Legislator Case Law & Legislation
1578/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification, citing procedural inadmissibility and evidence sufficiency.

Case Number 1578/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding the classification of a labor contract. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence, including an affidavit and a board meeting record, which were allegedly not submitted or properly evaluated. The court rejected these claims, ruling that the lower court had indeed considered all admissible evidence, including the disputed documents, and that the appellant's procedural objections were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1946; A contract is deemed a labor contract if the worker executes tasks under the employer's instructions and control, and the absence of explicit control does not negate this status if the worker remains bound by obedience.

Keywords

AI generated
labor contract classification subordination test appeal inadmissibility evidence sufficiency court of appeals review

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1946
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1578 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1578/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπατσώρη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΠΙΤΟΥΛΑΪΝ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΣΦΑΛΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΒΕΕ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σκούρα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1938/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2334/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-6-2008 αίτησή του και με τους από 5-3-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 29-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κυρίων και προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 επ. του Ν. 765/143, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 324/1946 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ. Νακ, προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό κάποιας σύμβασης ως σύμβασης εργασίας απαιτείται εκείνος που παρέχει την εργασία, να τελεί κατά την εκτέλεση της κάτω από τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος καθορίζει τον τρόπο, χρόνο, τόπο και έκταση της μέσα στα συμβατικά και νόμιμα όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για μισθωτό, που υποχρεούται να ακολουθεί τις οδηγίες που παρέχονται σε αυτόν.

Ο χαρακτήρας αυτός της συμβάσεως, ως συμβάσεως εργασίας δεν παραλλάσσει από το γεγονός ότι ο μισθωτός λόγω της φύσεως της παρεχομένης εργασίας αναπτύσσει πρωτοβουλία, μέσα στα πλαίσια των όρων της συμβάσεως εργασίας, ως προς τον τρόπο εκτελέσεως αυτής ή όταν ο εργοδότης δεν ασκεί εμπράκτως το παραπάνω δικαίωμά του, ή όταν αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον το τελευταίο αυτό δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσεως.

Ο προσδιορισμός από τον εργοδότη του τόπου και του χρόνου είναι ενδεικτικό μεν στοιχείο της εξάρτησης όχι όμως και απόλυτο ενώ αν οι υπηρεσίες παρέχονται χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο από τον εργοδότη ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας δεν υπάρχει σύμβαση εργασίας. Εξάλλου, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζόμενου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και δεν διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχολήσεώς του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθοριζόμενο από τη σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΟλΑΠ 28/2005).

Περαιτέρω παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ενώ έλλειψης νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτήσαντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό, ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλόμενων, συνέπεια των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι οικονομολόγος, κάτοχος από το έτος 1965 πτυχίου της ΑΣΟΕΕ. Με τον ΑΑ και ΒΒ ίδρυσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Σεργόπουλου, στη διοίκηση της οποίας μετείχε και ο ίδιος (αναιρεσείων) από 28-3-1991 έως 28-3-1998 με δικαίωμα εκπροσώπησή της από 28-2-1991 από κοινού με τον ΑΑ και από 28-12-1991 από κοινού με τον μέτοχο ΓΓ.

Σκοπός της εταιρίας αυτής ήταν η παραγωγή και η διάθεση προκατασκευασμένων ασφαλτικών στεγανωτικών μεμβρανών, ασφαλτικών γαλακτωμάτων και διαλυμάτων χημικών στεγανωτικών προϊόντων και πάσης συναφούς δραστηριότητας, επίσης, η αντιπροσώπευση και εμπορία χημικών προϊόντων οίκων εξωτερικού. Ο αναιρεσείων, έχοντας γνώσεις και εμπειρία σε θέματα οργάνωσης και λειτουργίας ανωνύμων εταιριών προσέφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη στον τομέα δημοσίων σχέσεων, στην προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων της, στη χρηματοδότηση των αναγκών της από τις Ελληνικές Τράπεζες, στην υπαγωγή της στους αναπτυξιακούς νόμους και σε άλλους τομείς δραστηριότητας αυτής, που του ανατίθεντο.

Εργαζόταν, χωρίς να υπόκειται σε ωράριο και σε εποπτεία και έλεγχο της αναιρεσίβλητης, στην οποία παρείχε τις πιο πάνω υπηρεσίες του, χωρίς να τελεί υπό τις οδηγίες ή εντολές κάποιου οργάνου της εταιρίας. Τον Ιούνιο 1998 ανέλαβε τη σύνταξη οικονομικής μελέτης σκοπιμότητας, δημιουργίας από την πιο πάνω εταιρία βιομηχανικής μονάδας παραγωγής στεγανωτικών ασφαλτικών μεμβρανών, την οποία υπέβαλε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας με σκοπό την ένταξη της σχετικής επένδυσης στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου.

Μετά την έγκριση της σχετικής μελέτης, που υπέγραψε με την ιδιότητα του συμβούλου επιχειρήσεων, πέτυχε την λήψη δανείων από την Εμπορική Τράπεζα. Στις 8-9-1997 συνήλθε η Γ.Σ των μετόχων της εταιρίας στην οποία ήταν παρόντες οι μέτοχοι: ΑΑ και Χ (αναιρεσείων), ενώ ο μέτοχος ΓΓ αντιπροσωπεύθηκε από τον μέτοχο ΑΑ, η οποία εξέλεξε ως οριστικό Πρόεδρο τον τελευταίο και γενικό γραμματέα της τον αναιρεσείοντα.

Η εν λόγω Γ.Σ αποφάσισε την έγκριση-άδεια για τη σύναψη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ της εταιρίας και του μειοψηφούντος μετόχου και μέλους του διοικητικού συμβουλίου Χ-αναιρεσείοντος. Ειδικότερα στις 15-9-1997 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύμβαση με τον τίτλο "ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ", όχι ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων συμφώνησε να παρέχει στην αναιρεσίβλητη, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες εργασίες: 1) κάλυψη αναγκών τομέα Δημοσίων Σχέσεων, 2) Προώθηση Πωλήσεων στο Δημόσιο και ευρύτερο Δημόσιο τομέα, 3) Προώθηση Πωλήσεων στις τεχνικές εταιρίες, στους εμπόρους και τους μονωτές, 4) χρηματοδότηση των αναγκών της εταιρίας από Ελληνικές Τράπεζες, 5) Υπαγωγή της εταιρίας στους αναπτυξιακούς νόμους της χώρας, 6) Τρέχουσα καθημερινότητα.

Για την παροχή των υπηρεσιών αυτών συμφωνήθηκε να λάβει αμοιβή, το ύψος της οποίας ορίστηκε σε 42.000.000 δραχμές ετησίως, απαλλαγμένο φόρου, ασφαλιστικών και λοιπών επιβαρύνσεων. Το ποσό αυτό θα αναπροσαρμόζεται κατ' έτος με βάση τα ισχύοντα στην αγορά εργασίας, για την προσφορά αναλόγου αξίας υπηρεσιών.

Εκτός των υπηρεσιών αυτών η αναιρεσίβλητη δέχτηκε με την ως άνω απόφασή της ότι ο αναιρεσείων από το έτος 1988 μέχρι σήμερα (15-9-1997) προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στην εταιρία έναντι αμοιβής, όχι κατώτερης των 25.000.000 δραχμών ετησίως, που αφορούν: 1) Την ίδρυσή της, την υπαγωγή της στον αναπτυξιακό νόμο 1262/1982 και στα ΜΟΠ, παρακολούθηση της επιχορήγησης και ολοκλήρωση της επένδυσης, 2) Την χορήγηση Μ/Π επενδυτικού δανείου από την Εμπορική Τράπεζα, 3) Την επιλογή του τόπου εγκαταστάσεων, την αγορά του αναγκαίου χώρου, την επιλογή αναδόχων κατασκευαστών, την επίβλεψη κατασκευής μονάδας, 4) Την Οργάνωση λειτουργίας της εταιρίας, 5) Την παρουσίαση της εταιρίας και των προϊόντων της στην Ελληνική αγορά, και 6) Tην σύνταξη και θέσπιση υγρομονωτικού Κανονισμού.

Για την εκπλήρωση της ανωτέρω συμβάσεως δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων υπόκειται στον έλεγχο ή την εποπτεία της αναιρεσίβλητης και ότι είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς εντολές και οδηγίες της, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο (ωράριο) παροχής των υπηρεσιών του. Επίσης, δεν αποδείχθηκε νομική εξάρτησή του από την αναιρεσίβλητη.

Δέχτηκε στη συνέχεια το Εφετείο ότι η επίδικη σχέση των διαδίκων δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς την κύρια και την επικουρική βάση της. Επομένως το Εφετείο με την κρίση του αυτή δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 681 ΑΚ, αφού πράγματι κατά τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση δεν είχε το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αλλά εκείνου της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Ωσαύτως, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, ενώ δεν διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξίας, ώστε να υπάρχει λόγος προσφυγής του στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.

Επομένως οι αντίθετοι, όγδοος και ένατος, πρόσθετοι και δεύτερος κύριος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, και ο έκτος κύριος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής παρέλειψε να δικάσει την επικουρική βάση της ίδιας αγωγής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, κατά τα προαναφερόμενα, το Εφετείο δίκασε την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής και την απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως έχει πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διαφορετική από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων, που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του, θεωρεί ως σωστή.

Γενικά ο λόγος αυτός αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση με όσα διαλαμβάνονται στον έβδομο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., περί παραμορφώσεως του από 8-9-1997 πρακτικού συνεδριάσεως της Γενικής συνελεύσεως των μετόχων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, γιατί, κατά τον αναιρεσείοντα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε πραγματικά περιστατικά διάφορα των διαλαμβανομένων σ' αυτό, δεν προβάλλονται πραγματικά περιστατικά που να μπορούν να στηρίξουν την αναίρεση με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αλλά απλώς πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί την εκτίμηση του εν λόγω εγγράφου, με την απόδοση στο Εφετείο σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του και όχι σφαλμάτων ως προς την ανάγνωση αυτού.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Δηλαδή για να ευσταθήσει ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει από το διάδικο όχι μόνο επίκληση, αλλά και προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου.

Η προσαγωγή περιλαμβάνει την ενέργεια ή τις ενέργειες του διαδίκου με τις οποίες σκοπείται να τεθεί υπόψη του δικαστηρίου το αποδεικτικό μέσο. Προκειμένου περί ένορκης βεβαίωσης κατ' άρθρο 671 § i εδ. γ' Κ.Πολ.Δ., συνίσταται στην υλική πράξη της προσκομιδής της κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μαζί με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του διαδίκου νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαιώνει ότι δεν προσκομίσθηκε από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα η υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση που αυτός είχε επικαλεσθεί. Η βεβαίωση αυτή του Εφετείου ότι εν προσκομίσθηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση, ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο και αριθμό, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επίσης, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής ήτοι: το πρακτικό της Γ.Σ. της 8-9-1997 στο οποίο αποτυπώθηκε η απόφαση της Γ.Σ. της αναιρεσίβλητης περί προσλήψεως του αναιρεσείοντος ως υπαλλήλου αυτής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Διότι από την αδιάστικτη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως, την έκθεση της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ..., την γνωμοδότηση της τεχνικής συμβούλου της αναιρεσίβλητης και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων, και το από 8-9-1997 της ανωτέρω Γ.Σ, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς μόρφωση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος και το προμνησθέν αποδεικτικό μέσο.

Ωσαύτως, απορριπτέοι είναι και οι, τέταρτος και πέμπτος, κύριοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ομολογία της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέχεται: 1) Στις από 21-10-2002 προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2) Στα πρακτικά της από 8-9-1997 ανωτέρω γενική συνελεύσεώς της, περί του ότι ο αναιρεσείων συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Και τούτο διότι πρόκειται περί εξώδικης ομολογίας, η οποία ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, προς μόρφωση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος του.

Συνεπώς οι ως άνω λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 11γ' και 12 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (176, 183 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 - 6- 2008 αίτηση και τους από 5-3-2009 και τους πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 2334/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ