Legislator Case Law & Legislation
1575/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where appellant's minor child became an adult after second instance judgment. Appeal is inadmissible as the child can no longer be represented by parents.

Case Number 1575/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a second-instance judgment regarding a workplace fatality. The appellant argued the lower court erred in attributing sole fault to him, but the court found the second instance correctly established the deceased's negligence. The appeal was rejected because the deceased had already reached the age of majority before the judgment was issued, rendering the parents' legal representation invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 127 of the Civil Code and 63 of the Code of Civil Procedure; Upon reaching majority, a minor's legal representative loses authority, making an appeal filed by parents against a deceased adult inadmissible.

Keywords

AI generated
legal representation minor status age of majority cassation appeal parental guardianship inadmissible appeal workplace fatality

Cited Legislation

AI generated
Article 127 of the Civil Code
Article 63 of the Code of Civil Procedure
Article 1510 of the Civil Code
Article 286 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1575 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1575/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Κ., κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μιχαήλ, ο οποίος δήλωσε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ενηλικιώθηκε διορθώνοντας ως προς το σημείο αυτό την αίτηση αναίρεσης και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)A. A. (Α. Α.) του Κ., 2)J. A. (Γ. Α.) του Γ. και 3)A. A. (Α. Α.) του Γ., κατοίκων …. Ο τρίτος νομίμως εκπροσωπείται από την ασκούσα τη γονική μέριμνα μητέρα του πρώτη αναιρεσίβλητη. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Τσιαμήτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5668/2018 του Μονομελές Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/9/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παράστασης στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.

Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα πριν από την έκδοση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της απόφασης αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του, εφόσον ο συμμετάσχων στη δευτεροβάθμια δίκη αναιρεσείων ή αναιρεσίβλητος έχει λάβει γνώση της ενηλικίωσης του αντιδίκου του.

Τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης κατά ήδη ενηλικιωθέντος διαδίκου, ως εκπροσωπούμενου από το νόμιμο αντιπρόσωπό του (γονέα του) είναι απαράδεκτη, διότι ο τελευταίος δεν νομιμοποιείται πλέον παθητικά, εκτός αν η αίτηση αναίρεσης εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 1686/2017, ΑΠ 1166/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, J. A. (Γ. Α.), παραστάθηκε ατομικά και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Απόστολο Τσιαμήτα. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες της έρευνας της γνώσης του αναιρεσείοντος σχετικά την ενηλικίωση του δεύτερου αναιρεσίβλητου και την εξ αυτής ικανότητα παράστασής του στο παρόν Δικαστήριο, προκύπτουν τα εξής:

Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος γεννήθηκε την 31.10.1996 και, συνεπώς, ενηλικιώθηκε την 31.10.2014. Η χρονολογία γέννησης αυτού διαλαμβάνεται στη σελ. 14 του δικογράφου της με αριθμό κατάθεσης 203349/5913/2012 αγωγής που άσκησε (και) αυτός κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Για το λόγο αυτό, στη συνέχεια, ο εν λόγω διάδικος άσκησε στο όνομά του [και από κοινού με την πρώτη εκκαλούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη A.

A. (Α. Α.Ι.) και τον τρίτο εκκαλούντα και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο ανήλικο A. A. (Α. Α.) νόμιμα εκπροσωπούμενο από τη μητέρα του A. A.], την από 6.11.2015 (με αριθμό κατάθεσης 4136/2016) έφεση κατά της με αριθμό 124/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας (έφεσης) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 5668/19.11.2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επομένως, κατά την άσκηση της ένδικης από 20.9.2019 (με αριθμό κατάθεσης 8880/849/2019) αίτησης αναίρεσης, είχε γνωστοποιηθεί στον τότε εφεσίβητο και ήδη αναιρεσείοντα ότι ο δεύτερος εκκαλών και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος είναι ενήλικος. Παρόλα αυτά, ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως νομίμως εκπροσωπούμενου από την ασκούσα τη γονική μέριμνα μητέρα του Α.

Α.. Κατόπιν αυτού και με δεδομένο ότι με τις από 06.09.2021 προτάσεις που κατέθεσε στον Άρειο Πάγο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εγκρίνει την κατ' αυτού αίτηση αναίρεσης, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον τούτο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση (ΑΠ 123/2015).

Επομένως, η κρινόμενη, από 20.9.2019, αίτηση αναίρεσης (σελ. 8 και 13 αυτής) απαραδέκτως πλήττει (και) την πρωτόδικη, με αριθμό 124/2015, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού η επίσης αναιρεσιβαλλόμενη δευτεροβάθμια, με αριθμό 5668/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εξέτασε, ύστερα (και) από την από 30.3.2015 (με αριθμό κατάθεσης 2073/2015) έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, την ουσία της υπόθεσης και απέρριψε την ως άνω έφεση κατ' ουσίαν.

Άρα, η πρωτοβάθμια απόφαση έχει ενσωματωθεί στη δευτεροβάθμια απόφαση, η οποία και μόνο υπόκειται στο ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης για του λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 118 παρ. 5 του ΚΠολΔ τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλο ή υποβάλλονται στο δικαστήριο, πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχουν και την υπογραφή του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου.

Τα απαιτούμενα από το άρθρο 118 του ΚΠολΔ στοιχεία του δικογράφου δεν αποτελούν, με εξαίρεση την υπογραφή, προϋπόθεση του κύρους της διαδικαστικής πράξης που περιέχεται στο δικόγραφο. Αντιθέτως, ανυπόγραφο δικόγραφο καθιστά άκυρη την πιστοποιούμενη διαδικαστική πράξη. Η ακυρότητα θεραπεύεται με την αναπλήρωση της υπογραφής που μπορεί να υπάρξει με την υπογραφή της πράξης κατάθεσης του δικογράφου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο (ΑΠ 1437/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι, με τις από 06.09.2021 προτάσεις τους, προβάλλουν την ακυρότητα του δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για το λόγο ότι αυτή δεν φέρει την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, Χαράλαμπου Μιχαήλ, παρά μόνο τα δια μηχανικού μέσου (σφραγίδα) στοιχεία του ονοματεπωνύμου του.

Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης, από 20.09.2019, αίτησης αναίρεσης, ο εν λόγω δικηγόρος, ναι μεν δεν υπέγραψε την αίτηση αναίρεσης, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι, όμως αυτός υπέγραψε τη συνημμένη σε αυτή με αριθμό 8880/849/2019 πράξη κατάθεσης του δικογράφου της ως άνω αίτησης αναίρεσης στη Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών , όπου παραδεκτά ασκήθηκε.

Με την από 20.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης 8880/849/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 5668/19.11.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί των ακόλουθων εφέσεων: α) της από 30.03.2015 (με αριθμό κατάθεσης 2073/2015) έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) της από 06.11.2015 (με αριθμό κατάθεσης 4136/2016) έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 124/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί κατά την αυτή ειδική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 16.12.2012 (με αριθμό κατάθεσης 203349/5913/2012) αγωγής των εναγόντων -εφεσίβλητων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων.

Ειδικότερα, με την ως άνω αγωγή αυτοί ζήτησαν ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών -εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, Α. Β., να υποχρεωθεί να καταβάλει εις ολόκληρο με τους επίσης δεύτερη και τρίτο εναγομένους Σ. συζ. Θ. Ζ. και Θ. Ζ. (μη διαδίκους στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη) στην πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη- πρώτη εκκαλούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη A.

A. (Α. Α.) το ποσό των 179.865 ευρώ και σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες- δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες-εφεσίβλητους και ήδη δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους J. A. (Γ. Α.) και A. A. (Α. Α.) το ποσό των 199.865 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης από το θάνατο του G.

A. (Γ. Α.), συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων-εκκαλούντων- εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων, ο οποίος (θάνατος) επήλθε κατά το εργατικό ατύχημα που συνέβη στις 2.5.2012 υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή. Με τη με αριθμό 124/2015 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών διέταξε το χωρισμό της υπόθεσης και παρέπεμψε σε ιδιαίτερη ενώπιόν του συζήτηση κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία την από 16.12.2012 αγωγή κατά των δεύτερης και τρίτου εναγομένων (μη διαδίκων στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη) και κράτησε την αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου- εκκαλούντος-πρώτου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος.

Στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και, δεχόμενο ότι στο ένδικο εργατικό ατύχημα υφίστατο συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος G. A. (Γ. Α.) σε ποσοστό 30%, κατά μερική παραδοχή της σχετικής ένστασης του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος- πρώτου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, τον υποχρέωσε να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα -πρώτη εκκαλούσα- πρώτη εφεσίβλητη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 30.000 ευρώ και σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες -δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες-δεύτερο και τρίτο εφεσίβλητους και ήδη δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους το ποσό των 40.000 με το νόμιμο τόκο από τις 6.2.2013 έως την εξόφληση, διέταξε την προσωπική του κράτηση, διάρκειας έως ένα (1) έτος ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης και τον καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του, τα οποία όρισε στο ποσό των 3.500 ευρώ.

Με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 5668/19.11.2018, απόφασή του το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις :α) απέρριψε την από 6.11.2015 (με αριθμό κατάθεσης 4136/2016) έφεση των πρώτης, δεύτερου και τρίτου εναγόντων -εκκαλούντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά των δεύτερης και τρίτου εναγομένων-εφεσιβλήτων (μη διαδίκων στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη) και καταδίκασε τους ενάγοντες-εκκαλούντες-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των ως άνω εφεσίβλητων, τα οποία όρισε στο ποσό των 600 ευρώ, β) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 30.3.2015 έφεση του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος και καταδίκασε αυτόν στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων -εφεσίβλητων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, τα οποία όρισε στο ποσό των 2.200 ευρώ και γ) αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 6.11.2015 έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του πρώτου εναγομένου-πρώτου εφεσίβλητου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε τη με αριθμό 124/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κράτησε και δίκασε την από 16.12.2012 αγωγή, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη.

Συγκεκριμένα, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος και στον κατ' αυτό θανάσιμο τραυματισμό του εργαζόμενου G. A. (Γ. Α.) είναι ο πρώτος εναγόμενος- πρώτος εφεσίβλητος-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, τον υποχρέωσε να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα-πρώτη εκκαλούσα-εφεσίβλητη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 40.000 ευρώ και σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες -δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες- εφεσίβλητους και ήδη δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους το ποσό των 50.000 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 6.2.2013, τον καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του, που όρισε στο ποσό των 7.000 ευρώ και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και απήγγειλε προσωπική κράτηση σε βάρος του διάρκειας έως ενός (1) έτους, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτης και τρίτου αναιρεσίβλητων, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, δεδομένου ότι αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 27.9.2019 και από τη δικογραφία δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 19.11.2018 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1357/2017). Συνακόλουθα η ευθεία ή η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή περί απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 εδαφ. β του ΚΠολΔ προσωπική κράτηση μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για απαιτήσεις από αδικοπραξία εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου να διατάξει ή μη την προσωπική κράτηση του οφειλέτη ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον είναι αποδεδειγμένη η απαίτηση, αρκεί δε η υποβολή σχετικού αιτήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο ο οφειλέτης να στερείται περιουσίας, από την οποία θα ήταν δυνατή η ικανοποίηση του δανειστή.

Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχετίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΑΠ 785/2018, ΑΠ 842/2011, ΑΠ 857/2008) Ωστόσο, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως (άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 785/2018, πρβλ.

ΟλΑΠ 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το υπό το γράμμα (Α) σκέλος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να διατάξει σε βάρος του εναγομένου -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση διάρκειας έως δώδεκα μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης λόγω της αδικοπραξίας που έχει τελέσει, αφενός βασίσθηκε σε αόριστα κριτήρια, χωρίς να εκτίθεται πλήρως και σαφώς το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και αφετέρου παραβίασε την ισχύουσα αρχή της αναλογικότητας.

Από την επισκόπηση του συγκεκριμένου κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ο Άρειος Πάγος προβαίνει προκειμένου να ερευνήσει τη βασιμότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Πρέπει, επίσης, λόγω της αδικοπραξίας και λαμβανομένων υπόψη της βαρύτητας της πράξης, των συνεπειών της, του πταίσματος του εναγομένου και του ύψους των επιδικαζόμενων ποσών χρηματικής ικανοποίησης, να διαταχθεί προσωπική κράτηση κατά του εναγομένου ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας διάρκειας έως ενός (1) έτους, απορριπτομένου του τα αντίθετα υποστηρίζοντος τρίτου λόγου της έφεσης του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος)...".

Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η ως άνω κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του αναιρεσείοντος ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασής του, σχετίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που παρατίθενται σε αυτήν και δεν γίνεται υπαγωγή του πορίσματός του σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.

Επομένως, το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ του ως άνω σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απαράδεκτος. Επιπρόσθετα, με τις ως άνω παραδοχές του το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, απέρριψε το τρίτο λόγο έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο είχε διαταχθεί κατ' αυτού προσωπική κράτηση διάρκειας έως ένα έτος.

Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τον καθορισμό της προσωπικής κράτησης και δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ούτε παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού η ως άνω διάρκειά της, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, είναι η συνήθως διατασσόμενη σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Συνακόλουθα τούτων, το ως άνω σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η έλλειψη επαρκούς και σαφούς αιτιολογίας (δηλαδή, κατ' εκτίμησή του, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια) είναι αβάσιμο. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 1885/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τα υπό τα γράμματα (Β) και (Γ) σκέλη του πρώτου λόγου αναίρεσης, αρχικά παραθέτει τις διατάξεις των άρθρων 914, 662 ΑΚ, του άρθρου 32 παρ. 1 του ν. 1568/1985, του άρθρου 7 παρ. 1 του π.δ. 17/18-1-1995, των άρθρων 3, 4 και 10 παραρτήματα 1 και 2 του π.δ. 396/1994, του άρθρου 3 παρ. 1, 2, 3 και του άρθρου 4 παρ. 1 α του π.δ. 395/1994 και στη συνέχεια προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες κατά λέξη αιτιάσεις: "Στη συγκεκριμένη, λοιπόν, περίπτωση με βάση [......] και το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 5668/2018 Απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως εργοδότης και ταυτοχρόνως ως εργολάβος του έργου, δεν φρόντισα κατά παράβαση την νομοθεσίας, ενώ όφειλα και μπορούσα ως μέσος συνετός άνθρωπος, για την τήρηση των προϋποθέσεων που αναφέρονται στις συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις και οι οποίες αν είχαν τηρηθεί θα είχαν αποτρέψει το συγκεκριμένο ατύχημα και τη θανάτωση του εργαζόμενου στην επιχείρησή μου, Γ.

Α.. Ωστόσο, το σκεπτικό [.... ] του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένο και αβάσιμο. Καταρχήν είχα υποδείξει στον παθόντα την ορθή πρακτική για την εκτέλεση της συγκεκριμένης επισκευαστικής εργασίας καθώς από την εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, της δικής μου ως εργοδότη αλλά και του πατέρα μου, Κ.

Β. ως επιβλέποντα εκείνη την ημέρα τις εργασίες, προκύπτει ότι επειδή διατηρούμε επί πολλά χρόνια τη συγκεκριμένη επιχείρηση μελετών, εγκαταστάσεων και κατασκευών συσκευών εξοικονόμησης ενέργειας με τον τύπο της Ε.Π.Ε και τον διακριτικό τίτλο " S." προβαίναμε συνεχώς σε τέτοιου είδους εργασίες αντικατάστασης αντιστάσεων σε ηλιακούς θερμοσίφωνες.

Επομένως, αν η πάγια και καθιερωμένη τακτική που ακολουθούσαμε ήταν η αναφερόμενη στο διατακτικό των συγκεκριμένων δικαστηριακών αποφάσεων, θα υπήρχε πληθώρα εργατικών ατυχημάτων στη συγκεκριμένη εταιρεία και με παρόμοιο τρόπο μάλιστα!! Επιπροσθέτως, ο θανών μπορεί να μην επρόκειτο για έναν τεχνίτη με πιστοποίηση αλλά για έναν εργαζόμενο με πολυετή εμπειρία σε ανάλογες κατασκευαστικές εργασίες, γεγονός που αποδεικνύεται τόσο από την πολυετή σύμβαση εργασίας που είχε συνάψει επί διευθύνσεως της εταιρείας από τον πατέρα μου, Κ.

Β., όσο και με την ανανέωση αυτής επί διευθύνσεως δικής μου (καθώς ήταν προφανώς πολύ καλός γνώστης του αντικειμένου της δουλειάς). Επομένως, κατά τη διάρκεια της πολυετούς άσκησης του επικίνδυνης αυτής επαγγελματικής του δραστηριότητας ήθελε και γνώριζε να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προστασίας για την εξασφάλιση της σωματικής του ακεραιότητας εν ώρα εργασίας, μια ικανότητα την οποία αποκτά ουσιαστικά ενστικτωδώς κάποιος ως μέσος συνετός άνθρωπος που εργάζεται σε συνθήκες εργασίας με την ανάλογη επικινδυνότητα και μάλιστα έχοντας πλέον και πολυετή πείρα σε αυτή.

Συνεπώς, δεν μπορεί να μην θεμελιώνεται ουδεμία συνυπαιτιότητα στο πρόσωπο του εργαζόμενου όπως έκρινε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 5668 / 2018 Απόφασή του " .... ουδεμία συνυπαιτιότητα αποδείχθηκε ότι βαρύνει τον τελευταίο, αφού τούτος, μη όντας αδειούχος ηλεκτρολόγος ή υδραυλικός, ώστε να γνωρίζει τον ορθό ασφαλή τρόπο αντικατάστασης της ηλεκτρικής αντίστασης του ηλιακού θερμοσίφωνα, επιχείρησε να εκτελέσει την εργασία...". Αφετέρου, όπως προκύπτει τόσο από την ένορκη μαρτυρική εξέτασή μου όσο και από την κατάθεση του πατέρα μου ενώπιον του Α Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώπιον του A Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ενώπιον του A Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ο θανών είχε μεταβεί στο τόπο της εργασίας του με το επαγγελματικό αυτοκίνητο. Το γεγονός αυτό γίνεται δεκτό ως αληθινό και πραγματικό από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καθώς στο διατακτικό της Απόφασης αναφέρεται ότι " ... το εν λόγω αυτοκίνητο βρισκόταν, κατά τις δύο επόμενες ημέρες, σταθμευμένο εκεί, ήτοι έξω από την οικία Ζ. και η ύπαρξη ατομικών μέσων προστασίας θα μπορούσε ευχερώς να διαπιστωθεί από τους Επιθεωρητές, οι οποίοι συνέταξαν

την Έκθεση Έρευνας, με βάση τα προαναφερόμενα...". Ωστόσο, το γεγονός ότι οι Τεχνικοί Επιθεωρητές Εργασίας όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... Έκθεσή τους, δεν προέβησαν οι ίδιοι σε περαιτέρω έλεγχο του εσωτερικού του επαγγελματικού αυτοκινήτου, ώστε να διαπιστώσουν αν όντως υπήρχε μέσα σε αυτό ο απαραίτητος προστατευτικός εξοπλισμός (ζώνες ασφαλείας και κράνος), αποτελεί καθαρά δική τους παράλειψη και δεν θα έπρεπε να προβούν στη διαπίστωση αυθαίρετων συμπερασμάτων σχετικά με την ύπαρξη των απαραίτητων μέτρων προστασίας, και τέλος, σε καμιά περίπτωση η παράλειψή τους αυτή δεν πρέπει να αποβεί εις βάρος μου, αφού μέσα σε αυτό υπήρχαν όλα τα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας, στην διάθεση του άτυχου θανόντα, ο οποίος από δική του και μόνο επιλογή δεν τα χρησιμοποίησε εκείνη την μέρα.

Επομένως, αφενός με βάση την ένορκη μαρτυρική εξέτασή μου, στην οποία αναφέρεται ότι "... ο συγκεκριμένος εργάτης χρησιμοποιούσε πολλές φορές την απαραίτητη ζώνη ασφαλείας, η οποία πάντα βρισκόταν στο αυτοκίνητο μαζί με άλλα ανταλλακτικά και εργαλεία και σε περίπτωση που ο ίδιος διαπίστωνε ότι η εργασία που επρόκειτο να εκτελέσει ήταν επικίνδυνη όσον αφορά τη σωματική του ακεραιότητα, ενημέρωνε τόσο εμένα όσο και τον πατέρα μου και στη συνέχεια ενημέρωνε τον πελάτη να λάβει πρωτίστως όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας.

Και στη συνέχεια να εκτελεστούν οι εργασίες.." Αφετέρου, και στην ένορκη έκθεση του Θ. Ζ., συνταξιούχου, συζύγου της ιδιοκτήτριας της οικίας όπου συνέβη το επίδικο ατύχημα, όπου ο συγκεκριμένος μάρτυρας επίσης κάνει γνωστή την αυτοπεποίθηση του εργαζόμενου για την επαγγελματική του γνώση και εμπειρία "....

Κάποια στιγμή του λέω να αδειάσει το νερό από το θερμοσίφωνα πριν ξεβιδώσει την αντίσταση και μου απάντησε ότι ξέρει την δουλειά του..." και δεδομένου ότι η αμφισβήτησή τους στηρίχθηκε σε αυθαίρετα συμπεράσματα και αυθαίρετες κρίσεις, αποδεικνύεται ότι: α) αφενός μεν είχα υποδείξει στον παθόντα την ορθή και ασφαλή πρακτική για την εκτέλεση της συγκεκριμένης επισκευαστικής εργασίας, β) αφετέρου, όπως πάντα, είχα επιστήσει την προσοχή του παθόντος στην επικινδυνότητα κατά την εκτέλεσή της και γ) τον είχα εφοδιάσει και σε αυτήν την περίπτωση με τον απαραίτητο προστατευτικό εξοπλισμό ( ζώνη ασφαλείας σταθερής πρόσδεσης σε ορισμένο σημείο για αποφυγή πτώσης του από μεγάλο ύψος και κράνος).

Συνεπώς, ως εργοδότης και εργολάβος είχα προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την εκτέλεση του έργου και την πρόβλεψη εργατικού ατυχήματος που επιβάλλει τόσο η νομοθεσία όσο και η έννοια της καλής πίστης, η οποία συνδέεται άμεσα με τη διευρυμένη έννοια του παρανόμου και ιδίως με τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και προστασίας των εννόμων αγαθών των άλλων ( βλ.

Απ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, εκδ. 1999, παρ. 60 , αρ. 31, σελ. 602- ΑΠ. 359/2011 ΤΝΠ " ΝΟΜΟΣ") . Άρα, δεν είχα προβεί σε αθέτηση των ανάλογων υποχρεώσεών που μου επέβαλλε η οικεία ποοαναφερθείσα νομολογία. Συνακόλουθα, με βάση τα προαναφερθέντα, δεν υφίσταται υπαιτιότητά μου, ενώ δεν θα έπρεπε και το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να εκμηδενίσει το βαθμό συνυπαιτιότητας του εργαζόμενου, καθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε θεμελιώσει συνυπαιτιότητα του εργαζόμενου κατά 30 % "..

κατά μερική παραδοχή ως ουσιαστικώς βάσιμης της σχετικής ένστασης συνυπαιτιότητας που είχα νομότυπα προβάλει, καθότι ο θανών, παρά το γεγονός ότι είχε πολυετή εμπειρία σε ανάλογες επισκευαστικές εργασίες, που του επέτρεπε να διαπιστώσει, την προδήλως, επισφαλή θέση του ως άνω θερμοσίφωνα και εντεύθεν αυξημένη πιθανότητα πτώσης του από μεγάλο ύψος, επιχείρησε να εκτελέσει το ανατεθειμένο σ' αυτόν έργο, χωρίς να λάβει οποιοδήποτε μέτρο ασφαλείας, όπως να προσδέσει τον εαυτό του σε κάποιο σταθερό σημείο με ζώνη ασφαλείας, με αποτέλεσμα να υποστεί τις δυσμενείς συνέπειες της πτώσης που επακολούθησε...".

Επομένως, τόσο το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών όσο και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εφάρμοσαν τον κανόνα δικαίου περί αδικοπραξίας και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, χωρίς να συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Γ. Αντιθέτως, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 εδ.

α και β ΑΚ σχετικά με το συντρέχον πταίσμα στο πρόσωπο εκείνου που ζημιώθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της με βάση τα προαναφερθέντα στοιχεία... Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η δευτεροβάθμια απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστικά δική μου υπαιτιότητα (αμέλεια), χωρίς να αποδεικνύεται ουδεμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον θανόντα, ερχόμενη σε αντίθεση με την πρωτόδικη απόφαση η οποία δέχεται συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος κατά ποσοστό 30%.

Και πράγματι, προκύπτει το συντρέχον πταίσμα του εκλιπόντος, ήδη κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς αποδείχθηκε ότι ο θανών είχε στη διάθεσή του τον απαραίτητο για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας του εξοπλισμό και είχε λάβει όλες τις απαραίτητες οδηγίες ως προς την σωστή διαδικασία αντικατάστασης ηλεκτρικής αντίστασης σε ηλιακό θερμοσίφωνα, τις οποίες όμως παρέβηκε, έχοντας μάλιστα πολυετή εμπειρία τόσο στην επιχείρησή μου, όσο και στην επιχείρηση του πατέρα μου, Κ.

Β., αφού προηγουμένως αυτός εργαζόταν με το ίδιο αντικείμενο και στην επιχείρηση του πατέρα μου Κ. Β., την οποία εγώ ουσιαστικά συνεχίζω με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο εργασιών. Δεν ακολούθησε την συνήθη διαδικασία αλλαγής ηλεκτρικής αντίστασης των ηλιακών θερμοσιφώνων και κυρίως το στάδιο αποσυμπίεσης του δοχείου, προφανώς επειδή βιαζόταν να τελειώσει την εργασία του δεδομένου του προχωρημένου της ώρας (14.30 μ.μ.).

Διαφορετική λογική εξήγηση δεν νοείται διότι η παράλειψη αποσυμπίεσης του δοχείου δεν είναι δυνατόν να αποτελεί πάγια τακτική της επιχείρησής μου καθότι εάν την ακολουθούσε συστηματικά κατά πάσα πιθανότητα θα είχε τραυματιστεί στον παρελθόν ή θα είχε καεί. Σε κάθε περίπτωση η μη τήρηση της ορθής διαδικασίας είναι η γενεσιουργός αιτία που οδήγησε στο ένδικο ατύχημα.

Δεδομένου ότι ο εκλιπών είχε εργασθεί επί σειρά ετών (από το 1979 μέχρι το 2003), πριν ακόμα γίνει η πρόσληψή του από εμένα κατά το έτος 2011 (14.3.2011) σε επιχείρηση του πατέρα μου, με την ίδια ειδικότητα, είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι διέθετε μεγάλη πείρα επί του αντικειμένου, αφού είχε μάθει τις τεχνικές που εφαρμόζονται στις εν λόγω εργασίες, και κατά συνέπεια έχει πολύ μεγάλο ποσοστό συνυπαιτιότητας στην επέλευση του τραγικού αποτελέσματος.".

Οι ως άνω αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στα ως άνω (υπό τα γράμματα Β και Γ) τμήματα του πρώτου λόγου αναίρεσης δεν αναφέρονται σε παραβίαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των νομικών διατάξεων που παρατίθενται στο συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, αλλά, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία (εκτίμηση), κατά το προεκτεθέν άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς τα συγκεκριμένα τμήματα αυτού, είναι απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται, όμως, η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 950/2019, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την επίκληση, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: α) δέχθηκε για τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης του αναιρεσείοντος, ως αληθή τον ισχυρισμό περί αφερεγγυότητάς του, χωρίς να έχει τεθεί θέμα αφερεγγυότητάς του ή απόκρυψης των περιουσιακών του στοιχείων και β) οδηγήθηκε σε εσφαλμένη εκτίμηση ως προς την ύπαρξη ή όχι προστατευτικού εξοπλισμού, δεχόμενο χωρίς ισχυρά και αόριστα αποδεικτικά στοιχεία ότι ο αναιρεσείων, ως εργοδότης, δεν είχε χορηγήσει τον κατάλληλο ατομικό εξοπλισμό εργασίας (ζώνη ασφαλείας σταθερής πρόσδεσης σε ορισμένο σημείο για την αποτροπή της πτώσης από μεγάλο ύψος και κράνος) στον εργαζόμενό του και συγκεκριμένα βασιζόμενο στη με αριθμό ...

από 14.8.2012 ιατροδικαστική έκθεση έρευνας του ΚΕ.Π.Ε.Κ. για το εργατικό ατύχημα του Α. Γ.. Ο δεύτερος αυτός αναιρετικός λόγος ως προς το υπό το γράμμα (α) σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 εδαφ. β του ΚΠολΔ για απαιτήσεις από αδικοπραξία εναπόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει ή όχι την προσωπική κράτηση του οφειλέτη ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασής του, εφόσον είναι αποδεδειγμένη η απαίτηση, αρκούμενο στην υποβολή του σχετικού αιτήματος από το δανειστή, χωρίς να είναι απαραίτητο ο οφειλέτης να στερείται περιουσίας, από την οποία θα ήταν δυνατή η ικανοποίηση του δανειστή.

Περαιτέρω, από τη διαλαμβανόμενη στην προβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση στη σελίδα 4 αυτής ότι: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν με νόμιμη επίκληση, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:..." προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου-εφεσιβλήτου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος -εργοδότη στην πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, κατά το οποίο προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του εργαζόμενου Α.

Γ., διαμορφώθηκε με βάση τις με επίκληση προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις. Σημειωτέον ότι η μετά την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δεν δύναται να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, διότι η εν λόγω κρίση του, ως αναφερόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1199/2018).

Επομένως, το υπό το γράμμα (β) τμήμα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμο. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένσταση ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το Δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 148/2009) Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της ένδικης αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστικά δική του υπαιτιότητα (αμέλεια), ερχόμενο σε αντίθεση με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δέχθηκε συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος κατά ποσοστό 30% κατά ουσιαστική παραδοχή της περί συνυπαιτιότητας αυτού προβληθείσας ένστασής του.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, (που διαλαμβάνονται στο τέλος της 8ης σελίδας και στην αρχή της 9ης σελίδας αυτής), προκύπτει το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ρητά αποφάνθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου εργοδότη (ήδη αναιρεσείοντος) και ότι ουδεμία συνυπαιτιότητα αποδείχθηκε ότι βαρύνει τον θανόντα εργαζόμενο "αφού τούτος, μη όντας αδειούχος ηλεκτρολόγος ή υδραυλικός, ώστε να γνωρίζει τον ορθό και ασφαλή τρόπο αντικατάστασης της ηλεκτρικής αντίστασης του ηλιακού θερμοσίφωνα, επιχείρησε να εκτελέσει την εργασία αυτή κατά τον εσφαλμένο και επικίνδυνο τρόπο που του είχε υποδείξει ο εναγόμενος εργοδότης του [ήδη αναιρεσείων], ο οποίος, επιπλέον, δεν τον είχε εφοδιάσει με τα κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας (ζώνη ασφαλείας) που θα τον προστάτευαν από τον κίνδυνο πτώσης από μεγάλο ύψος και θα απέτρεπαν τον θανάσιμο τραυματισμό του".

Δηλαδή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την παραδοχή ως αποδειχθέντων των ως άνω γεγονότων, που είναι αντίθετα προς αυτά που συγκροτούσαν την περί συνυπαιτιότητας ένσταση του αναιρεσείοντος, αλλά και ευθέως, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, δεχόμενο κατ' ουσίαν του περί τούτου τρίτο λόγο της έφεσης των αναιρεσίβλητων και εξαφανίζοντας την περί του αντιθέτου πρωτόδικη απόφαση.

Επομένως, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα εκτέθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η 20.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης 8880/849/2019 αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτη και τρίτο αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους ασκείται παραδεκτά.

Επιπλέον, ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 20.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης 8880/849/2019 αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 5668/19.11.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ