Legislator Case Law & Legislation
1576/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to state material facts regarding unjust enrichment claims in labor dispute.

Case Number 1576/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling in a labor dispute involving four individuals from Crete. The State argued the lower court erred in applying unjust enrichment laws regarding the workers' services, but failed to include the specific factual findings of the second-instance judgment in its appeal petition. The court ruled that an appeal must explicitly state the material facts and legal errors of the challenged decision to be admissible, and since these were absent, the appeal was rejected in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must explicitly state the material facts and legal errors of the challenged decision, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility material facts requirement unjust enrichment law labor dispute code of civil procedure legal error statement dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Common Ministerial Decision No. 134423 dated 8-12-1992/20-1-1993

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1576 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1576/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ... Κρήτης,

2) Ι. Κ. του Ε., κατοίκου ... Κρήτης,

3) Γ. Μ. του Α., κατοίκου ... ... Κρήτης και

4) Σ. Τ. του Ν.,

οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κατσαντωνοπούλου, η οποία ανακάλεσε την από 27.09.2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και οποία κατέθεσε προτάσεις.

Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής το λόγο έλαβε και η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων, η οποία δεν συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και, δια του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.05.2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 623/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 7072/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 13.05.2015 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 509/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέμπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 5596/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 27.04.2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την από 27.04.2019 και με αριθ. κατ. 4211/377/30-4-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 5596/13-11-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δικαστήριο της παραπομπής την από 10-9-2012 και με αριθ. κατ. 5896/14-9-2021 έφεση των δεύτερης, τέταρτου, πέμπτου και ένατης εκ των αρχικώς εναγόντων-εκκαλούντων κατά της με αριθ. 632/23-3-2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά τη μερική, ως προς τους πιο πάνω ενάγοντες-εκκαλούντες, αναίρεση της αρχικώς εκδοθείσας επί της εν λόγω έφεσης με αριθ. 7072/2013 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών).

Ειδικότερα, με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του Ελληνικού Δημοσίου από 20.05.2010 και με αριθ. κατ. 112260/3399/2010 αγωγή τους οι ενάγοντες: 1) Γ. Β. του Δ., 2) Κ. Κ. του Γ., 3) Μ. Κ. του Ε., 4) Ι. Κ. του Ε., 5) Γ. Μ. του Α., 6) Ν. Μ.-Χ. του Α., 7) Γ. Π. του Μ., 8) Α. Σ. του Κ., 9) Σ. Τ. του Ν., 10) Α. Τ. του Θ. και 11) Γ. Χ. του Ε.

ισχυρίσθηκαν ότι κατά τον αναφερόμενο, αντίστοιχα, για κάθε ενάγοντα χρόνο, συνυπέγραψαν με το μη διάδικο Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) «συμφωνητικό συνεργασίας» με την πρόφαση της δήθεν συμμετοχής τους σε πρόγραμμα stage για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και κατάρτισης ανέργων.

Ότι ενώ φερόταν ότι προσελήφθησαν από τον Ο.Α.Ε.Δ. στα πλαίσια του πιο πάνω προγράμματος, ο τελευταίος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στην εργασιακή τους σχέση, στην πραγματικότητα δε είχαν προσληφθεί από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο τους τοποθέτησε στις αναφερόμενες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και δια των αρμοδίων οργάνων του καθόριζε τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ' αυτήν.

Ότι η διάρκεια της απασχόλησής τους συμφωνήθηκε αρχικά δεκαοκτάμηνη και παρατάθηκε για ένα ακόμη δεκαοκτάμηνο. Ότι οι συμβάσεις τους με το εναγόμενο είχαν στην πραγματικότητα το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καταρτίσθηκαν για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών αυτού, έληξαν δε μετά την πάροδο του δευτέρου δεκαοκταμήνου με σιωπηρή καταγγελία εκ μέρους του εναγομένου.

Ότι το εναγόμενο τους κατέβαλλε κατά το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκαν αποδοχές κατώτερες από τις νόμιμες, δηλαδή αυτές που καταβάλλονταν με βάση τις τότε ισχύουσες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ενώ επίσης δεν τους κατέβαλλε επίδομα εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα και άδειας και συνεπώς τους οφείλει τα αναλυτικά αναφερόμενα για τον καθένα ποσά.

Ότι επικουρικά, αν κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας τους ήταν άκυρη, το εναγόμενο τους οφείλει τα ίδια ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεδομένου ότι έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας τους, κατά τα ποσά αυτά, τα οποία θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό τις ειδικότητάς τους, τον οποίο θα απασχολούσε για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με τις ίδιες συνθήκες απασχόλησης με αυτούς.

Ζήτησαν δε κυρίως να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί περαιτέρω η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντος τις νόμιμες αποδοχές τους, με απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής και επικουρικώς να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, άλλως με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να τους καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την πιο πάνω με αριθ. 632/2012 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή στο σύνολο της, ως μη νόμιμη.

Κατά της απόφασης αυτοί, οι ηττηθέντες ενάγοντες άσκησαν την προαναφερόμενη έφεση, η οποία με τη με αριθ. 7072/2013 απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απερρίφθη κατ’ ουσίαν.

Κατά της απόφασης αυτής, οι δεύτερη, τέταρτος, πέμπτος και ένατη των προαναφερομένων εναγόντων-εκκαλούντων άσκησαν την από 13.05.2015 αίτηση αναίρεσης. Επ’ αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 509/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε ως προς τους εκεί αναιρεσείοντες και εδώ αναιρεσιβλήτους η με αριθ. 7072/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το επικουρικό αίτημά της να επιδικασθούν στους εν λόγω ενάγοντες τα αιτούμενα χρηματικά ποσά για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση με την από 06.10.2016 κλήση των πιο πάνω εναγόντων- εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την εδώ προσβαλλόμενη με αριθ. 5596/2018 απόφαση, αφού ερεύνησε ως προς αυτούς την ένδικη αγωγή κατά την πιο πάνω επικουρική της βάση, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεσή τους, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή κατά την πιο πάνω επικουρική βάση, κράτησε, δίκασε και δέχθηκε αυτήν κατά το αντίστοιχο μέρος υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους εν λόγω ενάγοντες το αντίστοιχο ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία φέρεται προς συζήτηση αυτεπαγγέλτως με την από 19.05.2021 πράξη της Αντιπροέδρου του Αρείου Μαρίας Νικολακέα, μετά από ματαίωση της συζήτησης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12.05.2020 και περαιτέρω κατά την αυτεπαγγέλτως ορισθείσα δικάσιμο της 09.03.2021, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της επιδημίας του κορωνοϊού COVID 19 (άρθρα 74 παρ. 2 ν. 4690/2020, 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής.

[II] Κατά το άρθρο 904 ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί του Δημοσίου, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Ειδικότερα, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που προσέφερε, δικαιούται να ζητήσει κατά τις αρχές περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητες απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ προκύπτει ότι επιδόματα εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με άκυρη σύμβαση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 722/2019, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1163/2019).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του παραπάνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Μάλιστα δεν αρκεί μνεία αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με αυτήν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).

Επομένως, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες, ως αναγκαίες, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και, κατά τούτο, συνιστούν, όπως ήδη προεκτέθηκε, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα ανωτέρω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ούτε και με τις κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1163/2019).

[III] Με το μοναδικό, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον-εναγόμενο προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνοντας ότι οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες θεμελίωσαν σε βάρος του αξίωση με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με τις ακόλουθες παραδοχές, τις οποίες διαλαμβάνει στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης:

«το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο οι ως άνω ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας, ενέχεται έναντι αυτών για την ωφέλεια που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας τους με τη μη πρόσληψη άλλων μισθωτών, που θα εκτελούσαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και η οποία (ωφέλεια) ισούται με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αυτό κατέβαλε στους διοικητικούς υπαλλήλους του, που υπηρετούσαν με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατείχαν το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο, χωρίς προϋπηρεσία και οικογενειακή κατάσταση και των αποδοχών που οι εν λόγω ενάγοντες λάμβαναν με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας, δηλαδή 25 ευρώ ημερησίως [...].

Επομένως, οι τελευταίοι δικαιούνται το βασικό μισθό, με βάση την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των ετών 2008-2009, όπως ζητούν και ανέρχεται: (α) από 01.01.2008 μέχρι 31.08.2008 στο ποσό των 680,59 ευρώ, (β) από 01.09.2008 μέχρι 30.04.2009 στο ποσό των 701 ευρώ και (γ) από 01.05.2009 μέχρι 09.09.2010 στο ποσό των 739,56 ευρώ, δηλαδή το ποσό του κατώτερου νόμιμου μηνιαίου μισθού που θα κατέβαλε το εναγόμενο σ’ άλλον υπάλληλο της ίδιας κατηγορίας, που θα απασχολούσε στην ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, χωρίς την οικογενειακή κατάσταση και τυχόν προϋπηρεσία αυτών, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας, που οφείλονται, κατά προαναφερόμενα, και στους απασχολούμενους με απλή σχέση εργασίας.

Και τούτο με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατ' άρθρα 904 επ.».

Με αυτό το περιεχόμενο, ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και, για το λόγο αυτό, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο δυσμενές και, κατά το αναιρεσείον, εσφαλμένο συμπέρασμα ότι ενέχεται έναντι των αναιρεσιβλήτων, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για την ωφέλεια που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας τους.

Δηλαδή δεν διαλαμβάνονται στην αίτηση αναίρεσης τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 ΑΚ (που αναφέρεται περιγραφικά και όχι αριθμητικά). Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται στην αίτηση αναίρεσης, έστω και συνοπτικά, οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη διάρκεια και το αντικείμενο των επιδίκων συμβάσεων, τις υπηρεσίες που παρείχε στο αναιρεσείον κάθε αναιρεσίβλητος, τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών, όσον αφορά τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής τους, ούτε διαλαμβάνονται οι, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως προς το χαρακτήρα των ενδίκων συμβάσεων, ως συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ή ως συμβάσεων παροχής εξαρτημένης εργασίας και περαιτέρω ως προς το κύρος αυτών.

Μόνη δε η, ως άνω, αποσπασματική μνεία στην αίτηση αναίρεσης του συμπεράσματος της προσβαλλόμενης απόφασης ότι υφίσταται υποχρέωση του αναιρεσείοντος για καταβολή στους αναιρεσιβλήτους, ως απασχοληθέντες σε σχέση απλής εργασίας, διαφορών αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν αρκεί, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθά ή όχι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, που φέρονται ως παραβιασθείσες.

Επιπλέον, δεν διαλαμβάνεται στην αίτηση αναίρεσης σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την εφαρμογή τους.

[IV] Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η από 27.04.2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και να καταδικασθεί αυτό, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της με αριθμό 134423 οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 ν. 1738/1987, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.04.2019 και με αριθμό κατάθεσης 4211/377/2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5596/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ