Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and substantive grounds for unproven investment negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the first defendant, rejecting the claim of investment negligence due to lack of evidence regarding the defendant's experience or specific instructions. The court also rejected the appeal against the second defendant, who was absent from the hearing despite receiving proper notice and summons. Consequently, the insurance company was ordered to pay the legal costs of the first defendant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 300 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the respondent fails to appear without valid justification, and a claim for liability based on alleged negligence requires specific, proven facts rather than general assertions of experience.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1576 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1576/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Ε. Α. Ε. Ζ. Α.Ε.", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρυσούλα Καρακόιδα και Χαράλαμπο Χαραλαμπέα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ - ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μπώλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 2) Ι. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2010 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2985/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/8/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη 10.483 ΣΤ/ 2 07/11/2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δημητρίου Δημάκη η αναιρεσείουσα επέδωσε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος της 7 Νοεμβρίου 2022 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του δεύτερου αναιρεσιβλήτου.
Με την κρινόμενη, από 31.8.2016, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 80/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του δεύτερου εφεσιβλήτου, Ι. Μ., ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 27.11.2013 έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά της οριστικής απόφασης με αριθμό 2985/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών .
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, η εκ μέρους του ενός των απλών ομοδίκων ασκούμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απευθυντέα κατά του νικήσαντος αντιδίκου του, όχι όμως και κατά του συνεναγομένου του, ο οποίος μόνον ως ομόδικός του μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη με την άσκηση κοινής ή αυτοτελούς αιτήσεως αναιρέσεως.
Σημειωτέον, ότι εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 15-16/1996, ΟλΑΠ 1241/1979, ΑΠ 657/2022, ΑΠ 1248/2020, ΑΠ 2030/2017, ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 785/2010, ΑΠ 292/2009, ΑΠ 269/2002), περίπτωση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση.
Επομένως ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αναίρεσης διότι αυτός δεν ήταν αντίδικος της αναιρεσείουσας αλλά συνεναγόμενος της και απλός ομόδικός της . Επομένως αυτή απαραδέκτως στρέφεται κατ' αυτού και η αναίρεση πρέπει κατ' αυτό το μέρος της να απορριφθεί χωρίς έρευνα τελεσιδικίας ως προς αυτόν.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, με αυτεπάγγελτη έρευνα του ως άνω απαραδέκτου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον απολιπόμενο αναιρεσίβλητο χωρίς να του επιδικαστούν δικαστικά έξοδα αφού δεν συμμετείχε στη δίκη ώστε να υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα ούτε υπέβαλε τέτοιο αίτημα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.
Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, ενώ αδιάφορο είναι αν οφείλεται ή όχι αμοιβή, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του.
Αδιάφορο επίσης είναι αν η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, που συμβαίνει όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή του τελέσθηκε μεν εντός των ορίων της υπηρεσίας του ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον βέβαια μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, δηλαδή πρέπει η υπηρεσία του να αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την ζημιογόνο πράξη ή παράλειψή του, η οποία δεν θα μπορούσε διαφορετικά να υπάρξει.
Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 ΑΚ. Περαιτέρω κατά το άρθρ. 16§1 του ν. 1569/1985, όπως οι διατάξεις του τροποποιήθηκαν με το άρθρ. 36§24 του 2496/1997, ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων, χωρίς όμως δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ή εκπροσώπησης της ασφαλιστικής επιχείρησης ή των λοιπών ως άνω προσώπων, με τα οποία συνδέεται με σύμβαση έργου.
Ωστόσο η νομική αυτή φύση της σχέσης του ασφαλιστικού συμβούλου με τα ως άνω πρόσωπα δεν αποκλείει εξ ορισμού την ύπαρξη μεταξύ τους σχέσης πρόστησης και ειδικότερα με την ασφαλιστική επιχείρηση, με συνέπεια τότε την εις ολόκληρο ευθύνη τους σε περίπτωση αδικοπραξίας του ασφαλιστικού συμβούλου κατά την εκτέλεση ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, εφόσον η ασφαλιστική επιχείρηση με τη σχετική σύμβαση διαφύλαξε για την ίδια τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου που του ανέθεσε, παρέχοντας σ' αυτόν δεσμευτικές οδηγίες και εντολές, στο πλαίσιο έστω και χαλαρής εξάρτησης, ενώ η ίδια ευθύνη ανακύπτει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, και όταν ο προστηθείς ενήργησε κατά κατάχρηση της θέσης του ή των μέσων που έθεσε στη διάθεσή του η ασφαλιστική επιχείρηση (ΑΠ 418/2016, ΑΠ 698 /2012, ΑΠ 1764/2011 ).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι, εάν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται σε αυτόν αποζημίωση και συνακόλουθα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (ΑΠ 600/2020).
Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005· 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Τέλος η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται κατά τα λοιπά με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: " Το ενάγον συνιστά σωματείο με σκοπό μεταξύ άλλων την προώθηση της επικοινωνίας και φιλικής συναναστροφής των μελών του και την ανάπτυξη και σύσφιξη των ελληνογερμανικών σχέσεων.
Λόγω, δε, του ύψους των χρηματικών αποθεμάτων του, αναζητούσε μέθοδο επικερδούς επένδυσής τους. Συγκεκριμένα, το καλοκαίρι του έτους 2001, το ενάγον απέσυρε από την ασφαλιστική εταιρία "…" το ποσό των 450.000.000 δραχμών που είχε προγενέστερα επενδύσει σε αυτήν και στη συνέχειά, επένδυσε το ποσό των 100.000.000 δραχμών σε επενδυτικά προγράμματα της "A.
Β." και το ποσό των 200.000.000 δραχμών σε επενδυτικά προγράμματα της "E.", προκειμένου να προβεί σε μια συντηρητική επένδυση επιλέγοντας για το λόγο αυτό το σταθερό αμοιβαίο κεφάλαιο της I., αφού, όπως ισχυρίζεται, δεν είναι κερδοσκοπικό σωματείο αλλά μη κερδοσκοπικό νομικό πρόσωπο. Το ενάγον/εκκαλούν από την 22-3-2001 και για περίοδο δύο ετών δεσμευόταν με δύο υπογραφές των μελών του διοικητικού του συμβουλίου και συγκεκριμένα, με τις υπογραφές α) του προέδρου του Χ.
Κ. και σε περίπτωση κωλύματος του, του Αντιπροέδρου του, και β) του ταμία του W. J. B. και σε περίπτωση κωλύματος του τον γραμματέα του (βλ το άρθρο 16 του καταστατικού του ενάγοντος με αύξοντα αριθμό …στα βιβλία αναγνωρισμένων σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών και το πρακτικό της 113ης συνεδρίασης του διοικητικού του συμβουλίου την 21-3-2001).
Τον Ιούνιο του έτους 2001 οι Πρόεδρος και Ταμίας του εκκαλούντος/ενάγοντος μετέβησαν στο υποκατάστημα Αμαρουσίου της πρώτης εφεσίβλητης/εναγομένης, η οποία είναι ασφαλιστική εταιρία, προκειμένου να ενημερωθούν για την επικερδή τοποθέτηση του ποσού των 150.000.000 δραχμών. Πράγματι, ενημερώθηκαν από τον ασφαλιστικό σύμβουλο δεύτερο εφεσίβλητο/ εναγόμενο.
ο οποίος, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήταν ενταγμένος στην επιχειρηματική της οργάνωση, μπορούσε κατά βούληση να χρησιμοποιεί γραφείο εντός του υποκαταστήματος Αμαρουσίου της πρώτης εναγομένης, όπου μπορούσε να διενεργεί συναντήσεις με πελάτες, έχοντας λάβει από αυτήν συγκεκριμένες διευκρινήσεις σχετικά με τις ιδιαιτερότητες και λειτουργία κάθε ασφαλιστικού/επενδυτικού προϊόντος και οδηγίες προώθησης που συνάπτονται προς τη φύση και τον προορισμό των προϊόντων, ενώ είχε στη διάθεση του και επαγγελματικές κάρτες με το κάτωθι περιεχόμενο: "…………………..".
Δηλαδή, όπως έγινε δεκτό και πρωτοδίκως, ο δεύτερος εναγόμενος είχε λάβει από την πρώτη εναγομένη δεσμευτικές οδηγίες και εντολές για τα προϊόντα που προωθούσε, συνεργαζόταν μ' αυτήν στο πλαίσιο έστω και χαλαρής εξάρτησης, ενώ είχε στη διάθεσή του τα απαραίτητα μέσα, που έθεσε στη διάθεση του η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική επιχείρηση, για να μπορεί να διεκπεραιώνει τις υποθέσεις της τελευταίας και να ενεργεί προς το οικονομικό της συμφέρον (π.χ.
γνήσια έγγραφα της πρώτης εναγομένης, γραφείο, τηλέφωνο και συσκευή τηλεομοιοτυπίας, κ.λπ.). Έτσι, ο δεύτερος εναγόμενος πρότεινε στους εκπροσώπους του ενάγοντος, ως την πιο επικερδή τοποθέτηση των χρηματικών αποθεμάτων του τελευταίου, να καταρτίσουν ασφάλειες ζωής των ιδίων με δικαιούχο του ασφαλίσματος το ενάγον.
Οι εκπρόσωποι του ενάγοντος έκριναν ως επικερδή την πρόταση του δεύτερου εναγομένου και έτσι, την 7-8-2001 μετέβησαν εκ νέου στο ανωτέρω υποκατάστημα, όπου βρήκαν τον δεύτερο εναγόμενο και με τη βοήθεια του οποίου συμπλήρωσαν τη με αριθμό …αίτηση για δεκαετή ασφάλιση ζωής με ασφαλισμένο τον W. - J. B., δικαιούχο το ενάγον και ετήσιο ασφάλιστρο το ποσό των 58.300.000 δραχμών, από το οποίο καταβλήθηκε την ίδια ημέρα το ποσό των 55.000.000 δραχμών ως προκαταβολή, για το πρόγραμμα "Αξία Ζωής - Ασφάλεια Ζωής με ρήτρα μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων", με επιλογή κατά ποσοστό 100% το "σταθερό αμοιβαίο κεφάλαιο Interamerιcan", την οποία υπέγραψαν και οι δύο, ενώ έθεσαν και τη σφραγίδα του ενάγοντος σε αυτή.
Στην ανωτέρω αίτηση αναγράφεται επίσης ο κωδικός του δεύτερου εναγομένου .... , ο οποίος έχει θέσει την υπογραφή του αφενός προκειμένου να βεβαιώσει ότι η ανωτέρω αίτηση συμπληρώθηκε και υπογράφηκε παρουσία του, αφετέρου προκειμένου να δηλώσει υπεύθυνα προς την πρώτη εναγομένη ότι δεν γνωρίζει τίποτα που θα μπορούσε να επηρεάσει την απόφαση της πρώτης εναγομένης σχετικά με την ασφαλισιμότητα του ασφαλιζόμενου.
Το ανωτέρω πρόγραμμα συνδυάζει τη σύμβαση ασφάλισης ζωής με την επένδυση του ασφαλίστρου σε αξία μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης εναγόμενης, δηλαδή το εκάστοτε ύψος του λογαριασμού του ασφαλιστηρίου ισούται με το γινόμενο του αριθμού των κατανεμημένων στο ασφαλιστήριο μεριδίων του κάθε αμοιβαίου κεφαλαίου, με τη ρήτρα μεριδίων των οποίων συνάπτεται η ασφάλιση, επί την τιμή της εξαγοράς του μεριδίου.
Δηλαδή, η αξία εξαγοράς του ανωτέρω ασφαλιστηρίου ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την πορεία του εκάστοτε αμοιβαίου κεφαλαίου που επέλεγε το ενάγον. Το επιλεγμένο, δε, από το ενάγον αμοιβαίο κεφάλαιο της πρώτης εναγομένης ήταν χαμηλού επενδυτικού κινδύνου, καθώς διαρθρωνόταν κυρίως από κρατικό ομόλογα εσωτερικού και εξωτερικού, εταιρικά ομόλογα εξωτερικού και εσωτερικού και χρηματικά διαθέσιμα εσωτερικού, ενώ η καθαρή τιμή του ήταν ανοδική από τον Ιούνιο του 1992 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2005, οπότε έδειχνε να έχει καλές προοπτικές.
Η ανωτέρω αίτηση έγινε αποδεκτή από την πρώτη εναγομένη και εκδόθηκε το με αριθμό ... ασφαλιστήριο με έναρξη ισχύος την 7- 8-2001 και λήξη την 7-8-2011, ενώ ο λογαριασμός επένδυσης του ανωτέρω συμβολαίου ήταν κατανεμημένος σε 12.307,7004 ιδανικά μερίδια του σταθερού αμοιβαίου κεφαλαίου Interamerican. Μεταξύ των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου το άρθρο 23 προέβλεπε ότι ο συμβαλλόμενος μπορούσε να ζητήσει την αλλαγή της "επενδυτικής επιλογής" με γραπτή αίτηση προς την πρώτη εναγομένη, χωρίς χρέωση του "λογαριασμού επένδυσης του ασφαλιστηρίου", εφόσον αυτή πραγματοποιηθεί μέχρι δύο φορές σε κάθε ημερολογιακό έτος, ενώ για κάθε επιπλέον αλλαγή ο ανωτέρω λογαριασμός χρεώνεται κατά το ποσό των 5.000 δραχμών (όπως αναφέρεται στους ισχύοντες κανόνες του ασφαλιστηρίου).
Την 19-9-2001 οι εκπρόσωποι του ενάγοντος μετέβησαν εκ νέου στο ανωτέρω υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης, όπου βρήκαν τον δεύτερο εναγόμενο με τη βοήθεια του οποίου συμπλήρωσαν την με αριθμό ... αίτηση για δεκαετή ασφάλιση ζωής με ασφαλισμένο αυτή τη φορά τον Χ. Κ., δικαιούχο το ενάγον και ετήσιο ασφάλιστρο το ποσό των 53.000.000 δραχμών, από το οποίο καταβλήθηκε κατά την ίδια ημέρα το ποσό των 15.000 δραχμών ως προκαταβολή, για το πρόγραμμα "Αξία Ζωής - Ασφάλεια Ζωής με ρήτρα μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων", με επιλογή κατά ποσοστό 100% το "σταθερό αμοιβαίο κεφάλαιο Ιnteramerican ", την οποία υπέγραψαν και οι δύο, ενώ έθεσαν και τη σφραγίδα του ενάγοντος σε αυτή.
Κατά τα λοιπά, η ανωτέρω αίτηση είναι πανομοιότυπη και αναφέρει τα ίδια στοιχεία με την πρώτη αίτηση. Και αυτή η αίτηση έγινε αποδεκτή από την πρώτη εναγόμενη και εκδόθηκε το με αριθμό ... ασφαλιστήριο με έναρξη ισχύος την 19- 9-2001 και λήξη την 19-9-2011, το οποίο είχε τους ίδιους όρους με το πρώτο. Μετά την έκδοση του δεύτερου αυτού ασφαλιστηρίου, οι εκπρόσωποι του ενάγοντος και ο δεύτερος εναγόμενος ανακάλυψαν ότι είχε παρεισφρήσει σε αυτό λάθος ως προς το ύψος του ετήσιου ασφαλίστρου, οπότε οι εκπρόσωποι του ενάγοντος την 16-10-2001 μετέβησαν εκ νέου στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης και υπέβαλαν αίτηση για την τροποποίηση του με αριθμό ...
ασφαλιστηρίου ως προς το ύψος του ποσού του ασφαλίστρου στο ορθό ποσό των 100.700.000 δραχμών, ενώ την ίδια ημέρα καταβλήθηκε και μέρος αυτού εκ ποσού 45.000.000 δρχ ως προκαταβολή. Έτσι, γενομένης δεκτής και της αίτησης τροποποίησης, εκδόθηκε εκ νέου το ίδιο ασφαλιστήριο με τροποποιημένο το ποσό του ετήσιου ασφαλίστρου στο ορθό ποσό των 100.700.000 δραχμών, χωρίς καμία άλλη αλλαγή, ενώ ο λογαριασμός επένδυσης του ανωτέρω συμβολαίου ήταν κατανεμημένος σε 21.013, 2269 ιδανικά μερίδια του σταθερού αμοιβαίου κεφαλαίου Interamerican.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι όσον αφορά το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το ενάγον και νυν εκκαλούν έτυχε πριμοδότησης εκ ποσοστού 6%, όπως τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι το ποσό του ασφαλίστρου συμφωνήθηκε σε 58.300.000 δρχ. και ότι από την προσκομισθείσα κίνηση του λογαριασμού του στην Alpha Bank, αποδεικνύεται ότι την 7 Αυγούστου 2001, δηλαδή την ίδια ημέρα υποβολής της αίτησης, εκδόθηκε επιταγή ύφους 55.000.000 δρχ.
Εν συνεχεία, της άνω αίτησης και της γενόμενης καταβολής των 55.000.000 δρχ., εξεδόθη το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο, το οποίο αναφέρει ως καταβληθέν ποσό τα 58.300.000 δρχ. Η διαφορά στην αξία είναι η ανωτέρω πριμοδότηση. Αυτή άλλωστε μνημονεύεται και στο απόσπασμα της 119 συνεδρίασης του ΔΣ του ενάγοντος. Και αναφορικά με την δεύτερη σύμβαση ασφάλισης ζωής, το εκκαλούν έτυχε πριμοδότησης ποσοστού 6% επί του καταβληθησόμενου ποσού του ασφαλίστρου, ήτοι θα κατέβαλε συνολικά το ποσό των 95.000.000 δρχ.
ή € 278.796,77, ενώ στο άνω συμβόλαιο το καταβληθησόμενο ασφάλιστρο καθορίσθηκε σε 100.700.000 δρχ., ήτοι € 295.524,58 (95.000.000 Χ 6% = 5.700.000 = 100.700.000). Το ασφάλιστρο των 95.000.000 δρχ., ή € 278.796,77 κατεβλήθη στην πρώτη εναγομένη μετά την έναρξη της διάρκειας της εν λόγω σύμβασης ασφάλισης (19.9.2001) σε τρεις (3) τμηματικές δόσεις και ως εξής:
Ποσό 45.000.000 δρχ., ήτοι € 132.061.63. την 1η Οκτωβρίου 2001, ποσό 5.000.000 δρχ., ήτοι € 14.673.51, την Ι5η Οκτωβρίου 2001 και ποσό 45.000.000 δρχ., ήτοι € 132.061,63 την 18η Οκτωβρίου 2001. Με βάση τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι η συνολική επένδυση του εκκαλούντος κατανεμόταν σε 33.320, 9273 (12.307,7004 + 21.013,2269 = 33.320,9273) ιδανικά μερίδια του σταθερού αμοιβαίου κεφαλαίου Interamerιcan, η δε εκάστοτε εις χρήμα αξία του "Λογαριασμού Επένδυσης Ασφαλιστηρίου" των υπ' αριθμ. ...
κα ... ασφαλιστηρίων συμβολαίων ήτοι η εκάστοτε εις χρήμα αξία της επένδυσης που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των εν λόγω δύο συμβάσεων ασφάλισης, ισούται με το γινόμενο των 33.320,9273 μεριδίων του σταθερού αμοιβαίου κεφαλαίου Interamerican, επί την εκάστοτε τιμή εξαγοράς εκάστου εξ αυτών των μεριδίων, δοθέντος ότι με τη ρήτρα αξίας αυτού του αμοιβαίου κεφαλαίου συνήφθησαν και έπρεπε να λειτουργούν καθ' όλη τη διάρκεια τους αμφότερες οι υπ' αριθμ. ...
και ... συμβάσεις ασφάλισης ζωής. Το εκκαλούν επέλεξε κατά την υποβολή των αιτήσεων για την κατάρτιση των ανωτέρω δύο (2) συμβάσεων ασφάλισης, όπως οι συμβάσεις αυτές συναφθούν και λειτουργήσουν καθ' όλη τη διάρκεια τους με τη ρήτρα αξίας "σταθερό αμοιβαίο κεφάλαιο Interamerican" και δη κατά ποσοστό 100% του επενδυόμενου ασφαλίστρου.
Η επιλογή αυτή αποτυπώθηκε και στις δύο (2) καταρτισθείσες συμβάσεις, ήτοι στα υπ' αριθμ. ... και ... ασφαλιστικά συμβόλαια, καθ' όσον σε αυτά, και δη κάτωθι του τίτλου "ΕΠΙΛΟΓΉ ΡΗΤΡΑΣ ΜΕΡΙΔΙΩΝ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", αναγράφεται σαφώς η φράση "I., Σταθερό Αμοιβαίο Κεφάλαιο". Έκτοτε, και μέχρι της εξαγοράς των δύο συμβολαίων στις 2-1-2008, το εκκαλούν δεν προέβη στην οποιαδήποτε αλλαγή της αρχικής επενδυτικής επιλογής του, ήτοι της ρήτρας αξίας "σταθερό αμοιβαίο κεφάλαιο Interamerican", με την οποία συνήφθησαν και έπρεπε να λειτουργούν οι άνω εκτεθείσες δύο συμβάσεις ασφάλισης καθ' όλη τη διάρκεια τους.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προεκτέθηκε, εκ των ανωτέρω υπ' αριθμ. …… αιτήσεων που υπεβλήθη σαν για την κατάρτιση των συμβάσεων ασφάλισης, ο κωδικός … είναι ο κωδικός που φέρει στην επιχειρηματική οργάνωση της 1ης εφεσίβλητου ο 2ος εφεσίβλητος Ι. Μ., ο οποίος και συμπλήρωσε αμφότερες, οι οποίες απλώς υπογράφηκαν από τους εκπροσώπους του εκκαλούντος, κατά τις εκτεθείσες ημερομηνίες.
Εν τούτοις, ο Ι. Μ., και δη μετά από την υπογραφή των άνω αιτήσεων, ενεργώντας αυτοβούλως και άνευ οποιοσδήποτε εντολής των τότε νομίμων εκπροσώπων του εκκαλούντος Χ. Κ. και W. - J. B., συμπλήρωσε στην πρώτη σελίδα εκάστης των άνω αιτήσεων, και δη στον χώρο αυτής που προορίζεται για την αναγραφή της διεύθυνσης αποστολής της σχετικής με τα ασφαλιστικά συμβόλαια αλληλογραφίας, τη διεύθυνση: "..." και τον αριθμό τηλεφωνικής κλήσης "…", τα οποία ανήκαν σε συγγενικά πρόσωπα αυτού και δη στον πενθερό και την πενθερά του.
Τον Απρίλιο του 2003 η διοίκηση του εκκαλούντος έδωσε εντολή στον έκτοτε ταμία R. S. να επισκεφθεί το υποκατάστημα Αμαρουσίου της 1ης εφεσίβλητης και να πληροφορηθεί τα σχετικά με την πορεία της επένδυσής του, αφού αυτή δεν του είχε στείλει ενημερωτική επιστολή σχετική με αυτήν. Εις εκτέλεση της άνω εντολής, ο ως άνω ταμίας επισκέφθηκε το εν λόγω- υποκατάστημα στις 22-7-2003, όπου συνάντησε τον 2ο εφεσίβλητο από τον οποίο ζήτησε πληροφορίες, σχετικά με την πορεία της επένδυσης.
Ο τελευταίος τον πληροφόρησε τότε ότι η πρώτη εφεσίβλητη προέβη σε επανειλημμένες αλλαγές της επενδυτικής επιλογής του εκκαλούντος, ήτοι της ρήτρας αξίας "σταθερό αμοιβαίο κεφάλαιο Interamerican", με την οποία συνήφθησαν και έπρεπε να λειτουργούν οι δύο συμβάσεις ασφάλισης και του παρέδωσε φωτοαντίγραφα ενημερωτικών σημειωμάτων, υπογεγραμμένων από τον διευθυντή operations της πρώτης εφεσίβλητης Α.
Ρ., με ημερομηνίες 17.4.2002, 16.1.2001, 17.1.2003, 20.1.2003, 31.12003, 25.7.2002, 2.7.2002, 24.12.2002, 24.12.2002 και 31.1.2013, (εκ προφανούς παραδρομής αντί "και 2003") που αναφέρονται σε έγγραφες αιτήσεις του εκκαλούντος για την αλλαγή της επενδυτικής επιλογής του αμοιβαίων κεφαλαίων της εταιρίας αυτής. Οι αιτήσεις αυτές ή σαν οι εξής: 1) Έγγραφη αίτηση με ημερομηνία 12-11-2001, με την οποία το παραπάνω σωματείο φερόταν να έχει δώσει την εντολή στην ως άνω εταιρία να τοποθετήσει το σύνολο της επένδυσης, ήτοι τόσο τον λογαριασμό επένδυσης του ασφαλιστηρίου, όσο και τα μελλοντικά ασφάλιστρα και των δύο ως άνω αναφερομένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, στο αμοιβαίο κεφάλαιο "ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ", κατά ποσοστό 100%, 2) έγγραφη αίτηση με ημερομηνία 11-4-2002, με την οποία το παραπάνω σωματείο φερόταν να έχει δώσει την εντολή στην ως άνω εταιρία να τοποθετήσει το σύνολο της επένδυσης, ήτοι τόσο τον λογαριασμό επένδυσης του ασφαλιστηρίου, όσο και τα μελλοντικά ασφάλιστρα και των δύο ως άνω αναφερομένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, στο αμοιβαίο κεφάλαιο "ΔΙΕΘΝΩΝ ΕΥΚΑΙΡΙΩΝ" κατά ποσοστό 100%, 3) έγγραφη αίτηση με ημερομηνία 26-6-2002, με την οποία το παραπάνω σωματείο φερόταν να έχει δώσει την εντολή στην ως άνω εταιρία να τοποθετήσει το σύνολο της επένδυσης, ήτοι τόσο τον λογαριασμό επένδυσης του ασφαλιστηρίου, όσο και τα μελλοντικά ασφάλιστρα και των δύο ως άνω αναφερομένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, στο αμοιβαίο κεφάλαιο "ΣΤΑΘΕΡΟ ΑΜΟΙΒΑΙΟ ΚΕΦΆΛΑΙΟ" κατά ποσοστό 100%, 4) έγγραφη αίτηση με ημερομηνία 25-11-2002, με την οποία το παραπάνω σωματείο φερόταν να έχει δώσει την εντολή στην ως άνω εταιρία να τοποθετήσει το σύνολο της επένδυσης, ήτοι τόσο τον λογαριασμό επένδυσης του ασφαλιστηρίου, όσο και τα μελλοντικά ασφάλιστρα και των δύο ως άνω αναφερομένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, στο αμοιβαίο κεφάλαιο "ΔΙΕΘΝΩΝ ΕΥΚΑΙΡΙΩΝ" κατά ποσοστό 100%, 5) έγγραφη αίτηση με ημερομηνία 18-12-2002, με την οποία το παραπάνω σωματείο φερόταν να έχει δώσει την εντολή στην ως άνω εταιρία να τοποθετήσει το σύνολο της επένδυσης, ήτοι τόσο τον λογαριασμό επένδυσης του ασφαλιστηρίου, όσο και τα μελλοντικά ασφάλιστρα και των δύο ως άνω αναφερομένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, στο αμοιβαίο κεφάλαιο "ΣΤΑΘΕΡΟ ΑΜΟΙΒΑΙΟ ΚΕΦΆΛΑΙΟ" κατά ποσοστό 100 %, 6) έγγραφη αίτηση με ημερομηνία 14-1-2003, με την οποία το παραπάνω σωματείο φερόταν να έχει δώσει την εντολή στην ως άνω εταιρία να τοποθετήσει το σύνολο της επένδυσης, ήτοι τόσο τον λογαριασμό επένδυσης του ασφαλιστηρίου, όσο και τα μελλοντικά ασφάλιστρα και των δύο ως άνω αναφερομένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, στο αμοιβαίο κεφάλαια "ΝΕΩΝ ΑΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ" κατά ποσοστό 100%, και 7) έγγραφη αίτηση με ημερομηνία 27-1-2003, με την οποία το παραπάνω σωματείο φερόταν να έχει δώσει την εντολή στην ως άνω εταιρία να τοποθετήσει το σύνολο της επένδυσης, ήτοι τόσο τον λογαριασμό επένδυσης του ασφαλιστηρίου, όσο και τα μελλοντικά ασφάλιστρα και των δύο ως άνω αναφερομένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, στο αμοιβαίο κεφάλαιο "ΣΤΑΘΕΡΟ ΑΜΟΙΒΑΙΟ ΚΕΦΆΛΑΙΟ" κατά ποσοστό 100%.
Οι διευθύνοντες το εκκαλούν αντέδρασαν και ισχυρίστηκαν ότι ουδέποτε έδωσαν στην πρώτη εφεσίβλητη την οποιαδήποτε εντολή αλλαγής της επενδυτικής επιλογής του, ήτοι της επιλογής που έγινε κατά την κατάρτιση των ασφαλιστικών συμβάσεων. Έτσι, υπέβαλαν, εκτός των άλλων, την από 30-3-2004 έγκλησή τους με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Ι.
Μ., ο οποίος και παραπέμφθηκε να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος. Το Β' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών δυνάμει της υπ' αριθμ. 1471/2012 αμετάκλητης απόφασής του έκρινε ότι ο Ι. Μ. πλαστογράφησε τις υπογραφές των εκπροσώπων του εκκαλούντος στις υπ' αυτού καταρτισθείσες ως άνω αιτήσεις και εν συνεχεία βάσει αυτών προέβη στην επανειλημμένη αλλαγή της αρχικής επενδυτικής επιλογής του εκκαλούντος, αφού προώθησε αυτές στην I.
με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της. Έκρινε επίσης το ως άνω ποινικό δικαστήριο ότι από τον τρόπο που ενήργησε ο 2ος εφεσίβλητος, προέκυπτε σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του, η δε επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος αυτού από μέρους του έλαβε χώρα για να πορισθεί εισόδημα η ασφαλιστική εταιρία στην οποία ούτος απασχολείτο και το οποίο εισόδημα σε σχέση με το ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανήλθε στις 30-3-2004 στο ποσό των 80.401,86 ευρώ (182.093,66-101.691,80 = 80.401,86) και σε σχέση με το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στο ποσό των 106.089,40 ευρώ (310.892,79 - 204.803,39 = 106.089,40). Έτσι τον κήρυξε ένοχο του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών ετών".
Επίσης δέχθηκε ότι "με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ωφελούμενη από τη δραστηριότητα του βοηθού εκπλήρωσης/προστηθέντος της, Ι. Μ., (2° εφεσίβλητου) ήταν η πρώτη εφεσίβλητη και επιπλέον αυτή ήταν που το εκκαλούν εμπιστεύθηκε ως την αντισυμβαλλόμενη του, ευθύνεται κατ' αρθρ. 334 ΑΚ για το πταίσμα του βοηθού εκπλήρωσής της, δηλαδή για το εκτεθέν πταίσμα του Ι.
Μ. να αποκαταστήσει την εξ αυτού ζημία των€ 186.471.52. Ευθύνεται επίσης και για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του κατ' άρθρο 922 ΑΚ, υφιστάμενης εν προκειμένω συρροής αξιώσεων, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 16§1 του ν. 1569/1985 και 297, 298, 299, 334, 681, 914, 922, 926 και 932 του ΑΚ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του σε σχέση με την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της εταιρείας "Ι. ..
ελληνική ασφαλιστική εταιρία ζωής α. ε." και του Ι. Μ. ως ασφαλιστικού συμβούλου της εν λόγω εταιρείας, δεχόμενο ότι αυτός δεν συνδεόταν απλώς με σύμβαση έργου μαζί της, αλλά ότι στο πλαίσιο της σύμβασής του, ενόψει όλων των αποδειχθεισών περιστάσεων, η εταιρεία αυτή είχε διαφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου που του είχε αναθέσει, παρέχοντας σ' αυτόν κατά περίπτωση δεσμευτικές εντολές και οδηγίες αναφορικά με την άσκηση των καθηκόντων του και ότι επ' ευκαιρία, αλλά καθ' υπέρβαση των σχετικών καθηκόντων του, δηλαδή ενεργώντας αυτός καταχρηστικά και εκμεταλλευόμενος τις ευκαιρίες που η σχέση του με την εταιρεία "..
ελληνική ασφαλιστική εταιρία ζωής α. ε." του προσέφερε, πλαστογράφησε τις υπογραφές των εκπροσώπων του εκκαλούντος στις υπ' αυτού καταρτισθείσες ως άνω αιτήσεις και εν συνεχεία βάσει αυτών προέβη στην επανειλημμένη αλλαγή της αρχικής επενδυτικής επιλογής του εκκαλούντος, αφού προώθησε αυτές στην I..
Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος εκ των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 334 ΑΚ που εφάρμοσε, δεχόμενη την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της εταιρείας "...
ελληνική ασφαλιστική εταιρία ζωής α.ε.". Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, δεν απαιτούνται για την ύπαρξη σχέσης πρόστησης δεσμευτικές οπωσδήποτε ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο ακόμη και χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία, όπως σαφώς και αιτιολογημένα δέχθηκε στην ένδικη διαφορά η προσβαλλόμενη απόφαση.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το άρθρο 454 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους, ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος επέρχεται απόσβεση της ενοχής.
Όμως από το Εφετείο έγινε δεκτό ότι το σωματείο παραιτήθηκε από τις αξιώσεις του σε σχέση με τα κρίσιμα ασφαλιστήρια συμβόλαια που δημιουργήθηκαν όσο ήταν σε ισχύ και όχι γενικώς από οποιαδήποτε αξίωση γεννιόταν στο μέλλον εξ αφορμής αυτών των ασφαλιστηρίων. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 περί παραβάσεως του άρθρου 454 ΑΚ περί αφέσεως χρέους με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τις ίδιες παραδοχές προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τις εφαρμοζόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις εκ πλαγίου καθώς διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες παρά τα αντίθετα από την αναιρεσείουσα αναφερόμενα στο τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο διέλαβε ειδικότερα επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες κρίνοντας ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι του σωματείου του αναιρεσίβλητου με βάση το 210/17.9.2007 πρακτικό του Διοικητικού του Συμβουλίου είχαν περιορισμένη εξουσία εκπροσώπησης του σωματείου συνισταμένη αποκλειστικά και μόνο στην εξαγορά των επίδικων ασφαλιστηρίων και επομένως οποιαδήποτε ενέργεια εκτός του πλαισίου αυτού όπως η παραίτηση από οποιαδήποτε δικαιώματά του, δεν δέσμευε το σωματείο.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ειδικά και με σαφήνεια παραθέτει ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους σωματείου του αναιρεσίβλητου είχαν περιορισμένη εξουσία αντιπροσώπευσης συνιστάμενη μόνο στην εξαγορά των κρίσιμων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ενώ επιπροσθέτως δέχθηκε και ότι η από τον εκπρόσωπο του πρώτου αναιρεσίβλητου δηλωθείσα παραίτηση αφορούσε σε κάθε περίπτωση αξιώσεις από τα εν ισχύ ασφαλιστήρια συμβόλαια (προκειμένου να προβεί σε άμεση εξαγορά τους) και όχι μεταγενέστερες αξιώσεις αποζημίωσης πέραν των οφειλομένων βάσει αυτών κατά τα προεκτιθέμενα.
Επομένως ο αναφερόμενος με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης περί έλλειψης αιτιολογίας της απόφασης ως προς το θέμα της παραιτήσεως από οποιαδήποτε αξίωση είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 αστικού κώδικα προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι α) η ύπαρξη ζημίας, β) η ζημία να προξενήθηκε παρανόμως από τον ζημιώσαντα, ο τελευταίος δε να βρισκόταν σε υπαιτιότητα, γ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του και τέλος δ) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της ζημίας.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ικανή μόνη, χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτων και ασυνήθιστων περιστατικών, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 21/1998).
Σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, η αποζημίωση του αδικηθέντος (από δόλο ή αμέλεια) περιλαμβάνει όχι μόνο τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας αυτού αλλά και το διαφυγόν κέρδος συνιστάμενο στο χρηματικό ποσό κατά το οποίο θα αύξανε βασίμως η περιουσία του, εάν δεν ελάμβανε χώρα το ζημιογόνο γεγονός.
Με δεδομένο, όμως ότι το κέρδος αυτό είναι πάντοτε ενδεχόμενο, ο νόμος όρισε ότι είναι αρκετό για την απόδειξη αυτού η πιθανολόγηση, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το επιζήμιο γεγονός και δεν εξαρτάται από άλλες αστάθμητες πιθανότητες οι οποίες είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον, διότι στην περίπτωση αυτή παίρνει το χαρακτήρα απλής ελπίδας προσδοκίας και δεν αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα που μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή.
Ως χρόνος προσδιορισμού του ύψους της ζημίας λαμβάνεται ο χρόνος της εκδόσεως της αποφάσεως και ως τοιούτος θεωρείται κατά τους δικονομικούς κανόνες ο χρόνος της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως (Ολ.ΑΠ 1/1997, ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 39/2009). Δεν αποκλείεται όμως να αναχθεί ο προσδιορισμός του ύψους της ζημιάς σε προγενέστερο χρόνο και μάλιστα στο χρόνο κατά τον οποίο οχλήθηκε ο ζημιώσας για την αποκατάσταση αυτής (ΑΠ 802/2013, ΑΠ 846/2003).
Κατ' ακολουθίαν σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από την απώλεια τίτλων, όπως επί παρανόμως εκποιήσεως μέρους του χαρτοφυλακίου του παθόντος, τους οποίους ο τελευταίος δεν σκόπευε να εκποιήσει, η αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του προσδιορίζεται με βάση την αξία αυτών κατά το χρόνο της (πρώτης) συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού η ζημία του τελευταίου συνίσταται στη στέρηση της ιδιοκτησίας του επί των τίτλων, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιώσαντος.
Δεν αποκλείεται όμως η αξία αυτών, ιδίως όταν διακυμαίνεται συνεχώς, όπως επί χρηματιστηριακής τιμής μετοχών, οπότε δεν είναι αυτή γνωστή κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, να υπολογισθεί με βάση κάποιο άλλο χρονικό σημείο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η αποζημίωση που θα επιδικασθεί από το δικαστήριο δεν θα υπερβαίνει την ανωτέρω αξία κατά το χρόνο της (πρώτης) συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως αυτή βεβαίως θα προκύπτει από τις αποδείξεις (ΑΠ 1236/2020, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 2047/2014).
Ειδικότερα για να θεμελιωθεί αξίωση αποζημίωσης από συμβατική ευθύνη και από αδικοπραξία όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι επενδυτικά μερίδια η αξία των οποίων επηρεάζεται από την άνοδο ή την κάθοδο των τιμών του χρηματιστηρίου αξιών Αθηνών και η επίδικη αξίωση αναφέρεται σε μέλλουσα ενδεχόμενη και αβέβαιη ζημία η οποία εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες και δεν αποκαθίσταται, θα πρέπει τα μερίδια αυτά έχουνε εξαγοραστεί πραγματικά ώστε να μπορέσει να διαπιστωθεί η τυχόν ζημία ή το κέρδος που θα έχει επιτευχθεί.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 298 του αστικού κώδικα σύμφωνα με τον οποίον η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης "αποδείχτηκε περαιτέρω ότι το ενάγον στις 29.1.2008 προέβη στην εξαγορά του αριθμού ...
και ... ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής" . Επομένως μόνο μετά την εξαγορά των επίδικων ασφαλιστηρίων συμβολαίων που έλαβε χώρα στις 29.1.2008 έγινε βεβαία η αξία των μεριδίων αυτών και η επελθούσα ζημία και η αξίωση του αναιρεσίβλητου καθώς επίσης και η αποζημιωτική ευθύνη της αναιρεσείουσας. Εξ άλλου η ζημία του αναιρεσείοντος δεν ταυτίζεται με το κέρδος που απέκτησε η πρώτη αναιρεσίβλητη , ούτε ποσοτικά ούτε και χρονικά.
Ο προσδιορισμός της μείωσης της περιουσίας του αναιρεσίβλητου που είχε λάβει χώρα ενόψει του ποινικού δικαστηρίου είχε γίνει για να προσδιορισθεί κατά το κατηγορητήριο, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή η φερόμενη ζημία που υπέστη το αναιρεσίβλητο από τα αποδιδόμενα αδικήματα του δεύτερου αναιρεσίβλητου και όχι η συνολική ζημία που υπέστη το αναιρεσίβλητο η οποία σύμφωνα με όσα διαπιστώθηκαν είναι κατά τη στιγμή της εξαργύρωσης των μεριδίων.
Η περιγραφή δε της περιουσιακής ζημίας σε ποινική απόφαση δεν συνιστά δεδικασμένο καθόσον η βεβαίωση αυτής γίνεται από απόφαση αστικού δικαστηρίου (ΑΠποιν400/2022, ΑΠ ποιν945/2022, ΑΠποιν 711/2020, ΑΠποιν 823/2015, ΑΠ ποιν 973/2010) και είναι ανεξάρτητη από την χρόνο τέλεσης της πράξης της πλαστογραφίας, μη περιοριζόμενης της ζημίας από το χρόνο τέλεσης της, αλλά μπορεί να είναι και μεταγενέστερη, διότι από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο, ως επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας (άρθρο 216 παρ.1 εδ. β' ΠΚ) συνίσταται σε κάθε ενέργεια περιλαμβάνουσα χρησιμοποίηση του εγγράφου κατά τον εν γένει προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό. Η χρήση του πλαστού εγγράφου καθιερώνεται και ως αυτοτελές έγκλημα από την παρ.2 του ίδιου άρθρου και είναι δυνατόν να διαπραχθεί και από τρίτον εκτός του πλαστογράφου.
Κατά την παρ.3 εδ. α' του ίδιου άρθρου, όπως τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε αρχικώς από το άρθρο 1 παρ.7 περ. α' του ν. 2408/1996 και στη συνέχεια από το άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2721/1999 και το χρηματικό ποσό αναπροσαρμόσθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 περ. β' του ν. 4055/2012, η πλαστογραφία προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος της πράξης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος που επιδίωξε ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι.
Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι αμέσως συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου.
Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει, με την πλαστογραφία, παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και ότι με την κατάρτιση του πλαστού ή τη νόθευση γνήσιου εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθεαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης (ΟλΑΠ ποιν 3/2008, ΑΠ ποιν 617/2021, ΑΠ ποιν 1503/2018, ΑΠ ποιν 232/2017, ΑΠ ποιν ΑΠ 282/2017).
Επομένως, ο χρόνος υπολογισμού της ζημίας όπως περιγράφεται στην απόφαση, δεν ενέχει παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς το Εφετείο, δεν έσφαλε προσδιορίζοντας την αξία των μεριδίων στον ως άνω χρόνο, και όχι στο χρόνο που συντελέστηκε η πλαστογραφία του του προστηθέντος υπ' αυτήν που είναι η 29.1.2003, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις. Επιπλέον, το Εφετείο διέλαβε σαφή και επαρκή αιτιολογία για το ζήτημα του χρόνου προσδιορισμού της ζημίας, ανάγοντας αυτόν στο χρόνο λύσης της συμβατικής σχέσης της εντολής που συνέδεε τους διαδίκους που ήταν ο χρόνος που εξαγοράστηκαν τα μερίδια, με συνέπεια την οριστική επέλευση της ζημίας και τη δυνατότητα ασφαλούς προσδιορισμού της, ήτοι της ζημίας που επήλθε από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστιθέντος της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία, σε κάθε περίπτωση δεν επικαλείται διαφοροποίηση του ύψους της κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής.
Τα αντίθετα υποστηριζόμενα στον πέμπτο και τον συναφή έβδομο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 περί άλλου τινός τρόπου και χρόνου υπολογισμού της ζημίας είναι αβάσιμα. Κατά το άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και μάλιστα, νομίμως, στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Εξάλλου, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 1334/2005).
Το απαράδεκτο εκ της άνω διατάξεως αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 30/2006). Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο απέρριψε την ένστασης παραγραφής παραβιάζοντας τα άρθρα 247, 249, 250, 251, και το άρθρο 937 του αστικού κώδικα και το άρθρο 10 του νόμου 2496/1997.
Ο λόγος αυτός και ανεξαρτήτως των αιτιάσεων που αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι εκτός από την αιτίαση που στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 250 ΑΚ , περί πενταετούς παραγραφής κατά το άρθρο αυτό, όπου μνημονεύεται η σχετική αναφορά στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου και του Πρωτοδικείου προέβαλε ενστάσεις παραγραφής από το άρθρο 249 και 937 του ΑΚ ούτε την ένσταση παραγραφής της αξίωσης της ασφαλισμένης αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρο 10 Ν. 2496/1997.
Σύμφωνα δε με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης η αναιρεσείουσα - εναγόμενη - εφεσίβλητη επανέφερε στο Εφετείο την ένσταση παραγραφής της αξιώσεως του εκκαλούντος, που στηρίζεται στις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης διατάξεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 250 ΑΚ. Όμως, όπως και πρωτοδίκως είχε γίνει δεκτό, η αξίωση του ενάγοντος/εκκαλούντος δεν ενέπιπτε σε οποιαδήποτε από τις περιοριστικώς αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 250 ΑΚ, ενώ περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, έγινε δεκτό ότι η αξίωση του ενάγοντος εκκαλούντος γεννήθηκε στις 29-1-2008, ότε επήλθε η ζημία του, αφού τότε εξαγοράστηκαν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη η αξίωση από αμοιβαία κεφάλαια γεννάται με την εξόφλησή τους και όχι σε προγενέστερο χρόνο. Η εν λόγω εξόφληση έλαβε χώρα στις 29 Ιανουαρίου 2008 και επομένως μέχρι την άσκηση της αγωγής που δημιούργησε την εν λόγω διαφορά δεν είχε επέλθει παραγραφή. Επομένως ο έκτος λόγος αναίρεσης περί παραγραφής και ο έβδομος λόγος με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι, εκτός από το σκέλος το αναφερόμενο στη διάταξη του άρθρου 250 ΑΚ που είναι αβάσιμα.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων (Ολ.ΑΠ 1/1999) .
Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Στην προκειμένη περίπτωση του Εφετείο με την προσβαλλομένη του απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα : "Με την δεύτερη ένστασή της, η οποία δεν εξετάστηκε πρωτοδίκως, η 1η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι ότε το ενάγον ζήτησε την εξαγορά των δύο κρίσιμων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, εκδόθηκαν δύο επιταγές ποσού 207.023,34 και 103.316,13 ευρώ, αντίστοιχα, και συγχρόνως ο νόμιμος εκπρόσωπός του υπέγραψε έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ότι το ενάγον δεν έχει καμία αξίωση από τα εν λόγω ασφαλιστήρια, παραιτούμενο έτσι από οποιαδήποτε αξίωση, αφού με τις άνω επιταγές εξοφλήθηκε πλήρως.
Όμως όπως αποδεικνύεται από απόσπασμα του υπ' αριθ. 210/19-7-2007 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου του εκκαλούντος, η εξουσία του νομίμου εκπροσώπου του ήταν περιορισμένη, αφορώσα μόνον στην εξαγορά των ασφαλιστηρίων συμβολαίων με την επιφύλαξη όλων των δικαιωμάτων του. Πέραν δε τούτου, όπως επισημαίνεται στις αποδείξεις παραλαβής των επιταγών, το ενάγον παραιτείται από οποιαδήποτε αξίωση από τα συγκεκριμένα ασφαλιστήρια, που δημιουργήθηκε όσο αυτά ήταν σε ισχύ και όχι γενικώς από οποιαδήποτε αξίωση πέραν ή εξ αφορμής των ασφαλιστηρίων και σε μεταγενέστερο χρόνο, όπως οι επίδικες αξιώσεις του.
Μετά ταύτα οι σχετικές δηλώσεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως παραίτηση των αγωγικών αξιώσεών του, απορριπτομένης ως αβάσιμης της σχετικής ένστασης της 1ης εφεσίβλητης." .
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι από 29.1.2008 δύο έγγραφες δηλώσεις παραιτήσεως πρέπει να εκληφθούν ως παραίτηση του αναιρεσίβλητου από κάθε αξίωση του κατ' αυτής καθώς επίσης και ότι από το πρακτικό με αριθμό …συνάγεται ότι εξουσιοδοτείται ο ταμίας του Συλλόγου , ενεργώντας για λογαριασμό αυτού να προβεί σε κάθε απαραίτητη δικαιοπραξία ή υλική πράξη για να εξαγοράσει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, εισπράττοντας την αξία τους και επιφυλασσομένων όλων των νομίμων δικαιωμάτων του Συλλόγου. Ο 1ος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, περί παραμόρφωσης του αποσπάσματος του υπ' αριθ. 210/19-7-2007 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, και των δύο έγγραφων δηλώσεων παραιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο με τις παραδοχές του δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, όπως υποστηρίζεται , αλλά ορθώς ανέγνωσε τα ανωτέρω έγγραφα, προέβη όμως σε διαφορετική αξιολόγηση του κειμένου τους από αυτή που θεωρεί ορθή η αναιρεσείουσα , η δε επικαλούμενη αιτίαση αναφέρεται σε σφάλμα όχι αναγνωστικό, αλλά εκτιμητικό.
Κατά το άρθρο 300 εδ. α' ΑΚ "εάν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν αυτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση.
Ο λόγος αυτός μείωσης ή άρσης της υποχρέωσης προς αποζημίωση, προβάλλεται υπό μορφή ένστασης από τον εναγόμενο για αποζημίωση, προϋποθέτει συνεπώς, υποχρέωση προς αποζημίωση, για ζημία ενδοσυμβατική, προσυμβατική ή εξωσυμβατική και για το ορισμένο αυτής (ένστασης) απαιτείται η αναφορά των θεμελιούντων το συντρέχον πταίσμα πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1115/1986, ΟλΑΠ 423/1985, ΑΠ 1242/2009, ΑΠ 131/2013).
Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση της ότι το αναιρεσίβλητο επέδειξε συντρέχον πταίσμα διότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι του καθώς και τα μέλη αυτού είναι όλοι έμπειροι περί τις συναλλαγές και άτομα ιδιαίτερα υψηλού μορφωτικού επιπέδου και δεν ανησύχησαν από τον Αύγουστο έως το Σεπτέμβρη του 2001 που καταρτίστηκαν οι εν λόγω ασφαλιστικές συμβάσεις "αξίας ζωής" μέχρι τις 28/07/2003 που η νέα διοίκηση του αναιρεσίβλητου απέστειλε στην εταιρεία την πρώτη εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία για την πορεία της επένδυσης του καθώς επίσης και ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι του αναιρεσίβλητου είχαν δώσει λευκή εντολή στον ασφαλιστικό σύμβουλο Ι.
Μ. να διαχειρίζεται την επένδυση του ενάγοντος με σκοπό το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος. Το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή με τις ακόλουθες αιτιολογίες : " ... ουδόλως αποδεικνύεται αμέλεια των νομίμων εκπροσώπων ή εξουσιοδοτηθέντα των προσώπων του ενάγοντος σχετικά με την παρακολούθηση της επένδυσης του, η οποία ακόμα όπως προεκτέθηκε, συνίστατο σε σταθερό αμοιβαίο κεφάλαιο που αποκλειόταν να έχει αρνητική απόδοση, η δε παρακολούθηση του γινόταν από τον οικονομικό τύπο.
Ουδόλως επίσης αποδείχθηκαν τα περί "λευκής εντολής" προς τον δεύτερο εφεσίβλητο ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν γνώριζε ή από αμέλεια αγνοούσε τις πράξεις του δεύτερου εφεσίβλητου σχετικά με τη διαχείριση των επενδύσεών του". Με την ανωτέρω παραδοχή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου το άρθρο 300 ΑΚ καθόσον περιέχει ειδική αιτιολογία συνιστάμενη στην απόρριψη της προβαλλόμενης ένστασης του συντρέχοντος πταίσματος ως μη αποδεικνυομένου από κανένα στοιχείο και για τον λόγο αυτόν ο λόγος που στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος, (πέραν του απαραδέκτου αυτού, αφού δια των σχετικών αιτιάσεων πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου), ενώ και το πρώτο σκέλος αυτού, που αναφέρεται γενικόλογα σε εμπειρία των μελών του αναιρεσίβλητου ως προς τις συναλλαγές, χωρίς να εξειδικεύεται ο σχετικός ισχυρισμός ως προς την επενδυτική εμπειρία και γνώσεις τους, ήταν αόριστος χωρίς να απαιτείται επ' αυτού ιδιαίτερη αιτιολογία.
Συνεπώς, η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 31.8.2016 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ελληνική ασφαλιστική εταιρία ζωής α. ε." κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου Ι. Μ.
Απορρίπτει την από 31.8.2016 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Ε. Α. Ε. Ζ. Α.Ε." για αναίρεση της 80/2016 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθήνας κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ