Supreme Court dismisses appeals against final judgment on property value, citing lack of new evidence and abuse of appeal rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed appeals filed by heirs and a company against a final first-instance judgment regarding property valuation. The appellants argued the lower court erred in valuing the property as 'within the plan' without sufficient evidence, claiming this constituted a review of facts. The court rejected these arguments, stating the lower court properly evaluated all evidence and that the appellants' claims were merely arguments to support a rejected view rather than new facts. Consequently, the appeals were rejected, costs were awarded to the appellants, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not re-evaluate evidence or substitute its own assessment of facts for that of the court of first instance, and appeals based on alleged errors in fact-finding without new evidence are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1575 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1575/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών - αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. χήρας Χ. Χ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., 2) Κ. Χ. του Χ., κατοίκου ... και 3) Ε. Χ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Γιαμπουράνη.
Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Κ.. Τ. Α. Ε. Ε. Ε. Χ.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Τσαβδαρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2014 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χ. Χ. του Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10625/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, 4988/2019 μη οριστική και 2196/2021 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 7-7-2021 και 15-10-2021 αιτήσεις τους και τους από 15-12-2021 και 9-1-2023, αντίστοιχα, προσθέτους αυτών λόγους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεώς τους και των προσθέτων αυτής λόγων, την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων του αντιδίκου μέρους και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 205/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν: Α) η από 7.7.2021 αίτηση αναίρεσης, μετά των από 15.12.2021 πρόσθετων αυτής λόγων, των Χ. Χ., Κ. Χ. και Ε. Χ., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω θανάτου του αρχικού ενάγοντος Χ. Χ., υπεισερχόμενες στη θέση αυτού ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (σύζυγος και τέκνα του) και Β) η από 15.10.2021 αίτηση αναίρεσης, μετά των από 9.1.2023 πρόσθετων αυτής λόγων, της εκκαλούσας-εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Κ.. Τ. Α. Ε. Ε. Ε. Χ.". Οι ως άνω αιτήσεις, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ` αριθ. 2196/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Ο αρχικός ενάγων Χ. Χ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2.4.2014 αγωγή του κατά της εναγόμενης εταιρίας "Γ.
Κ.. Τ. Α. Ε. Ε. Ε. Χ." (ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης), με την οποία (αγωγή), επικαλούμενος ότι η εναγομένη τον Δεκέμβριο 1999 κατέλαβε αυθαίρετα το περιγραφόμενο τμήμα (έκτασης 356,01 τ.μ.) του κείμενου στον ... ακινήτου, ιδιοκτησίας του, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει νομιμοτόκως, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 28.479,38 ευρώ, που συνίσταται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό της από την χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου τμήματος ακινήτου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 30.6.2008.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 10625/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία, αφού κρίθηκε ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του επισυμβάντος την 22.5.2015 (δηλαδή μετά την κατάθεση της αγωγής) θανάτου του αρχικού ενάγοντος, συνεχίζει, υπεισερχόμενη στη δικονομική θέση του, η σύζυγός του Χ.
Χ. (με την ιδιότητα της εκ διαθήκης κληρονόμου αυτού ως προς την επικαρπία του επίδικου ακινήτου, που φέρεται ως καταληφθέν από την εναγομένη, και συνακόλουθα ως δικαιούχος της ένδικης αξίωσης), έγινε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η αγωγή και αναγνωρίσθηκε (κατόπιν του παραδεκτού, με τις προτάσεις, περιορισμού του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό) ότι η εναγόμενη εταιρία οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως στην συνεχίζουσα τη δίκη Χ.
Χ. (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη) το αιτούμενο ποσό των 28.479,38 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη εταιρία άσκησε την από 1.2.2018 έφεσή της (στρεφόμενη κατά της ανωτέρω κληρονόμου του αρχικού ενάγοντος), επί της οποίας εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθ. 4988/2019 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε:
α) ότι η ένδικη εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αξίωση του αρχικού ενάγοντος δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομιά που εκείνος κατέλειπε στην σύζυγό του με την ιδιόγραφη διαθήκη του, β) ότι ως προς την εν λόγω αξίωση χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή και καλούνται ως δικαιούχοι κληρονόμοι του τόσο η σύζυγός του (Χ.
Χ.) που επανέλαβε την δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και οι θυγατέρες του, Κ. Χ. και Ε. Χ. κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας τους εκάστη και γ) ότι η δήλωση επανάληψης της δίκης από τη σύζυγό του είναι παραδεκτή μόνο ως προς την εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα της, στη συνέχεια έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η ως άνω έφεση, κατά παραδοχή του δέκατου τέταρτου λόγου αυτής και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και διακρατήθηκε προς εκδίκαση η αγωγή, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επ' αυτής και διατάχθηκε, κατ' άρθρο 75 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ, προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων ως προς τις απλές ομοδίκους, θυγατέρες και συγκληρονόμους του αρχικού ενάγοντος, όπως ο επισπεύδων τη διαδικασία καλέσει και τις ομοδίκους της εφεσίβλητης Χ. Χ., ήτοι τις θυγατέρες της, Κ. Χ. και Ε. Χ. (ήδη δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσες-αναιρεσίβλητες).
Στη συνέχεια, μετά την επαναφορά της υπόθεσης προς εκδίκαση με την από 25.11.2019 κλήση των Χ. Χ., Κ. Χ. και Ε. Χ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος ως προς την ένδικη αξίωση, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2196/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη, και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγόμενη εταιρία οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως στις προαναφερόμενες υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους, το συνολικό ποσό των 12.990 ευρώ κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας εκάστης (και συγκεκριμένα το ποσό των 3.247,50 ευρώ στην πρώτη αυτών και το ποσό των 4.871,25 σε εκάστη των λοιπών).
Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης α) οι υπεισερχόμενες στη δικονομική θέση του αρχικού ενάγοντος, Χ. Χ., Κ. Χ. και Ε. Χ., άσκησαν την κρινόμενη υπό στοιχ. Α' αίτηση αναίρεσης, η οποία, ως κατατεθείσα την 6.9.2021, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 23.4.2021 χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής στις αναιρεσείουσες (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) η εκκαλούσα-εναγόμενη εταιρία άσκησε την κρινόμενη υπό στοιχ.
Β' αίτηση αναίρεσης (που περιέχει λόγους και κατά της συμπροσβαλλόμενης, κατ' άρθρο 553 παρ. 2 ΚΠολΔ, υπ' αριθ. 4988/2019 μη οριστικής απόφασης του ιδίου δικαστηρίου), η οποία, ως κατατεθείσα την 18.10.2021, ασκήθηκε, ομοίως, νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την ως άνω έκδοσή της, χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής στην αναιρεσείουσα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια οι ανωτέρω αιτήσεις είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, παραδεκτώς ασκήθηκαν α) οι από 15.12.2021 πρόσθετοι, της υπό στοιχ. Α' αίτησης, λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες στην γραμματεία του Αρείου Πάγου την 15.12.2021 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη εταιρία την 17.12.2021 (βλ.
την υπ' αριθ. 6219Δ/17.12.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Α. Κ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (την 13.2.2023), αφού αφορούν (οι πρόσθετοι λόγοι) στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττεται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ) και β) οι από 9.1.2023 πρόσθετοι, της υπό στοιχ.
Β' αίτησης, λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα στην γραμματεία του Αρείου Πάγου την 10.1.2023 και επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες την 10.1.2023 (βλ. τις υπ' αριθ. 947δ, 948δ και 949δ/10.1.2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, Ι. Χ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (την 13.2.2023), αφού αφορούν (οι πρόσθετοι λόγοι) τόσο στα ίδια κεφάλαια, όσο και σε αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ).
Επομένως, οι ως άνω υπό στοιχ. Α' και Β' αιτήσεις αναίρεσης καθώς και τα δικόγραφα του πρόσθετων λόγων αυτών, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Επί της από 15.10.2021 αίτησης αναίρεσης μετά των από 9.1.2023 πρόσθετων αυτής λόγων, της εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Κ.. Τ. Α. Ε. Ε. Ε. Χ.": 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1, 287 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και σε περίπτωση θανάτου του διαδίκου, για δε την επέλευση της διακοπής απαιτείται η προς τον αντίδικο γνωστοποίηση του διακοπτικού γεγονότος, η οποία γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και αυτόν που ήταν, κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής, πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός.
Η γνωστοποίηση πρέπει να γίνει με επίδοση δικογράφου στον αντίδικο ή με δήλωση προφορική στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξη. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του).
Η δε επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (δηλαδή του κληρονόμου του αρχικού διαδίκου), είτε και αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου (ΑΠ 647/2021, ΑΠ 1251/2021, ΑΠ 194/2012).
Επομένως, ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του (ανεξαρτήτως αν καλούνται στην κληρονομία εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου), μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά ή και με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 926/2020), ενώ αν αμφισβητηθεί από τον αντίδικο η ιδιότητα των δηλούντων επανάληψη δίκης, ως κληρονόμων, η νομιμοποίησή τους εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο με ελεύθερη απόδειξη (ΑΠ 676/2022, ΑΠ 401/2018).
Πάντως, σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων κληρονόμων, αυτοί επέχουν θέση συνήθως απλού ομόδικου, έτσι ώστε η δήλωση για συνέχιση της δίκης από τον ένα, να μην εξαναγκάζει και τον άλλο να τη συνεχίσει, ενώ οι πράξεις του ενός κληρονόμου που συνεχίζει τη δίκη, δεν ωφελούν ούτε βλάπτουν τους άλλους κληρονόμους.
Εξάλλου, ως επανάληψη δίκης νοείται η συνέχιση της πορείας της από το σημείο της διακοπής της και όχι η νέα έναρξη αυτής (δίκης). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Επομένως, τον λόγο αυτό αναίρεσης στοιχειοθετεί και η παραδοχή ισχυρισμού που δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν αυτός μπορούσε κατά νόμο να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 2064/2022, ΑΠ 778/2017, ΑΠ 118/2011), όπως είναι η αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση (άρθρο 73 ΚΠολΔ), νομιμοποίηση προς διεξαγωγή δίκης (ΑΠ 1511/2021, ΑΠ 924/2020, ΑΠ 1249/2019).
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 5/2020).
Για το ορισμένο δε του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προταθεί, καθώς και ποια επίδραση άσκησε στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 235/2019, ΑΠ 841/2014), ενώ ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αυτό, με την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4988/2019 μη οριστική απόφασή του, έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της πρώτης αναιρεσίβλητης Χ.
Χ., ότι νομιμοποιείται να επαναλάβει τη δίκη, που διεκόπη λόγω του θανάτου του αρχικού ενάγοντος, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος αυτού, αν και ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, η νομιμοποίηση της πρώτης αναιρεσείουσας προς διεξαγωγή της δίκης, ως αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Ανεξαρτήτως αυτού, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) των υπ' αριθ. 10664/11.5.2017 πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δηλώθηκε προφορικά ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου από την πρώτη αναιρεσίβλητη δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της, τόσο ότι η δίκη διεκόπη λόγω του επισυμβάντος την 22.5.2015 θανάτου του αρχικού ενάγοντος, συζύγου της, όσο και ότι η ίδια επαναλαμβάνει τη δίκη ως κληρονόμος του εκ διαθήκης για την ένδικη εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αξίωση λόγω της ιδιότητάς της ως επικαρπώτριας του επίδικου καταληφθέντος ακινήτου, χωρίς να αμφισβητηθεί από την αναιρεσίβλητη η κληρονομική ιδιότητά της.
Ακολούθως, με την ως άνω συμπροσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, αφού έγινε δεκτό, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσείουσας, ότι η αξίωση του αρχικού ενάγοντος γεννήθηκε πριν της σύσταση της επικαρπίας αιτία θανάτου προς τη σύζυγό του, με συνέπεια η αξίωση αυτή να αποτελεί κληρονομητέο δικαίωμα και να κληρονομείται τόσο από την ως άνω σύζυγό του, όσο και από τις θυγατέρες του (δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας εκάστης, έγινε δεκτό ότι η δήλωση επανάληψης της δίκης από την πρώτη αναιρεσίβλητη ισχύει μόνο ως προς την εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα της (ήτοι κατά ποσοστό 1/4), "ως έλασσον που περιέχεται στο μείζον".
Κατόπιν αυτών, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η δήλωση εκούσιας επανάληψης της δίκης λόγω θανάτου του αρχικού διαδίκου, γίνεται από τους κληρονόμους του, ανεξαρτήτως αν αυτοί είναι εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου, ο ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσίβλητης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι νομιμοποιείται να επαναλάβει τη δίκη ως κληρονόμος αυτού (έστω και αν αυτή υπολάμβανε ότι ήταν κληρονόμος εκ διαθήκης), ισχύει και ως προς την, δεκτή γενόμενη από το Εφετείο, εξ αδιαθέτου κληρονομική ιδιότητά της, κατά το ποσοστό της μερίδας της.
Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσίβλητης ότι είναι κληρονόμος (ανεξαρτήτως αν είναι εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος, προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ο ανωτέρω από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος είναι και αβάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο την από την ίδια ως άνω διάταξη (αριθ. 8 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αυτό, με τις προσβαλλόμενη και συμπροσβαλλόμενη (μη οριστική) αποφάσεις του, έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη το ότι οι αναιρεσίβλητες νομιμοποιούνται να υποβάλουν σταδιακά τις δηλώσεις τους για βίαιη διακοπή της δίκης, χωρίς να έχει προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος, γιατί η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ανωτέρω παραδοχή των προσβαλλόμενης και συμπροσβαλλόμενης αποφάσεων, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 796/2021, ΑΠ 41/2019), δηλαδή αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού που συγκροτεί την ιστορική βάση και στηρίζει το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης. 2.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι με τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο γίνεται σαφής διαστολή των αναιρετικών πλημμελειών της παρά το νόμο κήρυξης ή μη κήρυξης ακυρότητας από την κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, αμφότερες όμως αποτελούν συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (ΟλΑΠ 1/2019, 1/1999).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, β) ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση και γ) ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 571/2021, ΑΠ 449/2012, ΑΠ 598/2010), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης (όπως η περ. β' του εδ. γ' του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1.1.2022, τυγχάνοντας εφαρμογής και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων κατ' άρθρο 116 παρ. 2β' του ως άνω νόμου), για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000).
Όπως δε προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 935/2023, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 64/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και τον ενδέκατο πρόσθετο αυτής λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στις προσβαλλόμενη και συμπροσβαλλόμενη (μη οριστική) αποφάσεις την από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη:
α) τη δήλωση βίαιης διακοπής και συνέχισης της δίκης που υποβλήθηκε σταδιακά και συγκεκριμένα από μεν την πρώτη αναιρεσίβλητη υποβλήθηκε την 11.5.2017 στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από δε τις λοιπές αναιρεσίβλητες υποβλήθηκε με την από 25.11.2019 κλήση τους στο Εφετείο, με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση η υπόθεση μετά την έκδοση της 4988/2019 μη οριστικής απόφασής του, β) τη δήλωση της πρώτης αναιρεσίβλητης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για περιορισμό (μετατροπή) του αιτήματος της ένδικης αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και γ) τη δήλωση επανάληψης της δίκης που υποβλήθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη την 11.5.2017 στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Οι λόγοι, όμως, αυτοί είναι απαράδεκτοι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, γιατί προβάλλονται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου από την αναιρεσείουσα χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις της ανωτέρω διάταξης, αφού από την επισκόπηση της από 1.2.2018 έφεσης της τελευταίας καθώς και των από 13.1.2021 προτάσεων της ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή, στην κατ' έφεση δίκη, δεν προέβαλε τους ανωτέρω ισχυρισμούς της, επί των οποίων στηρίζει τους συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης.
3. Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο -το οποίο, κατ' άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι- δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, ενώ αυτό, κατ' άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.
Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας αυτά στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 698/2020).
Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017).
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ' αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ' αυτό (ΑΠ 1327/2021). Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση, σε μεταγενέστερη δίκη, της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017), ενώ αυτό δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά το άρθρο 325 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, και εκείνοι που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων, όσο διαρκούσε η δίκη), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ).
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό, ως αμάχητη αλήθεια, όσον και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 944/2020).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των, κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 698/2020, ΑΠ 255/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους πέμπτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους αυτής λόγους, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 16 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε την μη ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθ. 941/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του αρχικού ενάγοντος κατ' αυτής με το ίδιο αίτημα), αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, ζητήματα α) του δικαιούχου της ένδικης εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αξίωσης, β) του δικαιούχου χρήσης της επίδικης έκτασης και γ) του προσώπου που στερήθηκε τη χρήση της εν λόγω έκτασης, που είναι, όπως η ίδια (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται, η μισθώτρια εταιρία "Κ.
G. Ο..Ε.. Δ..Λ.-Π..Π.-Ο.. Τ." και όχι ο αρχικός (ήδη αποβιώσας) ενάγων, με συνέπεια το Εφετείο να κρίνει εσφαλμένα ότι δεν συνέτρεχαν οι, από τις διατάξεις των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔ, απαιτούμενες για την ύπαρξη αυτού (δεδικασμένου) προϋποθέσεις, παρόλο που τα, από την ως άνω απόφαση (941/2013) προκύπτοντα, σχετικά πραγματικά περιστατικά επέβαλλαν την κατάφαση αναγνώρισης του εν λόγω δεδικασμένου ως προς το ανωτέρω ζητήματα.
Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αρχικώς ενάγων Χ. Χ. (ήδη αποβιώσας) με την από 27.7.2008 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος: α) είναι κύριος του περιγραφόμενου ακινήτου, το οποίο εκμισθώνει, στο σύνολό του, ήδη από την 3.10.1980 στους Π.
Π., Δ. Λ. και Ο. Τ., που, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, συνέστησαν την ομόρρυθμη εταιρία "Κ. G. Ο..Ε.. Δ..Λ.-Π..Π.-Ο.. Τ.", στο όνομα της οποίας συνεχίζεται αδιάκοπα η μίσθωση και β) ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), που διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση εμπορίας χάρτου και είναι αποκλειστική κυρία όμορης προς δυσμάς ιδιοκτησίας, περί τα τέλη του έτους 1999 αυθαίρετα και παράνομα κατέλαβε το περιγραφόμενο τμήμα της ιδιοκτησίας του, έκτασης 356,01 τ.μ., το οποίο περιέφραξε και τοποθέτησε σ' αυτό διάφορα εμπορεύματα, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 28.479,38 ευρώ (κατόπιν παραδεκτής διόρθωσης του ποσού), κατά το οποίο αυτή κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, αφού εξοικονόμησε το μίσθωμα που θα κατέβαλε για την μίσθωση της εν λόγω έκτασης κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 3.6.2008, οπότε και του απέδωσε αυτό, συμμορφούμενη σε σχετική δικαστική απόφαση που είχε εκδοθεί σε βάρος της επί διεκδικητικής αγωγής του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4242/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την απέρριψε ως μη νόμιμη και, κατόπιν έφεσης του ήδη αποβιώσαντος ενάγοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 941/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν αντικατάστασης των αιτιολογιών της εκκαλουμένης, απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με το εξής σκεπτικό: "...
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο του ενάγοντος η προϋπόθεση του νόμου που αφορά την ιδιότητα του δικαιούχου του πλουτισμού και ειδικά ο ενάγων δεν είναι, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ο άμεσα δικαιούχος του πλουτισμού που φέρεται να απέκτησε αδικαιολόγητα η εναγομένη...
Ο ενάγων, όμως, στην κρινόμενη υπόθεση, έχει εκμισθώσει το σύνολο της ιδιοκτησίας του, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα των 356,01 τ.μ. στην εταιρεία με την επωνυμία "Κ. G. Ο..Ε.. Δ..Λ.-Π..Π.-Ο.. Τ.", από την οποία εισπράττει αδιάκοπα τα συμφωνηθέντα μισθώματα. Η χρήση δε του οικοπέδου αυτού, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου τμήματος, με βάση τη σύμβαση μίσθωσης, παραχωρήθηκε στην μισθώτρια εταιρεία, χωρίς, με βάση τη σύμβαση μίσθωσης, να έχει δικαίωμα χρήσης και ο ενάγων, ως ιδιοκτήτης.
Ο πλουτισμός, λοιπόν, που φέρεται η εναγομένη να έχει αδικαιολόγητα αποκτήσει, περιήλθε από την επέμβαση της τελευταίας στην οικονομική σφαίρα της μισθώτριας εταιρείας που στερήθηκε ακριβώς τη χρήση αυτή, που με τη σύμβαση μίσθωσης με τον ενάγοντα ιδιοκτήτη είχε αποκτήσει.
Συνεπώς, δεν συντρέχει στο πρόσωπο του ενάγοντος η ιδιότητα του δικαιούχου της αξίωσης της απόδοσης της ωφέλειας που αδικαιολόγητα απέκτησε η εφεσίβλητη-εναγομένη από την αυθαίρετη χρήση της επίδικης έκτασης.". Μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ως άνω αγωγής του με το προπαρατιθέμενο σκεπτικό, ο αρχικός (ήδη αποβιώσας) ενάγων άσκησε την ένδικη από 2.4.2014 αγωγή του, με την οποία, αφού αναφέρει τον τρόπο κτήσης κυριότητάς του επί του ιδίου ως άνω εκμισθωθέντος ακινήτου και το διαδικαστικό ιστορικό που αφορά την προγενέστερη αγωγή του κατά της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), στη συνέχεια εκθέτει και τα ακόλουθα νέα περιστατικά:
α) ότι ναι μεν εκμίσθωσε ολόκληρο το ακίνητό του στην προαναφερθείσα μισθώτρια εταιρία, πλην όμως η τελευταία το έτος 1992 άφησε εκτός χρήσης το περιγραφόμενο τμήμα του μισθίου (356,01 τ.μ.) χωρίς να ζητήσει μείωση του μισθώματος, β) ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, αντιληφθείς το γεγονός αυτό, απευθύνθηκε στο νόμιμο εκπρόσωπο της μισθώτριας, εκδηλώνοντας την πρόθεσή του να το μισθώσει, αλλά ο τελευταίος του γνωστοποίησε ότι δεν έχει δικαίωμα επέμβασης στην περιουσία αυτού (αρχικού ενάγοντος) και έτσι, τον έφερε σε επαφή με τον ίδιο, προκειμένου να το μισθώσει από αυτόν, γ) ότι η μισθώτρια συναίνεσε στο να συνάψει ο ίδιος την σύμβαση μίσθωση του εν λόγω εδαφικού τμήματος και να εισπράττει αυτός το μίσθωμα χωρίς να προτίθεται αυτή να ζητήσει μείωση του μισθώματος και δ) ότι οι μεταξύ αυτού (αρχικού ενάγοντος) και της εναγομένης διαπραγματεύσεις δεν είχαν αποτέλεσμα και, ακολούθως, η τελευταία κατέλαβε το επίδικο τμήμα, του οποίου έκανε χρήση κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως 30.6.2008, καταστάσα έτσι, αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του κατά το συνολικό ποσό των 28.479,38 ευρώ, το οποίο αξιώνει με την ένδικη αγωγή του, δεδομένου ότι, εάν καταρτιζόταν η μεταξύ τους σύμβαση μίσθωση, το σχετικό μίσθωμα θα περιερχόταν σ' αυτόν και θα αποτελούσε δική του περιουσία λόγω της σχετικής συναίνεσης που είχε λάβει από την ως άνω μισθώτριά του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 10625/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε δεκτή στο σύνολο της, αφού απορρίφθηκε, ως αβάσιμος, ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), ενώ επί της έφεσης της τελευταίας, με τον οποίο επαναφέρθηκε στο Εφετείο με σχετικούς λόγους έφεσης ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπησή της, έγιναν δεκτά, αναφορικά με το ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "...
Η ιστορική βάση της ένδικης αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι διαφορετική από αυτήν της ως άνω προγενέστερης από 27-7-2008 αγωγής, αφού στην εν λόγω από 27.7.2008 αγωγή ο ήδη αποβιώσας ενάγων εξέθεσε ότι είχε παραχωρήσει δυνάμει μισθώσεως την χρήση του μισθίου, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη καταληφθείσα λωρίδα, στη μισθώτρια εταιρεία, ενώ με την ένδικη αγωγή επικαλείται νέα περιστατικά συνιστάμενα στο ότι η μισθώτρια εταιρεία είχε αφήσει εκτός χρήσης το επίδικο τμήμα του μισθίου και είχε συναινέσει στο να εκμισθώσει ο ίδιος το εν λόγω τμήμα χωρίς να προτίθεται να ζητήσει τη μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος και συνεπώς, το δεδικασμένο που απορρέει από την άνω με αριθμό 941/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν εμποδίζει την άσκηση την ένδικης αγωγής, που περιλαμβάνει τα ως άνω νέα περιστατικά που θεμελιώνουν την εκ του άρθρου 904 ΑΚ ασκούμενη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Συνεπώς, οι παραπάνω περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης - εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού η ένδικη αγωγή δεν είναι απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου που απορρέει από την άνω με αριθμό 941/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ούτε τα ζητήματα που κρίθηκαν με την εν λόγω απόφαση αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της ένδικης αξίωσης...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, δεχόμενο ότι δεν απορρέει δεδικασμένο από την ανωτέρω 941/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών που καλύπτει και την προκείμενη υπόθεση, απέρριψε τους σχετικούς (πρώτο, δεύτερο και τρίτο) λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας και επικύρωσε, κατά τούτο, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει, ως αβάσιμο, τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό της, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325 KΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου και όπως προκύπτει και από την ανωτέρω απόφαση, που επισκοπήθηκε από το δικαστήριο τούτο, μεταξύ της πιο πάνω απόφασης, που έκρινε επί της προγενέστερης από 27.7.2008 αγωγής, και της της ένδικης (από 2.4.2014) αγωγής, δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής αιτίας, καθόσον στην εν λόγω προγενέστερη αγωγή ο ενάγων εξέθετε ότι είχε παραχωρήσει, δυνάμει σύμβασης μίσθωσης, στην μισθώτρια εταιρία την χρήση ολόκληρου του μίσθιου ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο καταληφθέν εδαφικό τμήμα, ενώ με την ένδικη αγωγή επικαλείται νέα περιστατικά και συγκεκριμένα ότι η μισθώτρια εταιρία είχε αφήσει εκτός χρήσης το επίδικο τμήμα του μισθίου και είχε συναινέσει στο να εκμισθώσει ο ίδιος το εν λόγω τμήμα χωρίς να προτίθεται να ζητήσει τη μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ και οι ανωτέρω, πέμπτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο ως άνω λόγος δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 1293/2017), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία (ΑΠ 1028/2021).
Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) ο συγκεκριμένος ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη, β) ο νομότυπος τρόπος της προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 275/2017) και γ) τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 71/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του), προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο είχε επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της περί ύπαρξης δεδικασμένου απορρέοντος από την υπ' αριθ. 941/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, όμως, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως σαφώς συνάγεται από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης που παρατίθενται σε προηγούμενη παράγραφο, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που επαναφέρθηκε με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσία, με την αντίθετη παραδοχή περί του ότι το δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ' αριθ. 941/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν εμποδίζει την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία περιλαμβάνει τα παρατιθέμενα νέα περιστατικά που θεμελιώνουν την εκ του άρθρου 904 ΑΚ ασκούμενη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού.
5. Από τη διάταξη του άρθρ. 904 παρ. 1 εδάφ. α` του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της επιβάρυνσης (παροχής ή ζημίας) του ενάγοντος, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Επομένως, απαιτείται να υπάρχει άμεση περιουσιακή μετακίνηση μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας του άλλου. Στερείται νόμιμης αιτίας και, ως εκ τούτου, είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ` εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής (ΑΠ 702/2020, ΑΠ 2072/2017, ΑΠ 1351/2011).
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. και 911 αριθ. 2 του ΑΚ προκύπτει ότι όποιος χρησιμοποιεί ξένο ακίνητο οφείλει να αποδώσει τον πλουτισμό, που συνίσταται στη δαπάνη που εξοικονόμησε από τη χρήση, δηλαδή τα μισθώματα που θα κατέβαλε υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης και αφορούν ακίνητα της ίδιας περίπου με το ακίνητο που χρησιμοποιεί, κατάστασης, κατασκευής και εμφάνισης (ΑΠ 1261/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου απαιτείται να αναφέρεται α) η διάταξη του νόμου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, β) το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή στην έννομης συνέπεια, που εσφαλμένα διαγνώσθηκε ή δεν διαγνώσθηκε (ΑΠ 811/2020, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 164/2020), ενώ αν η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθενται και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 20/2005).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1382/2019).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019).
Με τον λόγο, όμως, αυτόν δεν επιτρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 185/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, με αυτήν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθ. 9133/14-5-1976 νόμιμα μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγησίλαου Θεοχάρη...
περιήλθε στον ήδη αποβιώσαντα ενάγοντα (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσίβλητες) κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητας λόγω πώλησης το Ε3 ακίνητο (γήπεδο) έκτασης 4.188,40 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ... επί της οδού ...... Με το άνω πωλητήριο συμβόλαιο ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να ανεχθεί τη διάνοιξη της οδού στη μεσημβρινή πλευρά του γηπέδου σε επαφή προς την τάφρο που το διαχώριζε με το πολιτικό αεροδρόμιο του Ελληνικού, ενώ η πωλήτρια εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να προεκτείνει προς δυσμάς την εν λόγω οδό, προκειμένου δια αυτής να καθίσταται ευχερής και ακώλυτη η προσπέλαση τόσο στο συγκεκριμένο ακίνητο όσο και στα προς δυσμάς αυτού κείμενα γειτονικά ακίνητα υπό στοιχεία Δ, Γ, Β, Α, μεταξύ της τάφρου του αεροδρομίου και της μεσημβρινής πλευράς των ακινήτων αυτών.
Με το από 3-10-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων εκμίσθωσε το εν λόγω ακίνητο στους Π. Π., Δ. Λ. και Ο. Τ., οι οποίοι στη συνέχεια προέβησαν στη σύσταση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. G. Ο.-Δ.. Λ.-Π.. Π.-Ο.. Τ.", η οποία συνέχισε τη μίσθωση μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2009 διατηρώντας εντός αυτού μικτό πρατήριο υγραερίου με αυτόματο πλυντήριο.
Με το υπ' αριθ. 19473/7-8-1985 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Βέννη... η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) απέκτησε κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητας το Δ4 ακίνητο (αγροτεμάχιο), όμορο ανατολικά με το άνω ακίνητο του ενάγοντος, που έχει έκταση 4.010 τ.μ... Η εναγομένη εταιρεία προτιθέμενη να ασκήσει εντός του άνω μισθίου την επιχειρηματική της δραστηριότητα συνιστάμενη στις εισαγωγές, εμπορία και επεξεργασία χάρτου μερίμνησε για την έκδοση της υπ' αριθ. 1233/1987 οικοδομικής άδειας του Γραφείου Πολεοδομίας Αργυρούπολης, βάσει της οποίας προέβη στην ανέγερση επαγγελματικής αποθήκης που αποπερατώθηκε περί το μήνα Μάρτιο του έτους 1989.
Η επικοινωνία του ακινήτου της εναγομένης με την οδό ... πραγματοποιείτο μέσω της αγροτικής οδού που είχε προβλεφθεί κατά την κατάρτιση του άνω υπ' αριθ. ... αγοραπωλητήριου συμβολαίου του ακινήτου του ήδη αποβιώσαντος ενάγοντος και είχε διαμορφωθεί κατά το έτος 1985, οπότε και η εναγομένη αγόρασε το όμορο ακίνητο.
Η άνω μισθώτρια εταιρεία?"Κ. G. Ο.-Δ.. Λ.-Π.. Π.-Ο.. Τ.", στην οποία ήταν μισθωμένο το ακίνητο του αποβιώσαντος ενάγοντος και η οποία συνέχισε τη μίσθωση μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2009 κατασκεύασε κατά το έτος 1992 στο νότιο τμήμα του ακινήτου μανδρότοιχο αφήνοντας εκτός του μισθίου εδαφικό τμήμα εμβαδού 356,01 τετρ.
μέτρων, το οποίο έπαυσε να χρησιμοποιεί και εφεξής περιορίστηκε στην χρήση της υπόλοιπης έκτασης για την ανάπτυξη της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, χωρίς να ζητήσει μείωση του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος.... Μετά το έτος 1992, ήτοι το 1993 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ζήτησε από τον ομόρρυθμο εταίρο της άνω μισθώτριας εταιρείας, Π.
Π., να υπομισθώσει στην εναγομένη το εδαφικό τμήμα των 356,01
τ.μ., για να το χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, όμως ο ανωτέρω, αφού προηγουμένως του γνωστοποίησε ότι δεν έχει το σχετικό δικαίωμα, τον έφερε σε επαφή με τον ήδη αποβιώσαντα ενάγοντα, κύριο και νομέα του ακινήτου, προκειμένου ο τελευταίος να της εκμισθώσει το εδαφικό αυτό τμήμα.
Αποδείχθηκε ότι η άνω μισθώτρια παρέσχε την συναίνεσή της στον ήδη αποβιώσαντα ενάγοντα να εκμισθώσει το επίδικο τμήμα στην εναγομένη εταιρεία αντί μισθώματος που εκείνος θα εισέπραττε χωρίς να μειωθεί το καταβαλλόμενο από την ίδια μίσθωμα. Ακολούθως διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης ως προς το ύψος του μισθώματος για την εκ μέρους του ενάγοντος παραχώρηση της χρήσης του επιδίκου, οι οποίες, όμως, δεν ευδοκίμησαν και τον Δεκέμβριο του έτους 1999 η εναγομένη κατέλαβε το προαναφερθέν εδαφικό τμήμα των 356,01 τ.μ.
που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του ακινήτου του ήδη αποβιώσαντος ενάγοντος... Ειδικότερα, η εναγομένη το περιέφραξε με γαλβανισμένο συρμάτινο πλέγμα και εγκατέστησε σε ολόκληρη την έκτασή του διάφορα εμπορεύματα, όπως αγαλματίδια διακοσμητικά κήπου, έπιπλα εξωτερικών χοίρων, διακοσμητικές κρήνες και διάφορα άλλα εμπορεύματα, τα οποία τα διέθετε προς πώληση στους πελάτες της παράλληλα με τις λοιπές δραστηριότητές της και δημιούργησε είσοδο προσπέλασης επ' αυτού από τη νότια πλευρά του ακινήτου της.
Εξαιτίας της άνω αποβολής του από το περιγραφέν εδαφικό τμήμα ο ήδη αποβιώσας ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης την από 12-4-2006 διεκδικητική αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το οποίο με την υπ' αριθ. 2125/2006 οριστική του απόφαση την έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την ήδη αμετάκλητη υπ' αριθ. 1685/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και έτσι, με βάση τις παραδοχές της κρίθηκε αμετάκλητα ότι ο ήδη αποβιώσας ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και ότι η εναγομένη κατέλαβε το επίδικο τμήμα τον Δεκέμβριο του 1999, απορρίφθηκαν δε ως ουσιαστικά αβάσιμες οι ενστάσεις έκτακτης χρησικτησίας και παραγραφής που προέβαλε η ήδη εναγομένη κατά του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος.
Η εναγομένη συμμορφούμενη με το διατακτικό της άνω απόφασης απέδωσε στις 30-6-2008 το άνω εδαφικό τμήμα των 356,01 τ.μ. στον ήδη αποβιώσαντα ενάγοντα... Περαιτέρω, η εναγομένη-εκκαλούσα προς απόκρουση της ένδικης αγωγής επικαλείται ότι στην άνω προγενέστερη από 27.7.2008 ασκηθείσα εναντίον της αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού διαλαμβάνεται εξώδικη ομολογία του ενάγοντος ότι η μισθώτρια εταιρεία κατείχε το επίδικο τμήμα κατά το χρονικό διάστημα την 1.1.2000 έως και την 30.6.2008, όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αποδείχθηκε ότι η ίδια εναγομένη κατείχε αυθαίρετα το επίδικο τμήμα κατά το κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα.
Η τελευταία που έκανε χρήση του επιδίκου τμήματος γνωρίζοντας εξάλλου διά του νόμιμου εκπροσώπου της ότι ο ενάγων δικαιούται να το εκμισθώσει έχει υποχρέωση σε απόδοση του αποκτηθέντος χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμού της συνιστάμενου... στην δαπάνη που εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο παρόμοιο με το επίδικο οικόπεδο, για να το χρησιμοποιήσει για την άσκηση σε αυτό της εμπορικής δραστηριότητάς της καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα.
Πρέπει να επισημανθεί ότι η άνω μισθώτρια εταιρεία κατέβαλε στον αποβιώσαντα ενάγοντα στο πλαίσιο της συναφθείσας μίσθωσης ως μηνιαίο μίσθωμα τα κατωτέρω ποσά για τα ακόλουθα έτη α) το έτος 2000 σε 840.000 δραχμές, δηλαδή 2.465,15 ευρώ, β) το έτος 2001 σε 900.000 δραχμές, δηλαδή 2.641,23 ευρώ, γ) το έτος 2002 3.000 ευρώ, δ) το έτος 2003 3.000 ευρώ, ε) το έτος 2004 3.200 ευρώ, στ) το έτος 2005 σε 3.350 ευρώ, ζ) το έτος 2006 σε 3.650 ευρώ, η) το έτος 2007 σε 4.200 ευρώ και θ) το έτος 2008 σε 4.830 ευρώ, όμως το άνω εισπραχθέν κατά τις προαναφερθείσες χρονικές περιόδους μίσθωμα δεν είναι πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο για τον καθορισμό του ελεύθερου καταβαλλόμενου μισθώματος για το επίδικο, δεδομένου ότι το επίδικο είναι εκτός σχεδίου, ενώ το μισθωμένο ακίνητο στο οποίο υφίστανται εγκαταστάσεις πρατηρίου υγρών καυσίμων είναι εντός σχεδίου.
Κατόπιν τούτων η μισθωτική αξία του επίδικου εδαφικού τμήματος ενόψει της θέσης και του εμβαδού αυτού και λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι εκτός σχεδίου ανερχόταν για τα παρακάτω έτη στα ακόλουθα ποσά : 1) για τα έτη 2000 και 2001 σε 110 ευρώ μηνιαίως και συνολικά σε 2640 ευρώ 2) για τα έτη 2002 και 2003 σε 120 ευρώ μηνιαίως και συνολικά σε 2880 ευρώ 3) για τα έτη 2004 και 2005 σε 130 ευρώ μηνιαίως και συνολικά σε 3.120 ευρώ, 4) για το διάστημα 1.1.2006 - 30.6.2008 σε 145 ευρώ μηνιαίως και συνολικά σε 4.350 ευρώ, δηλαδή το συνολικό μίσθωμα για το διάστημα 1.1.2000 - 30.6.2008 ανήλθε σε 12.990 ευρώ.
Ο πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός της εναγομένης που επαναφέρεται με τον δέκατο λόγο έφεσης ότι ο αποβιώσας ενάγων εισέπραξε από τη μισθώτρια εταιρεία για το επίδικο τμήμα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα το ποσό των 28.843,82 ευρώ και ότι ως εκ τούτου, ο αρχικός διάδικος (ενάγων) θα καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία κατά το ποσό που η εναγομένη θα υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτόν με την προκειμένη απόφαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κάνοντας χρήση του επίδικου εδαφικού τμήματος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας του αρχικού διαδίκου που είχε δικαίωμα να προβεί στην εκμίσθωσή του, αφού δεν κατέβαλε αντάλλαγμα σε αυτόν ούτε υφίστατο συμβατική σχέση μεταξύ τους ούτε ο πλουτισμός της καλύπτεται κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη συναγόμενη από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου...
Ειδικότερα, η εναγομένη εκμεταλλεύτηκε το επίδικο οικόπεδο που ανήκε στην κυριότητα του αρχικού διαδίκου ο οποίος δυνάμει της προαναφερεθείσας συμφωνίας με την μισθώτρια εταιρεία είχε δικαίωμα να το αξιοποιήσει διά της εκμισθώσεώς του και έτσι, η πρώτη από την επέμβαση στην έννομη σφαίρα του εξοικονόμησε την άνω δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν για τη μίσθωσή του ανερχόμενη στο προαναφερθέν συνολικό ποσό των 12.990 ευρώ κατά το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος του.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας ότι δεν κατείχε η ίδια το επίδικο τμήμα αλλά η εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Τ. Κ. Σ. Ο." η οποία εμπορεύεται αγαλματίδια και άλλα διακοσμητικά κεραμικά είδη και ότι η εμπορία αυτών δεν περιλαμβάνεται στον καταστατικό σκοπό της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αναιρείται από τις κατατεθείσες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου από 30-10-2006 προτάσεις της ιδίας προς απόκρουση της συζητηθείσας στις 21.11.2006 προαναφερθείσας από 12-4-2006 διεκδικητικής αγωγής του αποβιώσαντος ενάγοντος κατ' αυτής στις οποίες διέλαβε ότι η ίδια το 1999 περιέφραξε με συρμάτινο πλέγμα το επίδικο ακίνητο και τοποθέτησε σε αυτό διάφορα εμπορεύματα, όπως αγαλματίδια διακοσμητικά κήπου, έπιπλα εξωτερικών χώρων και άλλα εμπορεύματα, πρέπει δε να επισημανθεί ότι η εναγομένη απέδωσε το ακίνητο στον αποβιώσαντα ενάγοντα με βάση την παραπάνω εκδοθείσα επί της διεκδικητικής αγωγής του αποβιώσαντος ενάγοντος απόφαση...
Μετά ταύτα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στην κρίση ότι η εναγομένη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος του ήδη αποβιώσαντος ενάγοντος κατά το ποσό των 28.479,38 ευρώ έσφαλε και μετά τις εν λόγω παραδοχές της ήδη εξαφανισθείσας εκκαλούμενης απόφασης πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (αφού, όπως προεκτέθηκε, με την συμπροσβαλλόμενη μη οριστική απόφασή του, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και διακρατήθηκε προς εκδίκαση η αγωγή), δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες, ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος ενάγοντος, που νόμιμα συνεχίζουν την δίκη κατά το ποσοστό της εξ' αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας εκάστης (δηλαδή κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και 3/8 εκάστη από τις λοιπές), το ποσό των 12.990 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσό των 3.247,5 ευρώ στην πρώτη και το ποσό των 4871,25 ευρώ σε εκάστη από τις λοιπές.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως την 15.6.2008, κατείχε αυθαίρετα και εκμεταλλευόταν το επίδικο εδαφικό τμήμα (οικόπεδο) που ανήκε στην κυριότητα του αρχικού ενάγοντος, γνωρίζοντας ότι αυτός κατόπιν συμφωνίας του με την μισθώτρια εταιρία δικαιούται να το εκμισθώσει αυτοτελώς, και έτσι εξοικονόμησε δαπάνη, ποσού 12.990 ευρώ, την οποία θα κατέβαλε, αν μίσθωνε άλλο, παρόμοιο με το επίδικο, οικόπεδο, για να το χρησιμοποιήσει για την άσκηση σ' αυτό της εμπορικής δραστηριότητάς της και, ως εκ τούτου, οι αναιρεσίβλητες (που συνεχίζουν τη δίκη στη θέση του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος) δικαιούνται να λάβουν την ωφέλεια αυτή της αναιρεσείουσας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) ότι η αναιρεσείουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως την 15.6.2008, κατείχε αυθαίρετα και εκμεταλλευόταν το επίδικο εδαφικό τμήμα που ανήκε στην κυριότητα του αρχικού ενάγοντος, β) ότι η μισθώτρια του όλου ακινήτου (στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο τμήμα), συμφώνησε και παρέσχε την συναίνεσή της στον αρχικό ενάγοντα να εκμισθώσει το επίδικο τμήμα στην εναγόμενη εταιρία αντί μισθώματος που εκείνος θα εισέπραττε, χωρίς να μειωθεί το καταβαλλόμενο από την ίδια μίσθωμα, αφού αυτή ήδη από το έτος 1992 και εντεύθεν δεν έκανε χρήση του εν λόγω τμήματος και γ) η αναιρεσείουσα, που γνώριζε ότι αρχικός ενάγων, κατόπιν της ως άνω συμφωνίας του με την μισθώτρια εταιρία, δικαιούται να το εκμισθώσει αυτοτελώς, με την εκμετάλλευση του επίδικου τμήματος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εξοικονόμησε την δαπάνη, ποσού 12.990 ευρώ, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο παρόμοιο με το επίδικο οικόπεδο, για να το χρησιμοποιήσει για την άσκηση σε αυτό της εμπορικής δραστηριότητάς της, πέραν δε των ανωτέρω δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Επομένως, οι πρώτος, πέμπτος, έκτος και ένατος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, του προαναφερόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι.
Επίσης, ο ίδιος ως άνω ένατος πρόσθετος λόγος αναίρεσης ως προς την περαιτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας εταιρίας, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα (2000-2008) την εκμετάλλευση της επίδικης εδαφικής έκτασης είχε η ίδια (αναιρεσείουσα) και όχι η εταιρία "Μ. Τ. Κ. Σ. Ο.", είναι πρωτίστως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο ανωτέρω άρθρο, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, όπως εκτέθηκε και στην ίδια ως άνω νομική σκέψη. 6.
Ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1041/2023, ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 587/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και έπρεπε να την εφαρμόσει, αφού δέχθηκε "ότι η μισθώτρια εταιρία παραχώρησε τη χρήση της επίδικης εδαφικής έκτασης στον αρχικό ενάγοντα χωρίς αντάλλαγμα".
Ο λόγος, όμως, αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η επίδραση που είχε το φερόμενο αυτό σφάλμα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε με βάση την επικαλούμενη παράβαση, στοιχείο που είναι αναγκαία προϋπόθεση για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της προηγούμενης υπ' αριθ. 5 παραγράφου της παρούσας, είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η μισθώτρια εταιρία παραχώρησε τη χρήση της επίδικης εδαφικής έκτασης στον αρχικό ενάγοντα χωρίς αντάλλαγμα, πλην, όμως, η ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της, δεν στηριζόταν στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ, ούτε και η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές σχετικές με την εν λόγω διάταξη, αφού δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν το επικαλούμενο ως άνω περιστατικό, αλλά, αντιθέτως, αναφέρεται, ως παραδοχή της, ότι "η άνω μισθώτρια παρέσχε την συναίνεσή της στον ήδη αποβιώσαντα ενάγοντα να εκμισθώσει το επίδικο τμήμα στην εναγόμενη εταιρεία αντί μισθώματος που εκείνος θα εισέπραττε χωρίς να μειωθεί το καταβαλλόμενο από την ίδια μίσθωμα".
Επομένως, ο ανωτέρω από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
7. Από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 161/2017).
Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1185/2022, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναίρεσης (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δέκατο, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που η ίδια επικαλέσθηκε και προσκόμισε, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ.
πρωτ. 773022/10.2.2017 ανακοίνωση του ΓΕΜΗ, καθώς και τα υπ' αριθ. 161/2007, 156/2006, 155/2005, 94/2004, 91/2003, 88/2002 και 80/2001 δελτία αποστολής-τιμολόγια πώλησης της εταιρίας "....", από τα οποία προέκυπτε, όπως επικαλείται, ότι τη χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 30.6.2008, δεν είχε αυτή (αναιρεσείουσα εταιρία) αλλά η ως άνω τελευταία εταιρία, που εμπορευόταν αγαλματίδια και διακοσμητικά κήπου.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι πρωτίστως αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενό των φερόμενων ως μη ληφθέντων εγγράφων (βλ. ΑΠ 1264/2017), ώστε να κριθεί, αν τα αποδεικτικά αυτά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη αγωγή, γιατί την χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου δεν είχε η ίδια, αλλά η ανωτέρω εταιρία.
Ανεξαρτήτως, όμως, αυτού, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, προς απόδειξη του οποίου αυτή επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω, από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόσθετος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
8. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' KΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 KΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 KΠολΔ (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 368/2021, ΑΠ 5/2020).
Για να εξεταστεί δε κατ` ουσίαν ο λόγος αυτός, πρέπει, επί λήψης υπόψη μη επιτρεπόμενου από το νόμο εγγράφου, να προσκομίζεται το συγκεκριμένο έγγραφο, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 490/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο αποκλεισμός του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων αναφέρεται στο έγγραφο που περιέχονται δικαιοπρακτικές δηλώσεις των διαδίκων και το οποίο προσκομίζεται προς άμεση απόδειξη δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης και όχι σε απόδειξη πραγματικών γεγονότων που έχουν σχέση προς τη δικαιοπραξία (ΑΠ 2298/2009) και που επιφέρουν την κατάργησή της ή την τροποποίησή της.
Εξάλλου, αν δεν επιτρέπεται απόδειξη με μάρτυρες, δεν επιτρέπεται η απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια (άρθρο 395 ΚΠολΔ), ούτε και με ένορκες βεβαιώσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, έλαβε υπόψη μη επιτρεπτό από το νόμο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα, κατά παράβαση του άρθρου 393 παρ. 2 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 10574/2014 ένορκη βεβαίωση του Ο.
Τ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Βουδούρη προς απόδειξη του ισχυρισμού του αρχικού ενάγοντος (ιδιοκτήτη και εκμισθωτή) ότι του είχε παραχωρηθεί από τη μισθώτρια εταιρία "ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ GAS Α.Ε", κατόπιν προφορικής συμφωνίας του με αυτήν, κατά το έτος 1992, η χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1992-2009, κάτι όμως που είναι αντίθετο με το περιεχόμενο του από 3.10.1980 μισθωτήριου έγγραφου συμφωνητικού, που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και της εν λόγω μισθώτριας εταιρίας, με βάση το οποίο (περιεχόμενο) η τελευταία είχε, ως μισθώτρια, τη χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου (ως τμήμα του μεγαλύτερου εκμισθωθέντος σ' αυτήν ακινήτου) για όλο το χρονικό διάστημα από την 1.1.1981 έως και το έτος 2009.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του, έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας τον οποίο αυτή είχε προτείνει πρωτοδίκως και είχε επαναφέρει στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, με την εξής αιτιολογία: "...
Ο ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η ως άνω ένορκη βεβαίωση..., διότι πρόκειται για ανεπίτρεπτη με βάση την διάταξη του άρθρου 393 παρ. 2 ΚΠολΔ διά... μαρτύρων απόδειξη της προαναφερθείσας προφορικώς συναφθείσας μεταξύ του ενάγοντος και της μισθώτριας συμφωνίας κατά του περιεχομένου του άνω από 3.10.1980 μισθωτηρίου από το οποίο προκύπτει ότι την χρήση του μισθίου από την σύναψή του έως το 2009 είχε η μισθώτρια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η μεταγενέστερη αυτή συμφωνία δεν τελεί σε αντίθεση προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των συμβληθέντων στο από 3.10.1980 μισθωτήριο μερών περί μίσθωσης του ακινήτου στο οποίο διαλαμβάνεται ότι ο ήδη αποβιώσας ενάγων εκμισθώνει το περιγραφόμενο γήπεδο στους ως άνω μισθωτές.".
Συνεπώς, ενόψει της προπαρατιθέμενης παραδοχής του, ότι, δηλαδή, η μεταγενέστερη προφορική συμφωνία μεταξύ του αρχικού ενάγοντος και της ανωτέρω μισθώτριας εταιρίας δεν τελεί σε αντίθεση προς το περιεχόμενο των συμβληθέντων στο από 3.10.1980 μισθωτήριο μερών περί μίσθωσης του ακινήτου, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αφού η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν είναι αντίθετη με το δικαιοπρακτικό περιεχόμενο της σύμβασης μίσθωσης, δηλαδή με τις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλόμενων μερών, όπως διατυπώθηκαν στην σύμβαση αυτή. Με άλλα λόγια, η διά της ένορκης βεβαίωσης απόδειξη αφορά, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, συμφωνία μεταγενέστερη, διάφορη της αποδεικνυόμενης με το από 3.10.1980 μισθωτήριο. Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόσθετος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
9. Από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 1544/1942, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλόμενου κατά το άρθρο 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και, γι' αυτό, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων αυτών, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην αλλά κατ' αντιμωλίαν (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 2031/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 223 του ΚΠολΔ όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής (και τέτοιο περιορισμό αποτελεί και η μετατρoπή του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό), θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1 εδ.
β` του ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 αυτού, αλλά κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 297 του ίδιου Κώδικα και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 204/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δωδέκατο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι, παρά τον νόμο, δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή, για το λόγο ότι δεν καταβλήθηκε το ανάλογο προς το καταψηφιστικό αίτημά της, τέλος δικαστικού ενσήμου.
Ο πρόσθετος αυτός λόγος, όμως, είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, πρωτίστως απαράδεκτος, γιατί η παράβαση των περί δικαστικού ενσήμου διατάξεων δεν επάγεται απαράδεκτο της αγωγής και δεν δημιουργεί άλλο λόγο αναίρεσης, παρά μόνο τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην αλλά κατ' αντιμωλίαν, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Ανεξαρτήτως, όμως, τούτου, ο ως άνω πρόσθετος λόγος είναι και αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, γιατί ναι μεν η ένδικη αγωγή ασκήθηκε ως καταψηφιστική, πλην όμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έγινε παραδεκτώς περιορισμός (μετατροπή) του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, με συνέπεια να μην αναγκαία κατά νόμο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.
10. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων της έφεσης, της ανακοπής και τριτανακοπής, όχι όμως εκείνη της ένστασης ή αντένστασης ή του λόγου της έφεσης, όπως επίσης και το αίτημα για νέες αποδείξεις με την εξέταση από το εφετείο μαρτύρων, γιατί αυτό υπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 2060/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ενώ κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "αίτηση", κατά την προεκτεθείσα έννοια της ως άνω διάταξης, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1597/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εξέφρασε δικανική κρίση επί των αιτημάτων της: α) για εξέταση του μάρτυρα Ο. Τ. και β) για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από πολιτικό μηχανικό, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν το επίδικο ακίνητο έπρεπε κατά τα έτη 2000 έως 2008 να παραμένει υποχρεωτικά κενό για να λειτουργεί το όμορο μικτό πρατήριο υγραερίου-αυτόματο πλυντήριο της εταιρίας "Κ. G. Α." και άφησε έτσι αδίκαστες αιτήσεις. Ο πρόσθετος, όμως, αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί η ανάγκη εξέτασης μαρτύρων καθώς και διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης υπόκειται, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν χρειαζόταν να διαλάβει ρητή διάταξη για την απόρριψη των αιτημάτων αυτών της αναιρεσείουσας, ενόψει και του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δεν υπάρχει, ως προς το αίτημα της πραγματογνωμοσύνης, παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι αφορά ζήτημα που, για να γίνει αντιληπτό, απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
11. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....".
Με το ανωτέρω άρθρο, κατά το μέρος που ορίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση, που δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποιά δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διάταξης, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 825/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εταιρία, με τους τέταρτο (κατά το πρώτο σκέλος του) και δέκατο τέταρτο (τελευταίο) πρόσθετους λόγους της αίτησής της, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την προγενέστερη υπ' αριθ. 941/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και υποπίπτοντας σε όλες τις νομικές πλημμέλειες (ήτοι παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου) που εξέθεσε με όλους τους λόγους τόσο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσής της, όσο και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αυτής, παραβίασε τις προστατευόμενες από το ως άρθρο της ΕΣΔΑ, αρχές της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων.
Οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, όμως, είναι απαράδεκτοι, αφού η αναιρεσείουσα προσδιορίζει στο αναιρετήριο τους λόγους παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ σε εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, δηλαδή σε πλημμέλειες που ελέγχονται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. 12.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ως άνω ένδικη αίτηση αναίρεσης μετά των πρόσθετων αυτής λόγων, της εταιρίας "Γ. Κ.. Τ. Α. Ε. Ε. Ε. Χ." να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 698/2021, ΑΠ 342/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με τις από 9.2.2023 προτάσεις της ως άνω αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν από αυτήν αυθημερόν (δηλαδή τρεις ημέρες πριν την παραμονή της συζήτησης) ζητείται η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες σε επιστροφή του ποσού των 5.619,92 που έχει καταβληθεί στην πρώτη αυτών και του ποσού των 8.429,88 που έχει καταβληθεί σε εκάστη από τις δεύτερη και τρίτη αυτών.
Όμως, η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων είναι απαράδεκτη ως άνευ αντικειμένου, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ως άνω αίτηση αναίρεσης μετά των πρόσθετων αυτής λόγων, απορρίφθηκε. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρίας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
IV. Επί της από 7.7.2021 αίτησης αναίρεσης μετά των από 15.12.2021 πρόσθετων αυτής λόγων, των Χ. Χ., Κ. Χ. και Ε. Χ.: 1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια του άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, με την έννοια ότι αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που, κατά τον τρόπο αυτό, παραμορφώθηκε.
Δηλαδή, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμός μεταξύ της παραμόρφωσης του εγγράφου και του επιζήμιου πορίσματος. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά, ακολούθως, αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 1144/2023, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 630/2020).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσής του εγγράφου (ΑΠ 51/2020).
Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 51/2020).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 922/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων δύο αποδεικτικών εγγράφων, καθόσον, από διαγνωστικό σφάλμα, δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα.
Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, με αρνητικό τρόπο, το περιεχόμενο: α) του προσκομισθέντος υπ' αριθ. 9133/14.5.1976 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αγησίλαου Θεοχάρη, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης του αρχικού ενάγοντος (δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών) και στο οποίο το όλο ακίνητο των 16.500 τ.μ., που βρίσκεται στο κτήμα "Τ." στον ... (από το οποίο το Ε3 τμήμα αυτού, έκτασης 4.188,40 τ.μ., αγοράσθηκε από τον αρχικώς ενάγοντα, ενώ τμήμα αυτού είναι η επίδικη έκταση των 356,01 τ.μ.) περιγράφεται ως "κείμενον εκτός σχεδίου πόλεως" και β) της προσκομισθείσας υπ' αριθ. ...
πράξης αποδοχής κληρονομίας των αναιρεσειουσών ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ευδοξίας Δουδώνη, στο οποίο περιγράφεται το ακίνητο του δικαιοπαρόχου τους, έκτασης 4.188,40 τ.μ. (μέρος του οποίου είναι το επίδικο), ως "εκτός σχεδίου πόλεως", αποδίδοντας στα εν λόγω έγγραφα περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχουν, και συγκεκριμένα απέδωσε σ' αυτά ότι το υπόλοιπο (πλην του επιδίκου) τμήμα του ακινήτου του αρχικού ενάγοντος, είναι "εντός σχεδίου", ακολούθως δε, στηρίζοντας την κρίση του, αποκλειστικά, άλλως κατά κύριο λόγο, στα έγγραφα αυτά κατά τον τρόπο που παραμορφώθηκαν, κατέληξε στο επιζήμιο για τις αναιρεσείουσες πόρισμα ότι η μισθωτική αξία (με βάση το ελεύθερο καταβαλλόμενο μίσθωμα) του επίδικου εδαφικού τμήματος των 356,01 τ.μ.
είναι μικρότερη από τη μισθωτική αξία του υπολοίπου ήδη μισθωμένου τμήματος του όλου ακινήτου, έκτασης 3.832,39 τ.μ. (4.188,40 μείον 356,01), καθόσον το μεν επίδικο είναι "εκτός σχεδίου", ενώ το υπόλοιπο "μισθωμένο ακίνητο στο οποίο υφίστανται εγκαταστάσεις πρατηρίου υγρών καυσίμων είναι εντός σχεδίου". Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο πόρισμά του για την μειωμένη μισθωτική αξία του επίδικου εδαφικού τμήματος, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο ότι το επίδικο τμήμα ήταν εκτός σχεδίου (όπως, άλλωστε, αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τις αναιρεσείουσες), αλλά και τη θέση του καθώς και εμβαδόν του, που είναι πολύ μειωμένο σε σχέση με το υπόλοιπο μισθωμένο τμήμα του όλου ακινήτου, ενώ την κρίση του ότι το εισπραχθέν από τον αρχικό ενάγοντα για το μισθωμένο τμήμα του ακινήτου μίσθωμα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (2000-2008) "δεν είναι πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο για τον καθορισμό του ελεύθερου καταβαλλόμενου μισθώματος για το επίδικο, δεδομένου ότι το επίδικο είναι εκτός σχεδίου, ενώ το μισθωμένο ακίνητο στο οποίο υφίστανται εγκαταστάσεις πρατηρίου υγρών καυσίμων είναι εντός σχεδίου", δεν στήριξε, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες έγγραφα.
Επομένως, οι ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
2. Οι αναιρεσείουσες, με τους επικουρικώς προβληθέντες δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα δύο αποδεικτικά μέσα (...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και ... πράξη αποδοχής κληρονομίας), που αυτές επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειουσών, προς απόδειξη του οποίου αυτές επικαλέσθηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, κάνοντας μάλιστα για το πρώτο από αυτά (το ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο) ειδική μνεία στην αρχή της ελάσσονας πρότασης του δικανικού συλλογισμού του. Επομένως, οι ανωτέρω, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
3. Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.
Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 935/2023, ΑΠ 81/2022).
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 1137/2021, ΑΠ 911/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον επικουρικώς προβληθέντα τρίτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινό πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε εσφαλμένα ότι το μισθωμένο από τον αρχικό ενάγοντα τμήμα των 3.832,39 τ.μ. (4.188,40 μείον 356,01) του ακινήτου τους είναι "εντός σχεδίου", χωρίς να στηρίζει σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο την ως άνω κρίση του.
Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του όρου, αλλά αναφέρονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειουσών προς ενίσχυση της μη γενομένης δεκτής απόψεώς τους ως προς την αξία του ένδικου ακινήτου, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης, ένορκη βεβαίωση και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα), τα οποία αναφέρονται σε αυτήν και, συνεπώς, δεν δέχτηκε, παρά το νόμο πράγμα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινό χωρίς απόδειξη, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες.
Εξάλλου, οι τελευταίες, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του ως άνω λόγου στο άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, πλήττουν απαραδέκτως την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση (ΑΠ 935/2023, ΑΠ 431/2019).
4. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ως άνω ένδικη αίτηση αναίρεσης μετά των πρόσθετων αυτής λόγων, των Χ. Χ., Κ. Χ. και Ε. Χ. να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ως άνω αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α.
Απορρίπτει την από 7.7.2021 αίτηση μετά των από 15.12.2021 πρόσθετων αυτής λόγων, των Χ. Χ., Κ. Χ. και Ε. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2196/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Β.
Απορρίπτει την από 15.10.2021 αίτηση μετά των από 9.1.2023 πρόσθετων αυτής λόγων, της εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Κ.. Τ. Α. Ε. Ε. Ε. Χ." για αναίρεση των υπ' αριθ. 2196/2021 και 4988/2019 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την υποβληθείσα με τις προτάσεις αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ