Legislator Case Law & Legislation
1576/2012 AI generated

1576/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1576/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1576/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Keywords

AI generated
fixed-term work seasonal employment duration of incapacity recording of working time Sunday work authorization legal working time
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1576 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1576/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Βουλγαράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ Γ. Κ. ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μαύρο Μαυρουδή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18156/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2149/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 11-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 Α.Ν. 547/1937), προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως (ΑΠ 113/2009).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 365/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 1-9-1975 ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία (της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος τυγχάνει ομόρρυθμος εταίρος), η οποία διατηρεί στη ...

επιχείρηση εστιατορίου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για να εργασθεί ως σερβιτόρος στο κατάστημά της, που λειτουργεί αποκλειστικά κατά τους χειμερινούς μήνες και συγκεκριμένα από Σεπτέμβριο μέχρι και τέλη Μαΐου. Έτσι -δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο- από το έτος 1975 μέχρι και το έτος 2006 η εναγομένη εταιρεία προσλάμβανε τον ενάγοντα, κάθε φορά με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για να εργασθεί στο κατάστημά της, με την παραπάνω ιδιότητά του, από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι τέλος Μαΐου του επόμενου έτους, ενώ, όπως συνέβαινε και με όλους τους άλλους εργαζόμενους στο κατάστημα της εναγομένης, ο ενάγων δεν εργαζόταν σ' αυτό κατά τους ενδιάμεσους θερινούς μήνες (Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο), κατά τους οποίους ελάμβανε επίδομα ανεργίας ή απασχολείτο σε άλλα παρόμοια καταστήματα.

Κατά τον τρόπο αυτό, που υπαγορευόταν από την τακτική της εναγομένης εταιρείας και αποδεχόταν ο ενάγων κατά την σύναψη κάθε σύμβασης, γεγονός το οποίο συνομολογείται και από τον ίδιο, εργάσθηκε ο ενάγων στο εστιατόριο της εναγομένης επί 31 συνεχή έτη, δηλαδή κάθε Σεπτέμβριο συνήπτε με αυτή σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας εννέα περίπου μηνών.

Υπό τα περιστατικά αυτά - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - οι διαδοχικές, 31 στον αριθμό, συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον ο καθορισμός της διάρκειάς τους (ενδίκων συμβάσεων) δεν γινόταν με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων, άλλωστε κάτι τέτοιο ούτε ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του, αλλά, αντίθετα, δικαιολογείται από την πάγια και μακροχρόνια λειτουργία του καταστήματος της εναγομένης μόνο κατά τους χειμερινούς μήνες, τακτική την οποία γνώριζε ο ενάγων και ελάμβανε υπόψη του κάθε φορά που συμφωνούσε να εργάζεται κατά την διάρκεια των μηνών αυτών.

Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, οι ένδικες συμβάσεις έπαυαν αυτοδικαίως, όταν έληγε ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκαν, δηλαδή περί τα τέλη Μαΐου κάθε έτους, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία αυτών και καταβολή αποζημιώσεως και συνακόλουθα απέρριψε την σχετική αγωγική αξίωση, με την οποία ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι στην επιχείρηση (εστιατόριο) της αναιρεσίβλητης εταιρείας εργάσθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζητούσε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 669, 672 του ΑΚ και 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αν, με τα γενόμενα δεκτά, εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις αυτές.

Συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αναιρέσεως, πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, κατά το ένα του μέρος, εκείνο της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων, και πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, άλλως για ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς το ζήτημα, ότι οι μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 1 του β.δ. 748/1966, κατά τις Κυριακές και τις οριζόμενες στο άρθρο 4 του βασιλικού αυτού διατάγματος αργίες και υπό τις στο διάταγμα αυτό διακρίσεις απαγορεύεται στους διαβιούντες στο Κράτος οπαδούς κάθε θρησκεύματος, κάθε βιομηχανική, βιοτεχνική, εμπορική εργασία και κάθε επαγγελματική εν γένει δραστηριότητα.

Ακόμη, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του ίδιου β.δ/τος "Μισθωτοί εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενοι κατά Κυριακήν, εξαιρέσει της περιπτώσεως της παρ. 1 του άρθρου 6 του παρόντος, άνω των πέντε ωρών, δικαιούνται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως ταύτης και των άλλων ενδεχομένων συνεπειών, αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως, διάρκειας 24 ωρών κατ'άλλην εργάσιμον ημέραν της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος, αρχομένων από της ώρας λήξεως της εργασίας", κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου 10 του ως άνω β.δ/τος "Μισθωτός εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενος κατά Κυριακήν μέχρι πέντε ώρας δύναται να αξιώσει ισόχρονον αναπληρωματικήν εβδομαδιαίαν ανάπαυσιν εκ του εργασίμου χρόνου άλλης ημέρας της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος".

Περαιτέρω, με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της υπ' αριθμ. 102/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθμ. 21768/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 11452/1985 απόφαση του ίδιου Υπουργού, και τις μεταγενέστερες διαιτητικές αποφάσεις που παραπέμπουν σ' αυτή, καθιερώθηκε από 1-1-1985 πενθήμερη, 40 ωρών, εργασία την εβδομάδα και δύο συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης στους εργαζόμενους σε όλα τα καταστήματα του άρθρου 1 της διαιτητικής αυτής απόφασης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το προσωπικό των εστιατορίων.

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 904 του ΑΚ, συνάγεται ότι σε εκείνον που παρέσχε νόμιμα την εργασία του κατά την ημέρα της Κυριακής, επί χρόνο άνω των πέντε (5) ωρών, πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική - εβδομαδιαία ανάπαυση, διάρκειας 24 συνεχών ωρών, σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή.

Η εκουσία ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από τους παραπάνω κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις άνω ημέρες, υπό τις ίδιες συνθήκες, υπό τις οποίες ακύρως εργάσθηκε κατά τις ημέρες αυτές ο μισθωτός.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας ερευνάται επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων (αναιρεσείων) ισχυρίσθηκε, εκτός των άλλων, και ότι εργαζόταν στην επιχείρηση εστιατορίου των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), ως σερβιτόρος, οκτώ (8) ώρες ημερησίως, επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα, παρά το ισχύον για το προσωπικό των εστιατορίων σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, συμπεριλαμβανομένης πάντοτε της ημέρας της Κυριακής, και ότι, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, κατά μήνες και εβδομάδες, χρονικά διαστήματα εργασίας του, ελάμβανε μόνο μία ημέρα αναπαύσεως την εβδομάδα, πάντοτε ημέρα καθημερινή (για την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές), ενώ έπρεπε να λαμβάνει δύο ημέρες αναπαύσεως εβδομαδιαίως, γι' αυτό και ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ως αποζημίωση για παράνομη στέρηση εβδομαδιαίας αναπαύσεως, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 5.500,16 ευρώ, το οποίο θα κατέβαλαν αυτοί σε άλλο μισθωτό, έχοντα τα ίδια προσόντα, που θα απασχολούσαν, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημέρες, για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς το άνω αίτημα του ενάγοντος ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι, κατά το περιεχόμενο αυτής (αγωγής), δεν συντρέχουν οι όροι του αδικαιολόγητου πλουτισμού των διατάξεων του άρθρου 904 ΑΚ, που απαιτούνται για την θεμελίωση της εν λόγω, από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, αξιώσεως του ενάγοντος.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά το έτερο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την κρίση του αυτή παραβίασε τις διατάξεις της ως άνω υπ' αριθμ. 102/1984 Διαιτητικής Αποφάσεως, με την οποία καθιερώθηκε πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και δύο συνεχόμενες ημέρες αναπαύσεως για τους εργαζόμενους σε εστιατόρια, όπως και ο αναιρεσείων, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το εξεταζόμενο εδώ μέρος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, διότι, πράγματι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το άνω αίτημα αυτής, που απέρριψε ως μη νόμιμο το Εφετείο, συνιστάμενο, κατά τα εκτιθέμενα πάντοτε στην αγωγή, στην απόδοση της ωφέλειας, που αδικαιολόγητα αποκόμισαν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) από την εργασία του ενάγοντος κατά την ημέρα της δεύτερης αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως, με την οποία εργασία του απέφυγαν ισόποση καταβολή σε άλλο μισθωτό, που θα προσλάμβαναν για να εργασθεί στη θέση του ενάγοντος κατά την δεύτερη ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεώς του, στηριζόταν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στις επικαλούμενες, για την θεμελίωση της εν λόγω επίδικης αξιώσεως του ενάγοντος, διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", υπό την έννοια της άνω διατάξεως, η λήψη ή μη λήψη των οποίων υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας στοιχειοθετεί τον εξ αυτής αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή ο λόγος εφέσεως ή αντεφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης.

Έτσι, δεν είναι "πράγματα" με την ανωτέρω έννοια, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως δεν είναι "πράγματα" κατά την ίδια έννοια και τα αποδεικτικά μέσα, η παράλειψη της εκτιμήσεως των οποίων (εφόσον έχει γίνει επίκληση και προσκομιδή αυτών) από την προσβαλλόμενη απόφαση, ελέγχεται αναιρετικώς με το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ.

Επίσης, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα πραγματικό ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς, που πρότεινε ο αναιρεσείων με την έφεσή του και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του, ότι εργάσθηκε στην επιχείρηση της αντιδίκου του -ονομαστό εστιατόριο στη ...

με τον διακριτικό όνομα "ΚΡΙΚΕΛΑΣ"- με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το έτος 1975 μέχρι το έτος 2006, επί 31 συναπτά έτη, ότι η εν λόγω επιχείρηση έχει μόνιμο και όχι εποχιακό χαρακτήρα, καθόσον το ως άνω εστιατόριο δεν λειτουργεί για τις ανάγκες της τουριστικής σαιζόν, αλλά διαθέτει μόνιμη και εκλεκτή πελατεία, ότι απολύθηκε χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, ότι κάθε χρόνο υπέγραφε σύμβαση εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1η Σεπτεμβρίου έως την 30η Μαΐου κάθε έτους, οπότε η εναγομένη τον απέλυε εικονικά, όπως άλλωστε και όλους τους άλλους συναδέλφους του, δίδοντας σ' αυτόν σχετική βεβαίωση με σκοπό να λάβει επίδομα ανεργίας και αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να τον επαναπροσλάβει την 1η Σεπτεμβρίου, σε περίπτωση δε αρνήσεώς της προς τούτο θα ήταν υποχρεωμένη να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, ούτε εξέτασε το Εφετείο τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που ενίσχυαν τους ισχυρισμούς αυτούς.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και αναπτύχθηκε ανωτέρω, το Εφετείο, εξετάζοντας την βασιμότητα των σχετικών λόγων της εφέσεως του αναιρεσείοντος, επανεκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς έλαβε υπόψη τους προβαλλόμενους με τους λόγους αυτούς ως άνω ισχυρισμούς του, τους οποίους και απέρριψε.

Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι το Εφετείο δεν απήντησε ειδικώς στα προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα επιχειρήματα για την αξιοπιστία των μαρτύρων του, που εξετάστηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και για την βαρύτητα των εγγράφων βεβαιώσεων - δηλώσεων της αντιδίκου του ομόρρυθμης εταιρείας, αφού τα πραγματικά επιχειρήματα και τα συμπεράσματα του αναιρεσείοντος από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και την εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ και όταν ακόμη προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο παραπάνω δεύτερος λόγος της αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εφόσον βέβαια από την γενική αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιόν του ο αναιρεσείων, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά του (αναιρεσείοντος) Γ.

Χ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε την υπ' αριθμ. .../2009 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του Λ. Ζ. και Ν. Τ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, αλλά ούτε και τις έγγραφες βεβαιώσεις - δηλώσεις των αντιδίκων του, που νομίμως είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ενός από κάθε πλευρά) στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού, η υπ' αριθμ. .../9-1-2008 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που ελήφθη με επιμέλεια των εναγομένων, ύστερα από νομότυπη κλήτευση του ενάγοντος (βλ.

υπ' αριθμ. .../7-1-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...), η υπ' αριθμ. .../27-3-2009 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που ελήφθη με επιμέλεια του ενάγοντος, ύστερα από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων (βλ. υπ' αριθμ. .../23-3-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο ίδιο Πρωτοδικείο Β.

Τ.) και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα παραπάνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη εκείνης που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, που υπάγεται στην ρύθμιση του άρθρου 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ και όχι και σε εκείνη του αριθμού 13 του ίδιου άρθρου, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με το να αποδώσει στην κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μεγαλύτερη αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος (αναιρεσείοντος), που εξετάσθηκαν, ο ένας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι άλλοι δύο ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, και μεγαλύτερη βαρύτητα από τις επικαλεσθείσες και προσκομισθείσες από τον ενάγοντα έγγραφες βεβαιώσεις - δηλώσεις της εναγόμενης εταιρείας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, τα οποία έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη και εκτιμώνται, κατά τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας.

Σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, που κρίθηκε βάσιμος ο λόγος αυτός, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνο κατά το κεφάλαιό της, που αφορά το αίτημα της ένδικης αγωγής για επιδίκαση στον αναιρεσείοντα αποζημιώσεως, λόγω παράνομης στερήσεως της δεύτερης (ημέρας) εβδομαδιαίας αναπαύσεως αυτού, βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο (Θεσσαλονίκης), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, λόγω της μερικής μόνο αποδοχής της αναιρέσεως (άρθρα 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2149/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ