Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and lack of evidence review in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate specific evidence regarding the employee's resignation, while the respondent maintained the court correctly considered all submitted documents. The court ruled that the appellate judgment explicitly referenced and evaluated the resignation declaration, thereby refuting the claim of omitted evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8 and 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to consider a lawfully submitted piece of evidence is established only if the judgment creates doubt regarding its consideration, which is absent when the judgment explicitly references and evaluates the document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1577 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1577/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Χ. - Α. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γερογιάννη, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία "... Α.Ε". Η εταιρεία με την επωνυμία "...", εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο - Ιωάννη Περλίγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2717/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 524/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/6/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λουκάς Μόρφης ανέγνωσε την από 12-3-2018 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Πιτταρά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των δύο λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η υπό κρίση από 15ης Ιουνίου 2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 524/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία, κατά παραδοχή της από 6ης Μαΐου 2008 εφέσεως της αναιρεσιβλήτου εταιρίας "Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.", εχούσης μετονομασθεί από της 2ας Δεκεμβρίου 2011 σε "Εταιρία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΤΑΔ Α.Ε.)", απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 1ης Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή της αναιρεσειούσης κατά της αναιρεσιβλήτου, αφορώσα εργατική διαφορά, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμόν 2717/2072 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας είχε γίνει δεκτή η εν λόγω αγωγή, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 13 παρ. 1 και 5 εδ. ια' Ν. 2636/1998 συνεστήθη ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία "Aνώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας Ε.Ο.Τ.", μετονομασθείσα με το άρθρο 9 παρ. 4 Ν. 2837/2000 σε "...", εν συνεχεία, με το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 3270/2004 σε "Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε." και με το άρθρο 1 της Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 (Φ.Ε.Κ.
Β', 2779/2011), εκδοθείσης κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14Β παρ. 1 και 2 Ν. 3429/2005, προστεθέντος δια του άρθρου 66 παρ. 1 Ν. 4002/2011, σε "Εταιρία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΤΑΔ Α.Ε.)", με σκοπό την διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., δυναμένη και να ιδρύει ανώνυμες εταιρίες και να συμμετέχει σε ανώνυμες εταιρίες με ίδιο ή παρόμοιο σκοπό.
Αφ' ετέρου, με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 5 εδ. α', β' Ν. 2837/2000, όπως αντικατεστάθησαν η παράγραφος 1 με το άρθρο 24 παρ. 2 Ν. 2919/2001 και το εδάφιον β' της παραγράφου 5 με το άρθρο 4 παρ. 6 Ν. 3139/2003, ωρίσθησαν αντιστοίχως τα εξής: "α) Για την ίδρυση των εταιριών, που προβλέπονται στην παρ. 5 εδ. ια' του άρθρου 13 του ν. 2636/1998, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2837/2000, μοναδικός μέτοχος μπορεί να είναι η Ανώνυμη Εταιρία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα".
Η λειτουργία των εταιριών αυτών διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920. (...). β) Εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της Α.Ε. "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα" ιδρύονται οι θυγατρικές εταιρίες για τη λειτουργία των επιχειρήσεων ... και Ξενοδοχείο - ..." και "α) Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι ...ς και ....
β) Με την ανάληψη της διοίκησης, διαχείρισης ή εκμετάλλευσης των επιχειρηματικών μονάδων της "...", ... και ..., από τις εταιρίες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του Ν. 2919/2001 (ΦΕΚ 128 Α), όλο το προσωπικό, που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρίες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς την "..." ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν.
Ως χρόνος προϋπηρεσίας του παραπάνω προσωπικού για κάθε συνέπεια λογίζεται ο χρόνος υπηρεσίας στην "... Α.Ε.", στις ...ς, ..., ... και στην "...". Το ύψος της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ή αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης του παραπάνω προσωπικού ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και του Ν. 3198/1955 (ΦΕΚ 98 Α), όπως ισχύουν σήμερα", ενώ με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 7, 5 παρ. 3 εδ.
α' και 11 Ν. 3139/2003 ωρίσθη αντιστοίχως ότι: "Το προσωπικό του εδαφίου β της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του Ν. 2837/2000, όπως αυτό αντικαθίσταται με την παράγραφο 6 του άρθρου αυτού, μπορεί: (...) β) μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρίες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχώρησης από την εργασία του.
Η εταιρία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή. Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. 'Ολες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής", "α) Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "...", κατά το μέρος που αποτελεί τον κλάδο "...", στον οποίο συμπεριλαμβάνονται ιδίως η άδεια λειτουργίας του ..., όπως αυτή χορηγείται με το νόμο αυτόν, λοιπές διοικητικές άδειες, κάθε κινητός πάγιος εξοπλισμός, τα ακίνητα της παραγράφου 2, κάθε δικαίωμα, εμπράγματο ή ενοχικό, απαίτηση ή υποχρέωση, (...) αποσπάται από την εταιρία και εισφέρεται αυτοδικαίως στην εταιρία "...".
Η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με οιονεί καθολική διαδοχή. (...)" και "Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" (ημερομ. δημοσιεύσεως σε Φ.Ε.Κ.: 30-4-2003). Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι από της 30ής Απριλίου 2003 το προσωπικό το απασχολούμενο στην επιχειρηματική μονάδα ...
υπό σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με την διαχειριζομένη μέχρι τότε την εν λόγω επιχειρηματική μονάδα εταιρία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." έχει μεταφερθεί αυτοδικαίως με την ιδία σχέση εργασίας στην εταιρία "... Α.Ε.", εκτός όσων εδήλωσαν εγγράφως εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός μηνός ότι επιθυμούν να παραμείνουν στην εταιρία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", οπότε, εν περιπτώσει ασκήσεως του δικαιώματος εθελουσίας εξόδου από εργαζόμενο, ο οποίος δεν υπέβαλε την προαναφερομένη δήλωση, υπόχρεως προς καταβολή της οφειλομένης αποζημιώσεως είναι η εταιρία "...
Α.Ε.", στην οποία ο εν λόγω εργαζόμενος έχει μεταφερθεί αυτοδικαίως, και όχι η εταιρία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.". Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Εάν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τους εν λόγω ισχυρισμούς και απέρριψε αυτούς ρητώς ή σιωπηρώς, εκ του πράγματος, δεχόμενο ως αποδειχθέντα αντίθετα περιστατικά, ή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ενώ είναι απαράδεκτος, εάν προβάλλονται, έστω και υπό την μορφή λόγου εφέσεως, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν αποτελούν πράγματα, όπως ισχυρισμοί συνεχόμενοι προς την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως συνιστώντες άρνηση αυτής, ή νομικά επιχειρήματα ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο εδέχθη ότι η αναιρεσείουσα προσελήφθη από τον Ε.Ο.Τ. την 24η Μαΐου 1984 υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως τεχνικός παιγνίων απασχολουμένη στην επιχειρηματική μονάδα του Ξενοδοχείου ..., ότι την 3η Αυγούστου 2000 μετεφέρθη αυτοδικαίως στην αναιρεσίβλητη δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 5 Ν. 2837/2000 και ότι εν συνεχεία από της 30ής Απριλίου 2003 μετεφέρθη αυτοδικαίως στην εταιρία "...
Α.Ε." δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 6 Ν. 3139/2003, αφού δεν απέδειξε ότι υπέβαλε δήλωση ότι ήθελε να παραμείνει στην αναιρεσίβλητη. Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Το γεγονός ότι η εναγομένη ανήγγειλε στο ΙΚΑ την αποχώρησή της από την υπηρεσία κατ' άρθρο 2 ν. 2556/97 και της χορήγησε την από 16-11-04 βεβαίωση για τον υπολογισμό της αποζημίωσης εθελουσίας εξόδου δεν της προσδίδει και την ιδιότητα του εργοδότη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα, διότι η παραμονή στην εναγομένη των εργαζομένων στο ...
κατά νομοθετική επιταγή εξαρτήθηκε μόνο από την υποβολή εκ μέρους τους της προαναφερόμενης δήλωσης μέχρι 31-5-2003 και όχι από άλλη τυχόν ενέργεια της μέχρι τότε εργοδότριάς τους, οι οποίες δεν μπορεί να επηρεάσουν την αυτοδίκαιη και εκ του νόμου μεταφορά τους στο νέο τους εργοδότη. Σημειώνεται ότι δεν προσκομίζεται η επικαλούμενη από την ενάγουσα από 29-5-2003 αίτησή της προς την εναγομένη με την οποία όπως ισχυρίζεται δήλωσε ότι επιθυμεί να συμμετάσχει στο πρόγραμμα της εθελουσίας εξόδου για να διερευνηθεί αν εμπεριέχεται σ' αυτή η ως άνω δήλωση, ούτε άλλωστε και η ενάγουσα επικαλείται κάτι σχετικό".
Βάσει των εν λόγω παραδοχών το Εφετείο έκρινε ότι αποκλειστική υπόχρεως προς καταβολή στην αναιρεσείουσα του υπολοίπου της οφειλομένης αποζημιώσεως λόγω ασκήσεως παρ' αυτής του δικαιώματος εθελουσίας εξόδου ποσού 16268,50 ευρώ ετύγχανε η εταιρία "... Α.Ε." και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, με την οποία εδιώκετο να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ως άνω ποσόν, απέρριψε την εν λόγω αγωγή.
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της αναιρεσειούσης ότι παρείχε τις υπηρεσίες της στην εταιρία "... Α.Ε." με σχέση δανεισμού από την αναιρεσίβλητη, η οποία είχε προβεί και σε αναγγελία της αποχωρήσεως αυτής στο ΙΚΑ και είχε καταβάλει και από την οφειλομένη αποζημίωση το ποσόν των 85074,42 ευρώ, παρακρατήσασα παρανόμως ως αναλογούντα φόρο το ποσόν των 16268,50 ευρώ.
Ο ως άνω λόγος είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αλλά πραγματικό επιχείρημα αφορών στην εκτίμηση των αποδείξεων, το οποίο πάντως έλαβε υπ' όψιν το Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από την προπαρατεθείσα αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία γίνεται αναφορά και στην αναγγελία από την αναιρεσίβλητη στο ΙΚΑ της αποχωρήσεως της αναιρεσειούσης και στον υπολογισμό της αποζημιώσεως αυτής και αξιολογούνται τα περιστατικά αυτά ως μη σημαντικά εν όψει της παραδοχής ότι η παραμονή των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη εξηρτάτο κατά νομοθετική επιταγή αποκλειστικώς από την υποβολή εντός μηνός της σχετικής δηλώσεως προς την αναιρεσίβλητη, οι τυχόν ενέργειες της οποίας δεν ηδύναντο να αναιρέσουν την αυτοδικαία μεταφορά των μη υποβαλόντων εμπροθέσμως δήλωση εργαζομένων στην εταιρία "...
Α.Ε.".
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, όμως δεν απαιτείται να μνημονεύει στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδικώς ένα έκαστο αποδεικτικό μέσο, αλλά αρκεί να αναφέρει το είδος αυτών ως και ότι έλαβε υπ' όψιν όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο. Εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του, περιλαμβάνει και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από την εν λόγω μνεία και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιέχονται ειδικότερες αιτιολογίες επί των προβαλλομένων ισχυρισμών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του και το έγγραφο της αναγγελίας οικειοθελούς αποχωρήσεως μισθωτού το αφορών την αναιρεσείουσα, το οποίο μάλιστα, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα περικοπή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και αξιολόγησε ειδικώς.
Συνεπώς ο έτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται η ως άνω αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το προαναφερόμενο έγγραφο, το οποίο η αναιρεσείουσα είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει, δεν ελήφθη υπ' όψιν από το Εφετείο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος του νικώντος διαδίκου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15ης Ιουνίου 2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 524/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ