Legislator Case Law & Legislation
1575/2025 AI generated

Supreme Court dismisses water utility's appeal against lower court rulings on evidence admissibility.

Case Number 1575/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the water utility's appeal against the First Instance and Court of Appeal judgments. The utility argued that the lower courts improperly relied on a non-final criminal judgment as evidence, violating the presumption of innocence. The court rejected this, ruling that such a document is a permissible evidentiary means under the Civil Procedure Code and that the presumption of innocence does not bar civil courts from reaching a different factual conclusion based on proven evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339, 559 of the Civil Procedure Code; The presumption of innocence does not prevent a civil court from adopting a non-final criminal judgment as admissible evidence if it is legally permitted, provided the court reaches its conclusion based on the evidence presented.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code admissibility of evidence non-final criminal judgment presumption of innocence civil court discretion evidentiary means appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Civil Procedure Code
Article 568 of the Civil Procedure Code
Article 559 number 11 section a of the Civil Procedure Code
Article 339 of the Civil Procedure Code
Article 6 paragraph 2 of the European Convention on Human Rights
Article 14 paragraph 3 of the International Covenant on Civil and Political Rights
Article 276 paragraph 1 of Law 3463/2006
Article 495 paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Article 176, 183, 191 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1575 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1575/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: "ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ (Δ.Ε.Υ.Α.) ΠΥΛΑΙΑΣ - ΧΟΡΤΙΑΤΗ", που εδρεύει στο Ασβεστοχώρι του Νομού Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 27-3-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 823/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1938/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση αμφοτέρων των αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-12-2022 αίτησή της και τους από 19-9-2023 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 568 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσίβλητου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτησή της, ούτε παρέστησαν με την κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως.

Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ... ΚΑΙ ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Σ. Κ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, αυτή επέδωσε στους αναιρεσίβλητους νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της από 6/12/2022 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να δικαστούν ερήμην και να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.

Από τη διάταξη αυτή η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων προκύπτει, ότι, αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων, άλλως είναι απαράδεκτη ως προς την απόφαση του δικαστηρίου στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε (ΑΠ 1641/2024, ΑΠ 557/2024, ΑΠ 215/2024, ΑΠ 1643/2023, ΑΠ 1995/2022, ΑΠ 129/2022).

Με την υπό κρίση από 6/12/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται α) η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1938/2002 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν οι συνεκδικαζόμενες, από 11/3/2020 και 15/4/2021 εφέσεις των εναγόντων (αναιρεσίβλητων) και της εναγομένης (αναιρεσείουσας) αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ.823/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και β) η πρωτόδικη υπ' αριθμ. 823/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την υπ' αριθμ. 823/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, λόγω μη καταθέσεως του οικείου δικογράφου στην Γραμματεία του ανωτέρω Δικαστηρίου.

Ως προς την υπ' αριθ. 1938/2002 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της, στις 6/12/2022, στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 10/2018) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 30/9/2022, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (6/12/2022), δεν είχε παρέλθει διετία.

Είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.1, 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκε ως προς την υπ' αριθ 1938/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με το από 19/9/2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20/9/2023 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 23/11/2023, δηλαδή τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως τούτο προκύπτει από τις υπ'αριθμ. ...

και ....2023 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Γ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ενώ ο ίδιος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ως προς την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 823/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ύστερα από την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης πρέπει να απορριφθεί, διότι η άσκησή του προϋποθέτει παραδεκτή άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως.

Επομένως, ο πρόσθετος αυτός λόγος, που συνεκδικάζεται με την αίτηση αναίρεσης λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (αρθρ.246 ΚΠολΔ), εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης υπ' αριθ 1938/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθ. 569 § 2 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτός (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί ως προς την βασιμότητά του.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1667/2022). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ. προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ήτοι ικανή και πρόσφορη αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 810/2017).

Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Εφόσον η έννοια της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστη νομική έννοια, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει, αν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011).

Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 775/2022, ΑΠ 517/2020, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα......", συνάγονται και τα ακόλουθα:

α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα τα πρόσωπα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους. β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων, δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71 ΑΚ. (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 835/2022, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 263/2021).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:

το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Από το ως άνω άρθρο προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις) αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται, κατ` αρχήν, αναιρετικώς ανέλεγκτα, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, από τους αρ. 1 ή 19, αναλόγως), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, 66/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 511/2020, ΑΠ 865/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023,ΑΠ 1290/2022). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 51/2022, ΑΠ 233/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ1011/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του (561 παρ.2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Με την με αριθμό 3121/2005 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Χορτιάτη του Νομού Θεσσαλονίκης, που αφορά τη σύσταση, στον ομώνυμο Δήμο ενιαίας επιχείρησης ύδρευσης - αποχέτευσης, συστήθηκε στον Δήμο Χορτιάτη του Νομού Θεσσαλονίκης, ενιαία επιχείρηση ύδρευσης - αποχέτευσης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΧΟΡΤΙΑΤΗ" (ΥΑ 16024/2006 - ΦΕΚ Β 552/2006)(ήδη αναιρεσείουσα, μετά την, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, τροποποίηση της επωνυμίας της).

Σκοπός της επιχείρησης είναι η μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εκμετάλλευση έργων μεταφοράς, η διοίκηση και λειτουργία των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης ακαθάρτων και όμβριων υδάτων, καθώς και των μονάδων επεξεργασίας λυμάτων και αποβλήτων της περιοχής αρμοδιότητάς της. Η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης - αποχέτευσης είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με κοινωφελή χαρακτήρα και διέπεται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία και συντήρηση των έργων της αρμοδιότητας της, καθώς και τις πηγές χρηματοδότησής της από τις διατάξεις του ν. 1069/1680 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως".

Για τα λοιπά θέματα εφαρμόζονται οι διατάξεις του Δ.Κ.Κ. (π.δ. 410/1995) και οι κανόνες ιδιωτικής οικονομίας (άρθρο 1 § 1 ν. 1069/1980). Έδρα της επιχείρησης είναι ο Δήμος Χορτιάτη(ς) του Νομού Θεσσαλονίκης (άρθρο 1 § 3 ν. 1069/1980). Η σύσταση της επιχείρησης δικαιολογείται από τους ακόλουθους λόγους: α) Με τη σύσταση αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1069/1980, δημιουργείται ένας φορέας με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και ευελιξία, ο οποίος αντιμετωπίζει ριζικά, μεθοδικά και μακροχρόνια όλο το σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης του Δήμου με την εκμετάλλευση και λειτουργία των συναφών έργων ύδρευσης και αποχέτευσης και τα θέματα της καθαριότητας, και β) εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση των έργων αυτών από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, από δανειοδότηση και από ιδίους πόρους που προβλέπονται υπέρ της επιχείρησης από το ν. 1069/1980 (άρθρο 1 § 1), αλλά και από προγράμματα και πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο τρόπος εκμετάλλευσης των έργων και υπηρεσιών θα γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1069/1980 (άρθρο 1 § 3), καθώς και με κανονισμούς που θα συνταχθούν σε συμφωνία με τις διατάξεις του νόμου ή κάθε άλλου νόμου που αντικαθιστά ή τροποποιεί αυτόν. Στην περιουσία της επιχείρησης ανήκουν τα έργα ύδρευσης και αποχέτευσης της περιοχής αρμοδιότητάς της, τα οποία εκτελέσθηκαν ή θα εκτελεσθούν με βάση τις μελέτες που εγκρίθηκαν ή θα εγκριθούν, όλοι οι υπόνομοι που υπάρχουν και οι εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης ακαθάρτων και όμβριων υδάτων, όλοι οι υπόνομοι ή ανοικτοί αγωγοί που εκβάλλουν άμεσα ή έμμεσα στο δίκτυο, καθώς επίσης και οι μονάδες επεξεργασίας πόσιμου ύδατος και υγρών αποβλήτων.

Η επιχείρηση διοικείται από το διοικητικό συμβούλιο, που αποτελείται από πέντε (5) μέλη τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το Δημοτικό Συμβούλιο, ο πρόεδρος δε του Διοικητικού Συμβουλίου εκπροσωπεί την επιχείρηση σε όλες τις σχέσεις της, δικαστικές και εξώδικες και σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του, ο Αντιπρόεδρος (άρθρο 5 § 4 ν. 1069/1980).

Μετά δε τη συνένωση του Δήμου Χορτιάτη με τον Δήμο Πυλαίας με την με αριθμό 62286/2011 (ΦΕΚ Β 2894/20-12-2011) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, τροποποιήθηκε η επωνυμία του νομικού προσώπου και συνακόλουθα και η περιοχή αρμοδιότητάς του, που είναι η Δημοτική Ενότητα Χορτιάτη του Δήμου Πυλαίας - Χορτιάτη.

Την 12-7-2016 και περί ώρα 07:45 π.μ., ο πρώτος των εναγόντων(ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής HYNDAI, μοντέλου 2006, το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του δευτέρου ενάγοντος(ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου), επί του 2ου χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού ...

με κατεύθυνση προς ... Στο σημείο εκείνο η ως άνω οδός διαθέτει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, που χωρίζονται με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή, υπήρχε αριστερή στροφή με κατωφέρεια προς τον ..., το δε συνολικό πλάτος της οδού είναι 7,30 μέτρα, 3,65 μέτρα ανά λωρίδα κατεύθυνσης. Επιπλέον, στο ως άνω σημείο της οδού κατά τη στιγμή του ατυχήματος ήταν ημέρα, επικρατούσε καλοκαιρία, με αραιή κυκλοφορία οχημάτων και ανύπαρκτη κυκλοφορία πεζών, ενώ η κατάσταση της οδού ήταν υγρή σε ορισμένο τμήμα του οδοστρώματος.

Ως προς δε την κίνηση του οχήματος, που οδηγούσε ο πρώτος των εναγόντων, υπήρχε ανώτατο όριο ταχύτητας 40 χλμ. ανά ώρα, οριζόμενο με πινακίδα Ρ-32. Κατά τον ίδιο χρόνο, στον ίδιο τόπο, κινείτο με αντίθετη κατεύθυνση, το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... που οδηγούσε η S. P. του J. Ξαφνικά ο πρώτος ενάγων απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, εισήλθε εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας και συγκρούσθηκε σφοδρά με το εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε με το εμπρόσθιο τμήμα του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν, μεταξύ άλλων, η πρόκληση σοβαρών υλικών ζημιών στο όχημα, ιδιοκτησίας του δευτέρου ενάγοντος που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών, αλλά και ο βαρύτατος τραυματισμός του τελευταίου. Πλησίον του σημείου που έλαβε χώρα το ατύχημα και δη στο ύψος της επιχείρησης - πολυχώρου εκδηλώσεων - με την επωνυμία "Grand Chateau", υπήρχε διαρροή υδάτων από αγωγό ύδρευσης του Δήμου Πυλαίας - Χορτιάτη, για την επιδιόρθωση της οποίας ήταν υπεύθυνο το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δια των προστηθέντων αρμόδιων οργάνων του.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις του μάρτυρα Π. Σ., υπευθύνου του καταστήματος με την επωνυμία "Crand Chateau", τόσο στο πλαίσιο της προκαταρτικής εξέτασης που διατάχθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για τη διερεύνηση τέλεσης του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, ύστερα από την υποβολή έγκλησης εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος, όσο και ενώπιον του ακροατηρίου, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που διεξήχθη για το ίδιο αδίκημα την 5-10-2018 ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στο σημείο πλησίον του ατυχήματος και δη από τη μεριά που κινείτο το όχημα του πρώτου ενάγοντος εντός της εισόδου της επιχείρησης - πολυχώρου εκδηλώσεων - υφίστατο διαρροή υδάτων, η οποία είχε διαπιστωθεί τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν το ατύχημα.

Ειδικότερα, ο παραπάνω μάρτυρας αναφέρει ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, κατόπιν ειδοποίησής του, έφερε συνεργείο προς αποκατάσταση του προβλήματος, έναν (1) μήνα πριν το ατύχημα, το οποίο πραγματοποίησε κάποιες εργασίες επιδιόρθωσης, προβαίνοντας στην κάλυψη του σκαμμένου τμήματος του οδοστρώματος, όπου είχε διαπιστωθεί το πρόβλημα διαρροής ύδατος, με χώματα και χαλίκια, δίχως όμως να επιλυθεί αυτό.

Ότι ειδικά μετά τις συχνές διακοπές του νερού, μόλις αυτό επανερχόταν, έρεε από το σημείο διαρροής με μεγάλη πίεση και υπερχείλιζε στο οδόστρωμα. Ότι τελικά η βλάβη επιδιορθώθηκε ολοσχερώς μετά το ατύχημα, ύστερα από επικοινωνία του με τον τότε αρμόδιο αντιδήμαρχο του Δήμου Πυλαίας - Χορτιάτη και την προσέλευση συνεργείου για την οριστική επιδιόρθωση της βλάβης.

Από δε τις φωτογραφίες που προσκομίζονται μετ' επικλήσεως από πλευράς των διάδικων μερών σε συνδυασμό με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ατυχήματος που συντάχθηκε από πλευράς του Α Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο σύνταξης έκθεσης αυτοψίας, εμφαίνεται ότι λόγω της πρόχειρης επισκευής που είχε επιχειρηθεί από συνεργείο που εργάστηκε για λογαριασμό του εναγόμενου νομικού προσώπου στην προδιαληφθείσα διαπιστωθείσα διαρροή ύδατος, με πρόχειρη επικάλυψη του ορύγματος, που είχε ανοιχθεί, με χώματα και χαλίκια, τα τελευταία, μετά τη νέα διαρροή ύδατος, είχαν εισέλθει εντός του οδοστρώματος.

Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού ήταν ο πρώτος των εναγόντων, περνώντας από το σημείο των διαρρεόντων υδάτων, συνεπεία της ολισθηρότητας που δημιουργείτο από την παρουσία τους σε συνδυασμό με τα χαλίκια που είχαν διασκορπιστεί στο ρεύμα κυκλοφορίας του, αλλά και της αμελούς οδηγητικής του συμπεριφοράς, να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα και να προκαλέσει την προμνησθείσα σύγκρουση.

Βάσει των ανωτέρω παρατιθέμενων στοιχείων προκύπτει ότι η επίδικη σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια τόσο του εναγόμενου νομικού προσώπου δια των προστηθέντων οργάνων του, για τον λόγο ότι, αν και ειδοποιήθηκε, δεν προέβη σε άμεση αποκατάσταση του προβλήματος που είχε διαπιστωθεί από διαρροή ύδατος επί αγωγού κεντρικής ύδρευσης επί του 2ου χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού ..., στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

εντός της εισόδου της επιχείρησης - πολυχώρου διασκέδασης με την επωνυμία " Grand Chateau", με αποτέλεσμα να υφίσταται ολισθηρότητα επί του οδοστρώματος, όσο και του πρώτου ενάγοντος οδηγού, ο οποίος οδηγούσε με ταχύτητα πέραν της επιτρεπόμενης, η οποία ήταν 40 χλμ. ανά ώρα, μην έχοντας τον απόλυτο έλεγχο του οχήματος, ώστε ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους ενδεδειγμένους χειρισμούς.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου ενάγοντος οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, στα πλαίσια άρνησης της αγωγής (και όχι προβολής ένστασης, όπως το ίδιο ισχυρίζεται), καθώς η ευθύνη του δεν θεμελιώνεται στη λειτουργία αυτοκινήτου και στον ΓπΝ/1911, αλλά στις παραλείψεις, που ειδικότερα του αποδίδονται με την υπό κρίση αγωγή, η οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 922,932, 298, 299, 330 ΑΚ.

Ειδικότερα, διότι η ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω της προπεριγραφείσας κατάστασης επιβεβαιώνεται από την με ημερομηνία Απριλίου 2019 προσκομισθείσα τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις συμπληρωματικές αυτής, που συνέταξαν οι πραγματογνώμονες - εκτιμητές ζημιών Σ. Α. και Α. Γ., στις οποίες γίνεται λόγος ότι ο διαφορετικός συντελεστής τριβής από την ύπαρξη νερού αλλά και χωμάτων - χαλικιών οδήγησε στην αστάθεια του οχήματος και στην απώλεια του ελέγχου από τον οδηγό του.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από πλευράς εναγομένου νομικού προσώπου από ...-2019 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Πολιτικού Μηχανικού Ι. Δ., ο οποίος ορίστηκε από το ΤΕΕ κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του εναγομένου, ούτε από την με αρ.

πρωτ. ...-2019 τεχνική έκθεση του χημικού μηχανικού Θ. Σ., στις οποίες γίνεται λόγος για έλλειψη συνθηκών αυξημένης ολισθηρότητας, για κλίση του οδοστρώματος που δεν επιτρέπει την εμφάνιση μόνιμων υδάτων, για ύπαρξη υδάτων που μπορεί να οφείλεται τόσο στην αναφερόμενη βλάβη, όσο και στο ποτιστικό σύστημα που υπάρχει από την επιχείρηση του πολυχώρου, καθότι αντικρούεται από την τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις συμπληρωματικές αυτής, που συνέταξαν οι πραγματογνώμονες - εκτιμητές ζημιών Σ.

Α. και Α. Γ., αλλά και από την επισκόπηση των ίδιων των φωτογραφιών που λήφθηκαν από το Τμήμα Τροχαίας Θεσσαλονίκης, στις οποίες καταφαίνεται ότι δεν υφίσταται εστία απώλειας υδάτων και οδήγησης αυτών επί του οδοστρώματος από το σύστημα ποτίσματος φυτών που είχε η επιχείρηση - πολυχώρου εκδηλώσεων με την επωνυμία " Grand Chateau" στο δεξιό μέρος της πορείας του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος των εναγόντων. Το δε γεγονός ότι ποσότητα νερών βρέθηκε σε μεγάλη απόσταση από το σημείο του ατυχήματος, το οποίο εντοπίζεται στο ανηφορικό τμήμα της επαρχιακής οδού ... προς ..., δεν δύναται να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση ως προς την προέλευση αυτών, καθότι η πίεση με την οποία διοχετεύονταν αυτά προς το οδόστρωμα, σε συνδυασμό με το ότι αυτοκίνητα που κινούνταν στο ανηφορικό ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

παρέσυραν αυτά, δικαιολογούν την παραπάνω κατάσταση. Η δε επίκληση του ισχυρισμού από πλευράς του εναγόμενου νομικού προσώπου ότι το πρώτον ειδοποιήθηκε για την επιδιόρθωση της βλάβης την 18-7-2016 και αυθημερόν προέβη στην επιδιόρθωσή της, προς απόδειξη του οποίου καταθέτουν στο πλαίσιο των δοθεισών ενόρκων βεβαιώσεων, που προσκομίζει το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, οι Ν.

Χ. του Ι., πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος του εναγομένου κατά τον χρόνο επέλευσης του ατυχήματος (όχι όμως και κατά τον χρόνο που δόθηκε η ως άνω ένορκη βεβαίωση), Θ. Σ. του Π., μηχανικός, και Γ. Τ. του Ι., μηχανικός της εργολάβου εταιρίας με την επωνυμία "ΛΙΑΧΤΙΔΑ ΑΤΕΒΕ", η οποία είχε αναλάβει την αποκατάσταση, επισκευή και συντήρηση του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης στη Δημοτική Ενότητα Χορτιάτη, το έτος 2016, διαψεύδεται τόσο από τις καταθέσεις του υπευθύνου της επιχείρησης - πολυχώρου διασκέδασης Π.

Σ. του Σ., ο οποίος είχε ιδία γνώση της κατάστασης, όσο και από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες που λήφθηκαν αμέσως μετά το ατύχημα, που καταδεικνύουν την ύπαρξη της διαρροής του υπόγειου αγωγού ύδρευσης την ημέρα του ατυχήματος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ήδη, δυνάμει της υπ' αρ. 13427/2018 απόφασης του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, ο Ν.

Χ. του Ι., ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος του εναγόμενου νομικού προσώπου, τιμωρήθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και δεκαπέντε (15) ημερών για τα αδικήματα της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, κατά συρροή, και της διατάραξης της ασφάλειας συγκοινωνιών από αμέλεια, αναγνωρισθείσας της υπαιτιότητάς του για την προμνησθείσα κατάσταση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το ατύχημα ο πρώτος των εναγόντων και οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας Ι. υπέστη κάκωση κεφαλής με θλαστικό τραύμα ινιακά, ευαισθησία θώρακος, κάταγμα οπίσθιου τόξου Α6 σπονδύλου, κάταγμα ΔΕ κλάδου της κάτω γνάθου, με συνοδό ευμεγέθες αιμάτωμα της περιοχής, παχυβλεννογονίτιδα ΑΡ γναθιαίου άντρου και αιμάτωμα δεξιάς ινιακής χώρας.

Αρχικά του τέθηκε σκληρός κηδεμόνας και εισήχθη στο χειρουργείο, ενώ υποβλήθηκε σε συντηρητική αντιμετώπιση της κατάστασής του και σε ακινητοποίηση της αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης (ΑΜΣΣ) με κολάρο τύπου Φιλαδέλφεια για πάνω από έξι (6) εβδομάδες, ήτοι από 15-7-2016 και ένθεν. Επίσης, υπό γενική αναισθησία πραγματοποιήθηκε στο πρόσωπο του, λόγω του κατάγματος γωνίας κάτω γνάθου (ΔΕ), ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος με πλάκες και βίδες τιτανίου με ενδοστοματική προσπέλαση.

Νοσηλεύθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ" από την 14-7- 2016 έως την 15-7-2016 και στη Στοματική και Γναθοπροσωπική Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" από 26-7-2016 έως την 30-7-2016. Την 25-7-2017 και την 23-1-2019 εξετάστηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών με την επωνυμία "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", εκδιδομένων των σχετικών πιστοποιητικών νοσηλείας, στα οποία γίνεται λόγος ότι ο πρώτος των εναγόντων παρουσιάζει σοβαρό μετατραυματικό σύνδρομο με κεφαλαλγίες, αυχεναλγίες και ιλίγγους στο πλαίσιο της προηγηθείσας παθολογίας και του περιτραυματικού συνδρόμου.

Χρήζει αποφυγής έντονης σωματικής κόπωσης, παραμένοντας υπό ιατρική παρακολούθηση. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι λόγω της κατάστασης της υγείας του ο πρώτος ενάγων είχε την ανάγκη κάποιου άλλου προσώπου κοντά του για να τον βοηθάει και να τον περιποιείται, από τον χρόνο του ατυχήματος την 12-7-2016 έως και την 12-12-2016, τόσο στην οικία της γιαγιάς του Μ.

Σ. επί της οδού ... στα Κωνσταντινοπολίτικα της Πυλαίας, όσο και στην Αθήνα στην οικία του πατέρα του επί της οδού ... στην Νέα Ιωνία Αθηνών, όπου διέμεινε κατά σειρά. Τον ρόλο αυτό ανέλαβαν χωρίς αντάλλαγμα η γιαγιά του Μ. Σ. και η προσωπική του φίλη Α. Ν. στην οικία της γιαγιάς του από την 12-7-2016 έως την 26-7-2016, αφαιρουμένων των χρονικών διαστημάτων που διέμεινε στα νοσοκομεία Θεσσαλονίκης "ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ" (από την 14-7-2016 έως και την 15-7-2016) και Αθηνών "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" (από 26-7-2016 έως και την 30-7-2016), και μετέπειτα ο πατέρας του Γ.

Σ. και η συμβία αυτού Ε. Χ. από την 30-7-2012 έως την 12-12-2016 στην οικία του πατέρα του στην Αθήνα, οι οποίοι ξεπερνώντας τα όρια που θέτουν οι συγγενικές τους και φιλικές τους υποχρεώσεις, ασχολούνταν με τη φροντίδα του πρώτου ενάγοντος, προσφέροντάς του τις σχετικές πρόσθετες υπηρεσίες οικιακής βοηθού, επιπλέον αυτών που προσέφεραν λόγω της συγγενικής και φιλικής τους σχέσης.

Έτσι, κατά πρώτον, για την απασχόληση αυτή των συγγενικών του και φιλικών του προσώπων, ο πρώτος ενάγων δικαιούται την ειθισμένη αμοιβή που θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο για το διάστημα από 12-7-2016 έως 12-12-2016, πλην της ανωτέρω αναφερθείσας διάκρισης. Οι υπηρεσίες των συγγενικών του προσώπων του ήταν αναγκαίες επί τουλάχιστον δεκαέξι (16) ώρες ανά ημέρα έως την 15-9-2016, οπότε και ο πρώτος ενάγων ήταν ακινητοποιημένος σχεδόν με τη χρήση κολλάρου τύπου Φιλαδέλφεια, και επί τουλάχιστον οκτώ (8) ώρες για το διάστημα από 16-9-2016 έως την 12-12-2016, όταν άρχισε σταδιακά να μετακινείται ελεύθερα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το υπόλοιπο οκτάωρο κοιμόταν, καθώς, ως αναλυτικώς αναδείχθηκε και ανωτέρω, είχε υποστεί σοβαρά κατάγματα, αδυνατώντας να διατραφεί μόνος του.

Ενισχυτική της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και η κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης, Μ. Σ. του Ι., γιαγιάς του, η οποία επιβεβαίωσε την προσφορά υπηρεσιών τόσο της ίδιας, όσο και των προμνησθέντων προσώπων το διάστημα από 12-7-2016 έως 12-12-2016. Επομένως, υπολογίζοντας ότι προσλαμβάνοντας τρίτο για το σκοπό αυτό πρόσωπο θα του κατέβαλε, κατά την κοινή πείρα με βάση την ειθισμένη αμοιβή που θα καταβάλλονταν για αντίστοιχες υπηρεσίες, το ποσό τουλάχιστον των σαράντα (40,00) ευρώ ημερησίως για απασχόληση δεκαέξι (16) ωρών και το ποσό των είκοσι (20,00) ευρώ ημερησίως για απασχόληση οκτώ (8) ωρών, ο πρώτος ενάγων δικαιούται για το διάστημα από την 12η Ιουλίου 2016 έως την 15-9-2016 (αφαιρουμένων των ημερών διαμονής του στα προαναφερόμενα νοσοκομεία) το ποσό των (59 ημέρες χ 40,00 ευρώ =) 2.360,00 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 16- 9-2016 έως την 12-12-2016 το ποσό των (88 ημέρες χ 20,00 ευρώ =) 1.760,00 ευρώ, και συνολικά το ποσό των (2.360,00 + 1.760,00=) τεσσάρων χιλιάδων εκατόν είκοσι (4.120,00) ευρώ, του επιπλέον αιτουμένου για την αιτία αυτή ποσού ύψους 10.880,00 ευρώ, κρινομένου ως αβάσιμου κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, λόγω του σοβαρού τραυματισμού του από το παραπάνω ατύχημα, όπως καταδείχθηκε και περιγράφηκε παραπάνω, ο πρώτος ενάγων δοκίμασε και εξακολουθεί να δοκιμάζει βαθύτατο ψυχικό πόνο και στενοχώρια, επιπλέον δε υποβλήθηκε και εξακολουθεί να υποβάλλεται σε μεγάλη ταλαιπωρία, καθότι του συνιστάται να αποφεύγει την έντονη σωματική κόπωση, παρουσιάζοντας σοβαρό μετατραυματικό σύνδρομο με κεφαλαλγίες, αυχεναλγίες και ιλίγγους, ενώ χρήζει ιατρικής παρακολούθησης.

Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη; σ) το βαθμό του αποκλειστικού πταίσματος του εναγόμενου νομικού προσώπου στην πρόκληση του άνω ατυχήματος, β) το είδος, την έκταση και τις συνέπειες του τραυματισμού του πρώτου ενάγοντος, όπως αναφέρονται παραπάνω, γ) όλες τις εν γένει συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, όπως περιγράφονται ανωτέρω και δ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του πρώτου ενάγοντος και του εναγόμενου νομικού προσώπου, ο πρώτος των εναγόντων δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, την οποία το Δικαστήριο καθορίζει στο εύλογο, κατά την κρίση του, ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000,00) ευρώ, στο οποίο δε συμπεριλαμβάνεται ποσό σαράντα τεσσάρων (44,00) ευρώ, το οποίο του επιδικάστηκε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, ως πολιτικώς ενάγοντα, στο οποίο παραστάθηκε για την ίδια αιτία, ήτοι για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με κατηγορούμενο τον νόμιμο εκπρόσωπο του εναγόμενου νομικού προσώπου για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και από την τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης με ημερομηνία 22-7-2016 του μηχανολόγου μηχανικού Ν. Κ., που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι ενάγοντες, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ως ιδιωτική γνωμοδότηση, κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, δίχως να αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, υπαγόμενη στην κατηγορία των εγγράφων, ότι το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής HUNDAI MOTOR C-GETZ, με ημερομηνία 1ης άδειας κυκλοφορίας την 13-2-2006, ιδιοκτησίας του δευτέρου των εναγόντων, υπέστη σοβαρές υλικές ζημιές σε ολόκληρο το εμπρόσθιο και το δεξιό τμήμα του, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται το ποσό τουλάχιστον των 6.820,00 ευρώ. Οι ως άνω ζημιές του καθιστούν προδήλως αδύνατη την επισκευή του, η οποία πέραν του ότι υπερβαίνει κατά πολύ την αξία του, κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος, ουδόλως εξασφαλίζει, επιπλέον, άριστη μηχανολογική κατασκευή και αντοχή, παρέχοντας απόλυτη κυκλοφοριακή ασφάλεια στους επιβαίνοντες.

Επομένως, γίνεται δεκτό ότι εκ της επίδικης συγκρούσεως επήλθε ολοσχερής καταστροφή του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του δευτέρου ενάγοντος. Το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ήταν εργοστασίου κατασκευής, HUNDAI MOTOR C-GETZ, με ημερομηνία 1ης άδειας κυκλοφορίας την 13-2-2006, κυβισμού 1086 cc, βενζινοκίνητο, έχοντας διανύσει έως την ημέρα του ατυχήματος 80.512 χιλιόμετρα.

Η αντικειμενική του αξία, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ενόψει της παλαιότητάς της και της κατάστασης στην οποία βρισκόταν, καθώς και των συνήθων στην ελληνική αγορά τιμών μεταχειρισμένων μοτοσικλετών(ενν. αυτοκινήτων) αυτού του τύπου, ανερχόταν στο ποσό των 4.000,00 ευρώ. Αφαιρουμένων των υπολειμμάτων, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 100,00 ευρώ, θα πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο νομικό πρόσωπο να καταβάλει το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων (3.900,00) ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα για την ολική καταστροφή του οχήματος του.

Τέλος, εξαιτίας του ψυχικού πόνου που δοκίμασε, για την ολική καταστροφή του οχήματος του και την ταλαιπωρία που υπέστη από την απώλεια της χρήσης του, ο δεύτερος ενάγων υπέστη ηθική βλάβη δικαιούται επομένως χρηματικής ικανοποίησης. Ενόψει των συνθηκών που έγινε η σύγκρουση, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγόμενου νομικού προσώπου και της έλλειψης οποιουδήποτε πταίσματος του δευτέρου ενάγοντος, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, η χρηματική του ικανοποίηση αποτιμάται στο εύλογο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ".

Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 2/2/2019 αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά της αναιρεσείουσας και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 16.120 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 4.200 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας (δια των προστηθέντων οργάνων της), συνισταμένη στην μη προσήκουσα και ολοσχερή επισκευή της διαρροής υδάτων από αγωγό κεντρικής ύδρευσης, για την οποία ήταν υπεύθυνη, αλλά την πρόχειρη επισκευή αυτής, με επικάλυψη του σκαμμένου οδοστρώματος με χώματα και χαλίκια, με συνέπεια να εισρέουν στο οδόστρωμα ύδατα, χώματα και χαλίκια και να δημιουργείται έτσι ολισθηρότητα αυτού, εκ της οποίας ο αναφερόμενος οδηγός απώλεσε τον ελέγχο του αυτοκινήτου του και προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα και η εξ αυτού ζημία, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 298, 932, 330, 65, 67 και 71 ΑΚ, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης (δια των προστηθέντων οργάνων της), με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στους αναιρεσίβλητους ζημία, ώστε να θεμελιώνεται εντεύθεν η ένδικη αξίωσή τους προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Καθορίζοντας δε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσίβλητων στο ποσό των 12.000 ευρώ για τον πρώτο και των 300 ευρώ για τον δεύτερο, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και συνεπώς δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 ΑΚ, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Συνακόλουθα των ανωτέρω, οι δεύτερος, (κατά το πρώτο σκέλος του) και τρίτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Επίσης, με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από άρθρο 559 αρ.1 εδαφ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι τα επί του οδοστρώματος ύδατα προέχονταν από διαρροή κεντρικού αγωγού της αναιρεσείουσας, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "δεν μπορούν τα ύδατα να προσπεράσουν ανήφορο ούτε να μεταφερθούν από απόσταση 15 μέτρων" περιστάσεις που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, συνέτρεχαν.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, υπό την επίκληση δε του λόγου αυτού πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου, αναφορικά με την προέλευση των επί του οδοστρώματος υδάτων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ`, του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι ο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 845/2018), προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, αφορά ως εκ του περιεχομένου του ισχυρισμό που μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΟΛΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 53/2022 ΑΠ 81/2022) Ως αποδεικτικά μέσα νοούνται αυτά που περιλαμβάνονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, και, επομένως, δεν είναι αποδεικτικά μέσα τα διαδικαστικά έγγραφα της εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 503/2024) ή άλλης συναφούς.

Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Απαιτείται, όμως, να μνημονεύονται στην απόφαση ειδικά τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, όπως ορίζονται κατά το είδος τους στο άρθρο 339 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επίσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 παρ.11 εδαφ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία η αναιρεσείουσα νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα 1) την από 15-4-2019 βεβαίωση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει ότι ο τότε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ν.

Χ. άσκησε έφεση κατά της 13427/2018 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου, με την οποία καταδικάστηκε για σωματική βλάβη εξ αμελείας κατά συρροή αναφορικά με την ένδικη υπόθεση και 2) την από 26-3-2021 υπηρεσιακή βεβαίωση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ότι η έφεση του και ακολούθως η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, κατά την διάταξη του άρθρου 64 του Ν. 4689/2020.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί η τελεσιδικία της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, για την απόδειξη της οποίας ο αναιρεσείων επικαλείται τα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης πολιτικής δίκης και γιατί σε κάθε περίπτωση, από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Επίσης, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια (άρ.559 παρ.11 εδαφ.γ) με την αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη η προσκομισθείσα από την ίδια την αναιρεσείουσα με επίκλησή της από 12-7-2016 έκθεση Αυτοψίας τροχαίου Ατυχήματος. Ωστόσο, επίσης από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το έγγραφο αυτό και συνεπώς και πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου , από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα που συνάγονται κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας εκ γνωστών πραγμάτων περί αγνώστων, ο δικαστής μπορεί να τα συναγάγει από οπουδήποτε, ακόμη και από έγγραφα άκυρα ή παράτυπα, αρκεί να έχει επιτραπεί η δια μαρτύρων απόδειξη και να μην αμφισβητείται το γεγονός, που συνιστά τη βάση του τεκμηρίου (ΟλΑΠ 10/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδαφ. α' του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την παραδοχή της αγωγής των εναγόντων, νυν αναιρεσίβλητων, αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του ως δικαστικό τεκμήριο την υπ'αριθ. 13427/2028 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν κηρύχθηκε ένοχος ο πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου Ν.

Χ. για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο, κατά συρροή, χωρίς η απόφαση αυτή να έχει καταστεί τελεσίδικη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι εφόσον, κατά τις παραδοχές της απόφασης και τα συνομολογούμενα από την αναιρεσείουσα το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την ανωτέρω απόφαση ως δικαστικό τεκμήριο, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο από τα αναφερόμενα στο άρθρ.339 ΚΠολΔ, ήτοι επτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, χωρίς να απαιτείται για τούτο η τελεσιδικία της αποφάσεως αυτής.

Ούτε καθιστά την ανωτέρω απόφαση απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, η μη τελεσιδικία της, υπό την έννοια ότι παραβιάζεται έτσι το τεκμήριο αθωότητας (αρ. 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α και 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα) όπως αβασίμως επικαλείται η αναιρεσείουσα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Κατόπιν τούτων, και, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, και καθόσον στέφονται κατά της υπ'αριθ. 1938/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν γιατί οι αναιρεσίβλητοι που νικούν δεν παραστάθηκαν και συνεπώς δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα. (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), Σημειώνεται, ότι η αναιρεσείουσα, που αποτελεί Ν.Π.Ι.Δ., ως Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.),επειδή απολαμβάνει όλων ανεξαιρέτως των ατελειών που παρέχονται στο Δημόσιο(άρθρ. 276 παρ.1 Ν.3463/ 2006), δεν υποχρεούται σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναίρεσης, το οποίο για τον λόγο αυτό νόμιμα δεν κατέθεσε και γι` αυτό δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης (ΑΠ 339/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/12/2022 αίτηση αναίρεσης και τον από 19/9/2023 πρόσθετο λόγο αυτής της "Δημοτικής Επιχείρησης 'Υδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ/Πυλαίας-Χορτιάτη)" για αναίρεση α) της υπ'αριθ. 1938/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και β) της υπ' αριθμ.823/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ