρ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς του: α) Ρ. Χ. του Μ. και β) Γ. Γ. του Χ., συζ. Ρ. Χ., οι οποίοι από κοινού ασκούν την γονική του μέριμνα. 5. Μ. Χ. του Ρ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς της: α) Ρ. Χ. του Μ. και β)Γ. Γ. του Χ., συζ. Ρ. Χ., οι οποίοι από κοινού ασκούν την γονική της μέριμνα. 6. Μ. Χ. του Σ., 7. Κ. συζ. Μ. Χ., το γένος Γ. Φ., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ..., 8.Τ. χήρας Χ. Γ., το γένος Τ. Τ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Σ. του Μ., συζύγου Χ. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κουρτίδη και κατέθεσε προτάσεις, 2. Του εδρεύοντος στην Αθήνα Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" συντετμημένως "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο υπεισήλθε εκ του Νόμου στη δικονομική θέση στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ" ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που έδρευε στον ... και εκπροσωπείτο νόμιμα, της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλη Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις και 3. Χ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κουρτίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, τις από 16-9-2008 παρεμπίπτουσες αγωγές του 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 31-8-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 12-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ.1 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ ορίζονται αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου, που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλεια του στους αντιδίκους, ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως εξετάζει ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο.
Διαφορετικά, η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται και αυτός ως επικαλούμενος τη συζήτηση είναι άκυρη και η συζήτηση της αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στη νομίμως ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, οι δε αναιρεσείοντες, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με έγγραφη δήλωση κατά τη διάταξη του άρθρου 242 ΚΠολΔ.
Από τις υπ' αρ. 6652 Δ/20.7.2012, 6651Δ/20.7.2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης ... και την υπ' αρ. 499/20.7.2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... που προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίστοιχα στους πρώτη, τρίτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Σπυρίδωνα Γκανιά προς τους αρμόδιους δικαστικούς ως άνω επιμελητές.
Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι οι αναιρεσείοντες οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση της αναιρέσεως είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο για την επίσπευση της συζητήσεως, ούτε οι παριστάμενοι ως άνω αναιρεσίβλητοι επικαλούνται ότι κλήτευσαν τους αναιρεσείοντες για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 31.8.2011 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αρ. 256/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αριθμός 1578/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 30-3-2010 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη μετ' αναβολή δικάσιμο και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-10-2011, συζητήθηκε κατά τη σημερινή, 18-9-2012, η από 26-3-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της 116/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην νόμιμη, μετά από αναβολή, από την αρχική, δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 2126β'β/3-2-2010 και 3770β'β/22-3-2011, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο α) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και β) της, από 18-2-2011, κλήσης προς συζήτηση της αναίρεσης, για την αρχική δικάσιμο της 18-10-2011, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύµβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισμένου χρονικού σηµείου ή µέχρι της επελεύσεως ορισµένου µέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισµένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συµβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισµένη, είτε γιατί συµφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύµβασης εργασίας. Η σύµβαση αυτή, παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνοµολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζηµιώσεως.
Ο ορθός δε νοµικός χαρακτηρισµός της σύµβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο µη δεσµευόµενο από το χαρακτηρισµό που προσέδωσαν τα συµβαλλόµενα µέρη, κρίνει, ερµηνεύοντας το περιεχόµενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύµβαση (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερµηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύµβασις αντικειµένη εις τον παρόντα νόµον, πλην αν είναι µάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον ... . Αι διατάξεις του νόµου τούτου εφαρµόζονται ωσαύτως και επί συµβάσεων εργασίας µε ορισµένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισµός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συµβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίµως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συµβάσεως διατάξεων του παρόντος νόµου".
Από τις διατάξεις αυτές, µε τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζοµένων µε τη σύναψη συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συµβάσεις ορισµένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισµός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί µε σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συµβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1929 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7 -1920) ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισµό ορισµένης χρονικής διάρκειας της συµβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύµβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζοµένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόµιµης αποζηµίωσης.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δηµόσιες υπηρεσίες και τα νοµικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόµου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου για την αντιµετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, µε τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόµενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν µπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) µήνες µέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) µηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιµετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν µπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) µήνες για το ίδιο άτοµο. Παράταση ή σύναψη νέας σύµβασης κατά το αυτό ηµερολογιακό έτος ή µετατροπή σε σύµβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).
Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συµπλήρωσε την άνω οριζόµενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάµενοι ή άλλα αρµόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουµένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Σύµφωνα δε µε την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε µε το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δηµόσιου τοµέα, όπως αυτός οριοθετείται µε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις µεταγενέστερες συµπληρώσεις του, ανάµεσα στους οποίους (φορείς) περιλαµβάνονται και νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγµατος, οι οποίες επιβάλλουν τη νοµοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δηµοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. ορίζουν τα εξής "κανένας δεν µπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νοµοθετηµένη.
Εξαιρέσεις µπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόµο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες µε προσωπικό που προσλαµβάνεται για ορισµένη χρονική περίοδο µε σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστηµονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού µπορούν να πληρούνται µε προσωπικό που προσλαµβάνεται µε σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόµος ορίζει για την πρόσληψη, καθώς και για τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαµβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4- 2001) και µε σκοπό τη µέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγµατικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόµου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο Δηµόσιο τοµέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγµατος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δηµόσιο και στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε µε διαγωνισµό είτε µε επιλογή µε προκαθορισµένα και αντικειµενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόµος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεποµένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόµος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που µπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούµενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόµο µονιµοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η µετατροπή των συµβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούµενους µε σύµβαση έργου".
Έτσι µε την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγµατος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νοµοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά µε την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του δηµόσιου τοµέα. Στους προαναφερόµενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νοµοθέτης µε τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγµατικού επιπέδου, υπάγεται ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγµατος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται µε το Δηµόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νοµικά πρόσωπα του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα µε υπαλληλική σχέση δηµοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαµβάνεται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύµφωνα µε τις παρ. 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγµατος.
Εποµένως σε κάθε περίπτωση, στις συµβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγµατος δεν είναι δυνατή η εφαρµογή της προαναφεροµένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Τέλος, µε την Οδηγία 1999/70 ΕΚ του συµβουλίου της 28.6.1999, µε τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - µέλη όφειλαν µέχρι τις 10.7.2001 να προσαρµόσουν τις εθνικές νοµοθεσίες τους, και ειδικότερα µε τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά σε ληπτέα νοµοθετικά µέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που µπορεί να προκύψει από τη χρησιµοποίηση διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, προβλέπεται 1) να προσδιοριστούν α) οι αντικειµενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) η µέγιστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνου α) θεωρούνται "διαδοχικές" β) χαρακτηρίζονται συµβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Η παραπάνω Οδηγία ως εκ της µορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισµένες, δεν παρέχει δυνατότητα αµέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών επί µη έγκαιρης µετεγγραφής αυτής στην Εθνική έννοµη τάξη, όπως συνέβη εν προκειµένω, όπου η οφειλόµενη προσαρµογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερηµένα µε το ΠΔ 81/2-4-2003 για τους εργαζόµενους µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου στον ιδιωτικό τοµέα και µε το ΠΔ 164/19-7-2004 για τους εργαζόµενους στο δηµόσιο τοµέα, ανεξάρτητα από το ότι η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνο.
Στην προκείµενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόµενη απόφαση, τα εξής: Με σύµβαση που καταρτίστηκε στο Βόλο µεταξύ των διαδίκων στις 25- 4-2002 η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, που είναι αρχιτέκτονας µηχανικός, προσλήφθηκε από τον εναγόµενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήµο, προκειµένου να παρέχει τις υπηρεσίες της στη σύνταξη αρχιτεκτονικών λεπτοµερειών στα πλαίσια έργου "Συντήρηση πλατειών, ελεύθερων χώρων και παιδικών χαρών, έτους 2001".
Η σύµβαση αυτή ανανεωνόταν συνεχώς µε αλλεπάλληλες συµβάσεις (στις 13-8-2002, στις 31-3-2003, στις 10-7-2003, στις 27-1-2004 και στις 24-6-2004) και η αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε µε την ως άνω ειδικότητά της συνεχώς, χωρίς διακοπή, µέχρι την άσκηση της αγωγής (22-12-2004). Ειδικότερα καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστηµα, όπως οι µόνιµοι αρχιτέκτονες του Δήµου, προσέφερε καθηµερινά κατά πλήρες ωράριο εργασίας τις υπηρεσίες της 1) για τη σύνταξη αρχιτεκτονικών λεπτοµερειών στα πλαίσια έργου του προαναφερόµενου έργου, έτους 2002, 2) για την επισκευή µονώσεων δηµοτικών κτιρίων 3) για τη σύνταξη µελετών διαµορφώσεως σχολικών κτιρίων, στα πλαίσια του έργου "Συντήρηση σχολικών κτιρίων έτους 2003",4) για τη σύνταξη µελετών διαµορφώσεως της πλατείας Ρήγα Φεραίου, στα πλαίσια του έργου "Συντήρηση πλατειών, ελευθέρων χώρων και παιδικών χαρών έτους 2003", και 5) για τη σύνταξη µελετών για το Μουσείο, στα πλαίσια του έργου "Συντήρηση δηµοτικών κτιρίων έτους 2004", καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, κατέληξε το Εφετείο, η σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου, που καταρτίστηκε µεταξύ των διαδίκων στις 25-4-2002 και έκτοτε ανανεωνόταν συνεχώς, κατά ορθό νοµικό χαρακτηρισµό της από το δικαστήριο, είναι σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε δεχθεί την αγωγή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, άρθρου 103 του Συντάγµατος και τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.
Εποµένως, ο µοναδικός, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, µε τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τη σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιµος. Σύµφωνα µε τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόµενη απόφαση. Περαιτέρω, σύµφωνα µε το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως µε το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, µπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί µε την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειµένω, η ενάγουσα, και ήδη αναιρεσίβλητη, με την με αριθμ. καταθ. 4/7-1-2005 αγωγή της, ισχυρίσθηκε ότι με τις διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που περιέγραφε λεπτομερώς, εργάσθηκε στις διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου Δήμου, από 25-4-2002 ως αρχιτέκτονας μηχανικός, προσφέροντας τις υπηρεσίες της μέχρι την άσκηση της αγωγής και ότι οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις, επειδή κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, έχουν αυτοδικαίως μετατραπεί σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Με το περιεχόμενο αυτό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αγωγή δεν είναι νόμιμη. Εποµένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, µετά την αναίρεση της προσβαλλοµένης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 44/2005 απόφασή του, αν και η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, όμως, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια, την δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της. Κατ' αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων, προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι βάσιμες. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή. Η αναιρεσίβλητη- ενάγουσα πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος-εναγομένου, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 176, 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 116/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Κρατεί την υπόθεση.
Δέχεται, κατ' ουσίαν, την 251/5-9-2005 έφεση του αναιρεσείοντος.
Εξαφανίζει την 44/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος-εναγομένου, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ