Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the ground was not properly raised as a separate appeal argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court ignored facts showing the debt was fully paid during the appeal process, but the court found this claim was merely mentioned narratively in the original appeal rather than formally proposed as a distinct ground for annulment. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the specific legal ground required to be raised separately was absent from the formal appeal petition.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground must be formally proposed as a separate argument in the appeal petition to be admissible, and mere narrative mention of facts does not suffice to establish a new ground for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1577 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1577/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Μ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "DELHICATHEN", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγαπηνό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FLORIDA MALL ΑΝΩΝΥΜΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ, ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ, ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "FLORIDA MALL", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυμπέρη Λυμπερόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2020 ανακοπή και τους από 19-10-2020 προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 509/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 5652/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 1-12-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών από μίσθωση, υπ' αριθ. 5652/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 509/2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 14/9/2020 ανακοπή της και τους από 19/10/2020 πρόσθετους λόγους ανακοπής κατά της υπ.αριθμ.5608/22-7-2020 διαταγής απόδοσης μισθίου-διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, στις 05/12/2022, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2018), και από την επομένη της δημοσιεύσεως αυτής, στις 8/11/2022, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 5/12/2022 , δεν είχε παρέλθει διετία. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ)και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και ως προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 1360//2024, ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 911/2023, ΑΠ 170/2023). Απαιτείται ακόμη, οι πράξεις του και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 1360/2024, ΑΠ 783/2023, ΑΠ 1433/2022).
Οι συνέπειες αυτές, δεν είναι απαραίτητο, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση του υπόχρεου, αλλά αρκεί να είναι απλώς δυσμενείς για τα συμφέροντά του. (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 482/2022, ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020). Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ.
όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ1591/2023). Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1591/2023, ΑΠ 805/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1591/2023, ΑΠ 933/2023, ΑΠ 482/2022, ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 257/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2//2013, ΟλΑΠ 7/2006 (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 428/2021). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. (ΟλΑΠ 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του (ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1871/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, έλλειψη νομίμου βάσεως τη αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως,, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ("έλλειψη αιτιολογίας") ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, και πληρότητα ("ανεπαρκής αιτιολογία") και χωρίς αντιφάσεις ("αντιφατική αιτιολογία) τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 15/2006, ολΑΠ 1/1999, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 50/2022, ΑΠ 51/2022, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 88/2022).
Αντιφατικές αιτιολογίες ειδικότερα έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν στο αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Ούτε υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αφορά τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1186/2021,ΑΠ 68/2021, ΑΠ 302/2020), καθόσον τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 80/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, επί της ουσίας, κρίση του (άρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα, ανακόπτουσα, δραστηριοποιείται επιχειρηματικά: α) στη λιανική και χονδρική πώληση υποδημάτων, ενδυμάτων και αξεσουάρ ένδυσης και υπόδησης, στη λιανική και χονδρική διαδικτυακή εμπορία τους μέσω ιστοσελίδας, στην εν γένει εμπορία τους (εισαγωγές-εξαγωγές), στη βιοτεχνική ή βιομηχανική παραγωγή τους, στην αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού, που παράγουν, ή διαθέτουν τέτοια είδη, και στη λιανική πώληση των εν λόγω ειδών, μέσω ηλεκτρονικού καταστήματος εμπορευμάτων stock και outlet, β) στην εμπορία (εισαγωγές και εξαγωγές), ειδών δώρου και οικιακής χρήσης, και στη χονδρική και λιανική πώληση τέτοιων ειδών.
Δυνάμει δε, του από 18-7-2016 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, η ήδη εφεσίβλητη, καθ' ης η ανακοπή, εκμίσθωσε στην εκκαλούσα, ανακόπτουσα δύο (2) μίσθια καταστήματα, κείμενα εντός του εμπορικού κέντρου "FLORIDA MALL" στη Γλυφάδα Αττικής. Σύμφωνα με τους όρους αυτής της εμπορικής μίσθωσης, η διάρκειά της συμφωνήθηκε δωδεκαετής, από 1-9-2016 μέχρι 31-8-2028, με μηνιαίο μίσθωμα:
α) για τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη, από 1-9-2016 μέχρι 31-8-2018, ποσού 12.700 €, δηλαδή, ποσό 7.500 €, για το πρώτο μίσθιο κατάστημα και 5.200 €, για το δεύτερο μίσθιο κατάστημα, πλέον δε του αναλογούντος νόμιμου τέλους χαρτοσήμου, ποσοστού 3,6%. β) Από 1-9-2018 το μίσθωμα θα αναπροσαρμοζόταν ετησίως σύμφωνα με το ποσοστό αύξησης του επίσημου δείκτη τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ), στο οποίο ποσοστό θα προστίθενται δύο (2) ποσοστιαίες μονάδες (ΔΤΚ+2).
Περαιτέρω, το μηνιαίο αυτό μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε αρχικά, με το από 1-9-2018 ιδιωτικό συμφωνητικό στο ποσό των 13.081 €, πλέον νόμιμου τέλους χαρτοσήμου, ποσοστού 3,6%, για το χρονικό διάστημα από 1-9-2018 έως 31-8-2019, και εν συνεχεία, από 1-9-2019 στο ποσό των 13.473,43 €, πλέον αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου ποσοστού 3,6%, και ανήλθε στο συνολικό ποσό των 13.958,47 €, όπου και παρέμεινε.
Εξάλλου, για το χρονικό διάστημα των μηνών, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου του 2020, με ΠΝΠ και Υπουργικές Αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν προς αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού (COVID-19) η εκκαλούσα, ανακόπτουσα, μισθώτρια, απαλλάχθηκε της υποχρέωσης καταβολής ποσοστού 40% του μηνιαίου μισθώματος των μισθίων, και συνεπώς, για το χρονικό αυτό διάστημα το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε στο ποσό των 8.084,58 €, πλέον δε του αναλογούντος νόμιμου τέλους χαρτοσήμου ποσοστού 3,6%, δηλαδή, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 8.375,08 €.
Εξάλλου, κατά την κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τούτου, δεν προκύπτει βάσιμα, ενόψει και της άρνησης της καθ' ης η ανακοπή, εφεσίβλητης, ότι η εκκαλούσα, ανακόπτουσα, γνωστοποίησε στην εφεσίβλητη, καθ' ης η ανακοπή, πρόθεση αποχωρήσεως από το μίσθιο και ότι η εκκαλούσα, ανακόπτουσα, έφερε σε επαφή την εφεσίβλητη, καθ' ης η ανακοπή, με άλλες εταιρείες, δραστηριοποιούμενες στον ίδιο κλάδο με αυτόν εμπορίας της εκκαλούσας, ανακόπτουσας, προκειμένου να εγκατασταθούν στα μίσθια, όταν η εκκαλούσα, ανακόπτουσα, αποχωρούσε από τα μίσθια.
Άλλωστε, η εκκαλούσα, ανακόπτουσα, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύει βάσιμα την ύπαρξη σχετικού σταδίου διαπραγματεύσεων, με την εφεσίβλητη, καθ' ης η ανακοπή, εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη και το γεγονός, ότι ο εξετασθείς ένορκα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας αποδείξεως, υιός του νόμιμου εκπροσώπου της εκκαλούσας, ανακόπτουσας, κατέθεσε ότι ο πατέρας του, Ι.
Α., διατηρούσε και προσωπικές σχέσεις με τον Τ. Μ., ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, ανακόπτουσας, ήταν το πρόσωπο, που είχε έρθει σε επικοινωνία με την εφεσίβλητη, καθ' ης η ανακοπή, για λογαριασμό της υποψήφιας μισθώτριας "T. M. Α.Ε.". Επίσης, μολονότι φέρεται ότι γίνονταν διαπραγματεύσεις, δεν προσκομίζεται ούτε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), ή έστω κάποια άλλη έγγραφη μορφή επικοινωνίας, π.χ., μέσω γραπτών μηνυμάτων κινητών τηλεφώνων, μεταξύ των εμπλεκομένων (εκκαλούσας, ανακόπτουσας, εφεσίβλητης, καθ' ης η ανακοπή, και υποψηφίων μισθωτριών εταιρειών), βάσει του οποίου να προκύπτει...
βάσιμα η ύπαρξη του σταδίου της διαπραγμάτευσης, καθώς και τα ζητήματα, τα οποία παρέμεναν ακόμη "ανοικτά", προς διευθέτηση. Άλλωστε, όταν η ανακόπτουσα, εκκαλούσα, έλαβε την από 6-3-2020 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση-διαμαρτυρία της καθ' ης η ανακοπή, εφεσίβλητης, με την οποία η τελευταία, ως εκμισθώτρια, καλούσε την εκκαλούσα, ανακόπτουσα, μισθώτρια, σε καταβολή των τριών (3) καθυστερούμενων μισθωμάτων των μηνών, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2020, η εκκαλούσα, ανακόπτουσα, δεν απάντησε.
Εξάλλου, είναι... προφανές, ότι αν πράγματι έγιναν διαπραγματεύσεις για την αποχώρηση της εκκαλούσας, ανακόπτουσας από τα μίσθια, τότε η τελευταία, θα απαντούσε στην εφεσίβλητη, καθ' ης η ανακοπή, τη στιγμή μάλιστα, που η εκμισθώτρια αποφάσισε να προβεί σε μια "επιθετική" ενέργεια τέτοιας έντασης, δηλαδή, όχι απλά σε προφορική σύσταση, ή σε αποστολή επιστολής, αλλά στην επίδοση...
εξώδικης δήλωσης- πρόσκλησης-διαμαρτυρίας, που ως όχληση, αποτελεί την προδικασία για την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου (άρθρο 637 του Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, καμία συμφωνία δεν προκύπτει ότι υπήρχε μεταξύ της εκκαλούσας, ανακόπτουσας, και της εφεσίβλητης, καθ' ης η ανακοπή, ως προς τη μη καταβολή των μισθωμάτων μέχρι πέρατος αυτής της διαπραγμάτευσης.
Είναι βέβαια αληθές, ότι η εμπορική επιχείρηση της εκκαλούσας, ανακόπτουσας αντιμετώπισε μία άνευ προηγουμένου οικονομική κρίση, όπως η πλειονότητα των εμπορικών επιχειρήσεων παγκοσμίως, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού (COVID- 19) και των περιοριστικών μέτρων, που είχαν ως συνέπεια, να μείνουν κλειστά τα καταστήματα της εκκαλούσας, ανακόπτουσας, από τα μέσα Μαρτίου μέχρι και το Μάιο του 2020.
Όμως, η από 6-3-2020 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία, που επέδωσε η καθ' ης η ανακοπή, εφεσίβλητη, στην ανακόπτουσα, εκκαλούσα, έλαβε χώρα πριν τα εν λόγω περιοριστικά μέτρα και αφορούσε τα οφειλόμενα μισθώματα των μηνών: Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2020.
Επομένως, μολονότι η επίδικη Διαταγή Πληρωμής μισθωμάτων και Απόδοσης χρήσης μισθίων αναφέρει ότι οφείλονται πέντε (5) μισθώματα, των μηνών Ιανουαρίου-Μαΐου 2020, συνολικά επιδικάζοντας το ποσό των 53.042,18 €, πλέον τόκων και εξόδων, εντούτοις, το γεγονός, που οδήγησε στην έκδοσή της είναι η υπερημερία, λόγω δυστροπίας της εκκαλούσας, ανακόπτουσας, κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουαρίου έως και Μαρτίου 2020, ως προς το οποίο και δεν υπήρχε κανένας προφανής λόγος καθυστέρησης καταβολής οφειλόμενων μισθωμάτων.
Επομένως, ο κύριος και πρόσθετος λόγος ανακοπής, κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο νόμιμος, κατ' άρθρο 281 του Α.Κ., και απορριπτέος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος" Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ουσία αβάσιμο τον προβληθέντα, με τον λόγο της ανακοπής και τον πρόσθετο λόγο, ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να ζητήσει την έκδοση σε βάρος της αναιρεσείουσας της ανακοππόμενης διαταγής πληρωμής, ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, στην καλή πίστη και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος, με συνέπεια να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη της προβληθείσας από την ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) σχετικής ένστασης, ενόψει ιδίως και του ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση οποιασδήποτε ενέργεια της αναιρεσίβλητης που να δημιούργησε στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα στραφεί κατ' αυτής για τα οφειλόμενα μισθώματα.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, πλην των ανωτέρω. Αρκούσαν δε αυτές για να δικαιολογήσουν στην προκειμένη περίπτωση, την μη εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ και την κρίση του Εφετείου περί μη καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, το Εφετείο, ορθά ερμηνεύοντας και μη εφαρμόζοντας την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη (281 ΑΚ), δεν παραβίασε αυτήν ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου και, συνακόλουθα, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, , οι δε περί του εναντίου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι νομίμως προταθέντων ή αντίθετα η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων, θεμελιώνει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 559/2020), οι ισχυρισμοί δηλαδή που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1360/2024, ΑΠ 1585/2023, ΑΠ 1371/2023, ΑΠ 1038/2023ΑΠ 323/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 39/2023).
Επίσης είναι "πράγματα" τα προταθέντα προς θεμελίωση ουσιαστικών ενστάσεων ή αντενστάσεων πραγματικά περιστατικά όπως λ.χ της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος. Ειδικότερα, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία είτε αυτοτελώς είτε συνολικά εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, το καθένα από αυτά χωριστά, αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 88/1980, ΑΠ 5224/2014,ΑΠ 1080/2012).
Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, προς θεμελίωση της ενστάσεώς του αυτής, τα οποία μαζί με εκείνα, που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην εκ του άνω άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Εξάλλου, για την ίδρυση του προβλεπόμενου από τη διάταξη αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται ο ισχυρισμός, που αποτελεί πράγμα, να είχε προταθεί, και μάλιστα παραδεκτώς και νομίμως, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 14/2004ΑΠ 2/2023, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 356/2022, ΑΠ 55/2022). Ειδικότερα, για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης, από την μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρονται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) στο Εφετείο και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 5/2000, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 157/2021),ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 201/2017), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο πρέπει επίσης να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1603/2022, ΑΠ 483/2022).
Επομένως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του (στο ανώτερο δικαστήριο), ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 5/2000, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 157/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο άρθρου 559 αριθ. 8 περ.α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αυτοτελή περιστατικά που προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στην εκδοθείσα από την αναιρεσίβλητη διαταγή πληρωμής, ήτοι "την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της σχετικής επιταγής προς πληρωμή, κατά το χρόνο συζήτησης της ανακοπής", τα οποία είχε προτείνει, με την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με το αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό αυτό, (ήτοι την κατάχρηση δικαιώματος θεμελιούμενη και στα ανωτέρω περιστατικά) τον οποίο ισχυρίζεται ότι είχε προτείνει με λόγο ανακοπής τον είχε επαναφέρει στο Εφετείο με λόγο της εφέσεώς της, όπως απαιτείται, για το παραδεκτό αυτού, κατά την αναφερθείσα παραπάνω νομική σκέψη, ούτε επικαλείται ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι ο πραγματικός ισχυρισμός αυτός ουδόλως είχε προταθεί εκ μέρους της αφού διηγηματικώς και μόνον και όχι ως λόγος ανακοπής έγινε η αναφορά των καταβολών στις σελ.5 και 6 της ανακοπής, όπου χαρακτηριστικά αναφέρει η αναιρεσείουσα ότι "πριν την ανάπτυξη των ισχυρισμών περί καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων της καθής θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι ήδη κατά το χρόνο άσκησης της παρούσας ανακοπής η... επιταγή προς πληρωμή έχει εξοφληθεί... ως εξης...") Κατόπιν τούτων και, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2022 αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Μ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε" για αναίρεση της υπ' υπ'αριθ. 5652/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ