Legislator Case Law & Legislation
1575/2018 AI generated

1575/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1575/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Σοφία Τζουμερκιώτη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1575/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων συγχωρείται επίσης αναίρεση, εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1575 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1575/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Σοφία Τζουμερκιώτη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. - Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κολιντζίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: A. L. του N. , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκολέμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νιγρίτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/8/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η υπό κρίση από 28ης Αυγούστου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 111/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 16ης Μαΐου 2014 έφεση της αναιρεσειούσης κατά της υπ' αριθμόν 22/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νιγρίτας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 17ης Δεκεμβρίου 2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσειούσης, αφορώσα εργατική διαφορά, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 παρ. 1 ΑΚ αντιστοίχως, "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά" και "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό".

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων συγχωρείται επίσης αναίρεση, εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Είναι απαράδεκτος όμως ο λόγος αναιρέσεως, όταν υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως αυτού επί παραβιάσεως κανόνος ουσιαστικού δικαίου ή ανεπαρκούς αιτιολογίας, πλήττεται η μη ελεγκτή αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το κατ' έφεση δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο εδέχθη τα εξής: "Τον Ιανουάριο του έτους 2007 ο Α. Π. (πατέρας της εναγομένης), ο οποίος διατηρούσε στην ... ατομική επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας πλαστικών εξαρτημάτων και κουφωμάτων, προσέλαβε με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον A.

L. (ενάγοντα), προκειμένου να τον απασχολήσει ως εργάτη στην ανωτέρω επιχείρησή του, έναντι μηνιαίου μισθού εξακοσίων (600,00) ευρώ. Ο ενάγων εργάσθηκε στην εν λόγω επιχείρηση ως εργάτης, ασκώντας περιστασιακά και χρέη οδηγού για τη μεταφορά των εμπορευμάτων αυτής, απασχολούμενος επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και οκτώ ώρες ημερησίως μέχρι την 31-10-2008 και λαμβάνοντας άδεια μόνο δέκα ημερών ετησίως. (...) Περαιτέρω, απεδείχθη ότι την 4-9-2007 η Χ.

Π. (εναγομένη) δήλωσε στη Δ.Ο.Υ. …. την έναρξη εργασιών της ατομικής της επιχείρησης, με έδρα την ..., με κύριο αντικείμενο την αντιπροσωπεία ή μεσιτεία πώλησης διαφόρων μηχανημάτων και με δευτερεύον αντικείμενο, μεταξύ άλλων, το χονδρικό εμπόριο πορτών, παραθύρων και των πλαισίων τους. Ακολούθως, την 1-12-2008 δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

μεταβολή δραστηριότητας και συγκεκριμένα, δήλωσε ως κύρια δραστηριότητα της επιχείρησής της το χονδρικό εμπόριο πορτών, παραθύρων, πλαισίων, παραθυρόφυλλων, ρολών και παρόμοιων ειδών. Την 30-10-2008, ως προελέχθη, ο ενάγων σταμάτησε να εργάζεται στην επιχείρηση του πατέρα της εναγομένης και από την 1-11-2008 άρχισε να εργάζεται στην επιχείρηση της εναγομένης, γεγονός που προκύπτει από το ότι οι προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής του από την εν λόγω ημερομηνία και μετά εκδίδονταν από μπλοκ αποδείξεων που έφερε τη σφραγίδα της επιχείρησης αυτής.

Η εν λόγω επιχείρηση της εναγομένης είχε μεν συναφές αντικείμενο με αυτό της επιχείρησης του πατρός της, ως αναλύθηκε ανωτέρω, αλλά δεν αποτελούσε τη συνέχεια εκείνης, εφόσον δεν υπήρξε μεταβίβαση της τελευταίας επιχείρησης στη δική της, αφού η επιχείρηση του πατέρα της εναγομένης συνέχισε να υφίσταται μέχρι και την 31-12-2010, οπότε αυτός δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

διακοπή εργασιών ενόψει της συνταξιοδότησής του. Επίσης, η επιχείρησή του παρέμεινε μέχρι τέλους ενεργή, γεγονός που προκύπτει από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος του πατέρα της εναγομένης για τα οικονομικά έτη 2009, 2010 και 2011, στις οποίες δηλώθηκαν αντίστοιχα ως ακαθάριστα έσοδα τα ποσά των 78.847,60 €, 171.378,40 € και 117.383,72 €.

Συνεπώς, οι επιχειρήσεις της εναγομένης και του πατέρα της λειτουργούσαν παράλληλα και εκτός από την κοινή τους έδρα στην ..., εκάστη εξ αυτών είχε - έστω και εν μέρει - διαφορετικό αντικείμενο και πελατολόγιο. Εξάλλου, η μεταβίβαση μεμονωμένων μηχανημάτων του πατέρα της εναγόμενης προς αυτήν το Δεκέμβριο του 2010 (...), ήτοι λίγο πριν από τη συνταξιοδότησή του, δεν αποτελεί μεταβίβαση της επιχείρησής του ή τμήματος αυτής κατά την έννοια του άρθρου 2 του π.δ. 178/2002, εφόσον τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία δεν διατήρησαν την οργανική τους ενότητα ούτε ήταν ικανά υπό τον νέο φορέα να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ουδέποτε απασχόλησε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον, ως προελέχθη, από τις αποδείξεις πληρωμής του ενάγοντος, που από την 1-11-2008 και μετά έφεραν τη σφραγίδα της δικής της επιχείρησης και όχι της επιχείρησης του πατρός της όπως για το προγενέστερο του επιδίκου χρονικό διάστημα, προκύπτει ότι ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη και μάλιστα όχι για αγροτικές εργασίες, όπως ψευδώς αναγραφόταν σε αυτές, αφού η εναγομένη δεν ήταν ιδιοκτήτρια αγρών και ουδόλως ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες, γεγονός που συνομολογεί και η ίδια.

Ο δε ισχυρισμός της ότι ο πατέρας της απασχολούσε στην πραγματικότητα τον ενάγοντα και ότι εκείνος αμελώς εξέδιδε από τα τέλη του 2008 αποδείξεις πληρωμής από το δικό της μπλοκ αποδείξεων είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, εφόσον, μολονότι, λόγω της διαμονής της στην …., είχε αφήσει το μπλοκ της στον πατέρα της για να χειρίζεται τις υποθέσεις της επιχείρησής της ..., ο πατέρας της ήταν έμπειρος στις συναλλαγές και δεν είχε κανέναν λόγο να σταματήσει να εκδίδει αποδείξεις στο όνομά του και να αρχίσει να εκδίδει τέτοιες στο όνομα της κόρης του, στην περίπτωση που η τελευταία δεν ήταν η πραγματική εργοδότρια του ενάγοντος.

Τέλος, απεδείχθη ότι ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση της εναγομένης όχι μέχρι την 27-11-2009, οπότε εκδόθηκε η τελευταία προσκομιζόμενη απόδειξη πληρωμής του ενάγοντος στο όνομα της εναγομένης, αλλά μέχρι την 30-6-2011, οπότε απελύθη, (...)". Εν συνεχεία, το Μονομελές Πρωτοδικείο απεφάνθη ότι η αναιρεσείουσα ώφειλε στον αναιρεσίβλητο από διαφορές δεδουλευμένων ημερομισθίων, επιδόματα εορτών και αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας, κατά τα αναλυτικώς στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκτιθέμενα, το συνολικό ποσόν των 14512,14 ευρώ, το οποίο είχε επιδικάσει υπέρ αυτού και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και απέρριψε την έφεση της αναιρεσειούσης κατ' ουσίαν.

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ προσάπτεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 361 και 648 παρ. 1 ΑΚ, διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο επιδίκασε υπέρ του αναιρεσιβλήτου το προαναφερόμενο ποσόν εξ εργατικών απαιτήσεων, χωρίς να δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί σύμβαση εργασίας.

Ο εν λόγω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθ' όσον οι ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενέχουν την προφανή νοηματική έννοια ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσίβλητος παρείχε την εργασία του από 1ης Νοεμβρίου 2008 στην επιχείρηση της αναιρεσειούσης ως εργάτης.

Περαιτέρω, με τον έτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ προσάπτεται η πλημμέλεια της αντιφατικής και ανεπαρκούς αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εάν ο πατέρας της αναιρεσειούσης είχε την εντολή αυτής να εκδίδει αποδείξεις επ' ονόματί της, ποίοι ήσαν οι λόγοι εξ αιτίας των οποίων ο αναιρεσίβλητος έπαυσε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση του πατρός της και ποία ήσαν τα έσοδα της επιχειρήσεως της αναιρεσειούσης.

Εν τούτοις και ο εν λόγω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, δεν ώφειλε δε να περιλάβει περαιτέρω προς θεμελίωση της κρίσεως περί συνάψεως συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων και παροχής εργασίας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου στην επιχείρηση της αναιρεσειούσης τα προαναφερθέντα στοιχεία, την έλλειψη των οποίων αιτιάται η αναιρεσείουσα, αφού τα εν λόγω στοιχεία δεν ασκούν επιρροή ως προς το προπαρατεθέν αποδεικτικό πόρισμα του Δικαστηρίου, κατά πάσα δε περίπτωση, αφορώντα πραγματικά περιστατικά και επιχειρήματα των διαδίκων και του Δικαστηρίου, πλήττουν την μη αναιρετικώς ελεγκτή εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, πρέπει συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28ης Αυγούστου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 111/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ