Supreme Court dismisses appeal on property ownership dispute where lower court rejected vague land claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the First Instance Court's rejection of their property ownership claim. The appellants argued that their initial land titles were insufficient to cover newly created parcels, but the court found their arguments to be mere clarifications that could not cure the original lack of specificity. Consequently, the court ruled that the lower court correctly rejected the suit for vagueness and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal if the grounds do not cure the original defect of vagueness in the plaintiff's claim, as such clarifications cannot be added after the fact.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1577 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1577/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Β. του Α. και της Α., 2) Κ. Α. του Δ. και της Χ., συζύγου Σ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχάλη Κράια, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Α. και της Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Ταντανόζη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2416/2019, 1592/2020 μη οριστικές, 1739/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-9-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 1739/2022 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Α. Τ. κατά της 85/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, μετά δε την εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως και τη διακράτηση και εκδίκαση της αγωγής από το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη και με επάλληλη αιτιολογία ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης στρέφεται η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
I. Από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σε αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες, σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από τη μεταγραφή της κυρωτικής της πράξης εφαρμογής απόφασης του Νομάρχη (και ήδη Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας) αποκτούν με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα επί των αναγραφομένων - νέων - ιδιοκτησιών (οικοπέδων), υπό την προϋπόθεση ότι είναι κύριοι των ακινήτων (συνήθως αγρών) που αποτέλεσαν τη βάση διαμόρφωσής τους.
Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού (αρχικού) ακινήτου, επικαλούμενος την κυριότητά του αυτή επί του αρχικού ακινήτου μπορεί να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερόμενου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του.(ΟλΑΠ 1236/1982, ΟλΣτΕ 1730/2000, ΑΠ 292/2018, ΑΠ 2248/2014).
Τούτο σαφώς συνάγεται από τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 12 του ν. 1337/1983, κατά το πνεύμα των οποίων η οριστικοποίηση της πράξης εφαρμογής που επέρχεται με την κύρωσή της, αναφέρεται στις περιεχόμενες σε αυτή μεταβολές που κρίθηκαν αναγκαίες για την ολοκλήρωση του πολεοδομικού σχεδιασμού, γιαυτό και ορίζεται ότι τυχόν διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνεται με απόφαση των αρμοδίων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση όπως ειδικότερα ορίζεται με την κανονιστική απόφαση με τον τίτλο "Διαδικασία και τρόπος σύνταξης της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης (με αριθμό 79881/3445/6.12.1984 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
Β' 862)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 10 του αυτού άρθρου 12. Δηλαδή η χρηματική αποζημίωση δεν αφορά στην κυριότητα του διαμορφούμενου ακινήτου, αλλά στο μέγεθος της εισφοράς σε γη και στο μέγεθος της ιδιοκτησίας. Ακόμη, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ίδιου άρθρου 12 ν. 1337/1983, όπως είχε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 11 ν. 3212/2003, η πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης εκδίδεται κατά ειδική διοικητική διαδικασία που περιλαμβάνει και το στάδιο ενστάσεων από τους ενδιαφερομένους, κατόπιν προσκλήσεώς τους, πριν από την κύρωση της πράξεως.
Κατά τον ρητό δε ορισμό αλλά και την έννοια της διατάξεως της περ. ε' της παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 (όπως είχε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 11 ν. 3212/2003) η πράξη αυτή καθίσταται οριστική και αμετάκλητη μετά την κύρωσή της, ενώ κατά τη διάταξη της περ. γ' της ίδιας παραγράφου "Για ιδιοκτησίες, που στις πράξεις εφαρμογής αναγράφονται με ελλιπή στοιχεία ή με την ένδειξη "άγνωστος", η καταχώριση στη μερίδα των ιδιοκτητών γίνεται μετά από έκδοση διορθωτικής πράξης οι οικείου νομάρχη (ΑΠ 826/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 1739/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί των συνεκδικαζόμενων εφέσεων των διαδίκων κατά των 85/2018 και 25/2018 οριστικών αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, όσον αφορά το ενδιαφέρον αναιρετικό μέρος, ήτοι την εξαφάνιση της 85/2018 οριστικής αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων μετά από την εκδίκασή της από το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο (η αίτηση αναιρέσεως δεν στρέφεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για τις παραδοχές της που αφορούν την έφεση κατά της 25/2018 οριστικής αποφάσεως, με τις οποίες αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή, εξαφανίσθηκε η εν λόγω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και μετά την εκδίκαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, αυτή έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη) υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες με την με αριθμό κατάθεσης ΜΤ-Ν 4/26.1.2017 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών,εξέθεταν, ότι με το νόμιμα μεταγραμμένο ....2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σερρών Μαρίας Κασάπη, έγιναν συγκύριοι εξ αγοράς από αληθείς κυρίους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός οικοπέδου εμβαδού 295 τμ., και κατά νεώτερη εμβαδομέτρηση 283,72 τμ, κείμενου στην περιοχή Αγίων Αναργύρων, στη θέση "Κατακονόζι" της πόλης των Σερρών και επί της οδού ..., εντός του νέου Ο.Τ. 690 του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλης.
Ότι οι δικαιοπάροχοι τους (πωλήτριες) Φ. συζ. Π. Κ., το γένος Κ. Μ., Ε. Κ. του Π. και της Φ. και Θ. συζ. Ν. Δ. το γένος Π. Κ. απέκτησαν εξ αδιαιρέτου την κυριότητα του ανωτέρω οικοπέδου κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και κατά ποσοστό 3/8 η κάθε μία από τις λοιπές, από κληρονομιά αντίστοιχα του συζύγου και πατέρα τους, Π. Κ., την οποία αποδέχθηκαν με την νόμιμα μεταγραμμένη ....1995 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Σερρών.
Ότι ο κληρονομούμενος, Π. Κ. του Σ. είχε αποκτήσει την κυριότητα του ως άνω οικοπέδου εξ αγοράς με το νόμιμα μεταγραμμένο ....1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σερρών Δημητρίου Παπαδοπούλου, από την αληθή κυρία αυτού Α. συζ. Ν. Τ., το γένος Ν. και Ε. Μ., η οποία με τη σειρά της, είχε αποκτήσει την κυριότητα του ως άνω οικοπέδου εξ αγοράς από την αληθή κυρία αυτού Μ.
συζ. Ν. Τ. το γένος Α. Τ., με το νόμιμα μεταγραμμένο ....1969 πωλητήριο συμβόλαιο του τ. συμβολαιογράφου Σερρών Μενελάου Θεοδωρίδη. Στη συνέχεια ισχυρίσθηκαν με την αγωγή τους οι ενάγοντες,ότι το ως άνω οικόπεδο καταχωρίσθηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο που άρχισε να ισχύει στην περιοχή της πόλης των Σερρών στις 29.5.2007, στις πρώτες εγγραφές με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002, εμβαδόν 233 τμ.
και με δικαιούχους κυριότητας τους ίδιους και τίτλο κτήσης το προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοράς, επιπλέον δε ότι ο πρώτος ενάγων απέκτησε με το νόμιμα μεταγραμμένο ....2001 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σερρών Φώτιου Αϊδινλή, την κυριότητα όμορου - δυτικά του ανωτέρω - οικοπέδου έκτασης 300 τμ., εξ αγοράς από τους αληθείς κυρίους αυτού Ε., Δ., Ε., Κ., Μ., Φ.
και Μ. Μ., που είχαν αποκτήσει την κυριότητά του κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 28.2.1978 πατέρα τους Κ. Μ. και μετέπειτα της μητέρας τους (κατά το κληρονομικό μερίδιο που είχε περιέλθει σε αυτήν από κληρονομιά του συζύγου της), την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν οι μεν Ε., Δ.
Ε., Κ. και Μ. Μ. με την νόμιμα μεταγραμμένη ....1996 δήλωση, οι δε Φ. και Μ. Μ. με την νόμιμα μεταγραμμένη ....1996 δήλωση, ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Σερρών. Ότι ο ως άνω κληρονομούμενος είχε αποκτήσει την κυριότητα του οικοπέδου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, με τη συνεχή νομή του από το έτος 1957, οπότε το αγόρασε άτυπα από την Μ.
συζ. Ν. Τ., το γένος Α. και Χ. Τ., μέχρι 28.2.1978 που αποβίωσε, έχοντας αναγείρει επί αυτού ισόγεια οικία εμβαδού 70 τμ, όπου κατοικούσε μόνιμα με την οικογένειά του, την ίδια δε νομή συνέχισαν να ασκούν και οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του. Ότι το δεύτερο αυτό οικόπεδο καταχωρίστηκε μεν στο Εθνικό Κτηματολόγιο στις πρώτες εγγραφές με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 003, εμβαδόν 300 τμ και με δικαιούχο κυριότητας τον πρώτο ενάγοντα και τίτλο κτήσης το προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοράς, πλην όμως στα κτηματολογικά διαγράμματα του Εθνικού Κτηματολογίου δεν αποτυπώθηκαν ορθά τα ως άνω οικόπεδα κατά θέση, έκταση, σχήμα, εμβαδόν και όρια, αλλά οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε διόρθωση γεωμετρικών στοιχείων.
Επίσης, εξέθεταν οι ενάγοντες στην αγωγή τους ότι με την Πράξη Εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης πολεοδομικής ενότητας "Αγίων Αναργύρων", που κυρώθηκε με την 288//2.7.2010 απόφαση του Νομάρχη Σερρών και καταχωρίσθηκε νόμιμα στις 2.12.2010 με αριθμό καταχώρισης 3726/2010 στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σερρών τα ως άνω δύο οικόπεδα εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης και μετά την καταχώριση αυτή το μεν γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002 χαρακτηρίσθηκε "ιστορική ιδιοκτησία" και "έναντι αυτού δημιουργήθηκε το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 021/0/0 που αποτελεί και την "τελική ιδιοκτησία", σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής, ήτοι:
Ένα οικόπεδο εμβαδού 350,47 τ.μ. το οποίο βρίσκεται εντός του νέου Ο.Τ. 690 του σχεδίου πόλεως Σερρών, επί της οδού ..., φέρει ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003/0/0, φέρει κωδικό κτηματογράφησης 123650 και 1236603 στην ως άνω πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης και συνορεύει γύρωθεν βόρεια και ανατολικά με υπό διάνοιξη δημοτικές οδούς, νότια με την οδό ...
και δυτικά με το νέο οικόπεδο με κωδικό ΟΤ 690 οικ. 2 και ΚΑΕΚ 44 121 29 61 002", το δε γεωτεμάχιο - οικόπεδο με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 003 χαρακτηρίσθηκε "ιστορική ιδιοκτησία" και "έναντι αυτού δημιουργήθηκε το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 020/0/0 που αποτελεί και την "τελική ιδιοκτησία" σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής, ήτοι: Ένα οικόπεδο, εμβαδού 506,00 τμ το οποίο βρίσκεται εντός του νέου Ο.Τ. 690 του σχεδίου πόλεως Σερρών, επί της οδού ..., φέρει ΚΑΕΚ 44 121 29 61 002/0//0, φέρει κωδικό κτηματογράφησης 1236502 και 1236602 στην ως άνω πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης και συνορεύει γύρωθεν βόρεια με υπό διάνοιξη δημοτική οδό, νότια με την οδό ..., δυτικά με οικόπεδο ιδιοκτησίας Β.
Γ. και ανατολικά με το νέο οικόπεδο με κωδικό ΟΤ 690 οικ. 3 και ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003". Ότι η "καταχώριση της πράξης εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης έχει ολοκληρωθεί μόνο ως προς την διόρθωση των γεωμετρικών στοιχείων των ιδιοκτησιών και δεν έχει ολοκληρωθεί ως προς την αναγραφή των στοιχείων των ιδιοκτητών" και ότι "στους πίνακες ιδιοκτητών της πράξης εφαρμογής τα δύο οικόπεδα, άγνωστο για ποιον λόγο, καταχωρήθηκαν ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", παρόλο που οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και οι ίδιοι υπέβαλαν τις προβλεπόμενες από το ν. 137/1983 δηλώσεις, με συνέπεια με μην εμφανίζεται το εμπράγματο δικαίωμα των εναγόντων επί των τελικών ιδιοκτησιών και στο Εθνικό Κτηματολόγιο.
Τέλος, επικαλέσθηκαν οι ενάγοντες ότι υπέβαλαν στο Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου Σερρών τις με αρ. πρωτ. 3677/19.8.2014 και 3678/19.8.2014 αιτήσεις για διόρθωση του πίνακα της πράξης εφαρμογής, ώστε να συμπεριληφθούν αυτοί ως δικαιούχοι και ότι όμοια αίτηση με αρ. 4013/19.9.2014 υπέβαλε και ο εναγόμενος (Α. Τ.) ισχυριζόμενος ότι είναι αποκλειστικός κύριος των επιδίκων ακινήτων, αμφισβητώντας κατά τον τρόπο αυτό το ως άνω δικαίωμα κυριότητάς τους, ο ίδιος δε άσκησε και την με αρ.
κατ. 227 ΜΤ 218/2009 αγωγή διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών αναφορικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002, προβάλλοντας δικαίωμα ιδίας κυριότητας επ' αυτού, η οποία απορρίφθηκε με την 138/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες αιτήθηκαν: α) να αναγνωριστούν (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 50% έκαστος εξ αδιαιρέτου, με τίτλο κτήσης το νόμιμα μεταγραμμένο ....2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σερρών Μαρίας Κασάπη "Ενός οικοπέδου, εμβαδού 350,00 τ.
μ. το οποίο βρίσκεται εντός του νέου Ο.Τ. 690 του σχεδίου πόλεως Σερρών επί της οδού ..., φέρει ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003/0/0, φέρει κωδικό κτηματογράφησης 126503 και 1236603 στην ως άνω πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης και συνορεύει βόρεια και ανατολικά με υπό διάνοιξη δημοτικές οδούς, νότια με την οδό ... και δυτικά με το νέο οικόπεδο με κωδικό ΟΤ 690 οικ. 2 και ΚΑΕΚ 44 121 29 61 002", αξίας 35.047 ευρώ και β) ο πρώτος ενάγων αποκλειστικός κύριος με τίτλο κτήσης το νόμιμα μεταγραμμένο ....2001 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σερρών Φωτίου Αϊδινλή "Ενός οικοπέδου, εμβαδού 506 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του νέου Ο.Τ. 690 του σχεδίου πόλεως Σερρών επί της οδού Αγίου Στεφάνου, φέρει ΚΑΕΚ 44 121 29 61 002/0/0, φέρει κωδικό κτηματογράφησης 1236502 και 1236602 στην ως άνω πράξη εφαρμογής μελέτης και συνορεύει γύρωθεν βόρεια με υπό διάνοιξη δημοτική οδό, νότια με την οδό ...
δυτικά με οικόπεδο ιδιοκτησίας Β. Γ. και ανατολικά με νέο οικόπεδο με κωδικό ΟΤ 690 οικ. 3 και ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003", αξίας 50.600 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η 85/23.4.2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που την έκανε δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο επί της οποίας εκδόθηκε η 1739/2022 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που την έκανε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως μη νόμιμη και ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης επιλαμβανόμενο του σχετικού λόγου εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης περί της εσφαλμένης εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 12 του ν. 1337/1983 και 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979, αλλά και κατά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο του παραδεκτού και νομίμου της αγωγής διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του τα εξής: "Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη με αρ.
κατ. ΜΤ-Ν 4/26.1.2017 αγωγή, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι πρόκειται για αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων - νέων οικοπέδων, που προήλθαν από πράξη εφαρμογής, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι... η κυριότητα επί των "νέων οικοπέδων" των προερχομένων από πράξη εφαρμογής (σημ. το νέο οικόπεδο δύναται να προέρχεται από ένα βασικό ακίνητο, αλλά είναι εξίσου δυνατόν να σχηματίζεται ως νέο οικόπεδο μετά από προηγούμενη αποκοπή τμημάτων από περισσότερες και διαφορετικές ιδιοκτησίες, όπως στην προκειμένη περίπτωση) αποκτάται με πρωτότυπο τρόπο, εφόσον συντρέξουν στο πρόσωπο των επικαλούμενων κυριότητα επ' αυτών δύο προϋποθέσεις ήτοι α) να αναγράφονται ως δικαιούχοι κυριότητας στο οικείο πίνακα της πράξης εφαρμογής και να μεταγραφεί η κυρωτική της πράξης εφαρμογής απόφαση τα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου και μετέπειτα στη μερίδα τους (εφόσον ισχύει το σύστημα μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου) ή πλέον -εφόσον λειτουργεί το σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου, όπως εν προκειμένω - να καταχωρηθεί αυτή κατ' άρθρο 12 παρ. 1 περ.
β του ν. 2664/1998 στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του βασικού ακινήτου (που πλέον αποτελεί ιστορική ιδιοκτησία) και του νέου οικοπέδου και β) να είναι κύριοι της "αρχικής ιδιοκτησίας" ή βασικού ακινήτου που εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης με την συμπερίληψή του στην πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη προϋπόθεση δεν συντρέχει στο πρόσωπο των εναγόντων, αφού οι ίδιοι δηλώνουν στην αγωγή τους ότι στον οικείο πίνακα της πράξης εφαρμογής δεν καταχωρίσθηκαν ως δικαιούχοι κυριότητας ούτε των βασικών ακινήτων (δηλ.
κατά τα εκτιθέμενα των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002 και 44 121 29 09 003), τα οποία αναγράφονται ως αγνώστου ιδιοκτήτη, ούτε των νέων οικοπέδων με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003 και 44 12 29 61 002. Επομένως, μόνη η επίκληση κυριότητας των εναγόντων επί των ως άνω βασικών ακινήτων δεν είναι αρκετή να θεμελιώσει κυριότητα επί των νέων οικοπέδων, πολύ δε περισσότερο που αιτία και τίτλος κτήσης επ' αυτών δεν είναι τα προρρηθέντα συμβόλαια, όπως αιτούνται οι ενάγοντες, αλλά η κυρωτική της πράξης εφαρμογής απόφαση και δη κατά πρωτότυπο τρόπο...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε εν τέλει την αγωγή των εναγόντων - αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 12 του v. 1337//1983 και 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Τούτο δε διότι, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτό με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι στο πρόσωπο των εναγόντων - αναιρεσειόντων δεν συντρέχουν αθροιστικά οι απαιτούμενες από τις ως άνω διατάξεις προϋποθέσεις για την αναγνώριση της κυριότητάς τους επί των επίδικων ακινήτων, που δημιουργήθηκαν στη θέση των ενταγμένων στο σχέδιο πόλης αρχικών ιδιοκτησιών (με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002 και με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 003, δυνάμει της Πράξης Εφαρμογής, πολεοδομικής μελέτης πολεοδομικής ενότητας "Αγίων Αναργύρων", που κυρώθηκε με την 288/2.7.2007 απόφαση του Νομάρχη Σερρών και καταχωρίσθηκε νόμιμα στις 2.12.2010 με αριθμό καταχώρισης 3726//2010 στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σερρών.
Ειδικότερα, ορθά δέχθηκε το Εφετείο ότι εφόσον οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες δηλώνουν στην αγωγή τους ότι στον οικείο πίνακα της πράξης εφαρμογής δεν καταχωρίσθηκαν ως δικαιούχοι κυριότητας ούτε των βασικών ακινήτων (των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002 και 44 121 29 09 003), τα οποία αναγράφονται ως αγνώστου ιδιοκτήτη, ούτε των νέων οικοπέδων με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003 και 44 12 29 61 002, δεν συντρέχει στο πρόσωπο τους η πρώτη προϋπόθεση που απαιτείται από τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για την απόκτηση με πρωτότυπο τρόπο της κυριότητας των επίδικων ακινήτων, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, που στην περιοχή των ακινήτων λειτουργεί το σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου, η αναγραφή αυτών ως δικαιούχων κυριότητας στον οικείο πίνακα εφαρμογής και η καταχώριση της κυρωτικής της πράξης εφαρμογής απόφασης κατ' άρθρο 12 παρ. 1 περ.
β' του ν. 2664/1998 στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του βασικού ακινήτου που πλέον αποτελεί ιστορική ιδιοκτησία και του νέου οικοπέδου, χωρίς να αρκεί για τη θεμελίωση της κυριότητάς τους επί των νέων ακινήτων μόνη η επίκληση της άλλης προϋπόθεσης που απαιτείται από τις ίδιες διατάξεις, ήτοι της κυριότητας αυτών επί των προαναφερόμενων βασικών ακινήτων.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 12 του ν. 1337/1983 και 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979, αιτιώμενοι ότι ενώ επικαλέσθηκαν ότι ήταν αληθείς κύριοι των ως άνω δύο βασικών (αρχικών) ακινήτων και ζήτησαν την αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας επί των νέων ακινήτων που δημιουργήθηκαν από πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης, η αγωγή τους κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών κρίθηκε ως μη νόμιμη, είναι αβάσιμος.
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ. Δηλαδή σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1596/2022, ΑΠ 90/2021, ΑΠ 33/2020, ΑΠ 1089/2019, ΑΠ1060/2019).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Συνδέεται δηλαδή η νομική αοριστία της αγωγής με την εκτίμηση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ενώ αν το δικαστήριο παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως τού άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ.
παραλείπει να κηρύξει ή κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου.(ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 739/2021, ΑΠ 852/2021). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1655/2022, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, απέρριψε την εκτιμώμενη ως αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη, διέλαβε επί πλέον στην προσβαλλόμενη απόφασή του και τις ακόλουθες παραδοχές: "... Αλλά ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί η κρινόμενη ως άνω αγωγή, ως διεκδικητική,...
δηλ. με αίτημα την απόδοση σε αυτούς των νέων οικοπέδων με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003 και 44 121 29 61 002, επειδή, κατά τα εκτιθέμενα ήταν κύριοι των αρχικών ακινήτων με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002 και 44 121 29 09 003, είναι επίσης απορριπτέα, πλην όμως ως απαράδεκτη ένεκα αοριστίας. Και τούτο διότι κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των οικείων κτηματολογικών φύλλων των γεωτεμαχίων - νέων οικοπέδων με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003 και 44 121 29 61 002 (ουσιαστικά η παρούσα αγωγή, παρόλο που δεν έχει ρητό αίτημα διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών, εν τούτοις σε αυτό κατατείνει δηλ.
τη διόρθωση μεταγενέστερων - δηλ. μετά την καταχώριση της πράξης εφαρμογής - κτηματολογικών εγγραφών οπότε είναι αυτονόητη η επισκόπηση του οικείου κτηματολογικού φύλλου - που είναι στοιχείο παραδεκτού της σχετικής αγωγής από τον Κτηματολογικό Δικαστή και πριν την επί της ουσίας έρευνας της υπόθεσης για λόγους οικονομίας της δίκης), προκύπτει ότι τα ως άνω γεωτεμάχια προήλθαν από τις ιστορικές ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002/0/0, ΚΑΕΚ 44 121 29 09 005/0/0 και ΚΑΕΚ 44 121 29 09 021/0/0 το πρώτο (δηλ.
το με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003) και από τις ιστορικές ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 003/0/0,ΚΑΕΚ 44 121 29 09 005/0/0 και ΚΑΕΚ 44 121 29 09 020/0/0 το δεύτερο (δηλ. το με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 002). Όφειλαν δηλ. οι ενάγοντες να επικαλεσθούν για την πληρότητα του αγωγικού δικογράφου ίδιο δικαίωμα κυριότητας και επί των ιστορικών ιδιοκτησιών - βασικών ακινήτων με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 005/0/0 (που σημειωτέον στις πρώτες εγγραφές φέρεται ότι ανήκει στην Μαρία Τολιοτζίκου και ακολούθως στον εναγόμενο), ΚΑΕΚ 44 121 29 09 021/0/0 και ΚΑΕΚ 44 121 29 09 020/0/0 - ώστε να τους αποδοθούν τα επίδικα νέα γεωτεμάχια - (για τα οποία (βασικά γεωτεμάχια - ιστορικές ιδιοκτησίες), όμως ουδέν αναφέρουν στην αγωγή τους, αλλά ούτε έστω διευκρινιστικά στις προτάσεις τους.
Απεναντίας, οι ενάγοντες σφάλλουν και αντιφάσκουν με το να αναφέρουν ότι έναντι των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 003 και 44 121 69 09 002 δημιουργήθηκαν τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 021 και 44 121 29 09 020, που αποτελούν και την "τελική ιδιοκτησία" αντίστοιχα, ενώ κατωτέρω αναφέρουν ως νέα γεωτεμάχια τα επίδικα με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 002 και 44 121 29 61 003.
Τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 021/0/0 και 44 121 29 09 020 αποτελούν και αυτά αρχικές ιδιοκτησίες - βασικά ακίνητα και δεν προήλθαν από την πράξη εφαρμογής, όπως εξάλλου επιβεβαιώνει α) το προτελευταίο διψήφιο αριθμητικό στοιχείο του ΚΑΕΚ, δηλ. -09-, ενώ τα νέα γεωτεμάχια έχουν όλα αντίστοιχο αριθμητικό στοιχείο -61- ως κείμενα στο αυτό οικοδομικό τετράγωνο δηλ.
το ΟΤ 690, που αποτυπώθηκε το πρώτον με την πράξη εφαρμογής και β) κατά τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη (63/2021...) αποτυπώνονται τα ανωτέρω ως αυτοτελή γεωτεμάχια (με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 005, ΚΑΕΚ 44 121 29 09 020 και ΚΑΕΚ 44 121 29 09 021)- όμορα προς βορρά των βασικών γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 003 και 44 121 29 09 002, για τα οποία και μόνο οι ενάγοντες προβάλλουν δικαίωμα κυριότητας με την αγωγή τους.
Εκ περισσού και μόνο αναφέρεται, προς επιβεβαίωση των ανωτέρω και διευκόλυνση των διαδίκων ως προς την κατανόηση του ανακύψαντος - ιδίως τεχνικού ζητήματος - ότι και από την επισκόπηση του πίνακα, που συνοδεύει την ως άνω πράξη εφαρμογής, προκύπτει ότι το -02- νέο οικόπεδο, εμβαδού 506,46 τμ (που καταχωρίστηκε με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 002) προήλθε από τη με κωδικό κτηματογράφησης 1236502 αρχική ιδιοκτησία με φερόμενους ιδιοκτήτες τους κληρονόμους Μπραστιανού, εμβαδού 237,07 τμ και αποδίδεται στη θέση του ποσοστό 64,29% στο νέο ακίνητο (τελική ιδιοκτησία).".
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το Εφετείο κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή τους. Από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, με δύο επάλληλες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και, ειδικότερα, με την πρώτη μεν αιτιολογία έκρινε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, ενώ με την ανωτέρω δεύτερη αιτιολογία δέχθηκε ότι αυτή είναι απαράδεκτη ως αόριστη.
Αμφότερες οι επάλληλες αυτές αιτιολογίες πλήττονται, αντίστοιχα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης. Ωστόσο, η πρώτη από αυτές, με βάση την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη δεν πλήττεται αποτελεσματικά, καθόσον ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίων οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν την παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 12 του v. 1337/1983 και 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979, απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης, απορρίφθηκε ήδη ως αβάσιμος.
Συνεπώς, εφόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττεται αποτελεσματικά, η μία (πρώτη) από αυτές, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η ως άνω δεύτερη επάλληλη αιτιολογία πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αλυσιτελής, καθόσον και η τυχόν ευδοκίμηση του αναιρετικού αυτού λόγου δεν άγει σε αναίρεσή της.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ο ίδιος δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος. Τούτο δε διότι, από το περιεχόμενο της αγωγής των αναιρεσειόντων, όπως αυτό διεξοδικά αναφέρθηκε παραπάνω στα πλαίσια της έρευνας του πρώτου λόγου αναίρεσης, προκύπτει, ότι σε αυτήν οι ίδιοι εξέθεταν ότι είναι (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας οικοπέδου το οποίο καταχωρίσθηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο που άρχισε να ισχύει στην περιοχή της πόλης των Σερρών στις 29.5.2007, στις πρώτες εγγραφές με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002 και εμβαδόν 233 τμ.
επί πλέον δε ότι ο δεύτερος εξ αυτών είναι αποκλειστικός κύριος όμορου οικοπέδου το οποίο καταχωρίστηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο στις πρώτες εγγραφές με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 003 και εμβαδόν 300 τμ., και ότι μετέπειτα με την Πράξη Εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης πολεοδομικής ενότητας "Αγίων Αναργύρων", που κυρώθηκε με την 288//2.7.2010 απόφαση του Νομάρχη Σερρών και καταχωρίσθηκε νόμιμα στις 2.12.2010 με αριθμό καταχώρισης 3726/2010 στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σερρών τα ως άνω δύο οικόπεδα εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης και μετά την καταχώριση αυτή το μεν γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002 χαρακτηρίσθηκε "ιστορική ιδιοκτησία" και έναντι αυτού δημιουργήθηκε το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 021 που αποτελεί και την "τελική ιδιοκτησία", σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής, το δε γεωτεμάχιο - οικόπεδο με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 003 χαρακτηρίσθηκε "ιστορική ιδιοκτησία" και "έναντι αυτού δημιουργήθηκε σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής, το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 020 που αποτελεί και την "τελική ιδιοκτησία" σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής.
Κατωτέρω όμως οι ενάγοντες αναιρεσείοντες αναφέρουν στην αγωγή τους, σε πλήρη αντίφαση με τα παραπάνω εκτιθέμενα σε αυτήν, ότι έναντι των ως άνω αρχικών "βασικών - ιστορικών" γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002 και 44 121 29 09 003, τα οποία μετά την καταχώριση αναγράφονται ως "άγνωστου ιδιοκτήτη" δημιουργήθηκαν μετά την ως άνω πράξη εφαρμογής τα νέα γεωτεμάχια - οικόπεδα με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003 και 44 121 29 61 002 επί των οποίων οι ίδιοι αιτήθηκαν να αναγνωρισθούν τα εμπράγματα δικαιώματά τους [κυριότητας και (συγ)κυριότητας] επικαλούμενοι τα αντίστοιχα εμπράγματα δικαιώματά τους επί των ως άνω βασικών ακινήτων.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση επισημάνθηκε η ως άνω αντίφαση του περιεχομένου της αγωγής των αναιρεσεόντων, η οποία κατατείνει στην αοριστία της, εφόσον το δικαστήριο δεν μπορεί να διακρίνει με ασφάλεια ποια ακίνητα δημιουργήθηκαν πράγματι μετά την ως άνω πράξη εφαρμογής, έναντι των αναφερομένων ως αρχικών βασικών ακινήτων επί των οποίων οι αναιρεσείοντες επικαλούνται την ύπαρξη εμπραγμάτων δικαιωμάτων και ποια είναι εν τέλει τα διεκδικούμενα από αυτούς νέα ακίνητα.
Η αοριστία αυτή του δικογράφου της αγωγής επιτείνεται από το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια της υποθετικής έρευνάς της ως διεκδικητικής αγωγής, με επακόλουθο πιθανολογούμενο αίτημα την διόρθωση μεταγενεστέρων, μετά την καταχώρηση της πράξης εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης, εγγραφών, έγινε αναγκαία επισκόπηση του οικείου κτηματολογικού φύλλου, καθόσον αυτό αποτελεί στοιχείο του παραδεκτού τέτοιας αγωγής από τον Κτηματολογικό Δικαστή και ως εκ τούτου ελεγχόμενο πριν από την έρευνα της ουσίας αυτής.
Από την επισκόπηση αυτή προέκυψε ότι τα ως άνω γεωτεμάχια προέκυψαν το μεν πρώτο από τις "ιστορικές - βασικές" ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002/0/0 και ΚΑΕΚ 44 121 29 09 005/00 (δηλαδή το με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003) το δε δεύτερο (δηλαδή το με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 002) από τις "ιστορικές - βασικές" ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 003, ΚΑΕΚ 44 121 29 09 005/0/0 και ΚΑΕΚ 44 121 29 09 020/0/0.
Επομένως, εφόσον τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ 44 121 29 61 003 ΚΑΙ 44 121 29 61 002 σύμφωνα με το οικείο κτηματολογικό φύλλο που συνοδεύει αναγκαίως την αγωγή που στοχεύει στη διόρθωση μεταγενεστέρων μετά την καταχώρηση της πράξης εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης.εγγραφών, δεν δημιουργήθηκαν μόνο από τις ιστορικές - βασικές ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 003 και με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002, επί των οποίων οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες επικαλέσθηκαν, κατά τα προαναφερόμενα, ότι είχαν αποκτήσει αντίστοιχα δικαιώματα κυριότητας (ο πρώτος) και (συγ)κυριότητας (αμφότεροι), αλλά προήλθαν και από άλλες "ιστορικές - βασικές" ιδιοκτησίες, όφειλαν αυτοί να επικαλεσθούν δικαίωμα κυριότητας επί των "ιστορικών - βασικών" ιδιοκτησιών αυτών.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες όφειλαν για την πληρότητα της αγωγής τους, εκτιμώμενης ως διεκδικητικής αγωγής με αίτημα την απόδοση σε αυτούς των νέων οικοπέδων, να επικαλεσθούν κυριότητα και επί των ως άνω "ιστορικών - βασικών" ακινήτων με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 005/00 και ΚΑΕΚ 44 121 09 020/0/0, ώστε να τους αποδοθούν τα επίδικα ακίνητα, για τα οποία όμως αυτοί ουδεμία αναφορά ή διευκρίνιση έκαναν στην αγωγή, καθώς και ότι στην ίδια περιέχονται οι ως άνω αντιφάσεις σχετικά με τις "τελικές ιδιοκτησίες" που δημιουργήθηκαν από τις "ιστορικές - βασικές" ιδιοκτησίες, δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτη την αγωγή των αναιρεσειόντων, λόγω αοριστίας.
Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι δεν θα μπορούσαν να επικαλεσθούν δικαίωμα κυριότητας σε τμήματα όμορων οικοπέδων - γεωτεμαχίων τα οποία δεν τους ανήκαν, καθώς δεν περιλαμβάνονται απαραίτητα στις αρχικές ιδιοκτησίες που είχαν αγοράσει με τα επικαλούμενα στην αγωγή τους συμβόλαια αλλά ότι τα τμήματα αυτά των όμορων οικοπέδων - γεωτεμαχίων προσκυρώνονται αναγκαστικά στην αρχική βασική τους ιδιοκτησία, οπότε η κυριότητα επί τούτων θα περιέλθει στους ίδιους μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον οικείο πίνακα της πράξης εφαρμογής και συνεπώς αρκούσε η επίκληση της κυριότητάς τους επί των βασικών - ιστορικών ιδιοκτησιών με ΚΑΕΚ 44 121 29 09 003 και ΚΑΕΚ 44 121 29 09 002, αποτελούν περαιτέρω διευκρινίσεις του αγωγικού δικογράφου, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν σε αυτό και δεν μπορούν να συμπληρωθούν εκ των υστέρων με την αίτηση αναίρεσης, ώστε να αρθεί η αοριστία της αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας.
Επίσης, για τον ίδιο λόγο, δεν αίρεται η αοριστία της αγωγής, από τις περιλαμβανόμενες στο αναιρετήριο διευκρινίσεις των αναιρεσειόντων ότι οι αντιφάσεις της αγωγής τους, που εντοπίσθηκαν από το Εφετείο σχετικά με την αναφορά σε αυτήν διαφορετικών ΚΑΕΚ στις "τελικές ιδιοκτησίες" οι οποίες δημιουργήθηκαν από τα "ιστορικά - βασικά" γεωτεμάχια, αποτελούν εκ παραδρομής "τυπικό σφάλμα" και "αριθμητικό λάθος", που, κατά τις αιτιάσεις τους, δεν βλάπτει διότι τα ορθά τελικά ΚΑΕΚ αναγράφονται στην αναλυτική περιγραφή των νέων ιδιοκτησιών και στο αίτημα της αγωγής τους.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 22.9.2022 ένδικη αίτηση για αναίρεση της 1739/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.9.2022 αίτηση των Σ. Β. του Α. και Κ. Α. του Δ., συζύγου Σ. Β., για αναίρεση της 1739/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου