Legislator Case Law & Legislation
1576/2010 AI generated

1576/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1576/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ. Οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται οι, αληθώς, από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι 8 και 9) ΚΠολΔ, πλημμέλειες είναι βάσιμοι.

Legislator headnote

AI generated

1576/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1576 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ. Οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται οι, αληθώς, από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι 8 και 9) ΚΠολΔ, πλημμέλειες είναι βάσιμοι.

Αριθμός 1576/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρακτινιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4213/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20-5-2007 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 558/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4213/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 2836/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-8-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος και να γίνει δεκτός κατά τα λοιπά. Να γίνουν δεκτοί και οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που έκανε δεκτά το δικαστήριο της ουσίας και τα οποία πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής.

Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ, καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. 'Ετσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, δικηγόρος, με την από 12-12-2002 αγωγή του, ζήτησε την επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής, για την εκτέλεση δικαστικών και εξώδικων πράξεων, στις οποίες προέβη στα πλαίσια σχετικής εντολής. Το πρωτοβάθμιο (Δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την 93/2003 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως καταχρηστικώς ασκηθείσα.

Την απόφαση αυτή, αντικαθιστώντας την αιτιολογία της, επικύρωσε το Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 4213/2004 απόφασή του. Κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου, ο αναιρεσείων άσκησε την από 20-5-2007 αίτηση αναιρέσεως. Με την επ' αυτής απόφαση του Αρείου Πάγου 558/2008 και κατά παραδοχή των πρώτου και έκτου λόγων της αναιρέσεως, αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου για τους, από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 19 ΚΠολΔ, λόγους και συγκεκριμένα διότι το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση εξοφλήσεως ως ορισμένη, αν και ήταν αόριστη και ακόμη διότι περιέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, όσον αφορά την έκταση των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από 6-2-1996 έως 8-12-1997, παρέπεμψε δε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εξάλλου, από την επισκόπηση της, από 12-12-2002 αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων, επικαλέστηκε με αυτήν, ότι την 17-2-1994 συνήψε με τον εναγόμενο σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος του ανέθεσε να προβεί σε όλες τις απαραίτητες, δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προς αντίκρουση της στρεφομένης εναντίον του αγωγής του ...

και να διεξαγάγει όλες τις συναφείς με την αστική του υπόθεση ποινικές δίκες, ότι σε εκτέλεση της ένδικης εντολής, για την οποία δεν υπήρξε ειδική περί αμοιβής του συμφωνία, προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή του δικαστικές ενέργειες, οι οποίες εκτεiνονται μέσα στο χρονικό διάστημα από 17/2/1994 μέχρι 8/12/1997 που ο εναγόμενος ανακάλεσε την ένδικη εντολή.

Ότι για τις δικαστικές ενέργειες τις οποίες διενήργησε εντός του χρονικού διαστήματος από 17/2/1994 μέχρι 6/2/1996 ο εναγόμενος του κατέβαλε τη νόμιμη αμοιβή του και τα έξοδα στα οποία υπεβλήθη ενώ για τις ενέργειες που προέβη από την 6/2/1996 μέχρι την 8/12/1997 ο εναγόμενος του έχει καταβάλει έναντι της νόμιμης αμοιβής και των εξόδων, το ποσό των 800.000 δρχ., του οφείλει δε το υπόλοιπο από δρχ. 2.300.300, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 360.000 ως αντίτιμο της διαμονής του, λόγω παραθερισμού επί 15νθήμερο, το καλοκαίρι των ετών 1996 στην οικία του στο ....

Με βάση τα παραπάνω ζήτησε με την αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 1.940.000 δραχμών, ως υπόλοιπο οφειλομένης αμοιβής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Επομένως από το περιεχόμενο της σαφώς προκύπτει ότι αίτημα της αγωγής και αντικείμενο της δίκης ήταν μόνο η επιδίκαση των απαιτήσεων του ενάγοντος, με βάσει τη σύμβαση εντολής, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 6-2-1996 μέχρι την 8-12-1997, τη βασιμότητα η μη των οποίων είχε αρμοδιότητα να ερευνήσει το δικαστήριο.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (2836/2009), το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε ότι η υπόθεση φέρεται ενώπιον του προς περαιτέρω εκδίκαση και για το προγενέστερο χρονικό διάστημα(17-2-1994 έως 6-2-1996) στη συνέχεια δε, κρίνοντας επί του συνόλου των απαιτήσεων αυτών, δέχθηκε ότι, στα πλαίσια της εκτελέσεως της ένδικης εντολής οι συνολικές απαιτήσεις του ενάγοντος(προγενέστερες και μεταγενέστερες της 6-2-1996) ανέρχονται στο ποσό των 2.152.514 δραχμών και ότι 1) έναντι αυτών, ο ίδιος εισέπραξε από τον εναγόμενο για αμοιβή και έξοδα το ποσό των 2.380.000 δραχμών, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και εκείνο των 1.280.000 δρχ.

που συνομολογούσε ο ενάγων ότι του καταβλήθηκε για την εξόφληση των απαιτήσεων του για το προγενέστερο όμως και μόνο χρονικό διάστημα, προσδιοριζομένων τούτων (προγενεστέρου διαστήματος), με την απόφαση σε μικρότερο ποσό, από εκείνο που ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του και 2) εφόσον ο ενάγων αφαιρεί εκ του συνολικά οφειλομένου για τις προεκτεθείσες αιτίες ποσού και το ποσό των 360.000 δραχμών, που αντιπροσωπεύει το αντίτιμο της διαμονής λόγω παραθερισμού στην οικία του εναγομένου στο ...

κατά τα καλοκαίρια των ετών 1996 και 1997, ουδέν ποσό οφείλει ο εναγόμενος στον ενάγοντα, με βάση δε τα παραπάνω απέρριψε την αγωγή στο σύνολο της. Με την κρίση του όμως αυτή, το Εφετείο παρά το νόμο 1) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα δέχθηκε ότι η συνομολογούμενη από τον ενάγοντα, καταβολή, αφορούσε και τις μεταγενέστερες δικαστικές ενέργειες του, αν και από την αγωγή σαφώς προκύπτει ότι η σχετική ομολογία του αναφερόταν στην εξόφληση της αμοιβής του για το προγενέστερο χρονικό διάστημα και μόνο και 2) επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ενόψει του ότι αντικείμενο της αγωγής ήταν μόνο οι απαιτήσεις για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε και η συνομολογούμενη από τον ενάγοντα καταβολή αφορούσε άλλο χρονικό διάστημα.

Κατ' ακολουθία οι πρώτος και δεύτερος, (κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, αληθώς, από το άρθρο 559 αριθ.1 (και όχι 8 και 9) ΚΠολΔ, πλημμέλειες είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους, πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2836/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ