Legislator Case Law & Legislation
1574/2025 AI generated

Supreme Court allows bank's appeal against labor court, ruling data transfer to collection agency was lawful under privacy law.

Case Number 1574/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the Eurobank's appeal against a labor court decision that had dismissed the employee's challenge to a data transfer. The court found the bank's notification to the employee sufficient because the credit agreement explicitly authorized sharing data with third-party collection agencies. Consequently, the court annulled the lower court's decision and remanded the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court annulled a labor court decision where the bank's notification to the employee was deemed insufficient because the credit contract explicitly authorized data processing and transfer to third-party collection agencies, rendering specific notification to the new recipient unnecessary.

Keywords

AI generated
data protection notification third party collection agency labor court annulment credit contract authorization privacy law compliance bank data transfer employee notification duty

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 11(1) of Law 2472/1997
Article 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1574 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1574/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Τόπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4575/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-4-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 20-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 4575/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (δικάσαντος ως Εφετείου), η οποία απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ.71/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 23-6-2017 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου.

Η αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης άσκησε και παρίσταται στο Δικαστήριο τούτο η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Α.Ε", ως καθολική διάδοχος της εκκαλούσας- εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε", λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας.

Ο Ν.2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο και εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων...

β)...γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική.

δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή.

ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. στ)... ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο. η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".

Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών.

β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας. γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ.1). Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...(παρ.2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ.1).

Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ.3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν.3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ` εντολή του (παρ. 1).

Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας... (παρ.3).

Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ` εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)".

Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1).

Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ.3).

Με το άρθρο 12 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ότι: "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.

Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε`, εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ.2).

Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.

Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.....". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού, αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α' Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α' Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν.2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης.

Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν.2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.

Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.

Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στη με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.

ια` του ν. 2472/1997, και γι` αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.

Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ` αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.

Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ.1 περ.γ` του ν.2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.

Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α` του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ` του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β` του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.

Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 108/2025, ΑΠ 1184/2024, ΑΠ 693/2023, Α.Π.958/2022)

Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του.

Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί.

Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 108/2025, ΑΠ 1184/2024, ΑΠ 790/2024, ΑΠ 693/2023, ΑΠ 958/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ., εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2//2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. (ΟλΑΠ 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του (ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1871/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή ( άρθρ 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει σύμβασης χορήγησης πίστωσης που καταρτίστηκε στις 21-02-2001 μεταξύ του ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητου και της εναγόμενης και ήδη, εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε" και διακριτικό τίτλο "ΕURΟΒΑΝΚ ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα, του χορηγήθηκε από την τελευταία η με αριθμό ...

πιστωτική κάρτα, με τους όρους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα των όρων της σύμβασης της προαναφερόμενης πιστωτικής κάρτας και το οποίο παράρτημα επισυνάπτεται στην σύμβαση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής. Κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως, η εναγομένη τράπεζα συνέλεξε από τον ίδιο τον ενάγοντα τα αναγκαία προς τούτο απλά προσωπικά δεδομένα αυτού, όπως επώνυμο, όνομα, όνομα πατρός, ημερομηνία γέννησης, αριθμό ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) του, το επάγγελμα του, το ετήσιο εισόδημα του, οφειλές του σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα καθώς και τους αριθμούς τόσο του σταθερού όσο και του κινητού του τηλεφώνου, επάγγελμα (βλ.

την από 14-8-2006 αίτηση για χορήγηση πιστωτικής κάρτας). Η σύμβαση εξελίχθηκε ομαλά από το έτος κατάρτισης της το 2001 και ο ενάγων- εκκαλών κατάβαλε εμπρόθεσμα και προσηκόντως τις μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής της πίστωσης. Το έτος 2012, όμως, (ενν. ενόψει)της ήδη, άνευ προηγουμένου οικονομικής κρίσης, που έπληξε την χώρα τις αρχές του 2009 και συνέχισε επιδεινούμενη με αποτέλεσμα την αδρανοποίηση της αγοράς, την έλλειψη ρευστότητας και την δραματική απομείωση του οικονομικού δυναμικού της πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών, γεγονότα τα οποία είναι γνωστά τοις πάσι, ο ενάγων άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δόσεων του ως άνω δανείου και κατέστη υπερήμερος.

Λόγω της υπερημερίας του, η εναγομένη- εφεσίβλητη τράπεζα διαβίβασε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εος Μάτριξ" τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα του ενάγοντα, με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής του, χωρίς προηγουμένως να τον έχει ενημερώσει ειδικά και συγκεκριμένα σχετικά με την ταυτότητα της προαναφερόμενης εταιρείας, την επωνυμία της, την έδρα της, την διεύθυνση και το τηλέφωνο της και τους τρόπους με τους οποίους θα προέβαινε στην επεξεργασία και χρήση των δεδομένων αυτών.

Η τελευταία προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σ'αυτήν από την εναγομένη προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, καλώντας αυτόν τηλεφωνικά στο αριθμό τηλεφώνου της οικίας του ενάγοντος και στον αριθμό του φορητού τηλεφώνου του, (συγκεκριμένα, α) στις 6-04-2017 και ώρα 16.20 από τον υπάλληλο της προαναφερόμενης εταιρείας, β) στις 21-06-2017 και ώρα 11.00 από υπάλληλο της εταιρείας καθώς και σε άλλες χρονικές στιγμές, κατά τις οποίες ο ενάγων- εφεσίβλητος βρισκόταν με τρίτα πρόσωπα, ή στην εργασία του και δεν σημείωσε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Οι προστηθέντες από την προαναφερόμενη εταιρεία (Εος Μάτριξ) υπάλληλοι με τηλεφωνικές και συνεχείς οχλήσεις προς τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, αφού γνωστοποιούσαν σε αυτόν το ληξιπρόθεσμο ποσό της οφειλής του, τον καλούσαν πιεστικά να προβεί σε διακανονισμό προκειμένου να αποφύγει τις δυσμενείς συνέπειες της καταγγελίας της σύμβασης και της συνεπεία αυτής έκδοσης διαταγής πληρωμής.

Οι πρακτικές αυτές, (οι οποίες μάλιστα, πραγματοποιούνταν μεσούσης της δραματικής οικονομικής κρίσης, που όπως προαναφέρθηκε, ανέτρεψε τα έως τότε δεδομένα της οικονομικής ζωής της πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών που διέθεταν μικρομεσαία εισοδήματα, όπως ο ενάγων και νυν εφεσίβλητος οδηγώντας τους σε οικονομικό αδιέξοδο) προκάλεσαν στον ενάγοντα ψυχική αναστάτωση, θλίψη και αγανάκτηση.

Η εναγομένη - εκκαλούσα ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμό τον οποίο επαναφέρει στην παρούσα δίκη ότι ο ενάγων με την υπογραφή της από 21-02-2002 αίτησης του για την έκδοση της άνω πιστωτικής κάρτας (ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ EUROLINE και κωδικό αναγνώρισης 6031002 με την συμπλήρωση αυτής με τα προσωπικά του δεδομένα συναίνεσε στη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων, παραπέμποντας στους αναφερόμενους, στην ενότητα υπό τον τίτλο "Γενικοί Όροι Τραπεζικών Συναλλαγών" σχετικούς όρους της εν λόγω συμβάσεως για απόκτηση της προαναφερόμενης κάρτας οι οποίοι αναφέρουν: "Η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία (εφεξής Τράπεζα) ενημερώνει το φυσικό πρόσωπο (εφεξής υποκείμενο) στο οποίο τα εκάστοτε προσωπικά δεδομένα αφορούν ότι η ίδια ή/και τρίτοι κατ' εντολή και για λογαριασμό της:

α) επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα του Υποκειμένου, για το σκοπό εξυπηρέτησης υποστήριξης και παρακολούθησης των συναλλαγών και σχέσεων της Τράπεζας εκτέλεσης της μεταξύ τους σύμβασης, προάσπισης των συμφερόντων της Τράπεζας, εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της, καθώς και πρόληψης, αποτροπής που περιλαμβάνονται στην παρούσα καθώς και άλλα προσωπικά δεδομένα που η Τράπεζα έχει συλλέξει με την συνδρομή τους ή θα δημιουργηθούν μετά την έγκριση και χορήγηση της αιτούμενης πίστωσης θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την Τράπεζα ή από τρίτους που εκτελούν την επεξεργασία (ενν.

με) εντολή της Τράπεζας και για λογαριασμό της ως εξής: Σκοπός Επεξεργασίας: α) Έγκριση(ς) χορήγησης της αιτούμενης πίστωσης, β) εξυπηρέτηση, υποστήριξη και παρακολούθηση των συμβατικών σχέσεων που δημιουργούνται με την χορήγηση της πίστωσης, γ) των συμφερόντων της Τράπεζας και εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων της, δ) προώθηση πωλήσεων ή/ και υπηρεσιών.

Επίσης στην αίτηση για έκδοση Εuroline με τον αριθμό 6031002, στην οποία ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος καταχώρισε τα προσωπικά του στοιχεία, αναγράφεται ότι η Eurobank έχει δικαίωμα των Προσωπικών Δεδομένων, όπως ενδεικτικά, των στοιχείων ταυτότητας, επαγγελματικών και οικονομικών πληροφοριών, με σκοπό την υποστήριξη, προώθηση και εκτέλεση της συναλλακτικής σχέσης μας..." και είναι εξουσιοδοτημένη να διαβιβάζει τα Προσωπικά Δεδομένα σε συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις που βρίσκονται σε χώρες εντός, ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και σε εταιρείες προς τις οποίες έχει αναθέσει μερικά, ή ολικά την επεξεργασία των Προσωπικών Δεδομένων, εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους λειτουργικής και μηχανογραφικής εξυπηρέτησης της συναλλακτικής μας σχέσης, (ιιι) Τα προσωπικά δεδομένα επιτρέπεται να ανακοινώνονται προς τρίτους....με σκοπό την προστασία των συναλλαγών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων καθώς και την διαφημιστική προβολή των χρηματοοικονομικών προϊόντων της Eurobank ή συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων, την έρευνα αγοράς , ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα.

Ακόμα, στην υποενότητα (IV) αναγράφεται έχω ενημερωθεί για το δικαίωμα πρόσβασής μου στα Προσωπικά Δεδομένα το οποίο θα ασκείται οποτεδήποτε σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται από το νόμο. Επίσης, στον όρο 10 της επίδικης σύμβασης με τίτλο "επεξεργασία Προσωπικών Δεδομένων" αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι "Αναφορικά με την επεξεργασία και χρήση των Προσωπικών Δεδομένων ο κάτοχος συμφωνεί και αποδέχεται ότι...α) Η Τράπεζα και η "Εurobαnk Cards AE" θα διατηρούν σε αρχείο και θα επεξεργάζονται τα Προσωπικά Δεδομένα με σκοπό την υποστήριξη, προώθηση και εκτέλεση της συναλλακτικής σχέσης με τον κάτοχο Ο κάτοχος εξουσιοδοτεί την Τράπεζα και την Εurobank Cards Α.Ε.

να διαβιβάζουν τα προσωπικά δεδομένα στις συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις που βρίσκονται εντός, ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον αυτό επιβάλλεται από λόγους λειτουργικής και μηχανογραφικής εξυπηρέτησης της συναλλαγής για στατιστικούς, ή ιστορικούς λόγους, γ) Τα Προσωπικά Δεδομένα επιτρέπεται να ανακοινώνονται προς τρίτους, όπως ενδεικτικά τα Διατραπεζικά Συστήματα Συναλλαγών, ή Αρχεία Πληροφοριών με σκοπό την εκτέλεση συναλλαγών μέσω διατραπεζικών συστημάτων, την προστασία των συναλλαγών και της τραπεζικής πίστης καθώς και τη διαφημιστική προβολή των χρηματοοικονομικών προϊόντων της Τράπεζας, η συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων την έρευνα αγοράς, ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα...".

Η εναγομένη-εφεσίβλητη, ισχυρίζεται ακόμα ότι στον όρο 13 της επίδικης σύμβασης αναφέρεται ότι αποδέκτες των δεδομένων είναι: "., Η Τράπεζα, ή και οποιοσδήποτε άλλος συνεργαζόμενος με την Τράπεζα φορέας, που τυχόν αναλάβει την επεξεργασία των στοιχείων με σκοπό την χορήγηση της πίστωσης σε ηλεκτρονικό, ή μη αρχείο δεδομένων ή την υποστήριξη της λειτουργίας της σύμβασης .." καθώς και "..τρίτοι όπως εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων, δικηγόροι κ.λ,π.

με σκοπό την εξώδικη ή δικαστική είσπραξη των από την παρούσα των απαιτήσεων της Τράπεζας, ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα.." Οι προαναφερόμενοι όροι της αρχικά καταρτισθείσας σύμβασης αποτελούν Γενικούς Όρους Συναλλαγών. Είναι όμως αόριστοι και γενικόλογοι, και παρέχουν εκ των προτέρων στην Τράπεζα το δικαίωμα να επεξεργάζεται οποιαδήποτε δεδομένα έχει συλλέξει για τον εκάστοτε πελάτη και όποια τυχόν συλλέξει στο μέλλον χωρίς να προσδιορίζεται ποιά είναι αυτά τα δεδομένα, πως γίνει η συλλογή τους στο μέλλον και ποια ακριβώς είναι η επεξεργασία στην οποία θα υποβληθούν και για ποιό σκοπό.

Η αναφορά σε λόγους "ιστορικούς, στατιστικούς" ή λόγους, όπως η "προάσπιση των συμφερόντων της Τράπεζας αποτελούν όρους τόσο γενικόλογους που επιτρέπουν στην Τράπεζα δυσανάλογή σε σχέση με τον πελάτη-καταναλωτή διακριτική ευχέρεια να εκμεταλλεύεται τα προσωπικά δεδομένα κατά το δοκούν. Η παραπάνω περιπτωσιολογία δεν αποτελεί πρόσφορο, σαφή και συγκεκριμένο τρόπο ενημέρωσης του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων των υποκειμένων για τον σκοπό της επεξεργασίας και τους αποδέκτες των δεδομένων του.

Η εκ των προτέρων, επομένως, γενικευμένη συναίνεση του πελάτη χωρίς τους προαναφερόμενους προσδιορισμούς διαταράσσουν την ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών και τους καθιστούν καταχρηστικούς. Όμοια, ο όρος που γενικόλογα συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της επίδικης σύμβασης "..ανάθεση επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων σε τρίτους, όπως εταιρείες είσπραξης κ.α με σκοπό την εξώδικη, ή δικαστική είσπραξη των απαιτήσεων της Τράπεζας, ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα.." είναι επίσης αόριστος και αποδίδει στην συμβαλλόμενη Τράπεζα πλήρη ευχέρεια να χρησιμοποιεί για οποιονδήποτε, στην ουσία σκοπό κρίνει αυτή χρήσιμο να αναθέτει σε τρίτους, άγνωστους στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, την επεξεργασία αυτών προκειμένου να εκπληρωθεί η ικανοποίηση της Τράπεζας με σκοπό την εξώδικη, ή δικαστική είσπραξη της απαίτησης.

Η λεκτική διατύπωση στην ουσία επιτρέπει στην Τράπεζα να αναθέτει σε οποιοδήποτε τρίτο χωρίς την ενημέρωση του πελάτη καταναλωτή την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, η δε επεξεργασία μπορεί να είναι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διατύπωση οποιαδήποτε κρίνει η Τράπεζα, ή τρίτοι αποτελεσματική προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της Τράπεζας και να ικανοποιηθεί η απαίτησή της, δικαστικά, ή εξώδικα.

Οι προαναφερόμενοι όροι είναι τόσο αόριστοι και παρέχουν στην Τράπεζα τέτοια ευχέρεια "δράσης" ώστε προκύπτει σημαντική διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.

Περαιτέρω η "συγκατάθεση" υπό την έννοια του Ν. 2472/1997 ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν, οι δε, τυποποιημένοι σχετικά όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης, αλλά προσχώρησης του καταναλωτή, ώστε το εκάστοτε αίτημά του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκούν προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια.

Για να επέλθει η επίγνωση του υποκειμένου των δεδομένων σχετικά με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων ώστε αυτή να είναι συγκεκριμένη και ρητή, απαιτείται πληροφόρηση του είδους της επεξεργασίας, πλήρης, ορισμένη και σαφής ταυτοποίηση των τρίτων που πιθανά εκτελούν την επεξεργασία, το σύνολο και η φύση των δεδομένων που συλλέγονται, ο τρόπος με τον οποίο εκτελείται την επεξεργασία και ο συγκεκριμένος σκοπός αυτής, ενώ η λήψη της συγκατάθεσης του καταναλωτή πρέπει να γίνεται σε βραχύ χρονικό διάστημα προ της επεξεργασίας που θα πραγματοποιηθεί, εφόσον οι συνθήκες του κάθε καταναλωτή - υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, μπορεί να έχουν μεταβληθεί σημαντικά από την κατάρτιση της σύμβασης.

Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος (όπως στην προκειμένη περίπτωση, που η επίδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε το 2002, ενώ οι επίδικες πράξεις από τον αποδέκτη επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων έλαβε χώρα το 2017 δεκαπέντε έτη αργότερα) και οι μεταβολές που μπορεί να έχουν συντελεσθεί αφενός στην προσωπική και οικονομική κατάσταση του καταναλωτή - υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, αλλά και στις γενικές οικονομικές συνθήκες ενδέχεται να είναι τόσο σημαντικές, ώστε προκειμένου να πληρωθεί η προϋπόθεση που θέτει ο νόμος για επίγνωση των συνεπειών της επεξεργασίας από το υποκείμενο προσωπικών δεδομένων, απαιτείται να πραγματοποιείται ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων σχετικά με την επικείμενη επεξεργασία και του ακριβούς τρόπου αυτής σε βραχύ εύλογο χρονικό διάστημα πριν την επίδικη επεξεργασία.

Στην υπό κρίση υπόθεση, στο χρονικό διάστημα, από την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, το έτος 2002, έως την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντα - εφεσίβλητου που συνέβη του 2017 προέκυψε η άνευ προηγουμένου οικονομική κρίση η οποία ταλανίζει την χώρα μας, και η λήψη συγκατάθεσης επεξεργασίας δεδομένων των πελατών από τα πιστωτικά ιδρύματα όταν η οικονομική ευμάρεια ήταν δεδομένη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει τις συνθήκες οι οποίες δραστικά έχουν μεταβάλλει την οικονομική κατάσταση στην χώρα και τις προσωπικές και οικονομικές συνθήκες της πλειοψηφίας των πολιτών της.

Από τα ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε από την εν λόγω εναγόμενη-εκκαλούσα, που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης (ως υπεύθυνη επεξεργασίας, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της μείζονας πρότασης) ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες, ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρον 11 παρ. 1 α, β, γ Ν. 2472/1997), Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται η εξαίρεση που προβλέπεται από το άρθρο του Ν. 2472/1997 για την προστασία των δεδομένων, δηλαδή της ύπαρξης υπέρτερου συμφέροντος, ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος της εναγομένης - εκκαλούσας για την πραγμάτωση του οποίου δεν απαιτείται η συγκατάθεση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, ένσταση την οποία προέβαλε η εναγομένη-εκκαλούσα θεμελιώνοντάς την και στην διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, γεγονός που δεν επηρεάζει τον ισχυρισμό της εφόσον η αναφορά των διατάξεων του νόμου δεν επηρεάζει τους ισχυρισμούς των διαδίκων, διότι η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών αποτελεί το κατεξοχήν δικαιοδοτικό έργο του Δικαστή (jura novit curia) στις οποίες θεμελιώνεται το δικαίωμα που επιδιώκουν να πραγματώσουν με την αγωγή, ή τις εντάσεις τους, και παρά το γεγονός ότι η εκκαλουμένη απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη, εσφαλμένα, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως ουσία αβάσιμη, το παρόν δικαστήριο δέχεται την σχετική ένσταση ως νόμιμη και απορρίπτει αυτή ως ουσία αβάσιμη, μεταβάλλοντας την σχετική αιτιολογία της εκκαλουμένης.

Εξάλλου, η ύπαρξη υπαιτιότητας της εναγομένης τεκμαίρεται και ως εκ τούτου, καίτοι η εναγομένη είχε το βάρος της απόδειξης ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος πραγματικά γεγονότα, δεν κατόρθωσε να αποδείξει το αντίθετο". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ` αυτόν το ποσό των 5.869,4 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Έτσι που έκρινε, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεχόμενο δηλαδή ότι η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου από ην αναιρεσείουσα έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση του αναιρεσίβλητου, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 παρ.1, 3 του ν.2472/1997, με εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με βάση τα περιστατικά αυτά συγκροτείται το πραγματικό της εν λόγω διάταξης και συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, δεδομένου ότι η γενόμενη, κατά τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου, με σχετικούς όρους της δανειακής σύμβασης και του εντύπου που φέρει τον τίτλο "ΓΕΝΙΚΟΙ ΌΡΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ", αλλά και της σχετικής αίτησης που υπέβαλε ο τελευταίος για την έκδοση της επίμαχης πιστωτικής κάρτας, ενημέρωση του αναιρεσίβλητου, πληρούσε την οφειλόμενη από την αναιρεσείουσα, υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων, υποχρέωση ενημέρωσης του αναιρεσίβλητου, κατά τρόπο πρόσφορο και σαφή για τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και τον σκοπό επεξεργασίας αυτών, ο δε αναιρεσίβλητος συνήνεσε εγγράφως στη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων, και συνεπώς η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο ειδικά για τη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία θα διαβιβάζονταν τα προσωπικά του δεδομένα και η οποία θα τον καλούσε, όπως και συνέβη, προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του.

Και τούτο, διότι, ειδικότερα, κατά τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην προαναφερόμενη αίτηση για την έκδοση πιστωτικής κάρτας, στη δανειακή σύμβαση και το έντυπο που φέρει τον τίτλο ''ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ'', συνομολογείται ρητά ότι τα προσωπικά στοιχεία του αναιρεσίβλητου θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια ή τρίτους που εκτελούν κατ' εντολή της με σκοπό ανάμεσα σε άλλα την προάσπιση των συμφερόντων της και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου, στην κατηγορία δε των πιο πάνω ''τρίτων'' υπάγεται και η ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, όπως επίσης συνολογείται ρητά ότι αποδέκτες των δεδομένων είναι: "Η Τράπεζα, ή και οποιοσδήποτε άλλος συνεργαζόμενος με την Τράπεζα φορέας, που τυχόν αναλάβει την επεξεργασία των στοιχείων με σκοπό την χορήγηση της πίστωσης ....

Καθώς και τρίτοι, όπως εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων, δικηγόροι κ.λ,π. με σκοπό την εξώδικη ή δικαστική είσπραξη των από την παρούσα των απαιτήσεων της Τράπεζας, ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα". Συνακόλουθα των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Επομένως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέβαλε για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω των ιδιαίτερων ερμηνευτικών δυσχερειών, οι οποίες υπήρξαν ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ενόψει του ότι η αναιρούμενη απόφαση προηγήθηκε της έκδοσης της υπ' αρ. 3/2020 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που επέλυσε το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της έννοιας του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 (άρθρο 179 και 183 ΚΠολΔ)(ΑΠ 1184/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ.4575/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.

Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ