Supreme Court dismisses appeal citing procedural errors and insufficient evidence for non-payment claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to declare the defendant's claim inadmissible due to contradictions and ignored evidence of debt payment. The court ruled that the appellate court correctly evaluated all evidence and considered the appellant's arguments, making the appeal grounds invalid under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a failure to declare a claim inadmissible due to contradictions is inadmissible if it concerns substantive law, and an appeal based on failure to consider an argument is inadmissible if the argument was actually considered and rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1575 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1575/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ψ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σκορδαλό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-3-2002 και 19-7-2003 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19880/2003 και 17503/2005 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και 1851/2004 μη οριστική, 215/2005 και 1100/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι διάδικοι άσκησαν αιτήσεις αναίρεσης και επί αυτών εκδόθηκαν οι 1463/2007 και 407/2008 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες αναίρεσαν τις 215/2005 και 1100/2006 αντίστοιχα αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψαν τις υποθέσεις για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1280/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-10-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 21-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραλείποντας να κηρύξει ως απαράδεκτο λόγω του μη βασίμου κατ' ουσίαν αυτού εξαιτίας της αντιφατικότητάς του προς άλλους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης και μη αποδείξεώς του ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί εξοφλήσεως των αξιώσεων του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή του, ο οποίος προβλήθηκε με την έφεσή της, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: Η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα, που είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης, με πολλαπλές εντολές από την αρχή της συνεργασίας τους το έτος 1994 τη διεκπεραίωση των δικαστικών της υποθέσεων. Η συνεργασία των διαδίκων έλαβε χώρα από 1-1-1994 έως 31-1-2002.
Μετά το τέλος της συνεργασίας τους ο ενάγων άσκησε διαδοχικά τις ένδικες αγωγές. Η πρώτη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 19880/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. 215/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κατά της τελευταίας άσκησαν αίτηση αναίρεσης αμφότεροι οι διάδικοι. Με την υπ' αριθμ. 1460/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος, ενώ με την 1463/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και αναιρέθηκε η εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ολοσχερούς εξοφλήσεως των αγωγικών απαιτήσεων του ενάγοντος με καταβολή.
Η δεύτερη αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 17503/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ.1.100/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης η εναγομένη άσκησε αίτηση αναίρεσης.
Με την υπ' αριθμ. 407/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και αναιρέθηκε η εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ολοσχερούς εξοφλήσεως των αγωγικών απαιτήσεων του ενάγοντος με καταβολή.
Με τις ανωτέρω αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αλλά κα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκαν, έγιναν δεκτά με δύναμη δικασμένου τα εξής: Ιδιαίτερη συμφωνία περί του ύψους της αμοιβής του ενάγοντος για τη διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων της εναγομένης δεν αποδείχθηκε ότι έγινε.
Επομένως, αυτός για τις δικαστικές ενέργειες που διεκπεραίωσε για λογαριασμό της εναγομένης δικαιούταν να λάβει τις προβλεπόμενες από τον κώδικα δικηγόρων ελάχιστες αμοιβές O ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα της συνεργασίας του, ανέλαβε και έφερε σε πέρας με επιτυχία υποθέσεις της εναγομένης που υπερβαίνουν τις εκατό (100).
Για τις υπόλοιπες που δεν αναφέρονται στις υπό κρίση αγωγές δεν ζητεί αμοιβή, γιατί έχει εξοφληθεί. Οι επίδικες υποθέσεις είναι δεκαοκτώ (18), ήτοι δεκαέξι (16) στην πρώτη αγωγή και δύο (2) στη δεύτερη, που όμως αποτελούσε τμήμα της πρώτης, ήτοι τα υπ' αριθμ. 13 κα ι 14 κονδύλια αυτής, κατά το οποίο απορρίφθηκε ως αόριστη και ασκήθηκε εκ νέου.
Για καθεμιά δε από τις υποθέσεις αυτές έγινε αμετάκλητα δεκτό ότι: 1) Για τη σύνταξη και κατάθεση της με αριθ. 28488/1995 αγωγής της εναγομένης κατά της Ρ κλπ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για καταβολή αποζημίωσης, ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ύψους 3.391.680 δραχμών. 2) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 19.11.1996, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για την πρώτη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής δικαιούται αμοιβή ύψους 2.335.752 δραχμών. 3) Για σύνταξη και άσκηση έφεσης κατά της εκδοθείσας, επί της ανωτέρω αγωγής, υπ' αριθμ. 2276/1997 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικαιούται αμοιβή ύψους 5.600 δραχμών. 4) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 7.11.1997, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προς συζήτηση της ανωτέρω έφεσης, δικαιούται αμοιβή ύψους 4.671.504 δραχμών. 5) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 9.3.1998, ενώπιον ' του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικαιούται αμοιβή ύψους 2.335.752 δραχμών. 6) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 25.5.2001, για τη μετ ' απόδειξη συζήτηση, πρωτοδίκως, της ανωτέρω υπ' αριθμ.
εκθ. κατ. 28488/1995 αγωγής δικαιούται αμοιβή ύψους 300.000 δραχμών. 7) Για πέντε παραστάσεις του προς εξέταση μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, δικαιούται αμοιβή ύψους 21.000 δραχμών. 8) Για σύνταξη και άσκηση της υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 28487/10.7.1995 αγωγής της εναγομένης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της Ρ δικαιούται αμοιβή ύψους 136.000 δραχμών. 9) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 18.11.1996, ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου κατά την (πρώτη) συζήτηση της ως άνω αγωγής, δικαιούται αμοιβή ύψους 93.612 δραχμών. 10) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 10.11.1998, για τη δεύτερη συζήτηση, μετ ' απόδειξη, της ανωτέρω αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικαιούται αμοιβή ύψους 93.612 δραχμών. 11) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 29.9.2000, προς αντίκρουση της έφεσης της Ρ κατά της εκδοθείσας επί της άνω αγωγής υπ'αριθμ. 27641/1999 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικαιούται αμοιβή ύψους 187.225 δραχμών. 12) Για δύο παραστάσεις του προς εξέταση μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 9797/1997 εισηγητική έκθεση, δικαιούται αμοιβή ύψους 8.400 δραχμών. 13) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 13.1.1995, προς αντίκρουση της έφεσης της Γ κατά της υπ' αριθμ. 818/1994 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικαιούται αμοιβή ύψους 5.500.000 δραχμών. 14) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 14.1.1994, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προς αντίκρουση ανακοπής των Γ κλπ για την ακύρωση· αναγκαστικού πλειστηριασμού δικαιούται αμοιβή ύψους 5.500.000 δραχμών. 15) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 22.1.1999, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προς αντίκρουση αναίρεσης των Γ κλπ κατά της υπ' αριθμ. 1139/1995 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δικαιούται αμοιβή ύψους 35.000 δραχμών. 16) Για τη σύνταξη της υπ' αριθμ.
εκθ. κατ. 38076/ 19.10.200.0 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της εναγομένης κατά του Τ, δικαιούται αμοιβή ύψους 159.700 δραχμών. 17) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 15.1.2002, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προς υποστήριξη της ανωτέρω αγωγής, δικαιούται αμοιβή ύψους 79.850 δραχμών.
Και 18) Για τη σύνταξη και κατάθεση μήνυσης, στις 17.10.2000, κατά των Τ και Κ, για ψευδορκία και ηθική αυτουργία σ' αυτή, δικαιούται αμοιβή ύψους 4.200 δραχμών. Έναντι των ανωτέρω ποσών ο ενάγων ζητούσε από την εναγομένη και αυτή του κατέβαλε το ποσό των 100.000 δραχμών για κάθε σύνταξη και άσκηση αγωγής ή έφεσης, το ποσό των 200.000 δραχμών για κάθε σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, το ποσό των 50.000 δραχμών για κάθε εξέταση μάρτυρα ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή και το ποσό των 100.000 δραχμών για τη σύνταξη και κατάθεση μήνυσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 19.880/2003 οριστική απόφαση του, δέχτηκε ότι με τα ανωτέρω ποσά, κατά τα οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της η νόμιμη κατ' άρθρο 416 Α. Κ. ένσταση εξόφλησης των αγωγικών αξιώσεων με καταβολή, η οποία (απόφαση) κατά το σχετικό κεφάλαιο της επικυρώθηκε από το μέρος της ως άνω απόφασης του Δικαστηρίου αυτού (Εφετείου) που δεν αναιρέθηκε, ώστε κατέστη αμετάκλητη, δέχτηκε ότι έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς τα αγωγικά κονδύλια με αριθμούς: 3) Για σύνταξη και άσκηση έφεσης κατά της εκδοθείσας υπ' αριθμ. 2276/1997 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για την οποία ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ύψους 5.600 δραχμών. 7) Για πέντε παραστάσεις του προς εξέταση μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, για τις οποίες ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ύψους 21.000 δραχμών. 9) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 18.11.1996, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την (πρώτη) συζήτηση της υπ' αριθμ.
εκθ. κατ. 28487/10.7.1995 αγωγής, για την οποία ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ύψους 93.612 δραχών. 10) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 10.11.1998, για τη δεύτερη συζήτηση, μετ' απόδειξη, της ανωτέρω αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για την οποία δικαιούται αμοιβή ύψους 93.612 δραχμών. 11) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 29.9.2000, προς αντίκρουση της έφεσης της Ρ κατά της εκδοθείσας επί της άνω αγωγής υπ'αριθμ. 27641/1999 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για την οποία ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ύψους 187.225 δραχμών. 12) Για δύο παραστάσεις του προς εξέταση μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 9797/1997 εισηγητική έκθεση, για τις οποίες ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ύψους 8.400 δραχμών. 15) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 22.1.1999, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προς αντίκρουση αναίρεσης των Γ κλπ κατά της υπ' αριθμ. 1139/1995 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ύψους 35.000 δραχμών. 17) Για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 15.1.2002, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προς υποστήριξη της υπ' αριθμ.
εκθ. κατ. 38076/19.10.2000 αγωγής, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, της εναγομένης κατά του Τ, για την οποία ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ύψους 79.850 δραχμών. Και 18) Για τη σύνταξη και κατάθεση μήνυσης, στις 17.10.2000, κατά των Τ και Κ, για ψευδορκία και ηθική αυτουργία σ' αυτή, για την οποία ο ενάγων δικαιούται αμοιβή ύψους 4.200 δραχμών.
Ακόμη, έκανε δεκτό ως προς τα παρακάτω κονδύλια της πρώτης αγωγής ότι: 6) για σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, στις 25.5.2001 για τη μετ ' απόδειξη συζήτηση, πρωτοδίκως, της ανωτέρω υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 28488/1995 αγωγής έναντι της αμοιβής των 300.000 δραχμών που δικαιούτο έλαβε 200.000 δραχμές και του οφείλεται ακόμη υπόλοιπο αμοιβής ύψους 100.000 δραχμών, 8) για σύνταξη και άσκηση της υπ' αριθμ.
εκθ. κατ. 28487/10.7.1995 αγωγής της εναγομένης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της Ρ δικαιούτο αμοιβή ύψους 136.000 δραχμών, έναντι της οποίας έλαβε 100.000 δραχμές και του οφείλεται υπόλοιπο 36.000 δραχμών και 16) για τη σύνταξη της υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 38076/19.10.2000 αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της εναγομένης κατά του Τ, δικαιούτο αμοιβή ύψους 159.700 δραχμών, έναντι της οποίας έλαβε 100.000 δραχμές και του οφείλεται υπόλοιπο 59.700 δραχμών.
Περαιτέρω, πλην των ανωτέρω, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχτηκε ότι, παρά το γεγονός ότι η εναγομένη εξόφλησε ολοσχερώς τις αγωγικές του απαιτήσεις του για τις ανωτέρω εννέα (9) από τις συνολικά δεκαοκτώ (18) ένδικες ενέργειες του και εν μέρει άλλες επτά (7) από τις υπόλοιπες εννέα (9), από τις οποίες για τις τρεις (3) που προαναφέρθηκαν του οφείλονται μόνον 100.000 δραχμές, 36.000 δραχμές και 59.700 δραχμές, αντίστοιχα, εν τούτοις ο ενάγων, ισχυριζόμενος στην πρώτη αγωγή του ότι η εναγομένη του κατέβαλε μεν τα ανωτέρω ποσά, μόνο όμως προς κάλυψη των εξόδων των επίδικων υποθέσεων και ότι τα ποσά αυτά της τα επέστρεψε, προς δημιουργία εντυπώσεων και κυρίως για να στηρίξει το ουσιαστικά βάσιμο των υπό κρίση αγωγών του για τις υπόλοιπες έξι (6) δικαστικές του ενέργειες, το αντικείμενο των οποίων είναι μεγάλο και να εμφανίσει την εναγομένη ως κακοπληρώτρια, κατά τη σύνταξη των υπό κρίση αγωγών αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω ποσά, αφετέρου διόγκωσε υπέρμετρα ορισμένα εκ των ως άνω κονδυλίων, όπως το υπ' αριθμ. 3 κονδύλιο ύψους 5.600 δραχμών, που το αναβίβασε στο ποσό των 5.000.660 δραχμών, το υπ' αριθμ. 6 κονδύλιο ύψους 300.000 δραχμών, που το αναβίβασε στο ποσό των 3.941.940 δραχμών και το υπ' αριθμ. 15 κονδύλιο ύψους 35.000 δραχμών, που το αναβίβασε στο ποσό των 5.500.000 δραχμών.
Ακόμη, έγινε δεκτό αμετακλήτως με την πρώτη των εκκαλουμενων αποφάσεων, μετά από ομολογία του, ότι ο ενάγων εισέπραξε από την εναγομένη με την από 13-3-2001 απόδ-ε ι ξη της Β το ποσό των 170.000 δραχμών ως αμοιβή του για την υπόθεση Ρ, από το ποσό που αυτή του κατέβαλε έναντι της συνολικής προς την εναγομένη οφειλής της, η οποία της επιδικάστηκε κατ' αποδοχήν της ως άνω υπ' αριθμ.
εκθ. κατ. 28487/10-7-1995 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έγινε τελεσιδίκως δεκτή με την υπ' αριθμ. 3019/2000 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ύψους 2.200.000 δραχμών. Ακόμη, με την . ίδια απόφαση έγινε δεκτό αμετακλήτως μετά από ομολογία του, ότι ο ενάγων εισέπραξε από την εναγομένη στις 20.9.2001, με την υπ' αριθμ. ...
απόδειξη παροχής υπηρεσιών του, συνολικά το ποσό των 1.700.000 δραχμών έναντι της αμοιβής του για τις υποθέσεις της Ρ κλπ, που επίσης αφαιρέθηκε , από τη συνολική οφειλή της ενάγουσας. Μετά ταύτα, από τα ως άνω αποδεικτικά· μέσα αποδείχτηκε επιπλέον ότι η εναγομένη εξόφλησε τον ενάγοντα καταβάλλοντας τη νόμιμη αμοιβή του σε όλες τις άλλες υποθέσεις της που διεκπεραίωσε και μάλιστα κατά το χρόνο που τις διεκπεραίωνε.
Στις δικαστικές δε ενέργειες πολλών από αυτές προέβη μετά τις ενέργειες του για τις επίδικες υποθέσεις. Τέλος, αποδείχτηκε ότι επί πλέον του ανωτέρω καταβολών, που δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την πρώτη των εκκαλούμενων αποφάσεων για τις ένδικες υποθέσεις, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα και άλλα ποσά προς εξόφληση της συνολικής εξ αυτών οφειλής της.
Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι κατά τη συνεργασία των διαδίκων, για κάθε ποσό που εισέπραττε ο ενάγων από την εναγομένη, η υπεύθυνη του λογιστηρίου της, επιχείρησης της που παρέδιδε τα χρήματα στον τότε πρόεδρο του Δ. Σ. της αντιδίκου του και φίλο του Ζ για να τα καταβάλει στον ενάγοντα, επειδή ο τελευταίος εκμεταλλευόμενος τη φιλική του σχέση με τον καταβάλλοντα, απέφευγε να του χορηγήσει έστω και πρόχειρη απόδειξη παρότι του ζητείτο, προκειμένου η επιχείρηση να έχει κάποιο στοιχείο για τις καταβολές αυτές, κατ έγραφε την καταβολή τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της και σε ειδική ηλεκτρονική καρτέλα που τηρούσε το λογιστήριο στο όνομα του ενάγοντος.
Συγκεκριμένα, η ανωτέρω λογίστρια κατέγραφε στην ανωτέρω ηλεκτρονική καρτέλα, την ημερομηνία καταβολής, την αιτιολογία και το ποσό που του καταβλήθηκε. Με βάση την ανωτέρω καρτέλα σε συνδυασμό με τη σχετική κατάσταση που τη συνοδεύει, την οποία συνέταξε ο αρμόδιος υπάλληλος του λογιστηρίου της εναγομένης προς επεξήγηση των αναφερόμενων ο' αυτήν καταβολών, αποδείχτηκε ότι έναντι της αμοιβής του ενάγοντος για τις·δικαστικές του ενέργειες που αναφέρθηκαν με αριθμούς 1), 2), 4), 5), 6), 8), 13), 14) και 16) του καταβλήθηκαν τα κατωτέρω ποσά στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα ως άνω ποσά που έγινε ήδη δεκτό αμετακλήτως ότι του καταβλήθηκαν: 1) Έναντι του ποσού των 3.391.680 δραχμών του πρώτου κονδυλίου, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα στις 5-7-1995 το ποσό των 3.000.000 δραχμών, και στη συνέχεια το ποσό των 391.680 δραχμών από το συνολικό ποσό των 500.000 δραχμών που του κατέβαλε στις 10-7-1995, ώστε συνολικά του κατέβαλε το ποσό των 3.391.680 δραχμών και ουδέν του οφείλει. 2) Προς εξόφληση του ποσού των 2.335.752 δραχμών του δευτέρου κονδυλίου η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2.335.680 δραχμών από το συνολικό ποσό των 2.700.000 δραχμών που του κατέβαλε στις 19-11-1996, ώστε ουδέν του οφείλει. 3) Προς εξόφληση του ποσού των 4.671.504 δραχμών του τέταρτου κονδυλίου η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 4.671.504 δραχμών από το συνολικό ποσό των 5.500.000 δραχμών που του κατέβαλε στις 7-11-1997, ώστε ουδέν του οφείλει. 4) Προς εξόφληση του ποσού των 2.335.752 δραχμών του πέμπτου κονδυλίου η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2.335.752 δραχμών, από το συνολικό ποσό των 2.900.000 δραχμών που του κατέβαλε στις 9-3-1998, ώστε ουδέν του οφείλει. 5) Προς εξόφληση του ποσού των 300.000 δραχμών του έκτου κονδυλίου η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 300.000 δραχμών εκ του συνολικά καταβληθέντος στις 25-5-2001 ποσού των 3.000.000 δραχμών, ώστε ουδέν του οφείλει. 6) Έναντι του ποσού των 136.000 δραχμών του όγδοου κονδυλίου η εναγομένη το κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 100.000 δραχμών, ως μέρος του ποσού των 500.000 δραχμών που συνολικά του κατέβαλε στις ' 9-3-1998, διότι ήδη του είχε καταβάλει το ποσό των 36.000 δραχμών με προηγούμενες καταβολές, ώστε του κατέβαλε συνολικά το ποσό των 136.000 δραχμών και ουδέν του οφείλει. 7) Ότι έναντι του ποσού των 5.500.000 δραχμών του δέκατου-τρίτου κονδυλίου η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα στις 13-1-1995 το ποσό των 3.200.000 δραχμών και το ποσό των 2.300.000 δραχμών από το συνολικό ποσό των 2.500.000 δραχμών που του κατέβαλε στις 20-2-1995, ώστε συνολικά του κατέβαλε το ποσό των 5.500.000 δραχμών και ουδέν του οφείλει. 8) Έναντι του ποσού των 5.500.000 δραχμών του δέκατου-τέταρτου κονδυλίου η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2.500.000 δραχμών, από το συνολικό των 2.600.000 δραχμών που του κατέβαλε στις 17-1-1994 και το ποσό των 3.000.000 δραχμών από το συνολικό ποσό των 3.100.000 δραχμών που του κατέβαλε στις 19-1-1994, και συνολικά του κατέβαλε το ποσό των 5.500.000 δραχμών, ώστε ουδέν του οφείλει.
Και 9) Προς εξόφληση του ποσού των 5.500.000 δραχμών του δέκατου-πέμπτου κονδυλίου η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα στις 22-1-1999 το ποσό των 5.500.000 δραχμών, ώστε ουδέν του οφείλει. Με τον τρόπο αυτόν η εναγομένη εξόφλησε ολοσχερώς τον ενάγοντα, καθόσον αφορά την αμοιβή του και για τις δεκαοκτώ (18) επίδικες υποθέσεις και ουδέν του οφείλει.
Για τις ανωτέρω καταβολές από την εναγομένη προς τον ενάγοντα καταθέτει μετά λόγου γνώσης ο μάρτυρας απόδειξης και βεβαιώνουν ενόρκως οι μάρτυρες της εναγομένης λογίστριες της επιχείρησης της στις προαναφερθείσες βεβαιώσεις τους. Η κρίση αυτή ενισχύεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής σε συνδυασμό με τις πράξεις και παραλείψεις του ενάγοντος και συγκεκριμένα: 1) Από το γεγονός ότι η εναγομένη κατέβαλε την αμοιβή του και τον εξόφλησε για τις δικαστικές ενέργειες που ακολούθησαν των επιδίκων, 2) Από το γεγονός ότι η πρώτη από τις δύο υπό κρίση αγωγές κατατέθηκε στις 19-3-2002, ήτοι μετά παρέλευση οκτώ και πλέον ετών της από 14-1-1994 πρώτης δικαστικής ενέργειας του ενάγοντος (14° κονδύλιο), επτά και πλέον ετών από της από 13-1-2005 δικαστικής ενέργειας (13° κονδύλιο), έξι και πλέον ετών της από 5-7-1995 δικαστικής ενέργειας (1° κονδύλιο), πέντε και πλέον ετών της από 7-11-1997 δικαστικής ενέργειας (4° κονδύλιο), έξι και πλέον ετών της από 5-7-1995 δικαστικής ενεργείας (1° κονδύλιο), και τεσσάρων ετών της από 9-3-1998 δικαστικής ενέργειας (5° κονδύλιο), τα οποία είναι και τα μεγαλύτερα των επιδίκων ενώ τα υπόλοιπα πλην ενός των 300000 δραχμών ( β° κονδύλιο) δεν υπερβαίνουν τις 200.000 δραχμές, για τις οποίες κατά τον αγωγικό ισχυρισμό του δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αμοιβή του, παρά την τακτική που ακολούθησε καθόλο το διάστημα της συνεργασίας του με την εναγομένη να πληρώνεται το ποσό της αμοιβής του και μάλιστα επί του αντικειμένου της αγωγής και των προτάσεων κατά την κατάθεση τους ή την καθ' οιουδήποτε χρόνο διενέργεια τους, χωρίς να αναμένει να περατωθούν τελεσίδικα. 3) Από το χρόνο που επέλεξε ο ενάγων να καταθέσει την πρώτη από τις υπό κρίση αγωγές (19-3-2002), ήτοι μετά την λύση της συνεργασίας τους με την εναγομένη, ύστερα από την παρακράτηση εκ μέρους του, του ποσού των 1.700.000 δραχμών με την υπ' αριθμ. ...
απόδειξη παροχής υπηρεσιών του, ως αμοιβή του για τις υποθέσεις της Ρκλπ, με το πρόσχημα ότι είχε συμφωνήσει με το νόμιμο εκπρόσωπο της να αμειφθεί με ποσοστό 10% επί του αντικειμένου τους, ενώ, όπως έγινε δεκτό αμετάκλητα με τις ανωτέρω αποφάσεις, τέτοια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων δεν συνήφθη. 4) Από το γεγονός ότι για πρώτη φορά στις 14-12-2001, παρότι του ζητήθηκε επανειλημμένα από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Ζ, εκμεταλλευόμενος την φιλική σχέση τους, εξέδωσε απόδειξη πληρωμής του από την εναγομένη και ειδικότερα την ως υπ' αριθμ. 85/14-12-2001 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του, την οποία εξέδωσε με πρόθεση να στηρίξει τον ισχυρισμό του στην υπό κρίση δίκη που ακολούθησε ότι για τις υποθέσεις της Ρ κλπ είχε συμφωνήσει με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης να αμειφθεί με ποσοστό 10% επί του αντικειμένου τους, συμφωνία που ουδέποτε συνήφθη. 5) Από το γεγονός ότι αν και εισέπραξε για λογαριασμό της εναγομένης, στις 20-9-2001, από το δικηγόρο Δημήτριο Τζαβάρα, πληρεξούσιο της αντιδίκου της εναγομένης Ρ, το ποσό των 15.050.000 δραχμών και ενώ κατά τους ισχυρισμούς του η εναγομένη του όφειλε το ισόποσο σε δραχμές των 114.461,77 ευρώ, παρακράτησε για λογαριασμό του μόνο το ποσό των 1.700.000 δραχμών με την υπ' αριθμ. ...
απόδειξη παροχής υπηρεσιών του. 6) Από το γεγονός της αναφοράς στην πρώτη εκ των υπό κρίση αγωγών πλείστων ενεργειών από τις οποίες είχε ήδη εξοφληθεί πολύ πριν την άσκηση της, με σκοπό να υποστηρίξει ότι η εναγομένη κατά κανόνα δεν κατέβαλλε την αμοιβή του κατά την περαίωση των ενεργειών του. 7) Από το γεγονός ότι για πλείστες όσες ενέργειες του προέβη σε σοβαρή διόγκωση της αμοιβής που δικαιούτο, ενώ από αυτές δεν αφαίρεσε τα ποσά που στη συνέχεια έγινε δεκτό αμετακλήτως ότι είχε εισπράξει από την εναγομένη, πριν την άσκηση των υπό κρίση αγωγών, όπως άλλωστε είχε υποχρέωση ως δικηγόρος από το καθήκον της αληθείας.
Ενόψει των ανωτέρω, η κρίση αυτή δεν μπορεί να ανατραπεί: α) Από το περιεχόμενο της από 7-2-2002 αναφοράς της διαδόχου του Ζ στη θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης Γ προς το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, με την οποία αναφέρει για τον ενάγοντα ότι χωρίς τη σύναψη συμφωνίας "παρακράτησε καταχρηστικά το ποσό των 1.700.000 δραχμών από την υπόθεση είσπραξης καθυστερούμενων ενοικίων της Ρ ενώ είχε ήδη αμειφθεί για όλες τις παραστάσεις και τις προτάσεις που κατέθεσε" και ότι για το λόγο αυτόν προέβη στην ανάκληση της εντολής της καθόσον αφορά τις υποθέσεις:
α) της αγωγής αποζημίωσης της εναγομένης κατά της Ρ και της Α. Ε. ΔΕΛΤΑ Σχολές Βορείου Ελλάδος, β) της αγωγής αποζημίωσης της εναγομένης κατά του Τ και γ) της μήνυσης της εναγομένης -κατά του Κ και ζήτησε την παράδοση των φακέλων τους, αναφέροντας ότι για τις ως άνω μόνο και όχι για όλες τις υποθέσεις της, όπως λανθασμένα υπολαμβάνει ο ενάγων, κατέβαλε σ' αυτόν προς πλήρη εξόφληση του για τις παραστάσεις και τις προτάσεις που έχει συντάξει "από 100.000 έως 200.000 δραχμές τη φορά".
Και β) Από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. πρωτ. ...καταγγελίας του Ζ προς το Σ.Δ.Ο.Ε. με την οποία καταγγέλλει τον ενάγοντα για την είσπραξη αμοιβής ύψους 50.000 δραχμών έως 200.000 δραχμών για ενενήντα-μία (91) δικαστικές του ενέργειες που διεκπεραίωσε για λογαριασμό της εναγομένης, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι η καταγγελία υποβλήθηκε από αυτόν στο Σ.Δ.Ο.Ε.
στις 23-10-2003, ήτοι επτά (7) μήνες μετά την από 21-3-2002 επίδοση από τον ενάγοντα προς την εναγομένη της πρώτης εκ των υπό κρίση αγωγών, έχοντας γνώση του περιεχομένου της. Από το περιεχόμενό της σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των υπό κρίση αγωγών προκύπτει ότι στην καταγγελία αναφέρεται μόνον η υπ' αριθμόν 16 ενέργεια του ενάγοντος για τη σύνταξη της υπ' αριθμ.
εκθ. κατ. 38076/19.10.2000 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της εναγομένης κατά του Τ, για την οποία αυτός δικαιούται αμοιβής ύψους 159.700 δραχμών, για την οποία και κατά την καταγγελία του καταβλήθηκε, όπως αμετακλήτως έγινε δεκτό με την πρώτη των εκκαλουμένων αποφάσεων, το ποσό των 200.000 δραχμών.
Επομένως, οι υπόλοιπες δεκαεπτά (17) εκ των υπολοίπων ενεργειών δεν αναφέρονται στην καταγγελία. Και τούτο διότι, όπως η εναγομένη βάσιμα υποστηρίζει, ανέφερε σ' αυτήν μόνον τις υποθέσεις για τις οποίες δεν υπήρχε αμφισβήτηση ως προς την καταβολή της αμοιβής του ενάγοντος και την ολοσχερή εξόφληση του.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 19800/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (πρώτη εκκαλουμένη) ,ο πρακτικά συνεδρίασής του, η εναγομένη αρνήθηκε την πρώτη αγωγή ως προς το έκτο κονδύλιό της, με το οποίο ο ενάγων ζητούσε να του επιδικαστεί το ποσό των 3.941.940 δραχμών, πλην όμως έγινε αμετακλήτως δεκτό ότι δικαιούτο ως αμοιβή μόνον το ποσό των 300.000 ευρώ.
Περαιτέρω, όπως άλλωστε προκύπτει από τα ανωτέρω, έγινε αμετακλήτως δεκτό με την ως άνω απόφαση, κατά το μέρος που αυτή επικυρώθηκε από την υπ' αριθμ. 215/2005 απόφαση του Εφετείου, Θεσσαλονίκης και δεν αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1463/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι η εναγομένη πρότεινε (επικουρικά) και για το κονδύλιο αυτό, παραδεκτά και νόμιμα με δήλωση της στο ακροατήριο, ένσταση ολοσχερούς εξόφλησης του με καταβολή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αφαιρέθηκε από το ως άνω ποσό των 300.000 δραχμών το ποσό των 200.000 δραχμών και του επιδικάστηκε το υπόλοιπο των 100.000 δραχμών.
Άλλωστε, τον ισχυρισμό του ότι η ένσταση της ενάγουσας περί ολοσχερούς εξοφλήσεως με καταβολή και του έκτου κονδυλίου της πρώτης αγωγής προτάθηκε απαράδεκτα από αυτήν το1- πρώτο ενώπιον του Εφετείου, ο ενάγων τον είχε προβάλει και ενώπιον του Αρείου Πάγου με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης που άσκησε κατά της υπ' αριθμ. 215/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο ισχυρισμός του όμως αυτός απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1460/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση.
Συνεπώς, ο ανωτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος - εφεσίβλητου, που προτείνεται από αυτόν ως υπεράσπιση κατά της σχετικής έφεσης της εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί προσκρούει στο δεδικασμένο που πηγάζει από τις ανωτέρω αποφάσεις. Με βάση τις σκέψεις αυτές πρέπει να γίνει δεκτή στο σύνολο της ως και ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση εξόφλησης των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος από την εναγομένη και να απορριφθούν η υπό κρίση αγωγές ως αβάσιμες στην ουσία τους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την πρώτη από τις εκκαλούμενες αποφάσεις έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και με τη δεύτερη εξ αυτών απέρριψε την ένσταση εξόφλησης των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος με καταβολή από την εναγομένη και: α) με την πρώτη εξ αυτών έκανε εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την πρώτη αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 30.771,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 7.2.2002 μέχρι την εξόφληση και β) με τη δεύτερη εξ αυτών έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η δεύτερη αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 32.281,73 ευρώ, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Με το να δεχτεί το Εφετείο τα ανωτέρω δεν πάσχει η απόφασή του από έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα, ως προς την επάρκεια των περιστατικών που συγκροτούν το πραγματικό της από το άρθρο 416 ΑΚ ενστάσεως εξοφλήσεως που προέβαλε η αναιρεσίβλητη. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 δεύτερος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου, ενιαία κρινόμενοι, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της παραπάνω από 7-2-2002 αναφοράς με το να δεχθεί τα ανωτέρω και να απορρίψει τον ισχυρισμό του ότι αντιφατικά προέβαλε η αναιρεσίβλητη την ένσταση εξοφλήσεως των αξιώσεών του κατ' αυτής των 38.972.751 δραχμών.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, κατά τα προαναφερόμενα, το Εφετείο, στην κρίση του για το ανωτέρω ζήτημα, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την παραπάνω αναφορά, δεν υπέπεσε, δηλαδή, σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού αλλά, συνεκτιμώντας αυτό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, τον οποίο επανάφερε σ' αυτό με τις προτάσεις του, με τον οποίο υποστήριξε ότι είναι απαράδεκτος ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί εξοφλήσεως των αγωγικών αξιώσεών του.
Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος, αφού με βάση τις αναφερόμενες παραπάνω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη ο εν λόγω ισχυρισμός και απορρίφθηκε. Τέλος, το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του, δεν παραβίασε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) (άρθρο 6 παρ.1), που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα να παρίσταται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως και να δικάζεται δίκαια και αμερόληπτα, αφού τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση, ούτε την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, αφού αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου (ΟλΑΠ 6/2009).
Επομένως, ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1280/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ