Legislator Case Law & Legislation
1576/2017 AI generated

1576/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1576/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1576/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα διαφορετικά ποσά που αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούνται να καταβάλουν οι ως άνω συνυπόχρεοι οφείλονται στο ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία και ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου προέβαλαν στο Πρωτοδικείο ενστάσεις που δεν προέβαλε η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου καθώς και ότι με τις εφέσεις τους προσέβαλαν κεφάλαια της πρωτόδικης, τα οποία δεν προσέβαλε με έφεση η ιδιοκτήτρια του ΙΧΕ αυτοκινήτου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1576 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1576/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Δ. Γ. του Σ. και 2) Ν. Κ. του Ε., συζ. Δ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Κωνσταντίνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 9-10-2011 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς και με την από 6-2-2012 κύρια παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ν.π.δ.δ. "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2595/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 364/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 7-11-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της .../2014 αίτησης αναίρεσης, την παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 364/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη …/1-7-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 364/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποίο αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το όρθρο 561 παρ. 2 Κ.ΠοΛ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Με την από 10-2-2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσίβλητοι, ισχυριζόμενοι ότι από τη σύγκρουση της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, που οδηγούσε ο πρώτος τούτων, με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της δεύτερης εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ>>, που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος, Κ. Β. και ήταν ασφαλισμένο στην πρώτη εναγομένη - ήδη αναιρεσείουσα, που οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω οδηγού του αυτοκινήτου, προκλήθηκε ο σοβαρός τραυματισμός του πρώτου ενάγοντος και η ολοσχερής καταστροφή της μοτοσικλέτας, ζήτησαν, μετά το νόμιμο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικού σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι τους οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο δε τούτων και ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 Α.Κ.

Η αγωγή συνεκδικάσθηκε με την από 9-10-2011 ανακοίνωση της αναιρεσείουσας προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και την οπό 6-2-2012 κύρια παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ΙΚΑ- ETA κατά των εναγομένων με την κύρια αγωγή, αλλά και κατά του οδηγού της μοτοσικλέτας. Με την 2595/2012 απόφασή του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε συνυπαίτιους του ένδικου ατυχήματος τον εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 65%, και τον ενάγοντα οδηγό της μοτοσικλέτας, κατά ποσοστό 35%, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και στο σύνολο της την κύρια παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησαν εφέσεις α) η αναιρεσείουσα, β) ο οδηγός του ΙΧΕ Κ. Β. και γ) η δεύτερη εναγομένη εταιρεία, ενώ οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν δια των προτάσεων αντεφέσεις. Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνυπαίτιους τους δύο οδηγούς για το ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά τα αυτά ποσοστά, ήτοι τον εναγόμενο οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου κατά 65% και τον αναιρεσίβλητο οδηγό της μοτοσικλέτας κατά 35%, έκρινε επίσης ότι η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου ευθύνεται μέχρι την αξία του, ήτοι μέχρι το ποσό των 25.000 ευρώ, δέχθηκε τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν τις αντεφέσεις και δέχθηκε εν μέρει τις δύο αγωγές.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία καθώς και ο οδηγός του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκίνητου υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 104.880,01 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 3.225 ευρώ, αμφότερα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει μέχρι του ποσού των 25.000 ευρώ, εις ολόκληρον με τους ανωτέρω, προφανώς μέχρι το ποσό που εκείνοι οφείλουν, στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 285.166,51 ευρώ, στην δε δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 65.575,50 ευρώ, καταβλητέα όπως ορίζεται στην απόφαση.

Τα διαφορετικά ποσά που αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούνται να καταβάλουν οι ως άνω συνυπόχρεοι οφείλονται στο ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία και ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου προέβαλαν στο Πρωτοδικείο ενστάσεις που δεν προέβαλε η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου καθώς και ότι με τις εφέσεις τους προσέβαλαν κεφάλαια της πρωτόδικης, τα οποία δεν προσέβαλε με έφεση η ιδιοκτήτρια του ΙΧΕ αυτοκινήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η επικαλούμενη αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον λόγο αυτό, όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ 13/1995, Α.Π. 87/2013). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων

η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του έχει αντιφατικές διατάξεις, διότι δεν καθίσταται σαφές αν αναγνωρίζεται ότι αυτή (αναιρεσείουσα) υποχρεούται να καταβάλει, πέραν των προαναφερθέντων ποσών (104.880,01 ευρώ και 3.225 ευρώ), που ορίζονται στην οικεία διάταξη και τα επί πλέον ποσά των 285.166,52 ευρώ και 65.575,50 ευρώ, μέχρι των οποίων αναγνωρίζεται η οφειλή (αλλά όχι και υποχρέωση προς πληρωμή) της ιδιοκτήτριας εταιρείας.

Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 562 παρ.2) στο διατακτικό της διαλαμβάνει, ως προς την από 10-2-2011 κύρια αγωγή, μία διάταξη, με την οποία αναγνωριζεται η υποχρέωση του Κ. Β. και της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλουν, εις ολόκληρο έκαστος, τα ποσά των 104.880,01 ευρώ και 3.225 ευρώ στον πρώτο και την δεύτερη των εναγόντων, αντίστοιχα, και μία άλλη διάταξη, με την οποία αναγνωρίζεται η υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης <<... Α.Ε.>> να καταβάλουν στους ενάγοντες, μέχρι του ποσού των 25.000 ευρώ, εις ολόκληρον με τους άλλους δυο εναγομένους, κατά τα προεκτέθεντα, τα ποσά των 285.166,51 ευρώ και 65.575,50 ευρώ, αντίστοιχα. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει αντίφαση στο διατακτικό και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ " η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνέπεια της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία - παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό_της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα_έχει στην επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος.

Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή_παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, συμφώνα με τις παραγράφους 3 και 6 του όρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία

αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. 'Ετσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία η παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.

Το ύψος του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ' αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή, της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλαδή με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει δέχθηκε σε σχέση με την επιδίκαση στο αναιρεσίβλητο της κατά_το άρθρο 931 Α.Κ πρόσθετης χρηματικής παροχής τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πριν από τον τραυματισμό του ο ενάγων, ηλικίας κατά το χρόνο εκείνο 43 ετών, ήταν υγιέστατος και δραστήριος, άτομο παραγωγικής ηλικίας κατά το χρόνο εκείνο 43 ετών, ήταν υγιέστατος και δραστήριος, άτομο παραγωγικής ηλικίας με εξωστρέφεια, κοινωνικότητα και προσαρμοστικότητα, πλην όμως εξαιτίας του άνω τραυματισμού του και των απορρεουσών από αυτόν σοβαρών συνεπειών, και ειδικότερα της αδυναμίας του να κινηθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί λόγω της παραπληγίας του, αυτός κατέστη μόνιμα ανάπηρος σε ποσοστό 80%, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω.

Εκ της αιτίας αυτής ο ενάγων έχει μειωθεί κοινωνικά και η αναπηρία του έχει επηρεάσει τις κοινωνικές συναναστροφές και την κοινωνική δραστηριότητα που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος της ηλικίας του, περιορίζοντας δραματικά τις δυνατότητες του να εξελιχθεί στον διαπροσωπικό και κοινωνικό τομέα εφόσον δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετείται και χρειάζεται απαραίτητα τη βοήθεια τρίτου προσώπου.

Επίσης, εξαιτίας της αναπηρίας του έχει επηρεαστεί η επαγγελματική του δραστηριότητα αφού από την ημέρα του ατυχήματος και μετά δεν μπορεί να εργαστεί ως υδραυλικός και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι ανίκανος να ασκήσει οποιαδήποτε εργασία. Ως, εκ τούτου καθίσταται πλέον αδύνατη η οποιαδήποτε επαγγελματική του εξέλιξη και σταδιοδρομία.

Όσον αφoρά ιδιαίτερα την κοινωνική εξέλιξη του ενάγοντος και την επίδραση του τραυματισμού του σ' αυτήν, δοθείσης και της οικογενειακής του κατάστασης (έγγαμος με ένα τέκνο), είναι πράγματι καταλυτική, διότι έχει στιγματιστεί όχι μόνο η εξωτερική του εμφάνιση, αλλά και η συμπεριφορά του, εφόσον χρειάζεται συνεχή ιατρική παρακολούθηση και πιθανές μελλοντικές επεμβάσεις με αβέβαιο αποτέλεσμα και περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό η κοινωνική του ζωή με την οικογένεια του και η προσωπική του ζωή με τη σύζυγό του.

Βάσει λοιπών όλων των ανωτέρω, δηλαδή της μόνιμης αναπηρίας του ενάγοντος και τις από αυτήν επιδράσεις στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του κατάσταση και εξέλιξη, δικαιούται ο ενάγων ως ιδιαίτερη, κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, αποζημίωση, το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000 €) ευρώ, απορριπτομένου του επιπλέον ως ουσιαστικά αβασίμου".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε την ως άνω προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 931 σε συνδ. με το άρθρο 300 Α.Κ., αφού κατά την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο της κατά το άρθρο 931 Α.Κ. πρόσθετης χρηματικής παροχής δεν συνυπολόγισε κατά τον εκτιθέμενο ανωτέρω τρόπο, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του (που σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ανέρχεται σε 35%).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι ευθέως παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ δεν ιδρύεται η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του ως άνω άρθρου και ο λόγος αυτός κατά τη δεύτερη αιτίασή του, με την οποία προσάπτεται εκ πλαγίου παραβίαση των αυτών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω θα πρέπει, μετά την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση και δη κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. αποζημιώσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.ΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ., άρθρο 12 ν. 4055/2012 και άρθοο 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 178,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 364/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος και δη κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. αποζημιώσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Παραπέμπει κατά το μέρος τούτο, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου με αριθμούς …, …, … (Δημοσίου) και …, … και … (ΤΑΧΔΙΚ), στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ