1577/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1577/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1577 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1577/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε με το ν. 3270/2004, άρθρο 2 η εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βαβέτση. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Τιτίκα Νικέα - Μουράτογλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1002/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6808/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 5-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από τον αριθμό ένα του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο της περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
Όμως, δε νοείται δυσμενής διάκριση και εντεύθεν παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας όταν αυτή (η διάκριση) αφορά έννομες σχέσεις ή συνέπειες προγενέστερες της ισχύος της νομοθετικής ρυθμίσεως, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εντελώς διαφορετικές σχέσεις και καταστάσεις. Εξάλλου, με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000 σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 3270/2004, σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ".
Σκοπός της εταιρείας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση και διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ. Στο άρθρο 22 παρ. 1 εδ α' του ιδίου νόμου ορίζεται ότι το προσωπικό που υπηρετεί με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έχει προσληφθεί για την εξυπηρέτηση των αναγκών των καταργούμενων, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του παρόντος, υπηρεσιών Αυτεπιστασίας του ΕΟΤ (Υ.Α./Ε.Ο.Τ.) σε θέσεις προσωπικού που έχουν συσταθεί σε εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 3 της υ.α. 32782/10-18.5.1968, μεταφέρεται αυτοδίκαια με την κατάργηση των ως άνω υπηρεσιών στην εταιρία με την ίδια σχέση εργασίας.
Στην δε παρ. 3 περίπτωση β' εδ πρώτο του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν η εταιρία διαπιστώσει ότι είναι αναγκαία η ορθολογικότερη αναδιάταξη του προσωπικού που υπηρετεί σε αυτήν και προέρχεται από μεταφορά, ιδίως διότι μία ή περισσότερες μονάδες εκμεταλλεύσεως δεν λειτουργούν, υπολειτουργούν ή έχουν παραχωρηθεί κ.λ.π., τότε το πλεονάζον προσωπικό επιτρέπεται να μετατάσσεται στο Δημόσιο (κεντρικές υπηρεσίες και υπηρεσίες της Περιφέρειας), Ν.Π.Δ.Δ.
και ΟΤΑ α' και β' βαθμού με την ίδια ή συναφή σχέση εργασίας.. Οι εν λόγω μετατάξεις σύμφωνα με την παρ. 5 επιτρέπεται να διενεργούνται για διάστημα τριών (3) ετών από τη σύσταση της εταιρίας. Το χρονικό αυτό διάστημα παρατάθηκε διαδοχικά για δύο (2) ακόμη έτη με την Κ.Υ.Α Τ/4529/2001 και μέχρι τις 31-12-2004 με το άρθρο 49 παρ. 7α ν. 3220/2004.
Περαιτέρω, με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 3139/2003 αντικαταστάθηκε το εδάφιο β'της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "ΕΤΑ ΑΕ" Καζίνο-Ξενοδοχείο Τελεφερίκ ... και Καζίνο ..., από τις εταιρίες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό, που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρίες αυτές...", ενώ με την παράγραφο 7 περίπτωση α' του ιδίου άρθρου, ορίστηκε ότι το πιο πάνω προσωπικό μπορεί "μέσα σε ένα έτος από τη μεταφορά του στις εταιρίες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλλει αίτηση μεταφοράς είτε στο Δημόσιο, είτε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης α ή β βαθμού.
Την απόφαση για την αποδοχή της αίτησης λαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο κάθε εταιρίας, το οποίο αποφασίζει για τη χορήγηση εφάπαξ ποσού σε κάθε μεταφερόμενο εργαζόμενο, ύψους, μετά την αφαίρεση όλων των νομίμων επιβαρύνσεων, 10.000 ευρώ και διαβιβάζει τις αιτήσεις στα Υπουργεία Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Ανάπτυξης".
Τέλος, κατά το άρθρο 11 του ιδίου νόμου η ισχύς αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και της παραγράφου 1 του άρθρου 5, οι οποίες ισχύουν από την ημέρα ενάρξεως της ισχύος του ν. 2837/2000. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι η ρύθμιση της παραγράφου 7 α' του άρθρου 4 ν. 3139/2003, που αφορά στο προσωπικό των επιχειρηματικών μονάδων Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ ...
και Καζίνο ... το οποίο μεταφέρθηκε στις ιδρυθείσες για τη λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών, θυγατρικές της ΑΕ "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα" εταιρείες και στην οποία (ρύθμιση) δεν περιλαμβάνονται όσοι από τους εργαζόμενους είχαν ήδη μεταταχθεί βάσει της διατάξεως του άρθρου 22 παρ. 3 περίπτωση β' του ν. 2636/1998, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού όπως προαναφέρθηκε, διάκριση αντίθετη προς την εν λόγω αρχή δε νοείται όταν αυτή αφορά σε προγενέστερες και μη ενεργές κατά την έναρξη ισχύος του νόμου έννομες σχέσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην Υπηρεσία Αυτεπιστασίας Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ ... το έτος 1984 απασχοληθείς έκτοτε με την ίδια εργασιακή σχέση μέχρι την 1-7-2002.
Ακολούθως με την υπ' αριθμ. 520361/00 διαπιστωτική πράξη ΓΓ ΕΟΤ μεταφέρθηκε στην Εταιρεία σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ν. 2636/1998 και στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. Α2-866/16-5-02 Κ.Υ.Α των Υφυπουργών ΕΣ. ΔΔΑ Ανάπτυξης, Οικονομίας και Οικονομικών, μεταφέρθηκε (μετατάχθηκε) στο Ταμείο Λαϊκών Αγορών, στην κατηγορία ΥΕ βοηθητικού προσωπικού, όπου εξακολουθεί να εργάζεται.
Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι ο ενάγων, παρόλο που μετατάχθηκε ένα εξάμηνο πριν το έτος 2003, δικαιούται το ποσό των 10.000 ευρώ που χορηγήθηκε στους συναδέλφους του, οι οποίοι μετατάχθηκαν το έτος 2003 σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του ν. 3139/2003, κατ' επέκταση της σχετικής ρυθμίσεως και στην κατηγορία του ενάγοντος (που αφορά μεταταχθέντες σε χρόνο προγενέστερο της ισχύος του νόμου αυτού) προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.
Με την κρίση του αυτή το εν λόγω δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 7 περίπτωση α' του ν. 3139/2003 και γι' αυτό ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6808/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ