Legislator Case Law & Legislation
1575/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and insufficient reasoning in the lower court's decision.

Case Number 1575/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued for a new trial based on vague legal grounds and alleged insufficient reasoning regarding the insurance contract's validity. The court rejected these claims because the grounds were too indefinite for review and failed to specify the violated substantive law provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and do not specify the violated substantive law provisions or the critical factual assumptions of the lower court's decision.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds insufficient reasoning vague legal argument Code of Civil Procedure substantive law violation court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1575 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1575/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Πολατίδου - Βαλαβάνη, που ανακάλεσε την από 9/3/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 8/3/2012 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3603/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5737/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/9/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11-9-2019 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 8215/2019, ΕΑΚ 776/2019, Αριθ. Δικ. 2223/2019) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 5737/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 15-9-2016 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 3603/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσείων, με την απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, από 4-1-2011, αγωγή του, επικαλούμενος ότι το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ι.Γ.Μ.Ε.), στο οποίο εργάστηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργοδηγός, από τις ...

έως τις ... που συνταξιοδοτήθηκε, είχε συνάψει με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία σύμβαση ομαδικής ασφάλισης καταβολής εφάπαξ ποσού, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στην αγωγή και ότι με βάση τη σύμβαση αυτή, όπως τροποποιήθηκε με πρόσθετες πράξεις, ως μέλος της ασφαλιζόμενης ομάδας, κατά την κανονική αποχώρησή του από το Ι.Γ.Μ.Ε.

δικαιούτο να λάβει από την εναγομένη συγκεκριμένο εφάπαξ ποσό (ασφάλισμα), ανάλογο προς τη διάρκεια παροχής της εξαρτημένης εργασίας του, ζήτησε λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, η οποία επήλθε με την αποχώρησή του από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης, να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία αρνείται, να του καταβάλει το ανερχόμενο στο ποσό των 112.572,91 ευρώ ασφάλισμα νομιμοτόκως.

Επίσης, η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 8-3-2012 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης προσεπικάλεσε το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΚΑΙ ΑΕΙΦΟΡΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ", ως καθολικό διάδοχο του Ι.Γ.Μ.Ε., να ασκήσει παρέμβαση στη δίκη, επικαλούμενη ότι τούτο, σε περίπτωση ήττας της, έχει υποχρέωση να της καταβάλει όποιο ποσό δικαιούται ο ενάγων.

Επί των ανωτέρω δικογράφων εκδόθηκε η 3603/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ απέρριψε την προσεπίκληση ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Κατά της απόφασης η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 15-9-2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 5737/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε η αγωγή, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), ενώ δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προαναφέρεται, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, οι κανόνες δε αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υφίσταται: α) είτε όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές αυτών των άρθρων προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, β) είτε όταν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010), γ) είτε όταν προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους ως άνω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 341/2021, ΑΠ 603/2017).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι, παρά τη διαπίστωσή του αυτή, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στην πρώτη παραπάνω περίπτωση ή ότι προσέφυγε σ` αυτές, παρότι έκρινε τη δικαιοπραξία σαφή και πλήρη, στη δεύτερη περίπτωση ή ότι εσφαλμένα υπήγαγε σ` αυτές τις αρχές τις πραγματικές διαπιστώσεις του στην τρίτη περίπτωση (ΑΠ 341/2021, ΑΠ 1286/2021, ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 1350/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, η διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, ο προταθείς ουσιώδης ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 144/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1, 6, 29 παρ. 3 και 33 Ν. 2496/1997, 13 κεφ. VII παρ. 2α ν.δ. 400/1970, καθώς και των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την επίκληση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι η μεταξύ του Ι.Γ.Μ.Ε.

και της αναιρεσίβλητης σύμβαση δεν ήταν σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, όπως ανέφερε στην ένδικη αγωγή, αλλά σύμβαση διαχειριστική, με την οποία η ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση εφάπαξ καταβολής της ασφαλιστικής παροχής προς τους εργαζόμενους του Ι.Γ.Μ.Ε. με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης της συνταξιοδότησης, αλλά εφόσον συντρέχει και ο προβλεπόμενος από τη σύμβαση όρος περί επάρκειας του Λογαριασμού Κατάθεσης Ασφαλίστρων, στον οποίο το Ι.Γ.Μ.Ε υποχρεούτο να καταθέτει τα ασφάλιστρα, που προσδιορίζονταν από τις ετήσιες αναλογιστικές μελέτες της ασφαλιστικής εταιρείας και χωρίς η τελευταία να εγγυάται την επάρκεια του λογαριασμού.

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος λόγω αοριστίας, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, διότι για τη θεμελίωσή του δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ενόψει του ότι η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, με πληρότητα και σαφήνεια, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του.

Επίσης, αναφορικά με την επικαλούμενη με τον παρόντα αναιρετικό λόγο παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο παρότι δεν διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δικαιοπρακτικής δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων στην επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες (όπως τούτο προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη).

Περαιτέρω, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης σύμβασης ομαδικής ασφάλισης. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του, παρά μόνο ένα απόσπασμα αυτής, το οποίο επέλεξε, κατά το δοκούν, ο αναιρεσείων, ούτε εξειδικεύονται οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά τον αναιρεσείοντα, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε οι αιτιολογίες της να είναι επαρκείς.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-9-2019 (ΓΑΚ 8215/2019, ΕΑΚ 776/2019, Αριθ. Δικ. 2223/2019) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5737/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ