Supreme Court allows appeal on civil damages case where lower court violated presumption of innocence by discussing criminal acquittals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment in a civil damages case, finding the lower court violated the presumption of innocence. The appellant argued that the appellate court improperly discussed the criminal acquittals of the defendants, who were already acquitted of the underlying crime, thereby infringing on their legal rights. The court ruled that while civil proceedings are distinct, the lower court's commentary on the criminal acquittals crossed the boundary of civil law and violated the constitutional presumption of innocence, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(14) K.Pol.D.; The lower court's discussion of final criminal acquittals in a civil damages action violates the presumption of innocence and constitutes a ground for appeal under Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1577 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1577/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, 2) Π. συζύγου Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μ. Π. και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου Χανίων Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/8/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 416/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18/9/2017 αίτησή τους και τους από 5/9/2018 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 346/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 2/11/2020 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πρώτος αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2-11-2020 κλήση του αναιρεσιβλήτου νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 18-9-2017 (693/74/18-9-2017) αίτηση αναίρεσης και οι μετ' αυτής συνεκδικαζόμενοι από 15-10-2018 (79/6-9-2018) πρόσθετοι λόγοι, η συζήτηση των οποίων αναβλήθηκε με την 346/2020 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αναφορικά με το εάν παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας διαδίκου, ο οποίος, ενώ αθωώθηκε αμετάκλητα από ποινικό δικαστήριο για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, υποχρεώνεται σε αστική αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το αδίκημα, η οποία ήδη εξέδωσε επί του ζητήματος αυτού την 4/2020 απόφασή της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή, αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 477/2021, Α.Π. 1181/2019, Α.Π. 350/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης, λόγω της καθ' ύλην αναρμοδιότητας του δικάσαντος πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα δεν συνιστά αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση ακυρωτικού ελαττώματος της αναιρεσιβαλλομένης, κατά την έννοια που αποδίδεται στην ανωτέρω νομική σκέψη ή άλλη εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (Ολ.Α.Π. 30/1995, Ολ.Α.Π. 3/1991), ανεξαρτήτως του ότι, από την επισκόπηση της από 16-8-2013 (6461/9-9-2013) αγωγής προκύπτει ότι το κύριο αίτημά της, που αφορά στην επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο είναι το καθοριστικό για τον προσδιορισμό της καθ' ύλην αρμοδιότητας του δικάζοντος δικαστηρίου, υπάγεται στην κατ' άρθρο 14 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όπως ορθώς έκρινε το Εφετείο (Α.Π. 1750/2014). Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο, σε ενωσιακό επίπεδο, ισχύει, βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 της Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 του Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 του Συντ. και 14 του Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.
Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος, που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται, όμως, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και, κατ` ανάγκη, σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι, διαφορετικά, δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Έτσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητα, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως άσκησε αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, η οποία απορρίφθηκε για δικονομικούς-τυπικούς λόγους κ.λ.π.
Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο, διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό δικαστήριο, δηλαδή, πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μη δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξει και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της ποινικής (αθωωτικής) αποφάσεως, ενώ η τυχόν δινέργεια πρόσθετων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, ενόψει, δηλαδή, των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν, ενδεχομένως, σε αμφιβολία, το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.Α.Π. 4/2020, Α.Π. 1254/2021, Α.Π. 1238/2021, Α.Π. 83/2021).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδαφ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (Ολ.Α.Π. 9/2001) ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωση, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε αυτή περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ.Α.Π. 10/2011, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος, δικηγόρος, γνωρίστηκαν το έτος 1985. Το έτος 1996 ο πρώτος ανέθεσε στο δεύτερο τη διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεών του αστικής φύσεως, προς διασφάλιση ή ικανοποίηση των οικονομικών αξιώσεων του έναντι τρίτων...
η δε εντολή αυτή επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια με τη χορήγηση του υπ' αριθμ. .../22-7-1999 γενικού πληρεξουσίου που συντάχθηκε από τη δεύτερη εναγομένη, συμβολαιογράφο, σύζυγο του πρώτου εναγόμενου. Με την πάροδο του χρόνου..., οι επαγγελματικές σχέσεις του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου εξελίχθηκαν σε φιλικές και οικογενειακές.
Στο πλαίσιο των σχέσεων αυτών, ο πρώτος εναγόμενος ζήτησε την 7/11/2000 και έλαβε από τον ενάγοντα..., έντοκο, με επιτόκιο 5% ετησίως, δάνειο ποσού 20.000.000 δραχμών αποδοτέο την 31/11/2000 και συγκεκριμένα ο ενάγων, για το δάνειο αυτό, παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο τη με αριθμό ... δίγραμμη τραπεζική επιταγή, ποσού 20.000.000 δραχμών..., με την εμφάνιση της οποίας στην πληρώτρια τράπεζα ο πρώτος εναγόμενος εισέπραξε το ανωτέρω ποσό της, που αντιστοιχούσε στο ποσό του χορηγηθέντος κατά τα ως άνω δανείου.
Επιπλέον της ως άνω συμφωνίας, ο πρώτος εναγόμενος... την 7/11/2000, προ εξασφάλιση του δανείου υπέγραψε και παρέδωσε μεταβιβάζοντας με οπισθογράφηση στον ενάγοντα και τη με αριθμό ... χωρίς χρονολογία εκδόσεως επιταγή, ποσού 20.000.000 δραχμών, πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Για τη σύμβαση αυτού του δανείου οι ως άνω συμβληθέντες συνέταξαν και προσυπέγραψαν ταυτόχρονο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό...
με το ακόλουθο περιεχόμενο: 'Ο υπογράφων Μ. Π.ς του Κ., κάτοικος ... έλαβα σήμερα προς είσπραξη του ποσού των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) δραχμών, λόγω δανείου από τον δανειστή κ. Ε. Κ. του Κ. την ανωτέρω εικονιζόμενη, σε διαταγή μου, επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, δίγραμμη, την οποία και έλαβε. Υποχρεούμαι τέλος για την εν λόγω εξυπηρέτηση μου να καταβάλλω στον ανωτέρω δανειστή ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, ετησίως, μέχρι τις 31.12.2002, που πρέπει να επιστρέψω και όλο το κεφάλαιο'.
Οι σχέσεις των ανωτέρω άρχισαν να διαταράσσονται από το Μάρτιο του 2002, οπότε για λόγους που παραμένουν αδιευκρίνιστοι, άρχισαν να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον με αμοιβαία καχυποψία και δυσπιστία, εξαιτίας της οποίας ο πρώτος εναγόμενος είχε σχηματίσει την αδικαιολόγητη και αβάσιμη, όπως πολλαπλώς έχει αποδειχθεί, πεποίθηση ότι ο ενάγων μαγνητοφωνούσε εν αγνοία του τις συνομιλίες τους, προσπαθώντας, μέσω στοχευμένων ερωτήσεων, να επιτύχει τις απαντήσεις που ήθελε για να τις χρησιμοποιήσει σε βάρος του.
Ταυτόχρονα, ο ενάγων άρχισε να δυσανασχετεί που ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν συνεπής στην αποπληρωμή του δανείου, καθόσον δεν είχε καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό από το οφειλόμενο δάνειο, πλην του ποσού του τόκου του 1.000.000 ευρώ, το οποίο είχε συμψηφίσει με απαίτηση του πρώτου εναγομένου από δικηγορική αμοιβή...
ούτε προβλεπόταν να είναι συνεπής στην απόδοση του δανείου, κατά τη συμβατική λήξη του. Υπό τις συνθήκες αυτές και για τη διευθέτηση της οικονομικής εκκρεμότητάς τους την 28/12/2002, ο ενάγων... μετέβη στο δικηγορικό γραφείο του πρώτου εναγομένου, το οποίο συστεγάζεται με το συμβολαιογραφικό γραφείο της συζύγου του, δεύτερης εναγομένης.
Εκεί ο πρώτος εναγόμενος παρουσίασε στον ενάγοντα ένα ιδιωτικό συμφωνητικό με ημερομηνία 2/12/2002, όπου, αφού επαναλάμβανε και επιβεβαίωνε το περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης δανείου, ανέφερε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούσαν στην παράταση της απόδοσης του δανείου έως την 7/11/2004, με μηνιαίο τόκο 294 ευρώ...
Ο ενάγων επειδή θεώρησε ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντά του και ότι με βάση αυτό η αποπληρωμή του δανείου θα ήταν αμφίβολη, αρνήθηκε να το υπογράψει και αποχώρησε από το γραφείο. Έκτοτε, οι ήδη τεταμένες σχέσεις διερράγησαν οριστικά και εν μέσω έντονου αμοιβαίου μένους, γεγονός, που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την εκ μέρους του ενάγοντος ανάκληση του υπ' αριθμ. .../22-7-1999 πληρεξουσίου και κάθε εντολής και πληρεξουσιότητας προς τον πρώτο εναγόμενο, η οποία ανάκληση έγινε με το υπ' αριθμ. .../4.2.2003 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Καζνέση, το οποίο επιδόθηκε αυθημερόν στον πρώτο εναγόμενο, αλλά και με την επίδοση σε αυτόν της από 7/2/2003 εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, με την οποία καλούσε τον πρώτο εναγόμενο να απέχει από οποιαδήποτε πράξη αντιπροσώπευσής του και να του αποδώσει διάφορα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και σχετίζονταν με υποθέσεις που είχε χειριστεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος του.
Από τότε μεταξύ τους άρχισε μια μακρά και ατέρμονη αντιδικία με αλλεπάλληλες εκατέρωθεν αγωγές, εγκλήσεις και μηνύσεις... Η αντιδικία ξεκίνησε με την άσκηση της από 26/3/2003 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2684/2003 αγωγής του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγομένου, με την οποία ζητούσε την απόδοση του δανείου και με την άσκηση από τον πρώτο εναγόμενο κατά του ενάγοντος...
της από 30/4/2003 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3723/2003 αγωγής, με την οποία ο τότε ενάγων, ισχυριζόμενος ότι ο τότε εναγόμενος μαγνητοφωνούσε χωρίς τις συγκατάθεσή του και εν αγνοία του τις συνομιλίες τους που διεξάγονταν είτε στο δικηγορικό του γραφείο είτε κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες τους και ότι με τον τρόπο αυτό προσβλήθηκε η προσωπικότητά του, ζητούσε να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 200.000 ευρώ.
Την 11/5/2006, ενόψει της προσδιορισθείσας συζήτησης της αγωγής αυτής για την 31/5/2006, ο ήδη ενάγων (τότε εναγόμενος) μετέβη στο γραφείο της Γραμματείας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς..., προκειμένου να λάβει αντίγραφα των σχετικών εγγράφων, που ο αντίδικος είχε καταθέσει με τις προτάσεις του. Αφού άφησε στη Γραμματέα την αστυνομική του ταυτότητα, η οποία τοποθετήθηκε από την τελευταία εντός του φακέλου της δικογραφίας, ο ενάγων παρέλαβε τα σχετικά έγγραφα και εξήλθε από το γραφείο, προκειμένου να τα φωτοτυπήσει.
Όταν επέστρεψε στο ίδιο γραφείο, για να επανατοποθετήσει τα έγγραφα στο φάκελο και αναζήτησε την ταυτότητά του... πληροφορήθηκε από τη Γραμματέα ότι ενδεχομένως ο αντίδικός του... την είχε πάρει. Αφού εξήλθε από το γραφείο ο ενάγων είδε στο διάδρομο του ίδιου ορόφου τον πρώτο εναγόμενο να απομακρύνεται από τα φωτοτυπικά μηχανήματα του ορόφου, κρατώντας την ταυτότητα του ενάγοντος και διάφορα έγγραφα μεταξύ των οποίων ήταν και φωτοτυπία της ταυτότητας του ενάγοντος.
Ακολούθησε έντονος φραστικός διαπληκτισμός μεταξύ των διαδίκων... και για την αποκατάσταση της ομαλότητας κλήθηκαν και προσήλθαν ο αστυνομικός που εκτελούσε υπηρεσία στον τέταρτο όροφο του Δικαστικού Μεγάρου, αλλά και ο Επόπτης Αξιωματικός των Δικαστηρίων. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, ο ενάγων υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς την υπ' αριθμ.
ΒΜ Α06/1106/8.6.2006 έγκλησή του, με την οποία ζητούσε να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του πρώτου εναγομένου για τα αναφερόμενα σε αυτή ποινικά αδικήματα..., μεταξύ άλλων και για το ότι ο πρώτος εναγόμενος ενώπιον τρίτων δήλωσε ότι ο ενάγων έλαβε τα έγγραφα της δικογραφίας αντιποιούμενος το λειτούργημα του Δικηγόρου...
Στα πλαίσια της διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης από την 7η Πταισματοδίκη Πειραιά... ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε ενώπιόν της την από 12/6/2007 υπόμνημα-έγκληση, η οποία έλαβε ΑΒΜ Β07/5295, προς απόδειξη της βασιμότητας της οποίας, η πρώτη εναγομένη προσήλθε την 4/12/2007 ενώπιον της ίδιας Πταισματοδίκη και ενόρκως κατέθεσε μεταξύ άλλων και τ' ακόλουθα: 'Οι επαγγελματικές τους σχέσεις διεκόπησαν ουσιαστικά στις 28-12-2002...
όταν αποκαλύφθηκε μια πρωτοφανώς άδικη συμπεριφορά του Ε. Κ. σε βάρος του μηνυτή, τόσο με την αφαίρεση κρίσιμων εγγράφων, που απεδείκνυαν τις επαγγελματικές τους σχέσεις, όσο και με τις παράνομες μαγνητοφωνήσεις, που ο μηνυόμενος πραγματοποιούσε σε βάρος του μηνυτή. Στη συνέχεια, ο μηνυόμενος εξαπέλυσε ένα πόλεμο κατασυκοφάντησης του μηνυτή με αλλεπάλληλες καταγγελίες στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά, του οποίου ο μηνυτής είναι μέλος, με σκοπό να τον πλήξει...
Έχοντας την πολύ κακή εμπειρία του παρελθόντος από αντίστοιχη συμπεριφορά του και προκειμένου να μπορεί να αποδείξει χωρίς αμφισβήτηση το πρόσωπο, που πράγματι είχε λάβε το φάκελο με τις προτάσεις και όλα τα κρίσιμα αποδεικτικά έγγραφα, ο μηνυτής πήρε την ταυτότητα που ο μηνυόμενος είχε αφήσει, προκειμένου να την φωτοτυπήσει...
Αναφορικά με την αντιποίηση της δικηγορικής ιδιότητας, που ενεργούσε ο μηνυόμενος, γνωρίζω ότι τουλάχιστον σε τρία υποθηκοφυλακεία έκανε έρευνα στα σχετικά βιβλία, εμφανιζόμενος ως δικηγόρος... Επίσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου εμφανίστηκε ο Ε. Κ.ς προσωπικά και παρέλαβε διαταγή πληρωμής, υπογράφων κάτω από τη θέση με την ένδειξη "o λαβών δικηγόρος".
Επίσης, στις 30/3/2005, απολογούμενος στο Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, όπου ήμουν παρούσα ως μάρτυρας, κατέθεσε ότι έχει γίνει δικηγόρος... Όλα όσα καταγγέλλει ο Ε. Κ.ς, με την από 08-6-2006 έγκλησή του κατά του συζύγου μου ότι τάχα συνέβησαν σε βάρος στις 11-5-2006, στον πέμπτο όροφο του Πρωτοδικείου Πειραιά είναι ψευδή...
Αντίθετα, όλα όσα υποστηρίζει και καταγγέλλει ο μηνυτής-σύζυγός μου με το από 12-06-2007 υπόμνημα-έγκληση είναι απολύτως αληθή'. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά όμως ήταν αναληθή, η δε πρώτη υπαιτίως αγνοούσε, κατ' ελάχιστον, την αναλήθειά τους... δηλ. ουδέποτε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες του με τον πρώτο εναγόμενο, ότι αφαίρεσε και απέκρυψε έγγραφα από δικογραφίες που υπήρχαν στο γραφείο του πρώτου εναγομένου και απεδείκνυαν τις επαγγελματικές σχέσεις τους, με σκοπό τη βλάβη του, ότι προέβη σε ψευδείς καταγγελίες σε βάρος του πρώτου εναγομένου στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά και ότι αντιποιήθηκε το λειτούργημα του Δικηγόρου...
Συγκεκριμένα: α) για το θέμα της μαγνητοφώνησης, ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε κατά του ενάγοντος την από 26-3-2003 έγκλησή του, με την οποία ζητούσε να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για την παραβίαση απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση και ακολούθησε η από 30/4/2003 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3723/2003 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Τόσο ο πρώτος εναγόμενος, στην έγκληση και την αγωγή, όσον και η δεύτερη εναγομένη, εξεταζόμενη ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν ότι είχαν βάσιμες υποψίες ότι ήδη από το Μάρτιο του έτους 2002, ο ενάγων ηχογραφούσε με τη χρήση μικρού μαγνητοφώνου, το οποίο συνήθως έφερε στη δεξιά τσέπη χειμερινού σακακιού (μπουφάν), το οποίο φορούσε ακόμα και τους καλοκαιρινούς μήνες, τις μεταξύ τους συνομιλίες για τις υποθέσεις που είχε ο ενάγων αναθέσει στον πρώτο εναγόμενο, οι οποίες διενεργούντο είτε στο δικηγορικό γραφείο του τελευταίου είτε κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες τους, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει μελλοντικά εναντίον του για να αποκρούσει τις απαιτήσεις για καταβολή των αμοιβών του, ότι οι υποψίες στηρίζονταν στο γεγονός ότι ο ενάγων φορούσε μπουφάν και τη θερινή περίοδο, παρά τη ζέστη που επικρατούσε, αλλά και στο γεγονός ότι πάντα μιλούσε αργά σαν να υπαγόρευε και στις τηλεφωνικές συνομιλίες τους ακουγόταν ο βόμβος του μαγνητοφώνου και ότι η υποψία αυτή επιβεβαιώθηκε την 28/12/2002, κατά την τελευταία επίσκεψη του ενάγοντος στο δικηγορικό γραφείο του πρώτου εναγομένου, διότι πριν εισέλθει ενεργοποίησε ενώπιον της δεύτερης εναγομένης και του δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Σαρρή, ο οποίος βρισκόταν στο γραφείο της, ένα φορητό μικρό μαγνητόφωνο, το οποίο τοποθέτησε σε μια χάρτινη σακούλα.
Μάλιστα, σύμφωνα με τους εναγόμενους ο ενάγων εισερχόμενος στο γραφείο του πρώτου εναγομένου του ζήτησε να κλείσει το παράθυρο διότι κρύωνε, αν και ο καιρός ήταν αίθριος... Παρά το γεγονός όμως ότι ήδη τότε οι σχέσεις του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου ήταν ιδιαίτερα τεταμένες και μετά την ημέρα εκείνη διερράγησαν ολοκληρωτικά, ο πρώτος εναγόμενος δεν προέβη άμεσα στην υποβολή σχετικής έγκλησης, αν και πλέον ήταν βέβαιος ότι ο ενάγων παρανόμως μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες τους επί σειρά μηνών, αλλά την υπέβαλε μετά την πάροδο 2 μηνών και 28 ημερών.
Μάλιστα παρά το γεγονός ότι η δεύτερη εναγόμενη, όπως ισχυρίστηκε, είδε με βεβαιότητα την ενεργοποίηση του μαγνητοφώνου από τον ενάγοντα και την τοποθέτησή του σε χάρτινη σακούλα, δεν μερίμνησε, κατόπιν συνεννόησης με το σύζυγό της, να ειδοποιήσει την Αστυνομία, ώστε να καταληφθεί ο ενάγων επ' αυτοφώρω...
Η αναλήθεια του ισχυρισμού περί μαγνητοφώνησης κρίθηκε από την υπ' αριθμ. 634/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την υπ' αριθμ. 3723/2003 αγωγή... και έχει καταστεί αμετάκλητη... Με παρόμοιες σκέψεις το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων, με την 103/2008 ήδη αμετάκλητη... απόφαση, κήρυξε αθώο τον ενάγοντα για την πράξη της παράβασης απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση.
Επίσης κρίθηκε ότι ο ενάγων ουδέποτε προέβη σε μυστική μαγνητοφώνηση των συνομιλιών του με τον πρώτο εναγόμενο και ι) με την υπ' αριθμ. 389/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου στην αγωγή που άσκησε κατά του ενάγοντος ότι μαγνητοφωνούσε τις μεταξύ τους συνομιλίες είναι ψευδής και έβλαψε την προσωπικότητα του ενάγοντος, ιι) με την υπ' αριθμ. 508α, 513α, β, γ, 528/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε ο πρώτος εναγόμενος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του ενάγοντος, συνισταμένης στο ότι στην με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3723/2003 αγωγή του ισχυρίστηκε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα εν γνώσει του ψεύδους, η οποία κατέστη αμετάκλητη..., ιιι) με την υπ' αριθμ. 397/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά του ενάγοντος, συνισταμένης ότι με την από 30/6/2003 αγωγή του ισχυρίστηκε τα ίδια ως άνω ψευδή γεγονότα εν γνώσει του ψεύδους, ιν) με την υπ' αριθμ. 584α, 608γ, 628/23-10-2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κήρυξε ένοχο τον πρώτο εναγόμενο της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης, συνισταμένης στις από 11/12/2008 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς κατά της από 16/1/2008 έφεσης του ενάγοντος και στην από 30/1/2009 προσθήκη-αντίκρουσή του ισχυρίστηκε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα εν γνώσει του ψεύδους (η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1184/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου...
ως προς το ύψος της ποινής), ν) με την υπ' αριθμ. 608β, 737/14-11-2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη..., με την οποία καταδικάστηκε ο πρώτος εναγόμενος για την πράξη απάτης στο Δικαστήριο, συνισταμένης ότι με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3723/2003 αγωγή του και με τις από 10/5/2006 προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς παρέστησε ψευδώς προς το Δικαστήριο ότι ο ενάγων μαγνητοφωνούσε τις μεταξύ τους συνομιλίες, νι) με την υπ' αριθμ. 1638, 1789, 1813, 1864/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία η δεύτερη εναγόμενη κηρύχθηκε ένοχη ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης, διότι την 19/11/2009 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς και την 22/1/2010 με τις προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα εν γνώσει του ψεύδους.
β) Είναι αναληθές το γεγονός ότι ο ενάγων αφαίρεσε μέσα από το δικηγορικό γραφείο του πρώτου εναγομένου κρίσιμα έγγραφα που αποδεικνύουν τις μεταξύ τους επαγγελματικές σχέσεις... Ήδη όμως πριν από την επίδικη ένορκη βεβαίωση είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 788/21-7-2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο απέρριψε το υποβαλλόμενο κατ' άρθρο 450 επ.
του Κ.Πολ.Δ. αίτημα του πρώτου εναγομένου (τότε εφεσιβλήτου-εκκαλούντος) για την επίδειξη των εγγράφων σχετιζομένων με τη λεγόμενη 'υπόθεση Ελβετίας', τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, ο ενάγων (τότε εκκαλών-εφεσίβλητος) 'αφαίρεσε λάθρα και με παραπλανητικό τρόπο' από τον φυλασσόμενο στο δικηγορικό γραφείο του οικείο φάκελο, διότι έκρινε αμετάκλητα...
ότι η αφαίρεση των εγγράφων αυτών δεν αποδείχθηκε... Κυρίως όμως είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθμ. 729/15-2-2006 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε καταστεί αμετάκλητη..., ενώπιον του οποίου είχε παραπεμφθεί ο ενάγων ως κατηγορούμενος για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση...
γ) Είναι αναληθές ότι ο ενάγων εξαπέλυσε ένα πόλεμο κατασυκοφάντησης εναντίον του πρώτου εναγομένου με αλλεπάλληλες ψευδείς καταγγελίες στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά, του οποίου ο πρώτος εναγόμενος ήταν τότε μέλος, με σκοπό να τον πλήξει ως δικηγόρο, αλλά και γενικότερα επαγγελματικά, κοινωνικά και ηθικά.
Και τούτο διότι τα μόνα έγγραφα που ο ενάγων απέστειλε στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιώς είναι η υπ' αριθμ. πρωτ. 20/14-3-2003 αίτηση-αναφορά και η υπ' αριθμ. 44/29-9-2003 υπόμνημα-αίτηση, στις οποίες αναφέρει ότι ο πρώτος εναγόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του, που του είχε αναθέσει την υπόθεσή του κατά των κληρονόμων του Ι.
Α., η οποία τότε εκκρεμούσε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, αξιώνει από αυτόν (ενάγοντα) ως αμοιβή του για την ανωτέρω υπόθεση και για άλλες υποθέσεις υπέρογκη δικηγορική αμοιβή, ότι αυτός (ενάγων) αρνείται να του την καταβάλει, διότι έχει πλήρως εξοφλήσει τον πρώτο εναγόμενο για τις ενέργειές του και ότι ο πρώτος εναγόμενος για να ικανοποιήσεις τις απαιτήσεις του έχει επισχέσει και έχει καταθέσει στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά τα έγγραφα της δικογραφίας που αφορά την έφεσή του κατά των κληρονόμων Ι.
Α.... Στις ανωτέρω αιτήσεις, πέραν του γεγονότος ότι ο ενάγων διατύπωνε την άποψή του ότι δεν όφειλε δικηγορική αμοιβή στον πρώτο εναγόμενο... ουδέν άλλο σε βάρος του τελευταίου εξέθετε, καθώς η οικονομική αυτή εκκρεμότητα, ακόμα και αν υφίστατο, δεν μπορεί να αποτελέσει γεγονός προσβλητικό της δικηγορικής και κοινωνικής και ηθικής του πρώτου εναγομένου...
Άλλωστε, η βασιμότητα των αιτήσεων αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς... ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο να παραδώσει στον ενάγοντα τα έγγραφα που ζήτησε. δ) Είναι αναληθές ότι ο ενάγων αντιποιήθηκε το επάγγελμα του δικηγόρου... Τα ανωτέρω δέχθηκε και η υπ' αριθμ. 163/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ο οποίος απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την υπ' αριθμ. 80/2009 προσφυγή του πρώτου εναγομένου κατά την υπ' αριθμ. 509/2009 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, ο οποίος, επίσης, είχε δεχθεί τα ανωτέρω.
Σε αντιποίηση του δικηγορικού επαγγέλματος δεν προέβη ο ενάγων ούτε στο πιο πάνω περιγραφόμενο επεισόδιο που έλαβε χώρα την 11/5/2006 εντός του Δικαστικού Μεγάρου Πειραιά... Τέλος η αντιποίηση του δικηγορικού επαγγέλματος δεν αποδεικνύεται από το γεγονός ότι απολογούμενος ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς στη δικάσιμο της 30/3/2005 ο ενάγων σε μια αποστροφή του λόγου του ανέφερε ότι έχει γίνει πλέον δικηγόρος.
Επομένως, αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη κατέθεσε με πρόθεση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία ήταν ψευδή, τελώντας η ίδια σε, τουλάχιστον, υπαίτια άγνοια ότι όσα κατέθεσε ήταν ψευδή. Η τουλάχιστον αμέλειά της αποδεικνύεται από το γεγονός ότι σε καμία από τις πολυάριθμες αποφάσεις που έχουν εκδοθεί...
δεν επιβεβαιώθηκαν όσα κατέθεσε, κυρίως ότι ο ενάγων προέβη σε παράνομη μαγνητοφώνηση και σε υπεξαγωγή εγγράφων, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, που οι εναγόμενοι προσκομίζουν και επικαλούνται, τα Δικαστήρια δέχονται ότι τα ως άνω κατατεθέντα από τη δεύτερη εναγομένη πραγματικά περιστατικά ουδέποτε συνέβησαν.
Κυρίως όμως κατά το χρόνο της ένορκης κατάθεσής της είχε εκδοθεί οι δύο πιο πάνω αναφερόμενες αμετάκλητες αποφάσεις..., οι οποίες με σαφήνεια δέχθηκε ότι υπεξαγωγή εγγράφων, με τη νομική έννοια του όρου δεν διαπράχθηκε από τον ενάγοντα. Εξάλλου, ως έχουσα νομικές γνώσεις οπωσδήποτε θα μπορούσε να διακρίνει αν το περιεχόμενο των πιο πάνω αιτήσεων του ενάγοντος προς το Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιώς είχε προσβλητικό περιεχόμενο για το σύζυγό της και αν οι ανωτέρω εκτεθείσες ενέργειες του ενάγοντος συνιστούν αντιποίηση της δικηγορικής ιδιότητας.
Παρά ταύτα, κατέθεσε τα ανωτέρω, που μπορούσαν να βλάψουν την προσωπικότητα του ενάγοντος, τον οποίο παρουσίασε ως αντίδικο του συζύγου της που δεν διστάζει να μεταχειρίζεται παράνομα μέσα, προκειμένου να βλάψει τον πρώτο εναγόμενο, διαπράττοντας έτσι το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, δοθέντος ότι του περιεχομένου της έλαβαν γνώση Δικαστές, Εισαγγελείς και Γραμματείς, αλλά και της ψευδορκίας μάρτυρα...
Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο πρώτος εναγόμενος στη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4694/2003 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο τότε εναγόμενος, ήδη ενάγων, να του καταβάλει τα εκτεθέντα σε αυτή ποσά που αφορούσαν τη δικηγορική του αμοιβή για τις υποθέσεις που του είχε αναθέσει και ήδη διεκπεραιώσει, ανέφερε ως μια εκ των υποθέσεων αυτών και την τιτλοφορούμενη ως 'υπόθεση Ελβετίας'...
Σύμφωνα με την αγωγή για την υπόθεση αυτή ο πρώτος εναγόμενος, τότε ενάγων, είχε εργαστεί με επιμονή και αυταπάρνηση και μάλιστα κατά προτεραιότητα... περαίωσε την υπόθεση με επιτυχία και ο τότε εναγόμενος, ήδη ενάγων, εισέπραξε το ποσό των 120.000.000 δραχμών, από το οποίο δικαιούται ως αμοιβή, σύμφωνα με τη συμφωνία τους, το ποσό των 12.000.000 δραχμών.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 4876/2003 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς το αίτημα αυτό... Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν... εφέσεις... επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 788/21-7-2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία για την ως άνω υπόθεση δέχθηκε τα ακόλουθα 'Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ουδεμία ανάμειξη του ενάγοντος (ήδη πρώτου εναγομένου) υπήρξε κατ' εντολή του εναγομένου (ήδη ενάγοντος) στη λεγόμενη "υπόθεση της Ελβετίας", σχετιζόμενη με την επιδίωξη απολήψεως μετοχών αλλοδαπής εταιρίας λόγω συμμετοχής σ' αυτήν του πατέρα του...'.
Έχει αμετάκλητα κριθεί ότι ουδέποτε ο ενάγων ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο το χειρισμό της "υπόθεσης της Ελβετίας". Ήδη όμως οι ως άνω διάδικοι είχαν αναγάγει την αντιπαράθεσή τους ως προς αυτή σε κεφαλαιώδες σημείο της μεταξύ τους πολύχρονης αντιδικίας, την οποία μετέφεραν και στα ποινικά δικαστήρια, τα οποία, αφού έλαβαν υπόψη τους τις αποφάσεις των αστικών Δικαστηρίων δέχθηκαν, με μικρές παραλλαγές στο σκεπτικό τους ότι από το έτος 1999 και εντεύθεν τέτοια εταιρία που να αφορά τον Ε.
Κ. είτε προσωπικά είτε ως κληρονόμο του πατέρα του, Κ. Κ., δεν υφίστατο... Τα ανωτέρω δέχθηκαν, μεταξύ άλλων, η υπ' αριθμ. 651, 702, 735/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η υπ' αριθμ. 526α, 540, 541/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η αμετάκλητη... υπ' αριθμ. 584α, 608γ, 628/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η υπ' αριθμ. 1638, 1789, 1813, 1864/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, η υπ' αριθμ. 964/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, η υπ' αριθμ. 684/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε την 9-10-2007 προς την 4η Πταισματοδίκη Αθηνών τις από 8/10/2007 έγγραφες εξηγήσεις του, στις οποίες συμπεριέλαβε και σχετική έγκληση σε βάρος του ενάγοντος... Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε στις ανωτέρω εξηγήσεις του πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τις σχέσεις του ενάγοντος και συγκεκριμένα... 'Προκειμένου να εξαπατήσει το Εφετείο Πειραιά ότι, τάχα, ουδέποτε υπήρξε υπόθεση, που ο ίδιος ονόμαζε ως "φάκελος Ελβετίας", για την οποία του πρόσφερα, κατά προτεραιότητα, επί τρία περίπου χρόνια...
τις δικηγορικές μου υπηρεσίες... προσκόμισε στο Εφετείο Πειραιά ψευδές κατ' ουσίαν αποδεικτικό έγγραφο από αναρμόδια κρατική υπηρεσία του ......αποκαλύπτεται ποιος, πράγματι, αποτολμά και εξαπατά τα αρμόδια Δικαστήρια με ψευδή αποδεικτά στοιχεία... Με τον παραπάνω τρόπο ο πρώτος εναγόμενος καθιστά ξανά προς διερεύνηση στα πλαίσια της δικαστικής του διαμάχης με τον ενάγονται την "υπόθεση της Ελβετίας" και την οφειλόμενη σε αυτόν αμοιβή των 12.000.000 δραχμών, αν και ήδη τότε είχε κριθεί αμετάκλητα αστικά, όπως και μεταγενέστερα με επανειλημμένες αποφάσεις των ποινικών Δικαστηρίων, ότι "υπόθεση της Ελβετίας" ουδέποτε υφίστατο...
Μάλιστα όλα τα ανωτέρω έχουν συνταχθεί μετά και από την έκδοση της υπ' αριθμ. 880/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου, γεγονός που καταδεικνύει τη δόλια προαίρεσή του να καταμηνύσει τον ενάγοντα ψευδώς και να ισχυριστεί ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του εν γνώσει του ψεύδους, ότι προσκομίζοντας και επικαλούμενος το ανωτέρω πιστοποιητικό περί ανυπαρξίας της εταιρίας A...
X... ή X... A... τέλεσε το αδίκημα της απάτης προς το Δικαστήριο, αν και ως πεπειραμένος δικηγόρος πολύ καλά γνώριζε ότι είχε ήδη κριθεί αμετάκλητα ότι όχι μόνο ουδέποτε είχε χειριστεί την εν λόγω απόφαση για λογαριασμό του ενάγοντος, αλλά και ότι πράγματι από το έτος 1999 και εντεύθεν τέτοια εταιρία δεν υπήρχε και επομένως δεν δικαιούται της αντίστοιχης δικηγορικής αμοιβής, που ζητούσε...
Όλα αυτά τα οποία έλαβαν γνώση οι Εισαγγελικοί και Δικαστικοί λειτουργοί που την ανάγνωσαν είναι προσβλητικά για τον ενάγοντα και έθιξαν την προσωπικότητά του, αφού τον παρουσιάζουν ως διάδικο, ο οποίος μετέρχεται απατηλά και δόλια μέσα και με τη χρήση πλαστών ή έστω αναληθών πιστοποιητικών για να εξαπατήσει το Δικαστήριο και να επιτύχει την έκδοση ευνοϊκής απόφασης προς βλάβη των συμφερόντων του πρώτου εναγομένου...
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται... ότι όλα όσα κατέθεσε η δεύτερη εναγόμενη και ανέφερε στην πιο πάνω έγκλησή του ο πρώτος εναγόμενος ήταν γεγονότα αληθινά, όπως αυτό αποδεικνύεται από μια σειρά δικαστικών αποφάσεων που προσκομίζουν και επικαλούνται... Κυρίως για να αποδείξουν την εικονικότητα του δανείου, αλλά και ότι οι επαγγελματικές σχέσεις του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου διακόπηκαν επειδή ο ενάγων μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες τους...
επικαλούνται τις ανωτέρω εκτεθείσες υπ' αριθμ. 4876/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, υπ' αριθμ. 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και υπ' αριθμ. 880/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου... από την επισκόπηση του σκεπτικού των αποφάσεων αυτών, κυρίως του Εφετείου και του Αρείου Πάγου, καθιστά τον εν λόγω ισχυρισμό των εναγομένων αβάσιμο.
Συγκεκριμένα, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, τόσο το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 4876/2003 απόφασή του όσο και το Εφετείο Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 788/2005 απόφασή του απέρριψαν το αίτημα του τότε ενάγοντος (ήδη πρώτου εναγομένου) για την καταβολή αμοιβής και για την υπόθεση της Ελβετίας... Εκτός τούτων, οι εναγόμενοι για να αποδείξουν ότι δεν προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος, διότι όσα επικαλέστηκαν ήταν αληθή, επικαλούνται και προσκομίζουν τις ακόλουθες ποινικές αποφάσεις, από τις οποίες, ακόμα και από τις αμετάκλητες, δεν παράγεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη..., ισχυριζόμενοι ότι η με αυτές απαλλαγή τους για τα κατωτέρω εκτεθέντα αδικήματα αποτελεί απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας της υπό κρίση αγωγής:
α) την υπ' αριθμ. 134, 145α/2010 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος της πράξης της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση (η εν λόγω απόφαση ασχολήθηκε αποκλειστικά με την ανατεθείσα σε αυτόν υπόθεση Σ. και τη φερόμενη υπεξαγωγή από αυτόν των επιστολών της Κ.
Σ. και του Γάλλου δικαστικού επιμελητή G. L., που απευθύνονταν στον ενάγοντα και περιήλθαν στην κατοχή του, στην οποία αναφέρεται μόνο διηγηματικά η αφαίρεση από τον ενάγοντα διαφόρων εγγράφων από τις δικογραφίες που είχε ο πρώτος εναγόμενος στο γραφείο του και ο ισχυρισμός του τελευταίου περί παράνομων μαγνητοφωνήσεων των συνομιλιών τους), β) την υπ' αριθμ. 1908/2010 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος αθωώθηκε ελλείψει δόλου της κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφημίσεως ως προς τους ισχυρισμούς του, που είχε διατυπώσει στην από 30/6/2003 αγωγή του περί της υπεξαγωγής από τον ενάγοντα των εγγράφων από τους φακέλους των δικογραφιών, που τηρούσε στο γραφείο του, δεχόμενο όμως ότι ο ενάγων ναι μεν αφαίρεσε, δεν υπεξήγαγε όμως τα έγγραφα (με την απόφαση αυτή περαιτέρω κρίθηκε ότι όσα ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίστηκε στην εν λόγω αγωγή, ότι δηλ.
ο ενάγων και τότε εγκαλών μαγνητοφωνούσε κρυφά τις μεταξύ τους συνομιλίες και ότι το δάνειο ήταν εικονικό, ήταν ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος), γ) την υπ' αριθμ. 1668/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, το οποίο έκρινε ότι τα όσα ανέφερε ο πρώτος εναγόμενος στην με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3723/2003 αγωγή του περί των παράνομων μαγνητοφωνήσεων ήταν ψευδή και συκοφαντικά για τον τότε εγκαλούντα Ε.
Κ., ενώ από τα πρακτικά της εν λόγω απόφασης δεν αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος αναγνώρισε ότι το ποσό των 20.000.000 δραχμών αποτελούσε προκαταβολή της δικηγορικής αμοιβής, όπως ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται, δ) την υπ' αριθμ. 684/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, με την οποία, μεταξύ άλλων, η δεύτερη εναγομένη κηρύχθηκε αθώα, ελλείψει δόλου για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, συνισταμένης ότι στην υπ' αριθμ. 934/2005 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά κατέθεσε ότι ο ενάγων, τότε εγκαλών, είχε αφαιρέσει παράνομα διάφορα έγγραφα από τις δικογραφίες των υποθέσεών του, που βρίσκονταν στο γραφείο του συζύγου της, διότι δέχθηκε ότι η έλλειψη δόλου της οφείλεται στο γεγονός ότι πράγματι ο ενάγων αφαίρεσε τα έγγραφα αυτά, ανεξάρτητα...
ότι ο εγκαλών και τότε ενάγων είχε αθωωθεί με την υπ' αριθμ. 729/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά (το Τριμελές Εφετείο, με την πιο πάνω απόφασή του, όπως και το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 526α, 540, 541/2011 απόφασή του... δέχθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε ότι ανατέθηκε στον πρώτο εναγόμενο 'υπόθεση Ελβετίας' και ότι η εταιρία με την επωνυμία A...
X... λύθηκε και εκκαθαρίστηκε από το έτος 1994), ε) τις υπ' αριθμ. 334/2013 και 335/2013 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με τις οποίες οι εναγόμενοι αθωώθηκαν μεν ελλείψει δόλου, έγινε όμως επιγραμματικά και χωρίς ειδική αιτιολογία δεκτός ως αληθής ο ισχυρισμός των εναγομένων περί της υπάρξεως της 'υπόθεσης Ελβετίας', όπως και περί της αφαίρεσης από τον ενάγοντα από το γραφείο του πρώτου εναγομένου διαφόρων εγγράφων, χωρίς να τον ενημερώσει, στ) την υπ' αριθμ. 603/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία το Δικαστήριο αθώωσε τους εναγομένους για την πράξη της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο..., ζ) την υπ' αριθμ. 245/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε, ελλείψει δόλου, αθώος των πράξεων της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο και της συκοφαντικής δυσφημίσεως για τους ισχυρισμούς του περί παράνομων μαγνητοφωνήσεων, περί της 'υπόθεσης της Ελβετίας' και το προσκομισθέντος από τον ενάγοντα πιστοποιητικού για την εταιρία A...
X......, η) την υπ' αριθμ. 651, 702, 735/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο... ναι μεν έκρινε αθώους τους εναγόμενους ελλείψει δόλου για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης, ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς καταμήνυσης, διότι έκρινε ότι όσα κατέθεσαν ή ισχυρίστηκαν κατέθεσαν καλόπιστα και πίστευαν ότι είναι αληθινά, στα πλαίσια της χρονίζουσας αντιδικίας..., θ) την υπ' αριθμ. 17, 35, 39, 42/2015 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε αθώους τους εναγόμενους για όσα είχαν ισχυριστεί στα πλαίσια της από 8/10/2007 μήνυσης του πρώτου εναγομένου σχετικά με την προσπάθεια του ενάγοντος να εξαπατήσει το Δικαστήριο, προσκομίζοντας το πιο πάνω αναφερόμενο πιστοποιητικό της εταιρίας με την επωνυμία A...
X... για να μην καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο τη δικηγορική του αμοιβή από την 'υπόθεση Ελβετίας', διότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπάρχουν αμφιβολίες για την πλήρωση της υποκειμενικής (και μόνο) υπόστασης των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, ι) την υπ' αριθμ. 276/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία οι εναγόμενοι κηρύχθηκαν αθώοι ελλείψει δόλου των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης...
Όπως σαφώς προκύπτει από το σκεπτικό των αποφάσεων αυτών η αμετάκλητη, σε ορισμένες περιπτώσεις, απαλλαγή των εναγομένων από τα πιο πάνω αδικήματα οφείλεται στην παραδοχή των Δικαστηρίων ότι έλειπε το στοιχείο του δόλου ή ότι εκ πλάνης αγνοούσαν το ψεύδος των ισχυρισμών τους και όχι ότι τα ισχυριζόμενα και κατατεθέντα από αυτούς προσβλητικά για τον ενάγοντα πραγματικά περιστατικά πράγματι συνέβησαν, στοιχεία αρκετά μεν για να απαλλαγούν μεν από τα ποινικά Δικαστήρια, όχι όμως και για να αρθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους ως προς το αστικό αδίκημα της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος.
Ακόμα δηλαδή και δεκτού του ισχυρισμού των εναγομένων ότι δεν είχαν δόλο να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αν και οι εναγόμενοι ως πεπειραμένοι νομικοί γνώριζαν τη βαρύτητα κάθε νομικής έννοιας που χρησιμοποιούσαν αλλά και του καθήκοντός τους να καταθέτουν αληθινά πραγματικά περιστατικά και επομένως όφειλαν να είναι σε πλήρη γνώση ότι όσα πραγματικά περιστατικά ισχυρίστηκαν και κατέθεσαν πράγματι συνέβησαν, δεν αίρεται η υποχρέωσή του να αποκαταστήσουν την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων...
Περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγομένων, τον οποίο είχαν προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, ότι για τα όσα στην κατάθεσή της η δεύτερη εναγόμενη και στην ανωτέρω έγκληση ο πρώτος εναγόμενος ανέφεραν, ενήργησαν στα πλαίσια της μεταξύ αυτών και του ενάγοντος σφοδρής αντιδικίας, αποκλειστικά και μόνο για τη διαφύλαξη των νόμιμων δικαιωμάτων τους με συνέπεια να αίρεται το άδικο της πράξης τους κατ' άρθρο 367 παρ. 1 περ.
γ' Π.Κ., πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, όχι μόνο διότι το άρθρο αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής επί διάπραξης συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι διέπραξε ο πρώτος εναγόμενος με τα ισχυριζόμενα στην έγκλησή του. Αλλά και διότι, αφενός μεν η δεύτερη εναγόμενη δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα για να διαφυλάξει ούτε καν αναφέρει ποιο δικαίωμά της θα διαφύλαττε με την ως άνω κατάθεσή της, διότι η μακροχρόνια αντιδικία ήταν μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου και αφετέρου κανέναν δικαίωμά του εξυπηρετούσε ο πρώτος εναγόμενος με την ως άνω έγκλησή του, καθόσον ήδη τότε αμετάκλητα είχε κριθεί ότι ουδέποτε ανέλαβε για λογαριασμό του ενάγοντος 'υπόθεση Ελβετίας' και δεν δικαιούται αμοιβή για αυτή".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που άσκησαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κατά της 416/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε καθένας των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 6.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, ως χρηματική ικανοποίησή του, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη, συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς του.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ότι: α) Ο πρώτος των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων υπέβαλε κατά του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου την από 26-3-2003 έγκληση για παραβίαση του απορρήτου των προφορικών συνομιλιών και τηλεφωνικών επικοινωνιών τους κατ' εξακολούθηση και, στη συνέχεια, άσκησε την από 30-4-2003 (3723/2003) αγωγή κατ' αυτού (ενάγοντος) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς περί παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του, συνεπεία της ανωτέρω συμπεριφοράς του, διώκοντας την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, ενώ η δεύτερη των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων σύζυγος του πρώτου, εξετασθείσα ως μάρτυρας ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, επιβεβαίωσε ότι είχε βάσιμες υποψίες για την εκ μέρους του ενάγοντος παράνομη μαγνητοφώνηση των προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών του με το σύζυγό της.
β) Ο ίδιος (πρώτος των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων), κληθείς προς παροχή εξηγήσεων ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς (μετά την από 8-6-2006 εγκλήσεως του ενάγοντος κατ' αυτού), υπέβαλε με το από 12-6-2007 υπόμνημά του έγκληση κατά του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, προς επιβεβαίωση του οποίου η δεύτερη των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, εξετασθείσα ενόρκως ενώπιον της ίδιας Πταισματοδίκου, στις 4-2-2007, κατέθεσε για την εκ μέρους του αντιδίκου τους αφαίρεση κρίσιμων εγγράφων από το γραφείο του συζύγου της, για τις παράνομες μαγνητοφωνήσεις των προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών τους, τις αλλεπάλληλες ψευδείς καταγγελίες στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιώς, με σκοπό να πλήξει το κύρος του και την εκ μέρους του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου αντιποίηση της δικηγορικής ιδιότητας.
γ) Όλα τα ανωτέρω περιστατικά ήταν αναληθή, όπως, άλλωστε, κρίθηκε με αμετάκλητες αποφάσεις ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων. δ) Με αγωγή του κατά του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ο πρώτος των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων επιδίωξε την επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής του για τις υποθέσεις, που είχε χειριστεί για λογαριασμό του αντιδίκου του, μεταξύ των οποίων και για την τιτλοφορούμενη ως "υπόθεση Ελβετίας", για την οποία υποστήριξε ότι δικαιούται, ως συμφωνηθείσα αμοιβή, το ποσό των 12.000.000 δρχ., αγωγή, η οποία απορρίφθηκε αμετακλήτως.
ε) Ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων κατέφυγε στα ποινικά δικαστήρια, αποδίδοντας στον ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο το έγκλημα της απάτης στο Δικαστήριο, λόγω της προσκομιδής ψευδών αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την ανωτέρω υπόθεση, διώκοντας την εκ νέου διερεύνησή της, κατηγορία, η οποία, εν τέλει, κατέπεσε.
στ) Όλες οι ανωτέρω ενέργειες του πρώτου των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων καταδεικνύουν τη δόλια προαίρεσή του να ισχυριστεί ενώπιον τρίτων (ήτοι των Εισαγγελικών και Δικαστικών λειτουργών καθώς και των γραμματέων) ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια να θιγεί η προσωπικότητα τούτου, ενώ, η δεύτερη εξ αυτών, ενεργώντας υπαιτίως (τουλάχιστον από αμέλεια) κατέθεσε ως μάρτυρας τα ανωτέρω περιστατικά, τα οποία ήταν αναληθή, παρότι, ως έχουσα νομικές γνώσεις, μπορούσε να διακρίνει ότι θα έβλαπταν την προσωπικότητα του ενάγοντος, διαπράττοντας έτσι το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης αλλά και της ψευδορκίας μάρτυρα.
Από τις αυτολεξεί παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να αχθεί στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, τις ως άνω υπό των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως ποινικές αθωωτικές αποφάσεις, που χωρίς μεν να δεσμεύεται από αυτές, πλην, όμως παραθέτοντας συνοπτικά το περιεχόμενό τους, σχολιάζοντας και αντικρούοντας την κρίση τους, έθεσε, έτσι, υπό αμφισβήτηση την ορθότητά τους, με συνέπεια να δίνεται η εντύπωση ότι δεν παρέμεινε εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αλλά, ασχολήθηκε και με τη διερεύνηση των ποινικών αδικημάτων και, εντεύθεν, τον καταλογισμό της ποινικής ευθύνης των αμετακλήτως αθωωθέντων.
Συνακόλουθα, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το Εφετείο, σχολιάζοντας τις ανωτέρω αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις, παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας των αναιρεσειόντων, τυγχάνει βάσιμος, ως δε εκ της αναιρετικής εμβέλειάς του, παρέλκει η έρευνα των λοιπών (κύριων και πρόσθετων) λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση.
Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 363/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στο οποίο δεν θα μετέχει ο Δικαστής, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στους αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου κωλυομένου η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ