Legislator Case Law & Legislation
1577/2014 AI generated

1577/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1577/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1577/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ'ακολουθίαν πρέπει ν'απορριφθεί η αναίρεση να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ.).

Keywords

AI generated
damage to electrical installations occupational accidents protective equipment weather-related loss of work service-incurred health impairment safety regulations violation
AI generated
975/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
617/2022
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Aρεοπαγίτες.
255/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
67/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
1008/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1577 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1577/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Π. Κ. του Π., 2.Β. Κ. του Π., 3.Γ. Κ. του Π. και 4.Π. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρήγο.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανασιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Νοεμβρίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2764/2008 μη οριστική του ιδίου δικαστηρίου με την οποία έκρινε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για να δικαστεί στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 1816/2011 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3562/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Δεκεμβρίου 2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του A.K. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 A.K., να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 932 A.K. και 16 του Ν. 551/1915, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι` αυτό οι γενικές διατάξεις (Ολ.Α.Π. 1117/1986)..

Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματικής., ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του προστηθέντος απ' αυτόν (άρθρο 932 A.K.) με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 A.K., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 του ν. 515/1915 (Α.Π. 35/2010, Α.Π. 1042/2008).

Πταίσμα του εργοδότη μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν απ' αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ (ΑΠ 906/2012 ). Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές των π.δ. 778/1980, του ν. 1396/1983 και του π.δ. 1073/1981, από τις οποίες συνάγεται ότι 1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρού του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι, κύριος δε του έργου θεωρείται "ο κύριος, νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του τεχνικό έργο" και 2) o πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς, και για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον διερχομένου ηλεκτροφόρου αγωγού, ενώ ο ιδιοκτήτης ή ο εργολάβος (καθώς και o υπάρχον υπεργολάβος) έχει νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από τις πιο πάνω αιτίες. 'Οσον αφορά δε τη σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης προς έκδοση οικοδομικής άδειας και η επίβλεψη του οικοδομικού έργου, στο οποίο αφορά αυτή φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως μισθώσεως έργου, η κατάρτιση της οποίας δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο (ΑΠ 1659/2009 , ΑΠ 855/ 2010).

Ακόμη, κατά τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 (EEL 245/26892) "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια" και ως τέτοια θεωρούνται, κατά το άρθρο 2 παρ.1α, "κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο", για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του πιο πάνω διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα

ΙΙ, αρ. 8 παρ.2α σε συνδ. με το παράρτημα IV - Μέρος B, Τμήμα

ΙΙ άρθ 5.(Πτώσεις από ύψος), όπου, στο άρθρο 5, ορίζεται ότι: "5.1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που Θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2.

Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας".

Μεταξύ δε των υπευθύνων για την λήψη αυτών των μέτρων είναι και ο μηχανικός που αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτελέσεως τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης. Ειδικότερα, στο άρθρο 7 (Υποχρεώσεις επιβλέποντος) του N 1396/1983, οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 1 αυτού "αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, προβλέπονται τα εξής: "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες :1.

Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2.

Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4.

Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον: κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου".

Περαιτέρω από τα άρθρα 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προ το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δε ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 854/1994).

Εξετέρου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. ..

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στις 14/12/2001 και περί ώρα 09.00 ο ενάγων Μ. Μ. εργαζόταν ως μέλος συνεργείου επιχρισμάτων στην επί της οδού ... ανεγειρόμενη διώροφη οικοδομή, της οποίας οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 1/4 έκαστος, ενώ ο πέμπτος εναγόμενος (Β.

Μ.) ήταν ο αρχιτέκτων μηχανικός, με τον οποίο οι συνιδιοκτήτες συνήψαν το έτος 2000, προφορικά, σύμβαση έργου και του ανέθεσαν το έργο της μελέτης και έκδοσης της οικοδομικής άδειας, καθώς και της επίβλεψης των οικοδομικών εργασιών της υπό ανέγερση οικοδομής. Οι εναγόμενοι συνιδιοκτήτες, ως κύριοι του έργου, ανέθεταν σε διάφορους εργολάβους την περάτωση των τμημάτων αυτού, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό τους την διεύθυνση του έργου, εκτελώντας δηλαδή αυτό με αυτεπιστασία, προσλαμβάνοντας τα διάφορα συνεργεία και δίνοντας σε αυτά εντολές και οδηγίες για την εκτέλεση του έργου.

Έτσι, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας ατομικά αλλά και για λογαριασμό των λοιπών συγκυρίων του οικοπέδου και αδελφών του, προκειμένου να εκτελεσθεί το έργο των επιχρισμάτων της οικοδομής ζήτησε προσφορές από διάφορους εργολάβους. Στις 11/4/2002 ο πατέρας του ενάγοντα Θ. Μ., με την ιδιότητα του υπεργολάβου επιχρισμάτων, παρέδωσε την με την ίδια ημερομηνία έγγραφη προσφορά του (βλ.

σχετικό από 11/4/2002 ιδιωτικό έγγραφο υπογεγραμμένο από τον Θ. Μ.). Κατόπιν αυτού μεταξύ τον τελευταίου και του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό των λοιπών συγκυρίων, συνήφθη σύμβαση μισθώσεως έργου, με την οποία ανατέθηκε στον ανωτέρω εργολάβο η εκτέλεση των επιχρισμάτων με αμοιβή ύψους 1.500.000 δρχ. (χωρίς τα υλικά).

Ο εργολάβος προς εκτέλεση του έργου, που του ανατέθηκε, προσέλαβε στο συνεργείο του, ως εργάτες, τον ενάγοντα υιό του, τον Ε. Κ. και τον αλλοδαπό F. G....

Ετσι, την αναφερόμενη ανωτέρω χρονολογία (14/12/2001) ο ενάγων εκτελούσε εργαζόταν στη βεράντα του δευτέρου ορόφου της οικοδομής με σκοπό την διαμόρφωση των εξωτερικών σκοτιών, σύμφωνα με τις οδηγίες των συνιδιοκτητών και κρατούσε στα χέρια του βέργα από αλουμίνιο μήκους τριών μέτρων. Κατά τις 09.00 π.μ. περίπου, o εργάτης που εργαζόταν στην υδραυλική πρέσσα (F.

G.), πoυ βρισκόταν στο οδόστρωμα της οδού ..., φώναξε κάτι στον ενάγοντα σχετικό με την τοποθέτηση της αλουμινένιας βέργας, εκείνος πλησίασε στην αριστερή πλευρά της βεράντας, πατώντας στην άκρη της πλάκας και επιχείρησε να μιλήσει με το συνάδελφό του, ο οποίος βρισκόταν στο οδόστρωμα. Τη στιγμή εκείνη, η αλουμινένια βέργα που κρατούσε στα χέρια του ήρθε σε επαφή με ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ που βρισκόντουσαν σε μικρή απόσταση από την οικοδομή, με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτροπληξία και να πέσει στο οδόστρωμα από ύψος περίπου 6-7 μέτρων και να τραυματισθεί σοβαρά.

Στο νοσοκομείο "ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ" Νέας Ιωνίας Αττικής, όπου διακομίστηκε αμέσως, διαπιστώθηκε ότι υπέστη πολλαπλές εγκεφαλικές θλάσεις και αιματώματα δεξιά παρακοιλιακά, στην περιοχή του οπτικού Θαλάμου, στους βρεγματικούς λοβούς ιδίως αριστερά, στον αριστερό μετωπιαίο λοβό και στις φλοιώδεις έλικες του δεξιού κροταφικού λοβού, αιμορραγία στη δεξιά πλάγια κοιλία του εγκεφάλου, εκτεταμένες πνευμονικές θλάσεις αμφοτερόπλευρα, κατάγματα των εγκαρσίων αποφύσεων 02 03, ανεπίπλεκτο κάταγμα στο σώμα του 012, γραμμοειδές κάταγμα οπίσθιας επιφάνειας 010 σπονδύλου, ραβδομυόλυση και αιματουρία (ηλεκτροπληξία), ημιπάρεση δεξιά και εξωπυραμιδική συνδρομή.

Εξαιτίας της σοβαρότητας της κατάστασής του εισήχθη στη μονάδα εντατικής Θεραπείας του ανωτέρω νοσοκομείου, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος εκεί μέχρι την 1-2-2002 (περίπου τρεις μήνες), υποστηριζόμενος από μηχανικό αερισμό. 'Οταν εξήλθε από την μονάδα εντατικής Θεραπείας μεταφέρθηκε στο Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων (Ε.Ι.Α.Α.) για περαιτέρω νοσηλεία, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι την 20-9-2002.

Μετά την έξοδο του συνεστήθη συνεχής ιατρική παρακολούθηση και διενέργεια πολλαπλών εξετάσεων, καθώς και θεραπειών, προκειμένου να αποκατασταθεί η κίνηση και η ομιλία του, όπως προκύπτει από τα σχετικά προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ιατρικά πιστοποιητικά. Λόγω του τραυματισμού του κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό άνω του 80%, από το έτος 2002, κατάσταση την οποία εξακολουθεί να βρίσκεται.

Αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος αποδείχθηκε ότι για την εκτέλεση των εργασιών των επιχρισμάτων στην προαναφερόμενη οικοδομή και ειδικότερα στην πρόσοψη αυτής είχαν στηθεί εξωτερικά ικριώματα (σκαλωσιές) εκατέρωθεν των βεραντών, δεν υπήρχαν προστατευτικές κουπαστές ή άλλη διάταξη για την αποφυγή ενδεχόμενης πτώσης, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996 αναφορικά με τις προδιαγραφές ασφαλείας και προσωρινών κινητών εργοταξίων, όπως περιγράφονται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη.

Δίπλα στην οικοδομή υπήρχε ξύλινη κολόνα της ΔΕΗ με ρεύμα χαμηλής τάσης, ενώ ενάμισυ μέτρο πάνω από το δεύτερο όροφο της οικοδομής περνούσαν τα καλώδια της ΔΕΗ. Στις περιπτώσεις οικοδομικών εργασιών κοντά σε δίκτυα της ΔΕΗ οι υπεύθυνοι του έργου είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν τη ΔΕΗ, ώστε να μετατοπισθεί το δίκτυο για την αποφυγή ατυχήματος (βλ.

το με αριθμ. πρωτ. Φ51906/27-8-2002 έγγραφο της ΔΕΗ). Επίσης, δεν είχε τοποθετηθεί προστατευτική διάταξη πτώσης στο πέρας της πλάκας του πρώτου ορόφου - βεράντα του δεύτερου ορόφου. Τέλος αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας του ενάγοντος στην ως άνω οικοδομή, δεν ήταν παρών κανένας από τους εναγόμενους, δηλαδή ούτε οι κύριοι του έργου ούτε o προστηθείς από αυτούς πέμπτος εναγόμενος, επιβλέπων πολιτικός μηχανικός, ώστε, να δίνουν τις απαραίτητες οδηγίες ασφαλούς εκτέλεσης της εργασίας.

Αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς των εναγομένων, που συνίσταται στο γεγονός ότι πριν την έναρξη των εργασιών των επιχρισμάτων στην οικοδομή δεν είχαν ληφθεί από τους εναγόμενους τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, σύμφωνα με όσα προαναπτύχθηκαν και περιγράφονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ήταν ο βαρύτατος τραυματισμός του ενάγοντος και η μόνιμη αναπηρία του.

Ειδικότερα, η υπαιτιότητα A) των τεσσάρων πρώτων εναγομένων έγκειται στο ότι, αυτοί ως εκτελούντες το έργο της ανέγερσης της οικοδομής γενικά δεν είχαν λάβει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, όπως αυτά περιγράφονται στο νόμο και αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και ειδικότερα δεν μερίμνησαν να ειδοποιήσουν εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία της Δ.Ε.Η για την ύπαρξη κοντά στην οικοδομή ηλεκτροφόρων αγωγών, ώστε από κοινού να εξετασθούν και ληφθούν μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος σε όλα τα συνεργεία που θα απασχολούντο στην οικοδομή, κατά παράβαση των διατάξεων τον άρθρου 79 τον ΠΔ 1073/1981.

Μάλιστα ο πέμπτος εναγόμενος, επιβλέπων μηχανικός, είχε δει τα καλώδια και από τις 8/3/2002 είχε σημειώσει στο προσωπικό του σημειωματάριο ότι :"καλώδιο ΔΕΗ ενοχλεί, τηλ. στον Κ. για καλώδιο, πλέγμα, μερεμέτια", χωρίς να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες που επιτάσσει ο νόμος, σύμφωνα με όσα προαναπτύχθηκαν.

Την ύπαρξη του καλωδίου της ΔΕΗ και τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η θέση του για τους εργαζόμενους στην οικοδομή γνώριζαν και οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι, ιδιοκτήτες της οικοδομής, όπου εκτελείτο το έργο, αφού είχαν ειδοποιηθεί από τον πέμπτο εναγόμενο. Πλέον αυτού, όμως, αποδείχθηκε ότι ήταν σε γνώση τους ο κίνδυνος από το καλώδιο, αλλά δεν έπραξαν τίποτα επειδή καθησύχασαν από τις δηλώσεις προηγουμένων συνεργείων ότι δεν υπάρχει κίνδυνος από το καλώδιο (βλ.

υπ' αριθμ. ... πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την κατάθεση του μάρτυρα "όσοι εργολάβοι είχαν έρθει για να κάνουν εργασίες, 3 πριν από τον κ. Μ., δεν είχαν πει ότι υπήρχε πρόβλημα από τα καλώδια"). Ετσι, οι εναγόμενοι - συνιδιοκτήτες δεν έλαβαν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή εργασία των εργαζομένων στην οικοδομή αποτρέποντας κάθε πιθανότητα κινδύνου και δεν ενήργησαν σύμφωνα με το νόμο για τις περιπτώσεις που πλησίον της οικοδομής διέρχονται ηλεκτροφόρα σύρματα.

Ακόμη η ευθύνη τους δεν αναιρείται επειδή ως ιδιοκτήτες της οικοδομής είχαν αναθέσει σε εργολάβο τμήμα του έργου, όπως ισχυρίζονται επικαλούμενοι τη διάταξη του άρθρον 4 παρ. 1 του v. 1396/1983. Τούτο διότι η ευθύνη τους για την μη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει λόγω της άδικης και αμελούς συμπεριφοράς τους που συνίσταται στην παράβαση των διατάξεων που αφορούν τα μέτρα ασφάλειας που όφειλαν να λάβουν στην οικοδομή και ειδικότερα λόγω της παράβασης του άρθρου 79 του ΠΔ 1073/1981, που αναφέρεται στα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών, σύμφωνα με την οποία, εάν πλησίον του εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος τόσο ο εκτελών το έργο όσο και ο επιβλέπων μηχανικός υποχρεούνται να ειδοποιήσουν εγγράφως τη ΔΕΗ προκειμένου να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι συνιδιοκτήτες είναι οι εκτελούντες το έργο της ανέγερσης της οικοδομής και η ιδιότητά τους αυτή δεν εξαλείφεται από το γεγονός ότι ανέθεσε τμηματικά το έργο σε εργολάβο, αφού οι εναγόμενοι επεφύλαξαν για τον εαυτό τους το δικαίωμα να δίνουν εντολές και οδηγίες στον εργολάβο για την εκτέλεση των επιμέρους εργασιών σε συνεννόηση με αυτόν (βλ.

κατάθεση μάρτυρα εναγομένων στα ανωτέρω πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης "ο Π. συνεννοείται με τους εργολάβους"). Περαιτέρω, ως εργοδότες - προστήσαντες τον εργολάβο του έργου της εκτέλεσης των επιχρισμάτων ευθύνονται λόγω της μη τήρησης των διατάξεων για την ασφαλή εργασία των εργαζομένων στην οικοδομή τηρώντας τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα εργοτάξια (ΠΔ 305/1996).

B) Η υπαιτιότητα του πέμπτου εναγομένου, ως επιβλέποντα μηχανικό της οικοδομής, έγκειται στο ότι δεν προέβη σε όλες τις ανωτέρω νόμιμες ενέργειες, ώστε να αποκλειστεί η έναρξη οποιοσδήποτε εργασίας πλησίον των παραπάνω ηλεκτροφόρων καλωδίων και αποκλειστεί και η έναρξη των εργασιών στο παραπάνω εργοτάξιο πριν την λήψη των απαραίτητων μέτρων προστασίας από τη ΔΕΗ, δεν επισκέφθηκε την οικοδομή κατά την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών για να ελέγχει την τήρηση των οδηγιών του αναφορικά με την τοποθέτηση προστατευτικών σανιδωμάτων.

Ακόμη αναφορικά με την υπαιτιότητα του πέμπτου εναγομένου για την παράβαση όλων των ανωτέρω: α) ο ισχυρισμός του περί διακοπής των οικοδομικών εργασιών επί δίμηνο και ότι ο ίδιος δεν ενημερώθηκε για την εκ νέου συνέχισή του πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, επειδή, όπως αποδείχθηκε, οι οικοδομικές εργασίες σταμάτησαν μεν προσωρινά από Σεπτέμβριο έως Νοέμβριο του 2001, όμως, στη συνέχεια, ο πέμπτος εναγόμενος συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στους συνιδιοκτήτες της ανεγειρόμενης οικοδομής, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...

απόδειξη παροχής υπηρεσιών του εναγομένου μηχανικού προς τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής, για αμοιβή επίβλεψης καταστήματος στην οδό Τ. 13 και Ο., αποδεχόμενος την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού επί της ανωτέρω οικοδομής. Άλλωστε οι οικοδομικές εργασίες είχαν και κατά το παρελθόν σταματήσει για ορισμένα χρονικά διαστήματα, γεγονός σύνηθες στις οικοδομές, όπως είναι γνωστό σε όλους, όταν αποχωρεί ένα συνεργείο και μέχρι την έναρξη των εργασιών τον επόμενου, τούτο, όμως, δεν συνεπάγεται την διακοπή των οικοδομικών εργασιών με την έννοια του v. 1396/1983, o οποίος αναφέρεται σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, οπότε καθίσταται απαραίτητη η λήψη αυστηρότερων μέτρων αποτροπής εισόδου στην οικοδομή.

Σε κάθε δε περίπτωση ο ανωτέρω προβάλλεται και αλυσιτελώς, επειδή τα πιο πάνω μέτρα ασφαλείας σχετικά με την ειδοποίηση της ΔΕΗ έπρεπε να ληφθούν πριν από την έναρξη οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας και όχι μόνο πριν από την έναρξη των εργασιών των επιχρισμάτων. β) O ισχυρισμός του ότι με το Σχέδιο Μέτρων Ασφαλείας είχε επισημάνει και υποδείξει εγγράφως όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, και συνεπώς ουδεμία ευθύνη τον βαρύνει, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, επειδή το σχέδιο αυτό είναι το τυπικό σχέδιο που υποχρεωτικά επισυνάπτεται κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας (της υπ' αριθμ. ...

στην προκειμένη περίπτωση) και αντιγράφει, συνήθως, τα περιγραφόμενα στο νόμο μέτρα ασφαλείας. Σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η υποβολή των έγγραφων υποδείξεων αφαιρεί από τον επιβλέποντα μηχανικό την ευθύνη της άμεσης και συνεχούς παρακολούθησης του έργου στην πράξη, ώστε να ελέγχει εάν έχουν τηρηθεί τα μέτρα ασφαλείας.

Ακόμη, να σημειωθεί, ότι όπως τονίζουν οι μάρτυρες του πέμπτου εναγομένου Δ. Π. κ Κ. Δ., είναι απίθανη η ευρηματικότητα των εργατών στην οικοδομή, όταν πρόκειται να εκτελέσουν μια εργασία ταχύτερα και με λιγότερο κόπο.

Συνεπώς ο πέμπτος εναγόμενος με την γνώση αυτή, λόγω του επαγγέλματός του όφειλε να είναι εξαιρετικά επιμελής στο θέμα της ύπαρξης του ηλεκτροφόρου καλωδίου τόσο κοντά στο εργοτάξιο της οικοδομής.

Επομένως η σωματική βλάβη και η μόνιμη αναπηρία του ενάγοντος οφείλονται στην τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία από τους εναγομένους και, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ευθύνονται όλοι οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον, για τον τραυματισμό του ενάγοντος. Περαιτέρω αποδείχθηκε, όμως, ότι συνυπαίτιος για το επίδικο συμβάν του τραυματισμού του ενάγοντος λόγω της ηλεκτροπληξίας και της συνεπεία αυτής πτώσης στο οδόστρωμα, είναι και ο ίδιος σε ποσοστό 30% , επειδή δεν κατέβαλε την προσήκουσα από τις περιστάσεις προσοχή, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει.

Ειδικότερα, ο ενάγων εργαζόταν στο συνεργείο του πατέρα του, ήδη από την ηλικία των 18 ετών περίπου, δηλαδή τρία χρόνια εργαζόταν σε οικοδομή, αφού κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 21 ετών. Είχε σπουδάσει ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων, ήτοι είχε λάβει τεχνική εκπαίδευση και στις εργασίες στην οικοδομή ήταν καλός τεχνίτης.

Επομένως, γνώρισε τους κινδύνους της οικοδομής και έπρεπε να είναι προσεκτικός, όταν κινείτο σε σημεία τα οποία δεν είχαν επαρκή προφύλαξη (προστατευτικά) ιδιαίτερα δε στην συγκεκριμένη οικοδομή λόγω του κινδύνου από τη διέλευση καλωδίων της ΔΕΗ. 'Ετσι, όταν κρατούσε στα χέρια του μεταλλική βέργα, δεδομένου ότι τον κίνδυνο από τη διέλευση των καλωδίων τον είχε επισημάνει και ένας εκ των συναδέλφων του όφειλε να είναι προσεκτικός πλέον του μέσου και συνετού εργάτη.

Ο ισχυρισμός του ότι η βέργα ακούμπησε στα καλώδια της ΔΕΗ στην προσπάθειά του να εκτελέσει οικοδομική εργασία δεν διαφοροποιεί το γεγονός της ευθύνης του και της επιδεικνυόμενης από αυτόν αμελούς συμπεριφοράς. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η ένσταση συνυπαιτιότητας των εναγόμενων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 21 ετών και εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη μόνιμα ανάπηρος, άτομο με ειδικές ανάγκες και πλήρως ανίκανος για εργασία, ενώ χρειάζεται μόνιμα τη βοήθεια άλλου προσώπου για την ικανοποίηση καθημερινών του αναγκών. Παρακολουθείται τακτικά από τα εξωτερικά ιατρεία του Εθνικού Ιδρύματος Αποκατάστασης Αναπήρων και από το εξωτερικό Ψυχιατρικό Ιατρείο του Νοσοκομείου "Αγία 'Ολγα" ακολουθώντας ειδική φαρμακευτική αγωγή.

Ενόψει όλων αυτών των παραπάνω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών επελεύσεως του άνω εργατικού ατυχήματος, του βαθμού πταίσματος των εναγόμενων, όπως για τον καθένα αναλυτικά προαναφέρθηκε, του βαθμού συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών (οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι ενάγοντες έχουν εξουσιοδοτημένο συνεργείο αυτοκινήτων - μηχανολογικό, φανοποιείο, βαφείο και καταστήματα πωλήσεως αυτοκινήτων ΦΙΑΤ και ΣΚΟΝΤΑ και ο πέμπτος εναγόμενος είναι αρχιτέκτονας μηχανικός και έχει αναλάβει την ανέγερση τουλάχιστον δώδεκα πολυκατοικιών μέσα σε μια δεκαετία, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του Δ.

Π.) σε συνδυασμό με αυτή του ενάγοντος και την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία που υπέστη λόγω του βαρύτατου τραυματισμού του, θεωρείται ως εύλογο το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης. Το ποσό αυτό πρέπει να καταβληθεί στον ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από την 5/6/2006, ήτοι από την επίδοση της από 30/5/2006 με αριθμό κατάθεσης 100547/2492/2006 αγωγής του, με την οποία ζητούσε το ίδιο με την κρινόμενη αγωγή ποσό από τους εναγόμενους για το επίδικο ατύχημα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ αφού απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα ο καθένας εις ολόκληρο και με προσωπική τους κράτηση τριών (3) μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, το ποσό των 100.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 5-6-2006 μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις καθώς και αυτές των άρθρων 300, 334, 785, 922 και 926Α.Κ αλλά ούτε και εκ πλαγίου καθόσον διέλαβε σ'αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών διατάξεων χωρίς ν'απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες.

Ειδικότερα με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά τα οποία και ορθά υπήχθησαν στο νόμο συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και γεννάται ευθύνη εις ολόκληρο των εναγομένων ως κυρίων και εκτελούντων το έργο με συνεργεία που προσλάμβαναν για την περάτωση των επί μέρους τμημάτων τούτου υπό την διεύθυνση όμως τις εντολές και οδηγίες αυτών όπως συνέβη και εις την ένδικη περίπτωση της κατασκευής των επιχρισμάτων, από αδικοπραξία που τελέστηκε τόσο από τους ίδιους όσο και από τον προστηθέντα από αυτούς, πέμπτο εναγόμενο (αρχιτέκτονα μηχανικό - επιβλέποντα το έργο) δια της αποδιδομένης σε καθένα από αυτούς ως άνω συμπεριφοράς (παραλείψεις σχετικά με τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφάλειας των εργαζομένων στο έργο) η οποία είναι παράνομη αλλά και υπαίτια υπό την μορφή της αμέλειας τελεί δε και σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ως άνω αποτέλεσμα.

Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος, τρίτος (κατά το σχετικό του μέρος) και πέμπτος από τους αριθ. 1 και 19 και τέταρτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τους οποίους υποστηρίζονται τ'αντίθετα είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι διότι οι δι' αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή, μολονότι αυτή είναι αόριστη, δεν περιέχει δηλαδή τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία. Προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής αυτού του λόγου είναι ο περί αοριστίας ισχυρισμός να έχει προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο και τούτο, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη ούτε υπάγεται σε κάποια από τις λοιπές εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.(Α.Π.41/2010).

Εξάλλου, όταν αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός πρέπει, με κύρωση το απαράδεκτο του αναιρετικού αυτού λόγου, να έχει προταθεί με το εφετήριο ως λόγος εφέσεως και όχι με τις προτάσεις του(Α.Π.1920/2008) Κατ'ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή για τις εις τον λόγο αυτό αναφερόμενες ελλείψεις είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα θεμελιούντα το λόγο τούτο πραγματικά περιστατικά προβλήθηκαν στο Εφετείο. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των άρθρων 785 και 926 Α.Κ.

είναι απαράδεκτος διότι οι σχετικές αιτιάσεις στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ευθύνη των εναγομένων στηρίζεται στην ιδιότητά τους και μόνο ως συνιδιοκτητών του ακινήτου ..

Σε περίπτωση αδικοπραξίας, παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του υπόχρεου, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση της απ` αυτή απορρέουσας απαίτησης, καθορίζοντας και τη χρονική της διάρκεια, μέσα στα όρια του άρθρου 1047 Κ.Πολ.Δ., ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως το ύψος της απαίτησης, η βαρύτητα της πράξης και οι συνέπειές της, το πταίσμα του υπόχρεου, η φερεγγυότητα αυτού, η τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαιούχου και τις λοιπές εν γένει, περιστάσεις. Η δε σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν εμπίπτει στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου( Α.Π.1565/2013 Α.Π.76/2008). Κατ'ακολουθίαν ο έκτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. υπό την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επέβαλε προσωπική κράτηση χωρίς να διαλαμβάνει καμία αιτιολογία που να δικαιολογεί την επιβολή του μέτρου τούτου είναι απαράδεκτος .

Οι ένορκες βεβαιώσεις που δίδονται με βάση τη διάταξη του άρθρου 270 § 2 Κ.Πολ.Δ. ενώπιον των αρμοδίων οργάνων και κατά τη προβλεπόμενη από την ίδια διάταξη διαδικασία για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη που ανοίγεται με την άσκηση αγωγής είτε προς απόδειξη είτε προς ανταπόδειξη αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τέτοιο όχι μόνο ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εισήχθη προς εκδίκαση η αγωγή αλλά και ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο ως αρμοδίου στη συνέχεια παραπέμφθηκε για να δικασθεί η ίδια αγωγή και τούτο διότι στη περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν εξ αφορμής άλλης δίκης ώστε να λαμβάνονται υπόψη ως απλά έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Αυτά δεν διαφοροποιούνται από το γενόμενο δεκτό ότι οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο αναρμόδια εισήχθη για εκδίκαση η αγωγή λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο της παραπομπής για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθόσον πρόκειται για διαφορετική περίπτωση αφού οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών έχουν δοθεί ενώπιον αναρμοδίου δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση τις με αριθ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Νέας Ιωνίας Βασιλικής Αρκούδα - Πελέκη που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν σε άλλη (προηγούμενη) δίκη και συγκεκριμένα στην ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δίκη όπου είχε εισαχθεί αρχικά η ένδικη από 1-11-2007 αγωγή η οποία με την υπ'αριθ. 2764/2008 απόφασή του παραπέμφθηκε για εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον σύμφωνα και με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις δεν θεωρούνται ότι δόθηκαν εξ αφορμής άλλης δίκης. Συνακόλουθα το Εφετείο που έλαβε υπόψη του αυτές ως ένορκες βεβαιώσεις και όχι ως απλά έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων γι'αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν πρέπει ν'απορριφθεί η αναίρεση να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση των Π. Κ., Β. Κ., Γ. Κ. και Π. Κ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 3562/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ