Legislator Case Law & Legislation
1575/2011 AI generated

1575/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1575/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Kωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1575/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1575 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1575/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Kωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιούμα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Ε. Α., κατοίκου ..., 2. Χ. Ε. Α., συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., 3. Α. χας Α. Χ., 4. Α. χας Σ. Χ., 5. Κ. Σ. Χ., κατοίκων ..., 6. Ο. Σ. Χ., συζ. Σ. Φ., κατοίκου ..., 7. Μ. Σ. Χ., συζ. Μ. Δ., κατοίκου ..., 8. Π. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 9. Λ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 10.Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 11. Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 12. Ε. Κ. του Α., 13. Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., 14. Ε. Χ. του Ε., συζ. Γ. Χ., κατοίκου ..., 15. Ε. Χ. του Ε. συζ. Θ. Β., κατοίκου ..., 16. Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 17. Φ. Χ. του Ε., συζ. Γ. Χ., κατοίκου ..., 18. Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 19. Π. συζ. Γ. Π., το γένος Α. Χ., κατοίκου ..., 20, Ι. Α., 21. Σ. Α. του Ι., 22. Ε. Α. του Ι., 23 Α. Α. του Ι., κατοίκων ..., 24. Ι. Κ., 25. Κ. Ι. Κ., 26. Γ. Κ., 27. Α. Κ. του Ι., κατοίκων ..., 28. Ε. Β. Π., κατοίκου ..., 29. Σ. συζ. Π. Ο., το γένος Β. Π., κατοίκου ..., 30. Δ. Β. Π., 31 Γ. Β. Π., κατοίκων ... και 32 Γ. Β. Π., κατοίκου ....

Οι μεν 5ος, 14η, 15η, 17η και 18ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπιστιόλη, ο δε 16ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος δήλωσε ότι εκ παραδρομής γράφτηκαν : α) το όνομα της 2ης αναιρεσίβλητης "Χ." αντί του ορθού "Χ." και β) του 31ου αναιρεσιβλήτου το επώνυμο "Π." αντί του ορθού "Π.". Οι υπόλοιποι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/1990 μη οριστική, 74/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-4-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 15-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης υπό την προϋπόθεση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από τις 1001, 1002, 1003, 1007 και 1009/24-11-2009, 10052, 10053, 10054, 10055 και 10056/15-12-2009, 10066/22-12-2009, 10084 και 10085/30-12-2009, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας ..., τις 8721,8722, 8723, 8724, 8725, 8727, 8728 και 8730/24-11-2010, 8743/25-11-2010 και 8951/20-12-2010, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις 8988/26-1 -2011 και 9138/10-2-2011, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ...

και την 8093/2-12-2010 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου για την παραπάνω δικάσιμο και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, έκτη, έβδομη, όγδοο, ένατo, δέκατη, ενδέκατο, δωδέκατη, δέκατο τρίτο, δέκατη ένατη, εικοστό, εικοστό πρώτο, εικοστή δεύτερη, εικοστό τρίτο, εικοστό τέταρτο, εικοστή πέμπτη, εικοστό έκτο, εικοστή έβδομη, εικοστή όγδοη, εικοστή ένατη, τριακοστό, τριακοστό πρώτο και τριακοστό δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, αφού οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι κατά τον χρόνο της καταθέσεώς του σε πρωτότυπο, κατά το άρθρο 495 του ίδιου Κώδικα, στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις διατάξεις αυτές προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος μόνο που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.

Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ασκήθηκε αγωγή διανομής κοινού πράγματος, που υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 478 ΚΠολΔ, απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα ν' ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών κατά τη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του, αφού προϋπόθεση για την αντιπροσώπευση αυτή είναι να είχε αυτός κλητευθεί νόμιμα στη δίκη.

Προκειμένου, ειδικότερα, για δίκη διανομής κοινού πράγματος, οπότε η σχετική αγωγή έχει διπλό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798 και 799 ΑΚ, 480 παρ. 3, 481 αριθ. 2, 483 και 489 ΚΠολΔ και η θέση κάθε κοινωνού ως ενάγοντος ή εναγομένου είναι συμπτωματική, εξαρτώμενη από το ποίος είχε την πρωτοβουλία να ασκήσει την αγωγή, κάθε δε κοινωνός είναι συγχρόνως ομόδικος και αντίδικος των υπόλοιπων συγκοινωνών, ούτε ο κανόνας της αντιπροσωπεύσεως του απόντος κοινωνού διαδίκου από τους παρόντες συγκοινωνούς, αναγκαίους ομοδίκους του, έχει εφαρμογή, και, συνεπώς, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί εκ των προτέρων ν' αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του απόντος συγκοινωνού διαδίκου να ασκήσει κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκηση της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).

Εάν, συνεπώς, σε δίκη διανομής κοινού πράγματος, δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους συγκοινωνούς, θα πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με την σχετική έκθεση επιδόσεως προς αυτόν της τελεσίδικης αποφάσεως ή με την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της αποφάσεως που του επιδόθηκε, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 503 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, η οριζόμενη από αυτήν προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ημέρα, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου αυτού καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 §1 ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα την ίδια ώρα της επομένης μη εξαιρετέας ημέρας.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/1981, η οποία είναι σχεδόν ταυτόσημη προς την ως άνω του άρθρου 144 ΚΠολΔ, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.

μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατο την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας". Με το ίδιο άρθρο, παρ.11, του εν λόγω νόμου, ορίστηκαν ως ημέρες αργίας, εκτός των άλλων, η 1η Μαΐου και οι Κυριακές.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αυτήν το Εφετείο έκρινε, ότι η από 29-9-1989 ένδικη αγωγή διανομής κοινών ακινήτων του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι αποδείχθηκε η ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλαν οι παριστάμενοι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι.

Η απόφαση εκδόθηκε ερήμην των Σ. Α., Χ. Α., Α. Χ., Π. Κ., Λ. Κ., Κ. Κ., Θ. Κ., Ε. Κ., Α. Κ., Π. Χ., Ι. Α., Σ. Α., Ε. Α., Α. Α., Ι. Κ., Κ. Κ., Γ. Κ., Α. Κ., Ε.ς Π., Σ. Π., Δ. Π., Γ. Π. και Γ. Π., πρώτου, δεύτερης, τρίτης, όγδοου, ένατου, δέκατου, ενδέκατου, δωδέκατου, δεκάτου τρίτου, δέκατης ένατης, εικοστού, εικοστού πρώτου, εικοστής δεύτερης, εικοστού τρίτου, εικοστού τέταρτου, εικοστής πέμπτης, εικοστού έκτου, εικοστής εβδόμης, εικοστής ογδόης, εικοστής ενάτης, τριακοστού, τριακοστού πρώτου και τριακοστού δευτέρου των εφεσίβλητων, αντίστοιχα.

Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από τους εν λόγω εφεσίβλητους που δικάσθηκαν ερήμην. Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα με αριθμούς 8955, 8956, 8957 και 8958/1-4-2009, 8962/2-4-2009, 8985, 8986, 8987, 8988, 8989, 8990 και 8991/15-4-2009, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας ..., τις 2821, 2822, 2823 και 2824/3-4-2009, 2841/6-4-2009, 2853 και 2854/7-4-2009 και 2937/14-4-2009, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις 4954/13-4-2009 και 4961/16-4-2009, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων … και την 7117/13-4-2009 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών ..., η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στους ως άνω ερημοδικασθέντες διαδίκους, (κατά τις αναφερόμενες στις εκθέσεις ημερομηνίες), οι οποίοι και δεν άσκησαν ανακοπή ερημοδικίας κατ' αυτής εντός της νόμιμης προθεσμίας (βλ.

το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτ.42/2011 πιστοποιητικό του Γραμματέα Εφετών Ιωαννίνων). Προέχει, επομένως, να ερευνηθεί, αν η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν τελεσίδικη, κατά τον χρόνο καταθέσεως του δικογράφου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή στις 4-5-2009, ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους. Θέμα ανακύπτει μόνο ως προς την ανωτέρω ερημοδικασθείσα Ε.

Β. Π., εικοστή όγδοη των εφεσίβλητων, στην οποία η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στις 16-4-2009 (βλ. την πιο πάνω 4961/16-4-2009 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων …). Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής εκ μέρους της διαδίκου αυτής άρχισε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, στις 17-4-2009 και έληγε την 1η Μαΐου, 2009 ημέρα Παρασκευή.

Ενόψει δε του ότι η τελευταία αυτή ημέρα (Πρωτομαγιά) ήταν εξαιρετέα ημέρα και η 2α και 3η Μαΐου ήταν Σάββατο και Κυριακή, αντίστοιχα, προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της ανωτέρω διαδίκου έληγε στις 4-5-2009, ημέρα Δευτέρα, μέχρι το πέρας του χρόνου λειτουργίας της γραμματείας την ημέρα αυτή.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων στις 4-5-2009 ώρα 8.37 π.μ,, ασκήθηκε πριν καταστεί τελεσίδικη (κατά το χρόνο καταθέσεως του πρωτοτύπου του δικογράφου αυτής), η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και ως προς την ως άνω αναγκαία ομόδικο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτη, ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-4-2009 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Π. κατά της 251/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ