Legislator Case Law & Legislation
1575/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on VAT on lawyer fees, ruling it must be included in court costs.

Case Number 1575/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by nineteen co-owners regarding the allocation of court costs and VAT on legal fees. The appellants argued that the lower court failed to include VAT on their lawyers' fees in the court costs, violating their right to full compensation. The court rejected this, stating the request was not formally raised before the Court of Appeal and that VAT on legal services is legally borne by the lawyer, not the client.

Legislator headnote

AI generated

Art. 18 para. 4 of Law 2882/2001; Art. 22 para. 3 of Law 2882/2001: The appeal is dismissed because the claim for VAT on legal fees was not raised before the Court of Appeal, and the statutory rule that VAT is borne by the lawyer applies to the appeal proceedings.

Keywords

AI generated
VAT on legal fees court costs allocation appeal proceedings legal professional liability full compensation principle procedural inadmissibility tax burden on lawyers

Cited Legislation

AI generated
Art. 18 para. 4 of Law 2882/2001
Art. 22 para. 3 of Law 2882/2001
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957
Art. 495 para. 4 item e of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1575 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1575/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Σ. συζ. Β., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας των απαλλοτριούμενων ακινήτων α) ΚΠ …, αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, νέου KΠ, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ … και β) ΚΠ …, 2) Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη των απαλλοτριούμενων ακινήτων α) ΚΠ …, αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, νέου ΚΠ, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ … και β) ΚΠ …, 3) Φ.

Α. του Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ …, 4) Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ …, 5) Π. Μ. του Θ., συζ. Β., κατοίκου Καναδά, ως ιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ … και συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ …, 6) Β. Μ. του Χ., κατοίκου Καναδά, ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ …, 7) Β.

Α. του Ν., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των απαλλοτριούμενων ακινήτων α) ΚΠ …, β) ΚΠ …, αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, νέου ΚΠ, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ …, γ) ΚΠ … και δ) ΚΠ …, 8) Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ …, 9) Ν. Α. του Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των α) ΚΠ …, β) ΚΠ … και γ) συνιδιοκτήτη του ΚΠ …, ενός και ενιαίου ακινήτου, αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, νέου ΚΠ, που αποτελείται από τα ΚΠ …, ΚΠ … και ΚΠ …, 10) Β.

Α. του Ν., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποθανόντος Κ. Α. του Ν., συνιδιοκτήτη του ΚΠ …, ενός και ενιαίου ακινήτου, αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, νέου ΚΠ, που αποτελείται από τα ΚΠ …, ΚΠ … και ΚΠ …, 11) Θ. συζ. Ν. Κ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ …, 12) Β. Τ. συζ. Δ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας των α) ΚΠ …, β) ΚΠ …, γ) ΚΠ … και δ) ΚΠ …, 13) Δ.

Τ. του Ν., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη των α) ΚΠ …, β) ΚΠ …, γ) ΚΠ … και δ) ΚΠ …, 14) Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ …, 15) Α. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ …, 16) Ν. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη των απαλλοτριούμενων ακινήτων ΚΠ … και ΚΠ …, 17) Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ …, αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, νέου ΚΠ, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ …, 18) Χ.

Σ. του Ι., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ …, αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, νέου ΚΠ, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ … και 19) Β. Σ. συζ. Ι., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ …, αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, νέου ΚΠ, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:

α) το όνομα πατρός του 10ου των αναιρεσειόντων είναι "Ν.", αντί του εσφαλμένου "Κ." που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο, είναι δε το ίδιο και το αυτό πρόσωπο με τον έβδομο αναιρεσείοντα, β) ο 4ος και ο 8ος των αναιρεσειόντων είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο και γ) οι 5η, 6ος, 11η, 18ος και 19η των αναιρεσειόντων Π.

Μ. του Θ., συζ. Β., Β. Μ. του Χ., Θ. συζ. Ν. Κ., Χ. Σ. του Ι. και Β. Σ. συζ. Ι., το γένος Γ. Κ., αντίστοιχα, παραιτούνται από το δικόγραφο της από 8-12-2014 αιτήσεώς τους για αναίρεση της 303/2013 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ήδη Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων), που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων (μετά την έκδοση της 49/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την από 4-3-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 303/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 4-3-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 303/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως, μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά. Η κατά τα άνω δήλωση παραιτήσεως από το δικόγραφο της αναιρέσεως μπορεί να γίνει και από τον υπογράφοντα αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο. Στην προκειμένη περίπτωση ο υπογράφων το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρος Βασίλειος Άτσιος, με προφορική δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που έγινε πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως και καταχωρίστηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος της που ασκήθηκε από τους, 5η, 6ο, 11η, 18ο και 19η των αναιρεσειόντων Π. Μ. του Θ., συζ. Β., Β. Μ. του Χ., Θ. συζ. Ν. Κ., Χ. Σ. του Ι. και Β. Σ. συζ. Ι., το γένος Γ. Κ., αντίστοιχα. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα από τους αναιρεσείοντες αυτούς (άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ.), να ερευνηθεί δε περαιτέρω ως προς τους λοιπούς.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός συναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013), Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.

Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου.

Εξ άλλου, στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3193/2003 ορίζεται ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριούμενου".

Έτσι, ως κριτήριο διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί επί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και επί αστικού, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποίοι οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής, και ο συντελεστής εμπορικότητας σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο.

Αλλά η πιο πάνω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν θα τα λάβει υπόψη ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια παρά μόνο παρέχει οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη γι' αυτό το σκοπό, αφού χρησιμοποιηθεί η λέξη ιδίως, κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.

Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημίωσης, προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών διά την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες κατά το άρθρ. 62 § 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρ. 14 § 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρ. 6 § 14 του ν. 2052/ 1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρ. 14 § 1 του ν. 1349/1983 και 6 § 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), διά συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες διά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως διά την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι διά την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".

Εισάγεται έτσι με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού.

Ήδη το τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (Ολ.ΑΠ 11/2011). Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του ως άνω νόμου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδίκασε την .../22-1-2010 αίτηση των αναιρεσειόντων, την .../4-3-2010 αίτηση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και άλλες αιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις άλλων ιδιοκτητών, μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη, με τις οποίες ζήτησαν να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα με τα επικείμενα αυτών, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ήτοι για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Κορίνθου - Τρίπολης - Καλαμάτας τα οποία οφείλει να αποζημιώσει το αναιρεσίβλητο.

Οι αναιρεσείοντες ζήτησαν, επιπροσθέτως, να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για την μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων τους και να αναγνωρισθεί ότι δεν υπάρχει ωφέλεια των ακινήτων τους, ούτε υποχρέωση για αυτοαποζημίωση σε βάρος τους, για τα εναπομείναντα τμήματα των εν λόγω ακινήτων.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, σχετικά με τον καθορισμό αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1118579/7989/0010/17.12.2008 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ, δημοσιευθείσα νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στο υπ' αριθμ. 598/31.12:2008 τεύχος αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών θεμάτων, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια ακίνητα και τα επικείμενά τους για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Κόρινθος - Τρίπολη - Καλαμάτα και κλάδος Λεύκτρο - Σπάρτη στη γεωγραφική ενότητα … από χ.θ.

…έως χ.θ. … στην περιοχή "…", έκταση συνολικού εμβαδού 547.429 τ.μ. που βρίσκεται στο Δήμο … του Νομού Αρκαδίας, όπως η απαλλοτριούμενη έκταση απεικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα ακριβή αντίγραφα και με αριθμούς σχεδίων ... κτηματολογικών διαγραμμάτων και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα (...) της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων ΜΚ/ΕΛΠ της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων, τα οποία έχει συντάξει ο Κ.

Μ. και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης … του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι Σ. την 1.9.2008. Η απαλλοτριωθείσα περιοχή ως προς τη χρήση της είναι γεωργική, ενώ μεγάλες σε επιφάνεια εκτάσεις είναι δασικές και ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Τα αγροτεμάχια είναι εκτός οικισμού και είναι εκτός σχεδίου. Η αγροτική παραγωγική διαδικασία είναι μικρή και αυτό οφείλεται στο μη ιδιαίτερα εύφορο του εδάφους και στην έλλειψη εργατικού δυναμικού.

Οι εκτάσεις καθ' ο μέρος καλλιεργούνται είναι μη αρδευόμενες και καλλιεργούνται δημητριακά, πατάτες και αμυγδαλιές και λίγα λαχανικά. Η κτηματαγορά στην ευρύτερη περιοχή των απαλλοτριωθέντων βρίσκεται σε κατάσταση στασιμότητας και δεν γίνονται μεταβιβάσεις με σκοπό την ανάπτυξη και την αξιοποίησή τους.

Από πλευράς υποδομής η περιοχή εξυπηρετείται από τα δίκτυα των Οργανισμών Κοινής Ωφελείας και από συγκοινωνιακής πλευράς εξυπηρετείται από τις υπεραστικές και τοπικές αστικές λεωφορειακές γραμμές. Σύμφωνα με την από Φεβρουάριος 2009 έκθεση εκτίμησης του Σ.Ο.Ε (άρθρο 15 Ν. 2882/2001, όπως τροπ. με άρθρο τέταρτο Ν. 3555/2007) η αξία των αγροτεμαχίων προσδιορίσθηκε από 0,55 έως 3€/Μ2 ανάλογα αν είναι ανατολικά της υφισταμένης Ε.Ο.

προς την χ.θ. … έως … (1,37 - 2,50 €/Μ2), ανατολικά της υφισταμένης Ε.Ο. προς τη χ.θ. … έως …, με πρόσωπο στον επαρχιακό δρόμο Ε.Ο. … (1,92 - 3,00€/Μ2), ανατολικά της υφισταμένης Ε.Ο. από τη χ.θ. … έως την χ.θ. … (0,55 - 0,80€/Μ2), νότια της υφισταμένης Ε.Ο. από την χ.θ. … έως την χ.θ. … (0,95 - 1,46€/Μ2), αγροτεμάχια στη χ.θ. …. με πρόσωπο στο δρόμο … (1,35 - 1,88€/Μ2), αγροτεμάχια νότια της υφισταμένης Ε.Ο.

από τη χ.θ. … έως χ.θ. … (0,96 - 1,50€/Μ2), αγροτεμάχια που βρίσκονται νότια της υφισταμένης Ε.Ο. από τη χ.θ. … έως τη Χ.Θ. … με πρόσωπο στον επαρχιακό δρόμο … (1,35 - 2,63€/Μ2), αγροτεμάχια που βρίσκονται νότια της υφισταμένης Ε.Ο. από την χ.θ. 19.300 έως τη χ.θ. … (0,94 - 2,38€/Μ2) αγροτεμάχια που βρίσκονται νότια της υφιστάμενης Ε.Ο.

από την χ.θ. … έως την χ.θ. …, με πρόσωπο στον αγροτικό δρόμο με … (0,95 - 2,75€/Μ2), αγροτεμάχια που βρίσκονται από την χ.θ. … έως την χ.θ. … με πρόσωπο στην Ε.Ο. (2,38 - 2,63€/Μ2) και αγροτεμάχια που βρίσκονται από την χ.θ. … έως την χ.θ. … (1,20 - 1,26€/Μ2). Επιπλέον με την ίδια έκθεση προσδιορίσθηκε και η αξία των δένδρων - φυτών καθώς και των λοιπών επικειμένων, όπως αναλυτικά αναφέρονται σ' αυτήν (πηγάδια, μεταλλικοί ορθοστάτες, αποθήκες κ.λπ.).

Η υπ' αριθ. 49/2009 απόφαση του Μον. Πρωτ. Τριπόλεως δέχθηκε τις τιμές που πρότεινε η προαναφερθείσα εκτιμητική Επιτροπή του Σ.Ο.Ε. ως προς την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, ενώ ως προς τα επικείμενα και μη περιλαμβανόμενα στην έκθεση και την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου καθόρισε τιμές, όπως αναλυτικά αναγράφονται σ' αυτή.

Το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο ζητεί να καθορισθούν οι ίδιες τιμές για τα ακίνητα και τα επικείμενά τους, ενώ ζητεί να μειωθούν για τα επικείμενα τα μη συμπεριλαμβανόμενα στην έκθεση. Οι παριστάμενοι αντίδικοι (καθ' ων η κυρία αίτηση, αιτούντες, κυρίως παρεμβαίνοντες και ανταιτούντες) που φέρονται ως ιδιοκτήτες των απαλλοτριουμένων ακινήτων ζητούν να καθορισθεί ιη οριστική τιμή αποζημίωσης σε ακόμη υψηλότερα ποσά (15 - 30€/Μ2) από αυτά που καθορίσθηκαν προσωρινά καθώς και τα επικείμενα αυτών ανεξάρτητα αν έχουν περιληφθεί στην αίτηση.

Στη δίκη ενώπιον του Μον. Πρωτ. Τριπόλεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ο μάρτυρας, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο με επιμέλεια του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, Χ. Ρ., τοπογράφος μηχανικός, κατέθεσε μεταξύ άλλων, ότι τα αγροτεμάχια είναι εκτός σχεδίου, δεν είναι ιδιαίτερα εύφορα και δεν γίνονται αγοραπωλησίες και ότι οι τιμές της Επιτροπής είναι νόμιμες, παρόμοιες με τιμές άλλων ακινήτων και ότι η περιοχή είναι 1.000 μέτρα από τον υφιστάμενο εθνικό δρόμο Τρίπολης -Καλαμάτας.

Εξ άλλου οι αιτούντες (Ν. Δ. κ.λπ.) επικαλούνται και προσκομίζουν ως συγκριτικά στοιχεία το υπ' αριθμ. .../16. 10.2008 συμβόλαιο του συμβ/φου Τριπόλεως Β. Α., από το οποίο προκύπτει ότι το ΧΑ ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 6.940,60 τ.μ. στην περιοχή … του Δήμου … πωλήθηκε αντί 26.028 ΕΥΡΩ και την χωρίς ημερομηνία τεχνική έκθεση του Αγρονόμου - Μηχανικού Α.Μ.

με την οποία καθορίζει την αξία άλλων ακινήτων της ίδιας απαλλοτρίωσης από 35-50 ευρώ το τ.μ. και την αξία επικειμένων, όπως μεγάλα δένδρα (500-700 ΕΥΡΩ), μεσαία δένδρα 350 €, μικρά δένδρα (200-350 ΕΥΡΩ) κ.λπ., όπως αναλυτικά αναφέρονται σ' αυτήν. Ο αιτών Κ. Τ. επικαλείται και προσκομίζει την από 21.1.0.2009 τεχνική έκθεση του Πολ.

Μηχανικού Σ. Ν., με την οποία προσδιορίζεται η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου Κ.Π. ... σε 30ευρώ/τ.μ. Οι αιτούντες (Δ. Σ. κ.λπ.) επικαλούνται και προσκομίζουν ως συγκριτικά στοιχεία: 1) Την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μον. Πρωτ. Κυπαρισσίας με την οποία ζητούσε να καθορισθούν προσωρινές τιμές στα απαλλοτριωθέντα ακίνητα και επικείμενα στην περιοχή του Δήμου … για την κατασκευή του τμήματος:

…, 2) Την από Ιούλιος 2008 έκθεση εκτίμησης του ΣΟΕ σχετικά με την αξία των: απαλλοτριωθέντων ακινήτων στο Δήμο … Ν. Ηλείας στη θέση … έως … στο τμήμα του υπό κατασκευή αυτοκινητοδρόμου Α…, 3) Την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου: ενώπιον του Μον. Πρωτ. Ηλείας με την οποία ζητούσε να καθορισθούν προσωρινές τιμές σε απαλλοτριωθέντα ακίνητα στην περιοχή του Δήμου ….

και … Ν. Ηλείας, 4) Την από Αύγουστος 2008 έκθεση εκτίμησης του ΣΟΕ σχετικά με την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου … στο τμήμα: … στη χιλιομετρική θέση … έως …, 5) Την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μον. Πρωτ. Κυπαρισσίας με την οποία ζητούσε να καθορισθούν προσωρινές τιμές αποζημίωσης στα απαλλοτριωθέντα ακίνητα και επικείμενα στο Δήμο … Μεσσηνίας, 6) Τις υπ' αριθ. 267/2007 και 285/2008 αποφάσεις του Μον.

Πρωτ. Λαμίας με τις οποίες καθορίσθηκαν προσωρινές τιμές σε απαλλοτριωθέντα ακίνητα στη περιοχή Δήμου …, …, … και … του Ν. Φθιώτιδας, για κατασκευή τμημάτων της διπλής σιδηρογραμμής μεταξύ των Σ.Σ. Λιανοκλαδίου και Σ.Σ. Δομοκού. Τα ακίνητα της πρώτης απόφασης είναι ποτιστικά αγροτεμάχια καλλιεργούμενα με τεύτλα, καλαμπόκι, κηπευτικά, η δε τιμή τους ορίσθηκε από 10 έως 25 ΕΥΡΩ.

Τα ακίνητα της δεύτερης απόφασης έχουν αγροτικό χαρακτήρα και βρίσκονται σε ορεινή και ημιορεινή περιοχή και η τιμή τους ορίσθηκε από 0,44 έως 1,43^ ΕΥΡΩ/τ.μ., 7) Το υπ' αριθ. .../16.10.2008 συμβόλαιο της συμβ/φου Τριπόλεως Β. Α., το οποίο επίσης προσκομίζουν, όπως προαναφέρθηκε, και οι προαναφερθέντες αιτούντες Ν. Δ.

κ.λπ. Σημειώνεται, πάντως ότι τα αναφερόμενα στα 1-6 στοιχεία είναι τελείως διαφορετικά από τα επίδικα, καθόσον βρίσκονται σε διαφορετικούς νομούς και τα ακίνητα των νομών Ηλείας και Μεσσηνίας, που απαλλοτριώθηκαν είναι κοντά στη θάλασσα. Εξάλλου στην ίδια δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης για την ένδικη απαλλοτρίωση, οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των αντιδίκων του αιτούντος (καθ' ων η αίτηση κυρίως παρεμβάντος, ανταιτούντος) προσδιόρισαν την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων από 15,70€/τ.μ., την αξία των μεγάλων δένδρων σε 850 ΕΥΡΩ περίπου και των μεσαίων σε 400 ΕΥΡΩ, την αξία πηγαδιού (ιδιοκτησία ...) σε 15.000 ΕΥΡΩ.

Σημειώνεται ότι οι ανταιτούντες (Γ. Λ. κ.λπ.) και οι ανταιτούντες - παρεμβάντες (Β. Μ. κ.λπ.) δεν προσκόμισαν ούτε επικαλέσθηκαν συγκριτικά στοιχεία αλλά επικαλέσθηκαν τις εξετάσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Μον. Πρωτ. Τριπόλεως κατά την εκδίκαση για τον ορισμό: προσωρινής τιμής απαλλοτρίωσης για τα επίδικα ακίνητα και επικείμενα.

Αναφέρουν δε την προαναφερθείσα και προσκομιζόμενη από τους αιτούντες (Ν. Δ. κ.λ.π.) τεχνική έκθεση του Αγρονόμου - Μηχανικού Α. Μ.. Η αναφορά στην κατάθεση του ως άνω μηχανικού ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου είναι αβάσιμη, καθόσον κατά την εκδίκαση της επίδικης αίτησης, για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης δεν εξετάσθηκε μάρτυρας από κανένα διάδικο (βλ.

τα πρακτικά της συνεδρίασης 15.5.2013 αυτού του Δικαστηρίου). Σημειώνεται ότι ως προς τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, που περιλαμβάνονται στην κυρία αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ως προς τα οποία εκείνοι που αξιώνουν εμπράγματο δικαίωμα δεν άσκησαν αυτοτελή αίτηση, το Δικαστήριο δεσμεύεται από την ορισθείσα προσωρινή τιμή μονάδος, η οποία έχει καταστεί οριστική, καθώς σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, εάν ο διάδικος υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση ζήτησε εμπρόθεσμα να καθορισθεί από το Εφετείο οριστική αποζημίωση μικρότερη εκείνης που καθορίσθηκε προσωρινά, το Εφετείο, χωρίς αίτηση ή ανταίτηση, που ασκείται παραδεκτά με τις προτάσεις, δεν μπορεί να καθορίσει την οριστική αποζημίωση για τα ακίνητα, στα οποία αναφέρεται η αίτηση του ωφελουμένου από την απαλλοτρίωση, σε ποσό μεγαλύτερου εκείνου της αποζημίωσης που καθορίσθηκε προσωρινά.

Κατόπιν όσων αναφέρθηκαν, από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, που οι διάδικοι, κατά τα προεκτεθέντα, επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο (άρθρο 19 παρ. β εδ. α' και 20 παρ. 6 Ν. 2882/2001), ανάλογα με την τοπική και χρονική προσφορά τους, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη και τη θέση των ακινήτων κατά περιοχή ή σε σχέση με την πρόσοψή τους σε εθνική ή επαρχιακή ή αγροτική οδό κρίνει ότι κατά το κρίσιμο χρόνο της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου συζήτηση της υπόθεσης (15.5.2009), αφού από τη συζήτηση της κυρίας αίτησης για τον προσωρινό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Μον.

Πρωτ. Τριπόλεως (19.06.2009), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους (άρθρο 17, 13 παρ. 1β του Κ.Α.Α.Α.), η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων μετά των επικειμένων και συστατικών τους ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξ αιτίας αυτής στα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό ποσά, στα οποία πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωσή τους, για να είναι η αποζημίωση πλήρης κατά τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη.

Άλλωστε, αν και έχει παρέλθει έτος από την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, ουδεμία αύξηση προκύπτει ότι έχει επέλθει στις τιμές των απαλλοτριουμένων ακινήτων από εκείνες που έχει εκτιμήσει η επιτροπή (ΣΟΕ), ενόψει της οικονομικής κρίσης και ύφεσης κατά τα τελευταία 4 έτη, η οποία έχει επηρεάσει λίαν αρνητικά τις τιμές των ακινήτων και αποτρέπει την αγορά τους.

Για όσα συστατικά και επικείμενα, που δεν αναφέρονται στο κτηματολογικό πίνακα, καθορίζεται με την απόφαση αυτή τιμή μονάδος, η λήψη αποζημίωσης θα καταστεί δυνατή μετά τη σύνταξη συμπληρωματικών κτηματολογικών πινάκων και εφόσον διαπιστωθεί ότι τα εν λόγω επικείμενα - συστατικά υπάρχουν επί της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας".

Περαιτέρω, αναφορικά με το αίτημα περί καθορισμού, ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση και για ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας και αυτοαποζημίωσης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "...Για το ΑΚΠ ...:

Είναι αγρός, πεδινός, καλλιεργήσιμος μη αρδευόμενος, ευρισκόμενος σε απόσταση 600 μ. από τον οικισμό … του Δήμου …. Η αρχική του έκταση ήταν 3.175,99 τ.μ. απαλλοτριώθηκαν 849 τ.μ. και απομένουν 12.329,99 τ.μ. Είναι δυσχερής η εκμετάλλευσή του και λόγω του κλειστού νέου αυτοκινητοδρόμου που καθιστά δύσκολη την πρόσβαση σ' αυτό, μειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 30%.

Για το ΑΚΠ ...: Ως τμήμα του παραπάνω αρχικού ακινήτου με ΑΚ … ισχύουν τα ίδια ως άνω. Για το ΑΚ ...: Είναι αγρός πεδινός, καλλιεργήσιμος μη αρδεύσιμος ευρισκόμενος στην ίδια θέση που βρίσκεται και το ακίνητο με ΑΚΠ .... Η αρχική του έκταση ήταν 889,74 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 320,26τ.μ. και απομένει επιφάνεια 447,74 τ.μ. Είναι δυσχερής η εκμετάλλευσή του και λόγω του κλειστού νέου αυτοκινητοδρόμου που καθιστά δύσκολη την πρόσβαση σ' αυτό μειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 30%.

Για το ΑΚΠ ...: Είναι αγρός πεδινός καλλιεργήσιμος μη αρδευόμενος, ευρισκόμενος στην ίδια θέση που βρίσκεται και το ακίνητο με ΑΚΠ .... Η αρχική του έκταση ήταν 5.749 τ.μ. απαλλοτριώθηκαν 4.533 τ.μ. και απομένει έκταση 1.216 τ.μ. Το ακίνητο με την αρχική του έκταση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις σχετικές πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/1985 ΦΕΚ 270 Δ'), ενώ με την απομένουσα έκταση δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.

Η εκμετάλλευσή του είναι δυσχερής και λόγω του κλειστού νέου αυτοκινητοδρόμου είναι δύσκολη η πρόσβαση σ' αυτό. Η αξία του μειώνεται κατά ποσοστό 70%. Για το ακίνητο ΚΠ ... (τμήμα του οποίου αποτελεί το ακίνητο με ΚΠ ...): Είναι αγρός πεδινός μη καλλιεργήσιμος και μη αρδευόμενος με οικοπεδική αξιοποίηση. Βρίσκεται σε απόσταση 800 μ.

περίπου από τον οικισμό .... Η αρχική έκταση ήταν 17.531 τ.μ. απαλλοτριώθηκαν 10.021 τ.μ. και απομένουν 7.510 τ.μ. Όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες τεχνικές εκθέσεις που προσκομίζουν οι αιτούντες Δ. Σ. κ.λπ. από το ακίνητο ΚΠ ... έχει διαμορφωθεί τμήμα αυτού με στοιχεία ..., το οποίο είχε αρχικά έκταση 8.587,70 τ.μ. και απαλλοτριώθηκαν 8.577,80 τ.μ.

απέμεινε δε τμήμα 9,90 τ.μ. Ουσιαστικά δε λόγω της μικρής έκτασης που απομένει, τις απώλειας αρτιότητας και οικοδομησιμότητάς του και της δυσχερούς μετάβασης σ' αυτό λόγω του κλειστού νέου αυτοκινητόδρομου έχει υποστεί το εν λόγω τμήμα ... μείωση της αξίας του σε ποσοστό 100%. Για το ακίνητο ΑΚΠ ...: Είναι αγρός, πεδινός, καλλιεργήσιμος μη αρδευόμενος με οικοπεδική αξιοποίηση.

Βρίσκεται σε απόσταση 900 μ. από τον οικισμό .... Η αρχική του έκταση ήταν 6.533,60 τ.μ. απαλλοτριώθηκαν 3.304 τ.μ. και απομένουν 3.229,60 τ.μ. Με την αρχική του μορφή ήταν 6.533,60 τ.μ. απαλλοτριώθηκαν 3.304 τ.μ. και απομένουν 3.229,60 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση το ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις προαναφερθείσες πολεοδομικές διατάξεις, στοιχεία που απώλεσε λόγω της απαλλοτρίωσης.

Περαιτέρω η εκμετάλλευσή του είναι δυσχερής καθώς και λόγω του κλειστού νέου αυτοκινητοδρόμου η πρόσβαση είναι πολύ δύσκολη. Η μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 70%. Για το ακίνητο ΑΚΠ .... Είναι αγρός, πεδινός, καλλιεργήσιμος και μη αρδευόμενος με οικοπεδική αξιοποίηση. Ευρίσκεται σε απόσταση 1.100 μ.

από τον οικισμό .... Η αρχική του έκταση ήταν 5.408,00 τ.μ. απαλλοτριώθηκαν 4.448 τ.μ. και απομένουν 960 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση το ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις προαναφερθείσες πολεοδομικές διατάξεις, στοιχεία που απώλεσε λόγω της απαλλοτρίωσης. Περαιτέρω η εκμετάλλευσή του είναι δυσχερής καθώς λόγω του κλειστού νέου αυτοκινητόδρομου η πρόσβαση είναι πολύ δύσκολη σ' αυτό.

Η μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 70%. Για το ακίνητο με ΑΚΠ ...: Είναι αγρός, πεδινός, καλλιεργήσιμος, μη αρδευόμενος. Βρίσκεται στην ίδια θέση που είναι και το προαναφερθέν ακίνητο ΑΚΠ .... Η αρχική του έκταση ήταν 2.278 τ.μ. απαλλοτριώθηκαν 1.898 τ.μ. και απομένει έκταση 380 τ.μ. Η εκμετάλλευσή του είναι δυσχερής, καθώς λόγω του κλειστού νέου αυτοκινητοδρόμου η πρόσβαση είναι πολύ δύσκολη σ' αυτό.

Η μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 30%. Για το ακίνητο ΑΚΠ ...: Είναι αγρός, πεδινός, καλλιεργήσιμος μη αρδευόμενος. Βρίσκεται στην ίδια θέση που είναι και το προαναφερθέν ακίνητο ΑΚΠ .... Η αρχική του έκταση ήταν 2.291.96 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 643 τ.μ. και απομένει τμήμα 1.648,96 τ.μ. Η εκμετάλλευσή του είναι δυσχερής, λόγω του κλειστού νέου αυτοκινητοδρόμου η πρόσβαση είναι πολύ δύσκολη σ' αυτό.

Η μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 30%. Για το. ακίνητο ΑΚΠ ...: Είναι αγρός, πεδινός, καλλιεργήσιμος, μη αρδευόμενος. Βρίσκεται στην ίδια περίπου θέση που είναι και το προαναφερθέν ακίνητο ΑΚΠ .... Η αρχική του έκταση ήταν 3.635,32 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 271 τ.μ. και απομένει έκταση 3.364,32 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση το ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (ΠΔ 24/1985 ΦΕΚ 270Δ'), όπως αναγράφεται και στην προαναφερθείσα έκθεση του ΣΟΕ.

Μετά την απαλλοτρίωση απώλεσε τα παραπάνω πλεονεκτήματα. Περαιτέρω, η εκμετάλλευσή του είναι δυσχερής, καθώς λόγω του κλειστού νέου αυτοκινητοδρόμου η πρόσβαση είναι πολύ δύσκολη σ' αυτό. Η μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 70%. Για το ακίνητο με ΑΚΠ .... Είναι αγρός, πεδινός, καλλιεργήσιμος, αρδευόμενος, με οικοπεδική αξιοποίηση.

Βρίσκεται σε απόσταση 1.900 μ. από τον οικισμό .... Η αρχική του έκταση ήταν 13.845 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 12.201 τ.μ. και απομένει έκταση 1.644 τ.μ. Πριν την απαλλοτρίωση το ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Μετά την απαλλοτρίωση το ακίνητο απώλεσε τα παραπάνω πλεονεκτήματα.

Περαιτέρω, η εκμετάλλευσή του είναι δυσχερής, λόγω του κλειστού νέου αυτοκινητοδρόμου, που καθιστά την πρόσβαση σ' αυτό πολύ δύσκολη. Η μείωση της αξίας του ανέρχεται σε ποσοστό 70%..... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση για το παραπάνω έργο του συγκοινωνιακού δικτύου (αυτοκινητόδρομος) επέφερε πλεονεκτήματα, κυρίως υπό το πρίσμα της συντομότερης μετακίνησης ανθρώπων και μεταφοράς αγαθών από την Μεγαλόπολη προς την Αθήνα και τανάπαλιν (και τις ενδιάμεσες πόλεις (Τρίπολη και Κόρινθο).

Όμως ο αυτοκινητόδρομος στο συγκεκριμένο τμήμα του, για το οποίο η επίδικη απαλλοτρίωση, είναι κλειστός με αερογέφυρες, υπερυψώσεις και βυθίσεις. Κατά συνέπεια τα προαναφερθέντα ακίνητα δεν αποκτούν ουσιαστικά κατά άμεσο τρόπο πρόσωπο στον αυτοκινητόδρομο. Τα προαναφερθέντα ακίνητα καθιστούν δυσχερέστερη σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση την καθημερινή τοπική μετακίνηση μεταξύ των οικισμών και των αγροτικών περιοχών γύρω από το απαλλοτριωθέν εδαφικό τμήμα.

Πρέπει λοιπόν να γίνουν δεκτά ως ουσιαστικά βάσιμα τα σχετικά αιτήματα των κρινόμενων αιτήσεων... για ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας και αυτοαποζημιώσεως". Και υπό τις ως άνω παραδοχές, αφού συνεκδίκασε τις αιτήσεις και παρεμβάσεις, δέχθηκε αυτές εν μέρει και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας των ένδικων ακινήτων ως εξής:

Του ... σε 1,19 ευρώ ανά τ.μ., του ... σε 1,31 ευρώ ανά τ.μ., του ... σε 1,88 ευρώ ανά τ.μ., του ... σε 1,14 ευρώ ανά τ.μ., του ... σε 1,43 ευρώ ανά τ.μ., του 193 σε 2,63 ευρώ ανά τ.μ., του ... σε 1,50 ευρώ ανά τ.μ., του ... σε 1,50 ευρώ ανά τ.μ., του ... σε 1,50 ευρώ ανά τ.μ., του ... σε 1,20 ευρώ ανά τ.μ., του ... σε 1,20 ευρώ ανά τ.μ., του 221 σε 1,26 ευρώ ανά τ.μ., του ... σε 1,50 ευρώ ανά τ.μ., του ...

σε 2,38 ευρώ ανά τ.μ., του 242 σε 1,26 ευρώ ανά τ.μ., του 266 σε 1,88 ευρώ ανά τ.μ. Περαιτέρω, αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο της ωφέλειας, ούτε υποχρέωση για αυτοαποζημίωση σε βάρος των ιδίων για τα εναπομείναντα από την απαλλοτρίωση τμήματα των κατωτέρω ακινήτων και προσδιόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εδαφικών τμημάτων, που απέμειναν μετά τη| απαλλοτρίωση, ως εξής:

Για το ... ακίνητο σε ποσοστό 30% της καθορισθείσης αξίας, του ... σε ποσοστό 70%, του 150 σε ποσοστό 70%, του 148 σε ποσοστό 70%, του ... σε ποσοστό 70%, του ... σε 30%, του ... σε 70%, του ... σε 30%, του ... σε 30%, του ... σε 30%, του ... σε 70%, του ... σε 100%, του ... σε 70%, του ... σε 70%, του ... σε 70%, του ... σε 70%, του ... σε 30%, του ... σε 30%, του ... σε 70% και του ...

σε 70%. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, έλαβε υπόψη τη γεωργική αποκλειστικά χρήση των επιδίκων αγροτεμαχίων, δοθέντος ότι βρίσκονται εκτός οικισμού και εκτός σχεδίου, το μη ιδιαίτερα εύφορο του εδάφους αυτών, την ιδιότητά τους ως μη αρδευόμενων, τη στασιμότητα της κτηματαγοράς στην ευρύτερη περιοχή και επί πλέον τα συγκριτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, από τα οποία ξεχώρισε τα πλέον πρόσφορα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, την οποία αιτιολόγησε επαρκώς.

Τέλος αιτιολόγησε με πληρότητα, τόσο τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των ιδιοκτητών παρόδιων ακινήτων, όσο και τους λόγους αλλά και το ποσοστό μείωσης της αξίας ενός εκάστου των απομενόντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων. Επομένως, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ,Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, που αποδίδονται με τους πρώτο (και υπό την εσφαλμένη επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 17), δεύτερο (κατά την τελευταία αιτίασή του) και τέταρτο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για την κρίση της, ως προς τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης των εδαφικών τμημάτων, και οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Καθ' όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.

Κατά τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφασή του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη λόγου αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο (κατά την τρίτη αιτίαση αυτού), δεύτερο (κατά την τρίτη αιτίαση αυτού) και τρίτο λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ.

και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως κατωτέρω αποδεικτικά στοιχεία: Το .../25-1-2007 συμβόλαιο της συμ/φου Ναυπάκτου Μ. Χ. Δ., το .../2-7-2007 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμ/φου Ρίου Α. Β. Κ. και την τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Α. Μ.. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σ' αυτήν γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, έτσι ώστε ουδεμία να καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη και τα προαναφερθέντα έγγραφα μαζί με όλα τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά στοιχεία, ανεξαρτήτως του εάν γίνεται ειδική μνεία ορισμένων εξ αυτών, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω τεχνική έκθεση.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή.

Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς, ήτοι ισχυρισμούς θεμελιωτικούς της αίτησής τους, περί μεγαλύτερης αξίας των ακινήτων τους.

Ο λόγος αυτός, είναι στο σύνολό του αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους αξιολόγησε αρνητικά απορρίπτοντάς τους, ως ουσιαστικά αβάσιμους. Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος κατά την δ' αιτίασή του και ο τέταρτος λόγος κατά την β' αιτίασή του, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι, ως παντελώς αόριστοι, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένης παραβίασης ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη αποδεικτικών μέσων, όπως είναι απορριπτέος, ως αόριστος και ο δεύτερος λόγος κατά την β' αιτίαση αυτού, με την οποία αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου, διότι δεν αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Καθ' όσο μέρος δε, με τον τελευταίο ως άνω λόγο προσάπτεται η αιτίαση στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι δεν προσδιόρισε οριστική τιμή στα ..., ... και ... ακίνητα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι έχει καθοριστεί τιμή για τα ..., ... και ... ακίνητα, που ανήκουν στους ίδιους ιδιοκτήτες των οποίων τμήματα, αντιστοίχως, αποτελούν τα προαναφερθέντα, όπως δέχεται η προσβαλλομένη και συνομολογούν οι αναιρεσείοντες.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει οπό το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντ/τος, 13 και 18 παρ. 4 ν. 2882/2001, 189 Κ.Πολ.Δ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημίωσης στον δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημίωσης, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως.

Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 17 του Συντάγματος, 1, 2, παρ. 1 περ. α', 3, 19 παρ. 1 ν. 2859/2000, 62 παρ. 3 του ν. 3842/2010, σύμφωνα με το οποίο δεν απαλλάσσεται πλέον του Φ.Π.Α. η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους, και 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, ο εν λόγω φόρος επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, στον πληρεξούσιο δικηγόρο που παρέχει τις υπηρεσίας του στο δικαιούχο της αποζημίωσης, σε βάρος του αντισυμβαλλομένου του, δηλαδή του εντολέως του και δικαιούχου της αποζημίωσης, επιπρόσθετα δε, βαρυνόμενος κατά νόμο με την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης είναι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, ο οποίος υποχρεούται, συνεπώς να καταβάλει και τον αναλογούντα επί της ως άνω αμοιβής Φ.Π.Α., αλλιώς θίγεται η πληρότητα της καταβαλλόμενης αποζημίωσης και φαλκιδεύεται αυτή κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί καταβολής πλήρους αποζημίωσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τις τελευταίες αιτιάσεις των 1ου και 4ου λόγων αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν επιδίκασε στους αναιρεσείοντες με την δικαστική δαπάνη και τον αναλογούντα στην αμοιβή των δικηγόρων τους Φ.Π.Α.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως αόριστοι, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε το αίτημα στο Εφετείο, πέραν του απαραδέκτου αυτών, δοθέντος ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της αίτησης και των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι δεν ζητήθηκε να συνυπολογισθεί στη δικαστική δαπάνη και ο Φ.Π.Α., που αναλογεί στην αμοιβή των δικηγόρων αυτών.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες εκτός από τους 5η, 6ο, 11η, 18ο και 19η των αναιρεσειόντων, Π. Μ. του Θ., συζ. Β., Β. Μ. του Χ., Θ. συζ. Ν. Κ., Χ. Σ. του Ι. και Β. Σ. συζ. Ι., το γένος Γ. Κ., αντίστοιχα, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου το οποίο παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, την οποία ορίζει μειωμένη κατ' άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης στην οποία εφαρμόζονται όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ.3 ν. 2882/2001). Τέλος πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 8-12-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2014), αίτηση αναιρέσεως από τους 5η, 6ο, 11η, 18ο και 19η των αναιρεσειόντων Π. Μ. του Θ., συζ. Β., Β. Μ. του Χ., Θ. συζ. Ν. Κ., Χ. Σ. του Ι. και Β. Σ. συζ. Ι., το γένος Γ. Κ., αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 303/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την ίδια αίτηση.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες αυτούς, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε η αναίρεση, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο με αριθμ. διπλοτύπου ..., ..., ..., ... (Δημοσίου) και ..., ... και ... (ΤΑΧΔΙΚ).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ