Legislator Case Law & Legislation
1578/2007 AI generated

1578/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1578/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3702/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1922/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 26-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1578/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και ν'αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην κρινόμενη υπόθεση με τον πρώτο λόγο της αίτησης από τον αρ. 11 περ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1578 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1578/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μανιαδάκη.

Της αναιρεσίβλητης: ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσαμασφύρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3702/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1922/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 26-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για τους αναφερόμενους σ'αυτήν εξαιρέσεις, προκύπτει ότι, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ν'αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και ν'αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην κρινόμενη υπόθεση με τον πρώτο λόγο της αίτησης από τον αρ. 11 περ.

β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό δύο έγγραφα τα οποία προσκόμισε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, προς απόδειξη των ισχυρισμών της, των οποίων όμως έγινε επίκληση από την εν λόγω διάδικο στο Εφετείο όχι συννόμως αλλά με γενική αναφορά, περιεχόμενη στις προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στις αντίστοιχες προτάσεις ενώπιον του Πρωτοδικείου, των οποίων αντίγραφο ενσωμάτωσε στις πρώτες (βλ.

Ολ. ΑΠ 9/2000). Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν πρόκειται ούτε για παράβαση που δε μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, αφού ο αναιρεσείων έλαβε γνώση των ανωτέρω προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου και επομένως μπορούσε ακόμη και με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών του (άρθρα 237 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) να προβάλει τον ισχυρισμό για τη μη νόμιμη επίκληση των άνω εγγράφων, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, προτάθηκε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1711 παρ. 2, 1825, 1827, 1829, 1846 έως 1851 και 1857 ΑΚ προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαθήκης από παράβαση του δικαίου της νόμιμης μοίρας είναι σχετική, τασσόμενη υπέρ του μεριδούχου και μη επιβαλλόμενη σ' αυτόν. Ο μεριδούχος, αν παραβιάστηκε με τη διαθήκη η νόμιμη μοίρα του με την ολοσχερή παράλειψή του, ή με την εγκατάστασή του σε μέρος μόνο της νόμιμης μοίρας, ή σε ολόκληρη ή μέρος αυτής αλλά με περιορισμούς, δικαιούται και μετά την πάροδο της προθεσμίας για αποποίηση να παραιτηθεί από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του, ως προς ολόκληρη ή για το μέρος που λείπει ή για τον περιορισμό που έχει επιβληθεί, εκτός αν έχει εκδηλώσει προηγουμένως αντίθετη βούληση.

Η παραίτηση αυτή δεν αποτελεί αποποίηση της κληρονομίας υπό την έννοια του άρθρου 1847 ΑΚ ή εκποίηση αυτής ή απαλλοτριωτική δικαιοπραξία των άρθρων 369, 1033,1121 και 1143 ΑΚ, αλλά αποτελεί παραίτηση από τον δικαίωμα για επίκληση της σχετικής ακυρότητας της διαθήκης, δηλαδή νόμιμο γεγονός που συνεπάγεται απλώς απώλεια του δικαιώματος αυτού.

Η παραίτηση αυτή μπορεί να γίνει, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, και με άτυπη και μη απευθυντέα σε άλλο δήλωση βουλήσεως, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, συναγόμενη συμπερασματικώς από πράξεις που δείχνουν βούληση παραίτησης, ακόμη και στην περίπτωση που περιλαμβάνονται στην κληρονομία εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, για τη σύμβαση μεταβίβασης των οποίων απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο. (Ολ.

ΑΠ 935/1975 ΝΟΒ 23/1267). Το δικαίωμα του νόμιμου μεριδούχου για επίκληση της ακυρότητας της διαθήκης που παραβιάζει τη νόμιμη μοίρα του, κατά οποιοδήποτε από τους προαναφερόμενους τρόπους καθώς και το δικαίωμα παραίτησης τούτου από την επίκληση της ακυρότητας της διαθήκης που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα του, η οποία ισοδυναμεί με παραίτηση από την ελλείπουσα νόμιμη μοίρα του, με την έννοια της αποδοχής της διαθήκης και των όποιων μειώσεων και άλλων περιορισμών αυτή προβλέπει, μεταβαίνουν στους κληρονόμους του νόμιμου μεριδούχου, οι οποίοι μπορούν επίσης, καθένας για τη μερίδα του, είτε να επικαλεσθούν την ακυρότητα της διαθήκης που παραβίασε τη νόμιμη μοίρα του νόμιμου μεριδούχου, που κληρονομήθηκε από αυτούς, είτε να παραιτηθούν με τους ίδιους όρους από την επίκληση της ακυρότητας αυτής, με την έννοια της παραίτησης που ήδη έχει εκτεθεί.

Στην προκείμενη υπόθεση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απέρριψε την περί κλήρου αγωγή του αναιρεσείοντος, δεχόμενο τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Στις .......... απεβίωσε στην Αθήνα ο ψ, σύζυγος της αναιρεσίβλητης, ο οποίος με την από .........

μυστική διαθήκη του, που είχε κατατεθεί στον συμβολαιογράφο Αθηνών Γεώργιο Αναστασάκη, εγκατέστησε αυτή (σύζυγο) κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Η ακίνητη περιουσία του εν λόγω κληρονομούμενου, αποτελείται από ένα οικόπεδο, εμβαδού 200,7 τ.μ. με την επ' αυτού οικία, εμβαδού 75 τ.μ., με υπόγεια αποθήκη, εμβαδού 30 τ.μ., που βρίσκεται στην .........., επί της οδού .........

αρ. ... Στις ..........., απεβίωσε στην Αθήνα η μητέρα του ανωτέρω συζύγου της αναιρεσίβλητης ψ2. Αυτή με την από ......... ιδιόγραφη διαθήκη της, που νόμιμα δημοσιεύτηκε , εγκατέστησε κληρονόμο της σε όλη την περιουσία της, τον αναιρεσείοντα ανεψιό της, γιο του προαποβιώσαντος αδελφού της χ. Η προαναφερόμενη μυστική διαθήκη του συζύγου της αναιρεσίβλητης ψ, προσβάλλει ολικά το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της μητέρας του ψ2, η οποία απεβίωσε μετά από αυτόν, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου επί της ανωτέρω κληρονομιαίας οικίας μετά του οικοπέδου της, αφού τόσο η αναιρεσίβλητη σύζυγός του όσο και η μητέρα του, που ζούσαν κατά το χρόνο του θανάτου αυτού, ήταν οι μόνοι νόμιμοι μεριδούχοι της κληρονομίας του (άρθρα 1814, 1820,1825 και 1829 ΑΚ).

Όμως η μεριδούχος μητέρα ψ2 παραιτήθηκε σιωπηρά από το δικαίωμά της για επίκληση της σχετικής ακυρότητας της ανωτέρω μυστικής διαθήκης του γιου της και επομένως και από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας επί της κληρονομίας αυτού. Ειδικότερα η ψ2, όταν πληροφορήθηκε ότι το μοναδικό της παιδί ψ (σύζυγος της αναιρεσίβλητης) προσβλήθηκε από καρκίνο του πνεύμονα με διάχυτες μεταστάσεις, οκτώ μήνες προ του αναμενόμενου, κατά τους θεράποντες ιατρούς, θανάτου του, δηλαδή στις ......., μεταβίβασε σ' αυτόν, το 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του άνω οικοπέδου με την οικία (επίδικο), με το ..........

συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Αναστασάκη. Το μερίδιο αυτό, όπως και το υπόλοιπα 3/4 εξ αδιαιρέτου που ανήκαν στο γιο της, είχε περιέλθει σ' αυτούς (μητέρα και γιο) από κληρονομία του ψ3, συζύγου και πατέρα αντίστοιχα, που απεβίωσε το 1962 χωρίς ν' αφήσει διαθήκη. Έτσι η ψ2, που τότε ήταν 85 ετών και αγαπούσε το γιο της και την επί 20 χρόνια αναιρεσίβλητη νύφη της, με την οποία είχε πάντα καλές σχέσεις, θέλησε να περιέλθει το ανωτέρω ελάχιστο μερίδιό της στο γιο της, πριν από το θάνατό του, ώστε η κληρονομιαία επίδικη οικία να μείνει εξ ολοκλήρου στην οικογένειά του, δηλαδή στη σύζυγό του, με την οποία ο γιος της έζησε αγαπημένα, χωρίς όμως ν' αποκτήσει τέκνα μαζί της.

Για το λόγο αυτό, μετά το θάνατο του παιδιού της (23-4-1992) και μέχρι το δικό της θάνατο (25-12-1992), ήτοι επί οκτώ μήνες, και παρά τη δημοσίευση της διαθήκης του στις ............, δεν έκανε καμία ενέργεια για τη διεκδίκηση της νόμιμης μοίρας της από την κληρονομία του γιου της. Και αυτό όχι λόγο της ηλικίας της ή του πένθους της, αφού στο διάστημα αυτό είχε προβεί σε άλλες νομικές ενέργειες, όπως στη σύνταξη της προαναφερόμενης από ..........

ιδιόγραφής διαθήκης της, στην υπογραφή του ........ πληρεξουσίου ενώπιον του συμ/φου Χαλανδρίου Κυρ. Αλεξάνδρου, στην πώληση αγροτεμαχίου της με το .......... συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Αντιόπης Κυρούση, αλλά γιατί αποδέχθηκε τη διαθήκη του γιου της. Και ναι μεν έγραψε τη δική της διαθήκη πριν από τη δημοσίευση εκείνης του γιου της, όμως από το χρόνο της δημοσίευσης της τελευταίας (........) και μέχρι το δικό της θάνατο είχε τη δυνατότητα, εάν πράγματι ήθελε να προσβάλει την επίμαχη διαθήκη να ζητήσει τη νόμιμη μοίρα της, είτε να συντάξει νέα διαθήκη με ανάλογη διάταξη για το επίδικο ακίνητο, είτε να ενεργήσει δικαστικώς ή έστω εξωδίκως κατά της αναιρεσίβλητης, η οποία, εν γνώσει της, εισέπραττε , σε όλο το διάστημα αυτό, μισθώματα από την εν λόγω οικία.

Ενισχυτικό της πιο πάνω βούλησης της ψ2 για παραίτηση από τη νόμιμη μοίρα της επί της κληρονομίας του γιου της, που την εκδήλωσε με την πιο πάνω συμπεριφορά της και έγινε αντιληπτή από τους οικείους της, είναι και το γεγονός ότι μέχρι την -κατά τον αναιρεσείοντα- ανεύρεση της διαθήκης της το 2003, δηλαδή επί έντεκα έτη, ουδείς από τους πλησιέστερους συγγενείς της, τρία ετεροθαλή αδέλφια και δύο ανίψια, ένα από τα οποία ο αναιρεσείων, στράφηκε κατά της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ψ2 (αφού δεν ήταν γνωστή ακόμη η διαθήκη της) τέτοιο δικαίωμα νόμιμης μοίρας της.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον η νόμιμη μεριδούχος ψ2 παραιτήθηκε κατά τα ανωτέρω, από τη νόμιμη μοίρα της, δεν περιήλθε στον αναιρεσείοντα, γενικό κληρονόμο της, δικαίωμα για επίκληση σχετικής ακυρότητας της διαθήκης του γιου της ψ και, κατ' επέκταση, δικαίωμα νόμιμης μοίρας της κληρονομουμένης επί του επίδίκου ακινήτου .

Με βάση αυτά τα περιστατικά το Εφετείο απέρριψε την περί κλήρου αγωγή του αναιρεσείοντος, όσον αφορά το 1/4 εξ αδιαιρέτου τον επίδικου κληρονομιαίου ακινήτου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αμέσως ανωτέρω μείζονα πρόταση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Αστικού Κώδικα που εφάρμοσε και με τις ουσιαστικές παραδοχές του δε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-6-2006 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 1922/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ