Supreme Court allows appeal against lower court's rejection of contract withdrawal based on good faith interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Athens, which had rejected the plaintiff's claim to withdraw from a contract. The lower court incorrectly applied procedural rules regarding the timing of objections without properly interpreting the plaintiff's conduct under the principle of good faith. The court found that the First Instance Court violated substantive law by failing to apply the correct rules for interpreting declarations of will, leading to the remittal of the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The court must interpret declarations of will based on the true intent of the declarant and the principle of good faith, rather than relying on superficial timing of objections.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1575 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1575/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία - Άννα Σπηλιοπούλου, η οποία ανακάλεσε την από 6-2-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αναστασία Σκουντή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 828/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 4468/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο. περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1390/2012).
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας, βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 60/2019, 934/2014, 604/2011).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1399/2019).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 630/2021, 386/2004).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή ο αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται, ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.
Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό σύμφωνα με τους όρους, που έθεσε ο εργοδότης (ΑΠ 854/2020. 1163/2019, 282/2017).
Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 του ΑΚ, κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 1163/2019, 482/2019, 282/2017). Μετά την τελείωση της σύμβασης κατά τ' ανωτέρω, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349. 350 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 854/2020, 1163/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση με την 4468/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα από κοινού με μη διαδίκους στη δίκη αυτή κατά της 828/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου για έλλειψη δικαιοδοσίας.
Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, επιτυχούσα και καταλαμβάνουσα την πρώτη θέση στο σχετικό πίνακα, σε διαγωνισμό του πρώην Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής για τη σύναψη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θα είχε διάρκεια από της υπογραφής της και έως την 31.12.2017, με δυνατότητα ανανέωσης, όταν κλήθηκε με τηλεφωνική ειδοποίηση, με την οποία πληροφορήθηκε την επιτυχία της, δεν επεδίωξε το διορισμό της.
Ειδικότερα, για το κρίσιμο αυτό ζήτημα η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: Ότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) δεν είχε αποφασίσει θετικά εάν ενδιαφέρεται να συνάψει την επίδικη σύμβαση εργασίας με το εναγόμενο μέχρι το τέλος του Δεκεμβρίου 2017 και τούτο ήταν κρίσιμο, τόσο από τυπικής άποψης, εφόσον σύμφωνα με την προκήρυξη η διάρκεια κάθε (αρχικής) σύμβασης όφειλε να λήγει την 31.12.2017 (σε όλους τους κωδικούς, σαφώς και στον 408 που αφορά στην ενάγουσα, της εν λόγω Ανακοίνωσης, αναφέρεται ότι η διάρκεια της απασχόλησης θα ισχύει "από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης και έως 31.12.2017 με δυνατότητα ανανέωσης σε περίπτωση εξασφάλισης των πιστώσεων"), όσο και ουσιαστικής, εφόσον επρόκειτο για κάλυψη έκτακτων αναγκών ("εποχικών ή παροδικών") με επείγοντα χαρακτήρα, καθώς απέβλεπαν στη στελέχωση των δομών υποδοχής και ταυτοποίησης προσφύγων.
Είναι χαρακτηριστικό δε, ότι η ενάγουσα, ακόμη και τέσσερις μήνες μετά την εκπνοή του χρόνου που προβλεπόταν για τη λήξη της κύριας σύμβασης (31.12.2017), δηλαδή, όταν μετά την ανάρτηση των Οριστικών Πινάκων Επιτυχόντων (20.4.2018), την 25η Απριλίου 2018, ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά για να προσέλθει στην ΥΠ.Υ.Τ., "ζήτησε μία ώρα για να το σκεφτεί", όπως η ίδια ομολογεί στο από 13.11.2018 "Αίτημα προς Απάντηση" που απηύθυνε προς τον Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης (καθώς και στο όμοιο, από 11.11.2018, που προσκομίζει και επικαλείται η ίδια).
Συνεπώς, ο σχετικός αρνητικός ισχυρισμός του εναγομένου, που εκφράζει και η Γενική Γραμματεία Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου του, στο από 2.10.2019 Απόσπασμα Έκθεσης Επιθεώρησης Ελέγχου, που διαβιβάστηκε στην πρώτη ενάγουσα, με αρ. πρωτ. 18188/01/2019, ότι "Στο αρχικό στάδιο των προσλήψεων η ΛΥΡΑ Κ. προφορικά δεν αποδέχθηκε τη θέση, ενώ εν συνεχεία δεν παραδέχθηκε το γεγονός και εκδήλωσε έντονο ενδιαφέρον για τη θέση", κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται βάσιμος, ενισχυόμενος και από το γεγονός ότι η εν λόγω ενάγουσα ξεκίνησε τις έγγραφες διαμαρτυρίες της μόλις το Μάιο του 2018.
Αντίθετα δε, με όσα η ίδια ισχυρίζεται, δεν προκύπτει καμία διαμαρτυρία της κατά τους μήνες Δεκέμβριο 2017 και Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2018, παρά μόνο προσπάθειες επικοινωνίας της με την επίμαχη δομή προκειμένου να "λύσει απορίες της" σχετικά με τις "συνθήκες εργασίας" την οποία, όμως, δίσταζε να αναλάβει και ανέβαλε η ίδια την υπογραφή της επίδικης σύμβασης.
Επομένως, κατ' εκτίμηση της ως άνω συμπεριφοράς της (πρώτης) ενάγουσας, αυτή ανακάλεσε εν τοις πράγμασι τη δήλωσή της για αποδοχή της πρότασης του εναγομένου για κατάρτιση σύμβασης, που η ίδια είχε εκφράσει με την υποβολή της υποψηφιότητας και της συμμετοχής της στον επίδικο διαγωνισμό (ο οποίος αποτελούσε τη σχετική πρόταση του εργοδότη - εναγομένου), με συνέπεια να μην έχει καταρτιστεί ποτέ η επίδικη σύμβαση εργασίας.
παρά την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης της επιτυχίας της ενάγουσας. Μετά δε, τη μεταμέλεια της τελευταίας, από το τέλος Απριλίου του 2018, δεν ήταν πλέον δυνατή η το πρώτον σύναψη σύμβασης εργασίας, ιδίως ενόψει του ότι η αρχική κατάρτισή της είχε ματαιωθεί από λόγο που αφορούσε αποκλειστικά στην πρώτη ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) και όχι στο εναγόμενο, το οποίο, ως εκ τούτου, δεν κατέστη υπερήμερος εργοδότης και δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα ένδικα αιτήματα.
Πιο συγκεκριμένα, όλα τα αγωγικά αιτήματα της πρώτης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, δηλαδή, εκείνα που στηρίζονται στην προϋπόθεση της καταρτισθείσας σύμβασης (και αντίστοιχα στη βάση της αγωγής από ενδοσυμβατική ευθύνη), για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε τέτοια κατάρτιση^ σύμφωνα με τα παραπάνω, άλλως δεν αποδείχθηκε υπερημερία του εναγομένου, ενώ εκείνα που στηρίζονται στην προϋπόθεση της ευθύνης του εναγομένου από την παράνομη και υπαίτια παράλειψη της Υπηρεσίας του (και αντίστοιχα στη βάση της αγωγής από αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του), για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε παράνομη παράλειψη από υπαιτιότητα των οργάνων του εναγομένου.
Έχοντας αυτό το περιεχόμενο η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε ευθέως τον κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, στον οποίον όφειλε να καταφύγει, καθώς προκύπτει από το σκεπτικό της ότι υπήρχε ανάγκη ερμηνείας της συμπεριφοράς της ενάγουσας ως προς την δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, που το Εφετείο δέχθηκε ότι εξέφρασε σιωπηρά με τη στάση της και ειδικότερα την παραδοχή ότι η ενάγουσα "εν τοις πράγμασι" ανακάλεσε τη δήλωση της για αποδοχή της πρότασης του εναγομένου για κατάρτιση σύμβασης.
Τον κανόνα αυτό όμως παραβίασε και εκ πλαγίου, με ελλιπείς αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, όπως ότι "ότι η εν λόγω ενάγουσα ξεκίνησε τις έγγραφες διαμαρτυρίες της μόλις το Μάιο του 2018. Αντίθετα δε, με όσα η ίδια ισχυρίζεται, δεν προκύπτει καμία διαμαρτυρία της κατά τους μήνες Δεκέμβριο 2017 και Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2018, παρά μόνο προσπάθειες επικοινωνίας της με την επίμαχη δομή προκειμένου να "λύσει απορίες της" σχετικά με τις "συνθήκες εργασίας" την οποία, όμως, δίσταζε να αναλάβει και ανέβαλε η ίδια την υπογραφή της επίδικης σύμβασης", χωρίς προηγουμένως να παραθέτει πότε και από ποιο εξουσιοδοτημένο όργανο του εναγομένου κλήθηκε για να υπογράψει τη σύμβαση και αρνήθηκε ή δεν ανταποκρίθηκε, εάν αυτό έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της αρχικής σύμβασης ή μετά την εκπνοή αυτής την 31.12.2017, όπως δεν ερμηνεύει γιατί συνάγει άρνηση της αποδοχής της πρότασης από το γεγονός ότι η ενάγουσα (ευλόγως) προσπάθησε να πληροφορηθεί τις συνθήκες εργασίας της.
εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η αναιρεσιβαλλομένη έκρινε ότι αποδείχθηκαν οι προσπάθειες της ενάγουσας να προσληφθεί εν έτει 2018, αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προσπάθειες αυτές ήταν συνέπεια της "μεταμέλειάς" της. Συνακολούθως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος συμπαρασύρει με την αναιρετική του εμβέλεια και τους λοιπούς, αποδεικνύεται βάσιμος.
Επομένως η αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ.18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της 134423 οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11 /Β/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση το άρθρου 5 παρ.12 ν.1738/1987, όπως ορίζεται στο διατακτικό, δεδομένου ότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρο 11 του Ν. 4520/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4468/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ