Supreme Court dismisses appeal against appellate court judgment on defamation damages claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's partial award of damages for defamation. The appellant alleged that his false confession damaged the reputation of a company and two individuals, but the appellate court found no evidence of specific business harm or transferable moral injury to the natural persons. The court held that the appellate court's decision was based on a proper evaluation of evidence and that appeals cannot challenge the assessment of proof, leading to the dismissal of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 19 and 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it concerns the evaluation of evidence, and a judgment is not legally flawed if it relies on a holistic assessment of all submitted proof without contradictory reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1577 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1577/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μάζη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΕΛΚΟ ΑΕΒΕ" που εδρεύει στην ..., 2. Α. Γ. του Α., κατοίκου ... και 3. Β. Γ. του Α. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δεμερούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4183/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1496/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-5-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 15-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την από 10-7-2006 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθησαν ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, σε ανακριτική του κατάθεση διέλαβε, εν γνώσει της αναληθείας των, αναληθή περιστατικά θίγοντα την αξιοπιστία της πρώτης εξ αυτών (ανωνύμου εταιρείας), και την τιμή και την υπόληψη των υπολοίπων, προκαλώντας έτσι σ' αυτούς ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως. Εζήτησαν δ' ακολούθως με την αγωγή, κατά περιορισμό του αρχικού αιτήματος από καταψηφιστικού σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει εις έκαστον εξ αυτών το ποσόν των 200.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Η εν λόγω αγωγή απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο, ως άνω, δικαστήριο, κατόπιν όμως εφέσεως των εναγόντων, έγινε εν μέρει δεκτή, από το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, και συγκεκριμένα για το χρηματικό ποσό των 7.000 € για ένα έκαστον των εναγόντων. Η απόφαση αυτή του Εφετείου πλήττεται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και για τους λόγους που αναλύονται ειδικότερα στη συνέχεια.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 920 του ιδίου Κώδικος, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Κατά δε το άρθρο 932 Α.Κ. " Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του ...".
Αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα και εν προκειμένω και οι ανώνυμες εταιρείες, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσεβλήθη η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 387/2005 και 6/2004). Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση και δυσφήμηση ανωνύμου εταιρείας, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 364 του Π.Κ. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου, αλλά και η υπόληψη του νομικού προσώπου, το οποίο, όπως και το φυσικό πρόσωπο, είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητος, εκδηλώνεται δε με πράξεις ή παραλείψεις.
Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ιδίου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Όμως ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικώς και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παρανόμως την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον παθόντα και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 1662/2005), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367 παρ. 1 του Π.Κ.
περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του τόσο ως ποινικού όσο και ως αστικού αδικήματος, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 Π.Κ. εφαρμόζονται αναλογικώς για την ενότητα της εννόμου τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009, 333/2010, 179/2011). Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρος των προαναφερθεισών αξιοποίνων πράξεων (με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ.) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζημίας συμπεριφοράς, ως όρου της αντιστοίχου αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (Α.Π. 109/2012, 121/2012, 271/2012, 285/2012, 179/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Με την υπ' αριθμ. 8/8-4-2003 διακήρυξη του Υπουργείου Ανάπτυξης προκηρύχθηκε ανοικτός διαγωνισμός για την προμήθεια ηλεκτρικών φανών για κάλυψη αναγκών της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά τους όρους δε της προκήρυξης οι φανοί έπρεπε να είναι φορητοί και να έχουν διακόπτη (μπουτόν) εκπομπής σημάτων ΜΟΡΣ, στις προσφορές δε που θα υποβάλλονταν από τους ενδιαφερόμενους προμηθευτές θα έπρεπε να αναγράφονται η μάρκα, το μοντέλο, ο τύπος, το εργοστάσιο κατασκευής και η χώρα προελεύσεως της προαναφερόμενης συσκευής και των παρελκομένων της.
Στο πρώτο στάδιο του διαγωνισμού έγιναν δεκτές οι προσφορές των εταιρειών "Δ. Δ. και Σια Ο.Ε.", ομόρρυθμος μέλος της οποίας είναι ο εφεσίβλητος, ΜΙ ΤΗΙΤΑ και της πρώτης των εκκαλούντων, της οποίας αντίστοιχα πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο δεύτερος και ο τρίτος των εκκαλούντων, με την υπ' αριθ. 80/30-1-2004 απόφαση του Υπουργείου Αναπτύξεως.
Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε από την εταιρεία "Δ. Δ. και Σια Ο.Ε." η υπ' αριθ. 797/5-2-2004 ένσταση με την οποία υποστηριζόταν ότι οι προαναφερόμενοι φανοί από την πρώτη των εκκαλούντων δεν έφεραν διακόπτη σημάτων ΜΟΡΣ και ακόμη δεν κατασκευάζονταν στη Γερμανία από τον οίκο Α., όπως είχε δηλωθεί αλλά στην Άπω Ανατολή.
Η παραπάνω ένσταση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1016/13-4-04 απόφαση της Γεν. Διεύθυνσης Κρατικών Προμηθειών, όπως επίσης και η κατά της απόφασης αυτής προσφυγή και τελικά ο διαγωνισμός κατακυρώθηκε στην πρώτη των εκκαλούντων και επακολούθησε η υπογραφή της σχετικής υπ' αριθ. 5175/16-6-2004 σύμβασης προμήθειας των φανών, λαμβανομένου υπόψη ότι η προσφορά της ήταν η ευνοϊκότερη για το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον προσέφερε το ποσό των 88 ευρώ ανά τεμάχιο, ενώ η εταιρεία ΜΙ ΤΗΙΤΑ εκείνο των 95 ευρώ ανά τεμάχιο και η εταιρεία "Δ.
Δ. και Σια Ο.Ε." το ποσό των 125,42 ευρώ ανά τεμάχιο. Στη συνέχεια περιήλθαν στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. πληροφορίες ότι ο Τ. Θ. δικηγόρος που παρείχε τις υπηρεσίες του ως σύμβουλος του τότε Υφυπουργού Ανάπτυξης και ο Δ. Π. διευθυντής του γραφείου του ιδίου Υφυπουργού ζητούσαν χρηματικά ανταλλάγματα (μίζα κατά την έκφραση της καθομιλουμένης) για κάθε προμήθεια του Δημοσίου από τους ενδιαφερόμενους για προώθηση των προϊόντων τους επιχειρηματίες και επακολούθησε προκαταρκτική εξέταση για το συγκεκριμένο ζήτημα από την Εισαγγελία Εφετών, που κατέληξε σε κίνηση ποινικής δίωξης για ενεργητική και παθητική δωροδοκία, διατάχθηκε κύρια ανάκριση και η υπόθεση ανατέθηκε στην 21η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών.
Ο εφεσίβλητος κλήθηκε ως μάρτυρας από την παραπάνω Δικαστική Λειτουργό και στην κατάθεση του ενώπιον αυτής την 20-3-2006 εξέθεσε τα ακόλουθα : "Στο συγκεκριμένο διαγωνισμό συμμετείχαν τέσσερις εταιρείες και στο τέλος έμειναν τρεις και τελικά κατακυρώθηκε στην εταιρεία ΕΥΡΕΛΚΟ (σημ. πρώτη των εκκαλούντων) η οποία δεν τηρούσε τις προδιαγραφές της διακήρυξης.
Θεωρώ παράξενο το γεγονός ότι κατακυρώθηκε ο διαγωνισμός στην εταιρεία ΕΥΡΕΛΚΟ παρά το ότι δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ως προς το σημείο Β4 (σήματα και τη χώρα προέλευσης). Σύμφωνα με τη διακήρυξη ο συμμετέχων έπρεπε να δηλώσει τη χώρα προέλευσης του προϊόντος και η δήλωση της εταιρείας ΕΥΡΕΛΚΟ ότι το προϊόν προέρχεται από τη Γερμανία είναι ψευδής.".
Η παραπάνω κατάθεση του εφεσίβλητου δημιούργησε σαφώς υπόνοιες σε βάρος της πρώτης των εκκαλούντων ότι κέρδισε το συγκεκριμένο διαγωνισμό όχι λόγω της χαμηλότερης προσφοράς της, αλλά με τη χρήση πλαγίων και αθέμιτων μέσων, συνετέλεσε δε στην απαγγελία κατηγορίας για ενεργητική δωροδοκία σε βάρος των δεύτερου και τρίτου των εκκαλούντων, πράξη για την οποία αυτοί παραπέμφθηκαν να δικαστούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως κατηγορούμενοι και τελικά αθωώθηκαν με την υπ' αριθ. 5154/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά της οποίας δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε ένδικο μέσο.
Με την παραπάνω κατάθεση επαναλαμβάνονται αιτιάσεις του εφεσίβλητου που είχαν περιληφθεί στην προεκτιθέμενη υπ' αριθ. 797/5-2-2004 ένσταση κατά της διαδικασίας του διαγωνισμού, που απορρίφθηκαν οριστικά, κατά τα προλεχθέντα, πράγμα που καθιστά έωλο των ισχυρισμό του ότι είχε την εύλογη πεποίθηση περί της βασιμότητας των περιστατικών που εξέθεσε.
Από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου που προφανώς υπαγορεύτηκε και από την οργή του, διότι δεν προκρίθηκε τελικά η δική του προσφορά, αλλά εκείνη των αντιδίκων του, εθίχθηκε το κύρος και η αξιοπιστία της πρώτης των εκκαλούντων στις συναλλαγές, καθώς επίσης και η τιμή και η υπόληψη του δεύτερου και τρίτου των εκκαλούντων ως ατόμων, που κατηγορήθηκαν για το ποινικό αδίκημα που μνημονεύθηκε, της ως άνω δε προσβολής έλαβαν γνώση οι επιχειρηματικοί κύκλοι όπου δραστηριοποιείται η πρώτη των εκκαλούντων, αλλά και σημαντικός αριθμός εκ των εμπλεκομένων στην ποινική δίκη προσώπων (δικαστικών λειτουργών, γραμματέων, διαδίκων, δικηγόρων).
Ακόμη, το ότι στην επίμαχη κατάθεση του ο εφεσίβλητος καταμαρτυρούσε παρεμφερή περιστατικά με εκείνα που εξέθετε στην προμνημονευόμενη προ διετίας περίπου από την κατάθεση ένσταση, χωρίς τότε ν' αντιδράσουν οι εκκαλούντες, δεν χορηγεί σ' αυτόν το δικαίωμα να επαναλαμβάνει στο διηνεκές μελλοντικά τις κατ' αυτών προσβολές, ούτε η εκ μέρους του εκπλήρωση του καθήκοντος μαρτυρίας, κατά την έννοια του αρθρ. 367 του ΠΚ, νομιμοποιεί αυτόν σε έκθεση εν γνώσει του ανακριβών γεγονότων.
Από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εφεσίβλητου, όπως εξιστορήθηκε, προσβλήθηκε η προσωπικότητα των αντιδίκων του και κατά συνέπεια προξενήθηκε ηθική βλάβη σ' αυτούς, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να τους επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση, η οποία θα πρέπει κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, να καθοριστεί στο ποσό των 7.000 ευρώ για καθένα από τους εκκαλούντες, μετά στάθμιση της βαρύτητας της προσβολής και των λοιπών εν γένει περιστατικών αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας του εφεσίβλητου και ακόμη της περιουσιακής καταστάσεως δικαιούχου και υπόχρεου.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή ως βάσιμων των λόγων της ένδικης εφέσεως... Επομένως, θα πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ... να γίνει μερικά δεκτή η από 10-7-2006 αγωγή των εκκαλούντων και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να επιδικαστεί σε καθένα απ' αυτούς το προαναφερόμενο ποσό των 7.000 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, η οποία ακόμη και μετά την τροπή της σε αναγνωριστική, εξακολουθεί να λειτουργεί ως όχληση του εναγομένου ...".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του Α.Κ. και 361-364 και 367 του Π.Κ. διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Επομένως ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση στερείται επαρκών αιτιολογιών και περιέχει αντιφατικές τοιαύτες, διότι δεν αναφέρει ότι απεδείχθη, με κάποιο από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, ότι οι ισχυρισμοί του περί ακαταλληλότητος των επίμαχων φανών για εκπομπή σημάτων Μορς και περί μη κατασκευής των στη Γερμανία, ήταν ψευδείς και προεβλήθησαν εκ μέρους του με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των αναιρεσιβλήτων και επί πλέον διότι αποδίδει την φερομένη ως ψευδή κατάθεσή του στην οργή του, λόγω μη προκρίσεως της δικής του προσφοράς, μολονότι δέχεται ότι αυτή ήταν τρίτη στη σειρά και συνεπώς δεν είχε έννομο συμφέρον να εναντιωθεί σε εκείνη των αναιρεσιβλήτων, τυγχάνει αβάσιμος.
Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο κατά σειράν λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' αιτίαση, με την έννοια ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα αποδεικτά μέσα, τα οποία αυτός είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει προς απόδειξη των ισχυρισμών του και ειδικότερα :
Α) καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι το είδος των προσφερθέντων από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ηλεκτρικών φανών (του κατασκευαστή Γερμανικού Οίκου "Α. Εnergy GmbH", Μοντέλο Μetal D ...) δεν ήταν κατάλληλοι για εκπομπή σημάτων ΜΟΡΣ, τα κάτωθι έγγραφα: α) Το με αριθμό πρωτ. 4232/04/07/5.3.2007 δημόσιο έγγραφο, που εκδόθηκε από τον Κλάδο Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, απευθυνόμενο στον ίδιο, που είχε υποβάλει σχετικό ερώτημα, β) την από 3-4-2007 έκθεση του εδρεύοντος στο Λονδίνο Εργαστηρίου SCIENTIFICS Lmtd, γ) την από 16-2-2007 έκθεση του Ινστιτούτου ΤUV RHEINLAND της Ουγγαρίας δ) την με αριθμό πρωτ. 18/4-6-2007 έκθεση του Συλλόγου Ραδιοερασιτεχνών Ελλάδος (Σ.Ρ.Ε.), ε) το κείμενο του άρθρου 7 παρ. 7 του Κανονισμού του "Οργανισμού ASTM International των ΗΠΑ "ΑΜΕRICAN STANDARDS TESTING MATERIALS".
Kαι Β) σχετικώς με τον ισχυρισμό του ότι οι προσφερόμενοι από την ανωτέρω Γερμανική εταιρεία φακοί δεν κατασκευάζονται στη Γερμανία αλλά στην Άπω Ανατολή: α) κατάθεση του H. T., β) κατάθεση του Gregory Roshak γ) το από 27-5-2002 καταστατικό συστάσεως από την προμηθεύτρια Γερμανική εταιρία "A. ENERGY GMBH" και τον E. J. A. εταιρίας με την επωνυμία "Α.
ENERGY INTERNATIONAL LTD-..." στο ..., στην οποία συμμετέχουν η Γερμανική εταιρία Α. με 9.950 μετοχές και ο Α. με 50 μετοχές. Οι ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν κρίνονται βάσιμες, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτά μέσα και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Τούτο καθίσταται βέβαιο από την ρητή σχετική αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και ειδικότερα από τις σκέψεις και παραδοχές της που αφορούν τους αντιστοίχους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους αξιολόγησε αρνητικώς, με βάση την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του συνόλου των νομίμως προσκομισθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων .
Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά Α.Π. 1131/2007, 2122/2009, 379/2006,120/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο (τελευταίο) λόγους του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ της ανωτέρω διατάξεως, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε τους καθοριστικούς για την θεμελίωση της αγωγής ισχυρισμούς των εναγόντων ότι οι φακοί που προσέφεραν στον επίμαχο διαγωνισμό κατεσκευάζοντο στη Γερμανία και είχαν την ιδιότητα της εκπομπής σημάτων μορς, στηριζόμενο αποκλειστικώς και μόνο στο προσκομισθέν από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφο (prospectus) του Προμηθευτού Γερμανικού Οίκου "Α.
Energy GmbH" στο οποίο και αναφέρεται η συγκεκριμένη ιδιότητα, και στο γεγονός ότι ο εν λόγω προμηθευτής έχει την έδρα του στη Γερμανία, αφού οι ενάγοντες δεν επικαλέσθηκαν και δεν προσεκόμισαν οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο (έγγραφο ή μαρτυρία) που να αποδεικνύει την αλήθεια των εν λόγω ισχυρισμών των, με εξαίρεση την εξετασθείσα στο ακροατήριο λογίστριά τους.
Επί πλέον δε προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση της άνευ αποδείξεως αποδοχής του αγωγικού αιτήματος περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, αφού η μεν πρώτη εξ αυτών, ανώνυμη εταιρεία, δεν απεδείχθη ότι υπέστη συγκεκριμένη βλάβη στην εμπορική της πίστη στην αγορά, όπως αδυναμία να αντεπεξέλθει σε υποχρεώσεις της, τυχόν μείωση των εργασιών της ή των εισοδημάτων της, συγκεκριμένη επίπτωση στην εμπορική της φήμη κλπ, η ηθική δε βλάβη αυτής, (τυχόν επελθούσα) είναι πρωτογενής και αμεταβίβαστη και δεν επεκτείνεται και στα φυσικά πρόσωπα που την απαρτίζουν, δηλαδή στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά της αιτιάσεις του περί παραδοχής των ουσιωδών αγωγικών ισχυρισμών άνευ αποδείξεως, τυγχάνει αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του συμπέρασμα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων), τα οποία αναφέρονται αναλυτικώς σ' αυτήν.
Περαιτέρω δε ως προς τις αιτιάσεις του ότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που προσεκομίσθησαν και ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η ψευδής ανακριτική κατάθεση του αναιρεσείοντος έπληξε ευθέως την τιμή και την υπόληψη των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, συνεπεία αυτής παρεπέμφθησαν και για το ποινικό αδίκημα της ενεργητικής δωροδοκίας, και συνεπώς υπέστησαν ατομικώς ως φυσικά πρόσωπα ηθική βλάβη και δεν μεταβιβάσθηκε σ' αυτούς η αντίστοιχη βλάβη της πρώτης αναιρεσιβλήτου, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζοντας εκ του λόγου τούτου ως μη νόμιμη την σχετική αγωγική τους αξίωση και αποδίδοντας συνακολούθως στην προσβαλλομένη απόφαση και την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.1 αναιρετική.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 30-5-2011 αίτηση του Δ. Δ. του Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1496/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ