Supreme Court dismisses appeal on damages for grief, ruling the lower court's discretion was within legal limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a cement company and a deceased man against a lower court's award of damages for grief. The plaintiffs argued the awarded amounts exceeded legal limits, but the court found the lower court properly applied its discretion based on the victim's age and family bonds. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the respondents' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 932 of the Civil Code; The Supreme Court reviews lower court discretion on damages for grief only for excessive amounts violating the principle of proportionality, not for arbitrary decisions within established judicial practice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1574 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1574/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΣΙΜΕΝΤΟΔΟΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΤΣΙΜΕΝΤΟΔΟΜΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2.Π. Ρ. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Αργυριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Α. του Ε., 2.Σ. Α. του Β., κατοίκων ..., 3.Μ. Α. του Α., κατοίκου ..., και 4.Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελευθερία Βιστάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 830/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 520/1995). Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).
Κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ` εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, εκ των οποίων οι δύο πρώτες αφορούν τον προσδιορισμό του είδους και του ύψους της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ζημίας του (αμέσως) ζημιωθέντος και η τελευταία ορίζει τις μορφές του πταίσματος (υπαιτιότητας), συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα, δόλο ή αμέλεια, του ζημιώσαντος (ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων κατ' άρθρο 922 του ΑΚ), η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (σε περίπτωση θανάτου) και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου.
Ειδικότερα η παράβαση από τον εργοδότη γενικών ή ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων ή και μόνης της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας αυτού για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας, κατά τα άρθρα 662 και 288 του ΑΚ, η οποία είχε ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά αδικοπραξία, εφ' όσον η παράβαση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα (πταίσμα) του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (ΑΠ 1235/2003).
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα (πταίσμα) με τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να καθιστά συγχρόνως και παράνομη αυτή ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, όπως συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 709/2017, 683/2013, 1796/2012).
Εξ άλλου η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 εδ.
β' ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1564/2017, 683/2013, 468/2003). Η κρίση από το δικαστήριο της ουσίας περί της συνδρομής ή μη του στοιχείου της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ειδικότερα κρίνει εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη πράγματι αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1787/2014, 81/2013, 1765/2011).
Τέλος από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 16 του ν. 551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το Β. Δ/μα της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α' του ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης αυτών, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ψυχικής της οδύνης η οικογένειά του θανόντος σε εργατικό ατύχημα, που επήλθε κατά την παροχή της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανόντος ή των προστηθέντων απ' αυτόν προσώπων (άρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης συνεπεία της οποίας επήλθε αιτιωδώς η ζημία (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 81/2013), δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 367/2020).
Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφάλειας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 του ΑΚ (ΑΠ 1389/1918, 218/2018, 80/2016).
Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του ν. 1568/1985 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων", που εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού εξαιρέσεων, περί των οποίων δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση, και του π.δ. 396/1994.
Ειδικότερα, στο νόμο 1568/1985 ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι o εργοδότης υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο, που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, καθώς επίσης και να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (άρθρο 32 στοιχ. Α' αρ. 1 και 3 του άνω νόμου), ενώ σύμφωνα με το π.δ. 396/1994 (ΦΕΚ Α' 220/19.12.1994), με το οποίο ενσωματώθηκαν στην εσωτερική τάξη οι ρυθμίσεις της Οδηγίας 89/656/ΕΟΚ, ο εργοδότης, στο πλαίσιο λήψης των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, είναι υποχρεωμένος να εφοδιάσει τον εργαζόμενο με τον προβλεπόμενο από το νόμο αναγκαίο εξοπλισμό ατομικής προστασίας (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του π.δ. 396/1994), στον οποίο (εξοπλισμό), κατά το άρθρο 10 αυτού, με τον τίτλο "προσάρτηση παραρτημάτων" που αφορά τον ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο διαφόρων εξοπλισμών ατομικής προστασίας, περιλαμβάνονται το προστατευτικό κράνος και η ζώνη πρόσδεσης.
Περαιτέρω, στο άρθρο 7 παρ. 5 του π.δ. 17/1996 "περί μέτρων για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων" (ΦΕΚ Α' 11/18.1.1996), το οποίο εκδόθηκε σε εναρμόνιση με τις Οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ, ορίζεται ότι "στα πλαίσια των ευθυνών του, o εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων".
Ακόμη, στο άρθρο 10 παρ. 10.5.4 του παραρτήματος Ι του π.δ. 16/1996 "ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας σε χώρους εργασίας σε συμμόρφωση με την Οδηγία 89/654/ΕΟΚ", ορίζεται ότι "Η πρόσβαση σε στέγες κατασκευασμένες από υλικά ανεπαρκούς αντοχής καθώς και σε στέγες που δεν έχουν σχεδιασθεί και κατασκευαστεί για να είναι βατές (π.χ.
κεκλιμένες στέγες κλπ) επιτρέπεται μόνον εφόσον υφίστανται εγκαταστάσεις ή παρέχεται εξοπλισμός που προστατεύουν τους εργαζομένους από τον κίνδυνο πτώσης". Και στο άρθρο 14 παρ. 1... του ίδιου παραρτήματος ορίζεται ότι "Θέσεις εργασίας, διάδρομοι, εξέδρες, πλατύσκαλα, πεζογέφυρες, κεκλιμένα επίπεδα και κάθε άλλο δάπεδο που έχουν πρόσβαση οι εργαζόμενοι και που βρίσκεται σε ύψος μεγαλύτερο του 0,75 μέτρα πρέπει να έχει σε κάθε ελεύθερη πλευρά προστατευτικό έναντι πτώσης προπέτασμα.
Το προστατευτικό προπέτασμα πρέπει να έχει ύψος τουλάχιστον 1,00 μέτρο από το δάπεδο, να είναι συμπαγές στηθαίο ή κιγκλίδωμα με χειρολισθήρα (κουπαστή), θωράκιο (σοβατεπί) ύψους τουλάχιστον 0,15 μέτρα και ράβδο μεσοδιαστήματος ή αντί αυτής πλέγμα ή άλλη κατάλληλη κατασκευή, που να μην επιτρέπει την διαμέσου χειρολισθήρα και θωρακίου πτώση εργαζομένου".
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη 51/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, τα ακόλουθα: Ότι ο οικείος των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) Α. Α. του Α. προσλήφθηκε την ....1999 από την πρώτη εναγομένη (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσείων), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου στο εργοστάσιό της, παραγωγής τσιμεντοπροϊόντων, που βρίσκεται στα Κρεμαστά Ανώπολης Νομού Ηρακλείου, ήταν δε υπεύθυνος του προγράμματος παραγωγής του εργοστασίου, της τήρησης εγγράφων του συστήματος ποιότητας και ενίοτε της έκδοσης παραστατικών και χειριστής μηχανών παραγωγής του εργοστασίου, έχοντας αρμοδιότητες βοηθητικές του υπεύθυνου του εργοστασίου.
Ότι όπως και οι εναγόμενοι αποδέχονται, επρόκειτο για υπάλληλο που, λόγω της πολυετούς και ευδόκιμης παροχής των υπηρεσιών του στην πρώτη εναγόμενη, ετύγχανε της απόλυτης εμπιστοσύνης του δεύτερου εναγομένου (αναιρεσείοντος), και συνδετικός κρίκος και δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ αυτού και των υπόλοιπων εργαζόμενων της πρώτης εναγόμενης.
Ότι τις εργασίες που έπρεπε καθημερινά να διεκπεραιωθούν ανέθετε στους υπόλοιπους εργαζομένους ο Α. Α., κατόπιν βέβαια συνεννόησης με τον προϊστάμενο του, δεύτερο αναιρεσείοντα. Ότι για το λόγο αυτό στους εργαζομένους στο εργοστάσιο παραγωγής της πρώτης εναγόμενης o Α. Α. έδινε την εντύπωση του "προϊσταμένου", αν και ουδέποτε απέκτησε διευθυντικά καθήκοντα, διότι βρισκόταν πάντα υπό τις εντολές και τον έλεγχο του δεύτερου εναγόμενου και αναφερόταν σε αυτόν, χωρίς να αποδεικνύεται ότι μπορούσε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες εν άγνοια του τελευταίου.
Σχετικά δε με το ατύχημα που συνέβη στον Α. Α., την 27.8.2012, στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε επί λέξει τα εξής: Το κεντρικό κτήριο που στεγάζεται το εργοστάσιο της πρώτης εναγόμενης είναι μεταλλικής κατασκευής και στην στέγη του, η οποία είναι κεκλιμένη και απέχει περί τα 7,5 μέτρα από το έδαφος, υπάρχουν πολυκαρβονικά φύλλα φωτισμού, διαστάσεων 1 μ.
Χ 4μ. Νότια του κτηρίου αυτού και εφαπτόμενο σε αυτό βρίσκεται το κτήριο της κεντρικής αποθήκης, η στέγη του οποίου είναι ανάλογης κατασκευής. Στις οροφές των δυο κτηρίων η πρώτη εναγόμενη έχει εγκαταστήσει φωτοβολταϊκό πάρκο για την παραγωγή και πώληση στη ΔΕΗ ηλεκτρικής ενέργειας για ισχύ 79,81 Kwp, για τη σύνδεση του οποίου με την ΔΕΔΔΗΕ υπέβαλε την από 12/12/2008 αίτηση.
Την 5/8/2010 υπογράφηκε η σχετική σύμβαση σύνδεσης, την 12/11/2010 υπογράφηκε το συμβόλαιο πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας και την 21/12/2010 έγινε η σύνδεση του φωτοβολταϊκού πάρκου, ενώ η έκδοση των λογαριασμών πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας άρχισε από την 1/1/2011. Όπως σαφώς εμφαίνεται στις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες απεικονίσεις της στέγης του εργοστασίου της πρώτης εναγόμενης και επιβεβαιώνεται από την από .../2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ηλεκτρολόγου Μηχανικού Κ.
Π., που οι εναγόμενοι προσκομίζουν και επικαλούνται, το φωτοβολταϊκό πάρκο διαθέτει συνολικά δέκα σειρές ηλιακών συλλεκτών, κατανεμημένες στις στέγες των δυο κτηρίων, σε κάθε μια των οποίων έχουν εγκατασταθεί πέντε παράλληλες σειρές, οι δε ηλιακοί συλλέκτες είναι συνολικά 348 (υπ' αριθμ. ....2010 τιμολόγιο αγοράς των συλλεκτών της εταιρίας "Environ Εμπορική Α.Ε.").
Μετά από την εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών τοποθετήθηκαν ξύλινοι διάδρομοι κυκλοφορίας, πλάτους περίπου 40 εκ., οι οποίοι είναι κεκλιμένοι λόγω της κλίσης της στέγης, για να διευκολύνεται η επισκεψιμότητα στους ηλιακούς συλλέκτες και εγκαταστάθηκε σύστημα παροχής νερού, ώστε να εκτελείται ο απαραίτητος περιοδικός καθαρισμός τους, τουλάχιστον δυο φορές ετησίως.
Την 27/8/2012 και περί ώρα 08:30 0 δεύτερος εναγόμενος έδωσε εντολή στον εργαζόμενο στην επιχείρηση Χ. Κ. του Ι. να μεταβεί στη στέγη του εργοστασίου για να προβεί στον καθαρισμό των ηλιακών συλλεκτών. Σημειώνεται ότι οι διάδικοι δεν διευκρινίζουν αν η εντολή δόθηκε για τον καθαρισμό όλων των κατόπτρων και στις δυο στέγες ή μόνο αυτών που βρίσκονται στη στέγη του κεντρικού κτηρίου.
Κατά τους κανόνες της λογικής όμως η εργασία αυτή, που ήταν αναγκαία για τη μέγιστη απόδοση του φωτοβολταϊκού πάρκου, αφορούσε το πλύσιμο όλων των συλλεκτών και όχι μόνο των 161 συλλεκτών που είχαν εγκατασταθεί στη στέγη του εργοστασίου. Παράλληλα έδωσε εντολή και στον Α. Α. να δώσει στον Χ. Κ. σκούπες και να τον συνοδεύσει στη στέγη, ώστε αφενός μεν να επιβλέπει την εργασία του, διότι ο τελευταίος ασχολείτο πρώτη φορά με τον καθαρισμό των φωτοβωλταϊκών και αφετέρου να παράσχει τη συνδρομή του όπου αυτή χρειαζόταν.
Πράγματι οι δυο άνδρες μετέβησαν στη στέγη και ξεκίνησαν την εργασία αυτή. Ο καθαρισμός αυτός γίνεται με τη ρίψη νερού σε κάθε ένα συλλέκτη με τη χρήση πράσινου λάστιχου ποτίσματος, η μια άκρη του οποίου συνδέεται στην παροχή του νερού, που υπάρχει στην αρχή κάθε μιας σειράς συλλεκτών και η άλλη άκρη του στο ειδικά διαμορφωμένο κοντάρι, το οποίο είναι κούφιο, όπου προσαρμόζεται ειδική για το σκοπό αυτό μαλακή βούρτσα, ώστε το νερό να διέρχεται μέσα από το κοντάρι και να εκχύεται από τη βούρτσα.
Με τον τρόπο αυτό γίνεται η ρίψη του νερού στους συλλέκτες και ταυτόχρονα η απομάκρυνση της σκόνης, του χώματος, των περιττωμάτων των πτηνών και λοιπών ρύπων, που επικάθονται στους συλλέκτες, δια της τριβής τους με τη μαλακή βούρτσα. Την εργασία αυτή εκτελούσε ο ένας από τους δυο, ενώ ο δεύτερος με τη χρήση καθαριστή τζαμιών απομάκρυνε τα ύδατα από τους συλλέκτες, ώστε να μην αφήνονται στίγματα κατά την εξάτμισή τους.
Περί την ώρα 09:00 ο Χ. Κ. ειδοποιήθηκε ότι πρέπει να κατέλθει στο χώρο του εργοστασίου προκειμένου να εκτελέσει περιορισμένης διάρκειας εργασία. Πράγματι αυτός αποχώρησε από τη στέγη, με την προοπτική όμως της επιστροφής του, όπου παρέμεινε μόνος του ο Α. Α. συνεχίζοντας την εργασία καθαρισμού. Σε κάποια στιγμή, μετά από την πάροδο ελάχιστων λεπτών, για λόγο που δεν αποδεικνύεται πλήρως, ο Α.
Α. απώλεσε την ισορροπία του και επέπεσε στο πολυκαρβονικό φύλλο που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στον κεκλιμένο ξύλινο διάδρομο κυκλοφορίας (από την άλλη πλευρά του διαδρόμου βρίσκονται τα φωτοβολταϊκά), στον οποίο την ώρα εκείνη βρισκόταν, με αποτέλεσμα λόγω της απότομης πτώσης του σε αυτό και της τοπικής σημειακής φόρτισής του από το βάρος του, το φύλλο να θραύσει και ο Α.
διερχόμενος μέσα από αυτό να επιπέσει από τη στέγη στο έδαφος, ανάμεσα στον ηλεκτρονικό πίνακα της μηχανής λειάνσεως πλακιδίων και του μηχανήματος λειάνσεως, χτυπώντας πρώτα σε αυτό, κρατώντας στο χέρι του το λάστιχο ποτίσματος, του οποίου τη μια άκρη συμπαρέσυρε πέφτοντας, ενώ η άλλη άκρη του παρέμεινε συνδεδεμένη στη σκούπα καθαρισμού.
Από την πτώση του ο Α. Α. υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες επήλθε ως μόνης γενεσιουργού αιτίας ο θάνατός του. Η επέλευση του ως άνω αποτελέσματος οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου, ως νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης, εργοδότριας του θανόντα, ο οποίος, αν και είχε, με την ως άνω ιδιότητά του, τη νομική υποχρέωση, δεν έλαβε από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ώστε να προβλέψει το πιο πάνω αξιόποινο αποτέλεσμα, τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή χρησιμοποίηση του ως άνω ξύλινου διαδρόμου, όχι μόνο για την πλύση των φωτοβολταϊκών, αλλά και για οποιαδήποτε άλλη εργασία συντήρησης ή επισκευής αυτών.
Ειδικότερα η υπαιτιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης συνίσταται στο ότι, ενώ γνώριζε, υπό την ως άνω ιδιότητά του, ότι η στέγη του κτιρίου του εργοστασίου της πρώτης εναγόμενης αποτελείται από μεταλλικά πάνελ πολυουρεθάνης και δεν έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για να είναι βατή, αφού παρουσιάζει σημαντική κλήση, όπως εμφανίζεται σε όλες τις φωτογραφίες, περιελάμβανε δε αυτή και διαφώτιστα πάνελ, διαστάσεων 1 μ.
Χ 4μ., για το φυσικό φωτισμό του εσωτερικού του κτιρίου, δηλαδή από υλικό κατασκευής ανεπαρκούς αντοχής, υπό την έννοια ότι, αν πατούσε κάποιος πάνω στο διαφώτιστο, θα ήταν βέβαιη η θραύση και η υποχώρησή του, ότι στη στέγη αυτή, όπως και στη στέγη του κτηρίου της αποθήκης, η πρώτη εναγόμενη είχε εγκαταστήσει φωτοβολταϊκό πάρκο, ότι για να είναι δυνατή η προσέγγιση στο χώρο των συλλεκτών για τον καθαρισμό ή τη συντήρησή τους είχαν τοποθετηθεί ξύλινοι διάδρομοι, διερχόμενοι από δυτικά και έμπροσθεν κάθε σειράς, οι οποίοι είχαν επίσης κλήση, πλάτους 40 εκ., δηλ.
λιγότερο από το ελάχιστο απαιτούμενο για λόγους ασφαλείας πλάτος των 70 εκ. και ότι ακριβώς δίπλα στο διάδρομο που βρίσκεται στο τμήμα του φωτοβολταϊκού πάρκου που έχει εγκατασταθεί στη στέγη του εργοστασίου, υπάρχει διαφώτιστο πάνελ, παρέλειψε, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να εξασφαλίσει την εφαρμογή των προβλεπόμενων από το νόμο μέτρων ασφαλείας.
Ειδικότερα δεν φρόντισε ώστε μετά την κατασκευή των ξύλινων διαδρόμων να τοποθετηθεί στο διαφώτιστο διάζωμα κατάλληλη προστατευτική διάταξη για να αποτραπεί ο κίνδυνος πτώσης των εργαζόμενων που θα αναλάμβαναν εργασία επισκευής ή συντήρησης των φωτοβολταϊκών, η οποία θα μπορούσε να γίνει με την τοποθέτηση κιγκλιδώματος, με τις αναφερόμενες πιο πάνω προδιαγραφές ή δικτύου ασφαλείας περιμετρικά του ξύλινου διαδρόμου κυκλοφορίας, ώστε ο εργαζόμενος να εκτελεί με ασφάλεια τις εργασίες στο συγκεκριμένο σημείο της στέγης.
Σε κάθε περίπτωση, επειδή η στέγη αποτελούνταν από υλικά ανεπαρκούς αντοχής, όφειλε να είχε απαγορεύσει την πρόσβαση των εργαζομένων σε αυτή, εφ' όσον δεν υφίσταντο εγκαταστάσεις που να τους προστατεύουν από την πτώση (άρθρο 10 παρ. 1 παρ. 10.5.4 του π.δ. 16/1996). Επιπλέον ο δεύτερος εναγόμενος δεν μερίμνησε, στα πλαίσια των ίδιων καθηκόντων του, για την τοποθέτηση σήμανσης στη στέγη, που θα οριοθετούσε την επικίνδυνη ζώνη και επέτρεψε στους εργαζομένους να ανέβουν στη στέγη, για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών χωρίς να φέρουν ζώνη πρόσδεσης και κράνος που πιθανώς θα μείωναν τις συνέπειες της πτώσης.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το διαφώτιστο που έθραυσε δεν ήταν πολυκαρβονικό φύλλο, όπως εκθέτουν οι ενάγοντες και αναφέρεται στην υπ' αριθμ. ....2012 έκθεση έρευνας της τεχνικής επιθεωρήτριας του Τμήματος Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Ηρακλείου και στην από 27/8/2012 έκθεση αυτοψίας των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων του Α.Τ.
Περιφέρειας Ηρακλείου, αλλά φύλλο πολυεστερικού υλικού "fiberglass", όπως αναφέρει ο Κ. Π. στην πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το οποίο είναι μεγαλύτερης αντοχής, διότι είναι ανθεκτικότερο και σκληρότερο σε σχέση με το πολυκαρβονικό φύλλο. Όμως για τη στοιχειοθέτηση της υπαιτιότητας των εναγόμενων είναι αδιάφορο το υλικό κατασκευής του διαφώτιστου πάνελ.
Τούτο διότι ανεξάρτητα του βαθμού της αντοχής του υλικού κατασκευής ή αν είχε ή όχι φθαρεί από την έκθεσή του στις καιρικές συνθήκες, όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, το αναμφισβήτητο γεγονός είναι ότι αυτό έθραυσε και υποχώρησε εν μέρει, επειδή δέχθηκε το βάρος του σώματος του θανόντος λόγω της πτώσης του σε αυτό, οφειλόμενη στην παράλειψη λήψης μέτρων ασφαλείας.
Επίσης δεν ασκεί ουσιώδη ρόλο το γεγονός ότι, όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, το μοναδικό σημείο στη στέγη που θα μπορούσε να εγκυμονεί κίνδυνο ατυχήματος ήταν εκείνο που βρίσκεται στο συγκεκριμένο διαφώτιστο φύλλο και επομένως δεν υπήρχε λόγος να προβλεφθούν μέτρα ασφαλείας, ούτε ότι έως την ημέρα του ατυχήματος δεν είχε συμβεί άλλο παρόμοιο περιστατικό, αν και έως τότε τα κάτοπτρα είχαν πλυθεί 2 - 3 φορές, διότι, εφόσον ο δεύτερος εναγόμενος με την ως άνω ιδιότητά του γνώριζε ότι θα έπρεπε ανά τακτά χρονικά διαστήματα να μεταβαίνει κάποιος εργαζόμενος της πρώτης εναγόμενης στη στέγη για το πλύσιμο των συλλεκτών, όφειλε και είχε τη δυνατότητα, να είχε προβλέψει την καθόλου απίθανη περίπτωση, ο εργαζόμενος, που είχε αναλάβει το πλύσιμο των συλλεκτών, να απωλέσει για οποιαδήποτε λόγο την ισορροπία του στο σημείο αυτό (είτε από αδέξια κίνηση κατά τη διάρκεια της εργασίας του, είτε λόγω αδιαθεσίας, ζάλης, κούρασης κ.λπ.), οπότε θα έπρεπε να είχε λάβει τα απαραίτητα προβλεπόμενα από τις ανωτέρω διατάξεις προστατευτικά μέτρα ακριβώς για την αποφυγή του κινδύνου αυτού.
Άλλωστε για το εν λόγω εργατικό ατύχημα ο δεύτερος εναγόμενος με την ως άνω ιδιότητα του καταδικάστηκε για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τελούμενης δια παραλείψεως, τόσο με την υπ' αριθμ. 629/2018 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, όσο και, κατόπιν έφεσης, με την υπ' αριθμ. 58/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη (βεβαίωση με ημερομηνία 12/10/2020 της Γραμματέα του ανωτέρω Δικαστηρίου περί μη άσκησης κατά αυτής ένδικου μέσου).
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο Α. Α. μετέβη στη στέγη του εργοστασίου της πρώτης εναγόμενης για να συνδράμει το Χ. Κ. στον καθαρισμό των φωτοβολταϊκών, κατόπιν εντολής του δεύτερου εναγόμενου και όχι αυτοβούλως, ωθούμενος από επαγγελματικό ζήλο και επαγγελματική ευσυνειδησία, όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, αρνούμενοι την υπαιτιότητά τους στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος.
Τούτο διότι δεν συνάδει με τους κανόνες της λογικής o Α. Α., ο οποίος πράγματι χαρακτηριζόταν από επαγγελματική ευσυνειδησία και πρόσφερε τις υπηρεσίες του σε όλους τους τομείς λειτουργίας της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης, ασκώντας και βοηθητικά διοικητικά καθήκοντα, αλλά και καθήκοντα σχετικά με τη λειτουργία και το χειρισμό των μηχανών του εργοστασίου, όπως σαφώς κατέθεσε o εργαζόμενος στο ίδιο εργοστάσιο Κ.
Θ., τόσο ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να εγκατέλειψε αυτοβούλως τα πολλαπλά καθήκοντα του για να ασχοληθεί, αν και δεν όφειλε, με τον καθαρισμό των ηλιακών συλλεκτών και μάλιστα να συνεχίσει να ασχολείται ακόμα και όταν ο Χ. Κ. αποχώρησε παροδικά από τη στέγη.
Πολύ δε περισσότερο που, όπως οι εναγόμενοι εκθέτουν στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του Εφετείου αυτού, ο δεύτερος εναγόμενος είπε στον Α. Α. να δώσει τις κατάλληλες σκούπες πλυσίματος στον Χ. Κ. και στη συνέχεια να προσέλθει στο γραφείο του για να οργανώσουν το πλάνο εργασιών της τρέχουσας εβδομάδας.
Δεν συνάδει επομένως με την υπευθυνότητα που τον διέκρινε, ο Α. Α., αν και γνώριζε ότι ο προϊστάμενός του τον ανέμενε στο γραφείο του, να σπεύσει να απασχοληθεί, εν αγνοία του προϊσταμένου του και για άγνωστο χρόνο, με άλλη εργασία, η οποία είχε ανατεθεί σε άλλο εργαζόμενο. Εκτός τούτου, όπως ο Χ. Κ. κατέθεσε εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο και των δυο πιο πάνω ποινικών Δικαστηρίων, ήταν η πρώτη φορά που αυτός αναλάμβανε την εργασία του καθαρισμού των φωτοβολταϊκών και επειδή δεν γνώριζε τον τρόπο που θα έπρεπε να εργαστεί ο Α.
Α. θα του έδειχνε πώς θα τα καθάριζε, όχι όμως ότι θα τον βοηθούσε στο πλύσιμο. Τον ίδιο ισχυρισμό υιοθετούν και οι εναγόμενοι, αρνούμενοι όμως ακόμα και ότι έδωσαν εντολή στον Α. Α. να δείξει στον Χ. Κ. τον τρόπο πλυσίματος, επικαλούμενοι, ότι ο ως άνω περιγραφόμενος τρόπος πλυσίματος, καθιστά τη συγκεκριμένη εργασία απλή και δυνάμενη να εκτελεσθεί από ένα μόνο άτομο.
Όμως ο ισχυρισμός αυτός ελέγχεται ως ανακριβής, διότι δεν είναι δυνατόν ο δεύτερος εναγόμενος να ανέθεσε μια επίπονη και καθόλου απλή εργασία καθαρισμού 348 ηλιακών συλλεκτών μόνο στο Χ. Κ., ο οποίος δεν είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με το πλύσιμό τους, χωρίς καν να τον ενημερώσει για τον τρόπο πλυσίματος και να μην κάλεσε και τον Α.
Α., o οποίος είχε επιμεληθεί του πλυσίματος των φωτοβολταϊκών τουλάχιστον δυο φορές σε πολύ πρόσφατο χρόνο στο παρελθόν, λαμβανομένου υπόψη ότι από την ενεργοποίηση της σύνδεσης τους έως το χρόνο του ατυχήματος μεσολάβησε χρονικό διάστημα μόλις 20 μηνών, να είναι, αν μη τι άλλο, παρών για να του δείξει τον σωστό τρόπο πλυσίματος και να του προσφέρει ως έμπειρος κάθε βοήθειά του.
Σε κάθε περίπτωση από την ύπαρξη του καθαριστή τζαμιών, ο οποίος στις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες φωτογραφίες εμφανώς εμφαίνεται να έχει αφεθεί στον κεκλιμένο διάδρομο, από όπου ο Α. έχασε την ισορροπία του και κυρίως από το γεγονός ότι ο θανών κατά το χρόνο της πτώσης του κρατούσε το λάστιχο ποτίσματος και μάλιστα το συμπαρέσυρε κατά την πτώση του στο έδαφος, πιθανόν προσπαθώντας να κρατηθεί από αυτό, αποδεικνύει ότι ο Α.
εργαζόταν και μετά την αποχώρηση του Κ. στον πλύσιμο των κατόπτρων. Επιπλέον, σύμφωνα με την κατάθεση του Χ. Κ. ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, όταν περί ώρα 09:00 κλήθηκε να μεταβεί στο χώρο του εργοστασίου και αποχώρησε από την οροφή, βρισκόταν στη δεύτερη σειρά των φωτοβολταϊκών και είχε αποπερατώσει το πλύσιμο 15 20 ηλιακών συλλεκτών.
Ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης κατέθεσε ότι είχε καθαρίσει 15 - 20 φωτοβολταϊκά χωρίς να διευκρινίσει σε ποια σειρά βρισκόταν. Οι καταθέσεις του αυτές είναι ανακριβείς, διότι όπως εμφαίνεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι οποίες λήφθηκαν μετά από το ατύχημα, η βούρτσα που χρησιμοποιείτο παρέμεινε εναποθετημένη σε ένα ηλιακό συλλέκτη, στην αρχή της τρίτης, από βορρά προς νότο, σειράς των κατόπτρων, που σημαίνει ότι ήδη είχε ολοκληρωθεί το πλύσιμο δυο σειρών (η πρώτη από βορρά προς νότο σειρά στη στέγη του εργοστασίου αποτελείται από 33 συλλέκτες και κάθε μια των υπολοίπων στην ίδια στέγη από 32 συλλέκτες).
Το ότι ήταν αδύνατον να είχε ολοκληρώσει το πλύσιμο των ανωτέρω ηλιακών συλλεκτών μέσα σε λιγότερο από τριάντα λεπτά εργαζόμενος μόνος τους, όπως ο ίδιος και οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας από την υπ' αριθμ. ....2012 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Α. του Γ., που κατέθεσε με επιμέλεια των εναγόμενων ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κωνσταντινιάς Σταυρακάκη, η οποία συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη ενώτπον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων.
Σε αυτή ο Α. Α., ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης της εταιρίας που στα πλαίσια σχετικής σύμβασης στέλνει συνεργείο για τον καθαρισμό του φωτοβολταϊκού πάρκου της πρώτης εναγόμενης, κατάθεσε, ότι το συνεργείο αυτό αποτελείται πάντα από δυο άτομα για εξοικονόμηση χρόνου, διότι αν έστελνε ένα άτομο, ο καθαρισμός δεν θα ολοκληρωνόταν σε μια εργάσιμη ημέρα λόγω του μεγάλου αριθμού των κατόπτρων, ενώ με την ταυτόχρονη εργασία δυο ατόμων σε διαφορετικά σημεία της στέγης μπορεί να ολοκληρωθεί εντός 4 - 5 ωρών.
Με δεδομένο επομένως ότι ο παντελώς άπειρος Κ. δεν θα μπορούσε να έχει την ίδια απόδοση με αυτή των δυο εξειδικευμένων στον καθαρισμό των φωτοβολταϊκών και εξοπλισμένων με επαγγελματικά μέσα καθαρισμού, εργαζομένων του συνεργείου καθαρισμού, η εντός τριάντα λεπτών ολοκλήρωση του πλυσίματος δύο σειρών προϋποθέτει κατά λογική αναγκαιότητα τη σύμπραξη δυο ατόμων δηλ.
του Α. και του Κ. Τα ως άνω αποδειχθέντα δεν μπορούν να αντικρουστούν ικανά από την προανακριτική κατάθεση του εργαζόμενου Ν. Σ., ούτε από τις καταθέσεις (ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και των ποινικών Δικαστηρίων) του εργαζόμενου Κ. Θ., οι οποίοι δεν κατέθεσαν κάτι συγκεκριμένο, εκτός του ότι αντιλήφθηκαν τον Α.
στην οροφή, ούτε από την εικασία της πιο πάνω τεχνικής επιθεωρήτριας Α. Κ., που διατύπωσε στην έκθεσή της, ότι ο Α. ανέβηκε την ταράτσα "πιθανόν λόγω του ζήλου του και του ενδιαφέροντός του", αλλά και ούτε από το περιεχόμενο του ρεπορτάζ του τηλεοπτικού σταθμού "ΚΡΗΤΗ TV" λίγες ώρες μετά το ατύχημα, στο οποίο φιλοξενήθηκαν δηλώσεις του προέδρου του Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου, Σ.
Β., σύμφωνα με τον οποίο δεν εντοπίστηκε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα στην ασφάλεια του εργοστασίου, αφού, πρωτίστως σύμφωνα με την έκθεση επιθεώρησης, η έλλειψη των ανωτέρω εκτεθέντων μέτρων ασφαλείας, η οποία αιτιωδώς συνδέεται με το επίδικο εργατικό ατύχημα, πράγματι εντοπίστηκε." Για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται στην πρόκληση του ατυχήματος, η αναιρεσιβαλλομένη διέλαβε επαρκείς σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, εκθέτοντας ότι το ατύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια εργασίας καθαρισμού φωτοβολταϊκών πάνελ, ότι ο θανών είχε λάβει εντολή από τον δεύτερο εναγόμενο να ανεβεί στη στέγη των εγκαταστάσεων της πρώτης εναγομένης εν γνώσει του ότι οι ξύλινοι διάδρομοι που είχαν κατασκευαστεί για να διευκολύνουν την κυκλοφορία στη στέγη είχαν πλάτος 40 και όχι 70 εκατοστών, δεν ήταν επίπεδοι και είχαν κλίση, καθώς και ότι στο διαφώτιστο διαζώμα, από το οποίο έλαβε χώρα η πτώση του θανόντος, δεν είχαν τοποθετηθεί κιγκλιδώματα με συγκεκριμένες προδιαγραφές ή δίκτυο ασφαλείας περιμετρικά του ξύλινου διαδρόμου κυκλοφορίας που θα απέτρεπαν την πτώση αυτού, ότι δεν χορηγήθηκαν στον θανόντα κράνος προστασίας και ιμάντας πρόσδεσης από σταθερό σημείο, ότι οι ως άνω παραλείψεις συνιστούν παραβιάσεις μέτρων ασφαλείας, προβλεπόμενων από διατάξεις ρητώς αναφερόμενες στην απόφαση και ότι η πτώση του θανόντος οφείλεται την απουσία των μέτρων αυτών.
Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη, καταλήγει στο αναιρετικώς ανέλεγκτο συμπέρασμα ότι στον θανόντα δόθηκε εντολή εργασίας καθαρισμού των πάνελ και όχι απλώς εποπτείας, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αναίρεσης πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη για παράβαση από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με το επιχείρημα ότι στον θανόντα είχε δοθεί εντολή να συνδράμει και να εποπτεύσει έτερο εργαζόμενο και όχι να προβεί ο ίδιος στην εργασία καθαρισμού των πάνελ και, συνεπώς, εξέλιπε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εντολής που δόθηκε στον θανόντα και του θανάτου του.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφενός διότι διεξοδικώς και χωρίς αντιφάσεις, με εκτενή μάλιστα αιτιολογία, η αναιρεσιβαλλομένη κατέληξε στην κρίση ότι στον θανόντα δόθηκε εντολή να εργαστεί στον καθαρισμό των πάνελ, αφετέρου διότι αρκεί, για να στοιχειοθετηθεί η υπαιτιότητα των εναγομένων, το γεγονός ότι έδωσαν στον θανόντα την εντολή να ανέλθει στη στέγη, χωρίς μέτρα προστασίας από πτώση, γεγονός που από μόνο του έθετε τον θανόντα σε κίνδυνο, αφού δεν πληρούνταν οι όροι για την ασφαλή άνοδό του και την παραμονή του σε αυτήν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ που εφαρμόζεται για ενοχή αποζημίωσης από το νόμο, αδικοπραξία και σύμβαση, "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για το πταίσμα των προσώπων για τα οποία ευθύνεται εκείνος που ζημιώθηκε". Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης της παρ. 1 εδ. α' απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) υποχρέωση, κατ' αρχήν, προς αποζημίωση, β) συμβολή του ζημιωθέντος στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας του και γ) αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση ή την έκταση της ζημίας.
Το πταίσμα του ζημιωθέντος, δηλαδή η υπαίτια πράξη ή παράλειψή του, δύναται να εκδηλωθεί είτε πριν, είτε κατά, είτε μετά τη γένεση της ζημίας, καθόσον δεν οριοθετείται χρονικά από το νόμο. Η συμβολή του ζημιωθέντος θεωρείται ότι υπάρχει και κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, όταν αυτός προέβλεψε ή μπορούσε να προβλέψει ότι η παράλειψη της αποτροπής ή της μείωσης της ζημίας ασκούσε επιρροή και, έτσι, με τη συμπεριφορά του αυτή συντέλεσε στην επέλευση ή την επέκταση της ζημίας.
Η αμέλεια συνίσταται στην παράλειψη της απαιτούμενης προς περιφρούρηση των ιδίων συμφερόντων επιμέλειας, με συμπεριφορά αντίθετη προς τον από τις περιστάσεις κοινωνικώς επιβαλλόμενο τρόπο (ΑΠ 1599/2012). Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 300, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα είτε να απαλλάξει το ζημιώσαντα, είτε να μειώσει την ευθύνη του είτε, τέλος, και να κρίνει ότι, παρά το συντρέχον πταίσμα, αυτός θα πρέπει να φέρει πλήρη ευθύνη (ΑΠ 576/2007).
Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της (το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης), δηλ.
ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ (ΑΠ 545/2015, 188/2015, 1152/2012). Η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος σε εργατικό ατύχημα παραδεκτά προτείνεται κατ' αυτού και όταν αυτό οφείλεται σε μη τήρηση ειδικών όρων και μέτρων ασφαλείας (ΑΠ 80/2016, 757/2015), αφού το άρθρο 16 παρ.4 του ν. 551/1915, κατά το οποίο επί εργατικού ατυχήματος το συντρέχον πταίσμα του παθόντος αντιτάσσεται νομίμως μόνον αν αφορά παραβίαση διατάξεων ή κανονισμών που θέτουν όρους ασφαλείας στην εργασία, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και συνεπώς για τον καθορισμό του ποσού αυτής το συντρέχον πταίσμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων (ΑΠ 1489/2007).
Συντρέχον πταίσμα συνιστά και η αυτοδιακινδύνευση του παθόντος, δηλαδή η ανάληψη εργασίας υπό συνθήκες που εγκυμονούν κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του, απαιτείται όμως για τη συνδρομή του η εκ μέρους του παραβίαση μέτρων ασφαλείας που έχουν τεθεί στη διάθεσή του ή η μη τήρηση οδηγιών για ασφαλή εκτέλεση της εργασίας που του έχουν δοθεί από τον εργοδότη.
Ειδικότερα, το συντρέχον πταίσμα δεν στοιχειοθετείται, όταν ο εργαζόμενος που τελεί σε σχέση εξάρτησης και έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση συμμόρφωσης στις εντολές και οδηγίες του εργοδότη, εκτελεί την εργασία, για την οποία έλαβε εντολή υπό τις οδηγίες αυτού και υπό συνθήκες πλήρους έλλειψης των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας, για τα οποία ο εργοδότης, ως κάτοχος ή δημιουργός πηγής κινδύνων που αντλεί, όμως, τα οφέλη από την συγκεκριμένη πηγή, όφειλε να μεριμνήσει, λαμβανομένου υπόψη ότι και για τον πιο επιμελή και ευσυνείδητο εργαζόμενο, εν όψει της φύσης της παροχής του, ενδέχεται να καταστεί αναπόφευκτη μία στιγμιαία χαλάρωση της προσοχής, με εντελώς δυσανάλογες συνέπειες.
Αντίθετο συμπέρασμα δεν προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 5 πδ 1073/1981, το οποίο ορίζει ότι "Έκαστος εργαζόμενος πρέπει να εφαρμόζη μεθόδους εργασίας ασφαλείας, να λαμβάνη τας απαραιτήτους προφυλάξεις διά την προσωπικήν του ασφάλειαν και διά την ασφάλειαν οιουδήποτε άλλου ατόμου, και να απέχη από οιανδήποτε πράξιν η οποία ενδέχεται να θέση εις κίνδυνον τον ίδιον ή οιονδήποτε άλλον άτομον", διότι η διάταξη αυτή αφενός προϋποθέτει υφιστάμενες μεθόδους ασφαλείας και προφυλάξεις, αφετέρου την εκδήλωση πρωτοβουλίας εκ μέρους του εργαζομένου και όχι την εκτέλεση συγκεκριμένης εντολής του εργοδότη.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη έκρινε ότι από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε και η συνυπαιτιότητα του θανόντος, o οποίος, αν και γνώριζε πολύ καλά την οροφή και την κατασκευή της, αμελώς πάτησε επάνω στο διαφώτιστο φύλλο. Τούτο, διότι όπως όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν, κατά την πτώση του, το σώμα του Α. δεν ήταν κάθετο σε σχέση με το έδαφος, αλλά οριζόντιο που σημαίνει ότι το διαφώτιστο φύλλο δεν έθραυσε επειδή o Α. το πάτησε, αλλά επειδή επέπεσε σε αυτό με το σώμα του λόγω της απώλειας της ισορροπίας του, οφειλόμενη είτε σε παραπάτημά του, είτε σε διολίσθησή του στον ξύλινο κεκλιμένο διάδρομο. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την ιατροδικαστική έκθεση, στην οποία προσδιορίζεται ως αιτία του θανάτου του οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, λόγω των πολλαπλών εκτεταμένων συντριπτικών καταγμάτων στο θόλο του κρανίου, ενώ στα κάτω άκρα, τα οποία, σε μια κάθετη πτώση, θα έπρεπε να πληγούν με συντριπτικά κατάγματα, ανευρέθηκαν μόνο εκδορές και κάταγμα στη δεξιά κνήμη.
Επίσης ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι σε κάθε περίπτωση ο Α. Α. όφειλε στα πλαίσια της υποχρέωσής του για μη αυτοδιακινδύνευση να είχε λάβει ο ίδιος τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα για την ατομική ασφάλειά του είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι οι εναγόμενοι ουδέποτε έθεσαν στη διάθεσή του τον απαραίτητο προστατευτικό εξοπλισμό (κράνος και ιμάντα ασφαλείας) τον οποίο θεωρούσαν περιττό για τη συγκεκριμένη εργασία, όπως οι ίδιοι αναφέρουν.
Οι εναγόμενοι ως αποδεικτικό στοιχείο για τη συνυπαιτιότητα του θανόντος επικαλούνται το ύψος της ποινής που επιβλήθηκε στο δεύτερο εναγόμενο τόσο από το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου με την υπ' αριθμ. 629/2018 απόφασή του (φυλάκιση 18 μηνών), όσο και από το Εφετείο Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης με την υπ' αριθμ. 58/2020 απόφασή του (φυλάκιση 12 μηνών), από την οποίες ποινές καταδεικνύεται, κατά τον ισχυρισμό τους, ότι τα δύο ποινικά Δικαστήρια αναγνώρισαν συνυπαιτιότητα και στο θανόντα.
Όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος, αφενός μεν διότι από το σκεπτικό και των δυο ως άνω αποφάσεων καθίσταται σαφές ότι τα ως άνω Δικαστήρια αναγνώρισαν αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου εναγόμενου για το θάνατο του Α. και αφετέρου, διότι η ποινή που του επιβλήθηκε καθορίστηκε στο ύψος αυτό επειδή αναγνωρίστηκε ότι στο πρόσωπό του συντρέχουν δύο ελαφρυντικές περιπτώσεις (του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.
α' και ε' του ΠΚ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά το μέρος που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο Α. Α. μετέβη στην στέγη όχι αυτοβούλως αλλά κατόπιν εντολής του δεύτερου εναγόμενου δεν έσφαλε και πρέπει ο μοναδικός λόγος της έφεσης των εκκαλούντων - εναγόμενων κατά το σκέλος του με το οποίο μέμφονται το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την κρίση του αυτή είναι ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το μέρος όμως που έκρινε ότι συνυπαίτιοι στην επέλευση του ατυχήματος ήταν τόσο οι δυο πρώτοι εναγόμενοι κατά ποσοστό 30% όσο και o Α. Α. κατά ποσοστό 70% εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και o πρώτος λόγος της έφεσης των εκκαλούντων - εναγόντων με τον οποίο παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε συνυπαιτιότητα στο θανόντα, είναι ουσιαστικά βάσιμος και αντίστοιχα ο μοναδικός λόγος της έφεσης των εκκαλούντων - εναγόμενων κατά το σκέλος του με το οποίο παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τον κύριο ισχυρισμό τους ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος καθώς και την επικουρικά προβαλλόμενη με τις πρωτόδικες προστάσεις τους ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος κατά ποσοστό 95% είναι ουσιαστικά αβάσιμος.
Οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αναίρεσης, πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη για την απόρριψη της ενστάσεώς τους περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος, σε ποσοστό 95%, την οποία στηρίζουν στα εξής επιχειρήματα: α) Ότι ο αποβιώσας, ο οποίος ήταν έμπειρος περί την εκτέλεση της εργασίας αυτής, δεν επέδειξε την επιμέλεια, προσοχή και συγκέντρωση που θα επιδείκνυε ο μέσος συνετός άνθρωπος κατά την εκτέλεση της εργασίας και ότι β) κινήθηκε αμελώς επί της οροφής του μεταλλικού κτιρίου, παραλείποντας να ακολουθήσει τουλάχιστον τις οδηγίες που κατά την κοινή πείρα ακολουθούνται από μη ειδικούς όπως η οδηγία ότι η κίνηση επί της οροφής έπρεπε να γίνεται αυστηρά μόνο στους ξύλινους διαδρόμους και σε κάθε περίπτωση όφειλε να απόσχει από την εργασία του μετά την αποχώρηση του υπαλλήλου Κ.
Ότι ο καθαρισμός απαιτούσε συντονισμό δυο ανθρώπων, αφού ο ένας θα έπρεπε να κρατά το λάστιχο με το νερό και ο έτερος τη μαλακιά βούρτσα, η δε παρουσία του δεύτερου εργαζόμενου λειτουργούσε αποτρεπτικά σε τυχόν αδέξιο χειρισμό των εργαλείων, γι' αυτό και ο παθών όφειλε να απόσχει από την εργασία καθαρισμού και ότι επέλεξε να καθαρίσει τη σειρά των κατόπτρων που ήταν στην άκρη της στέγης, όπου δεν υπήρχε κιγκλίδωμα αλλά η στέγη είχε από άλλο υλικό, με προφανή τον κίνδυνο πτώσης.
Ότι εξακολούθησε την εργασία καθαρισμού με τον ταυτόχρονο χειρισμό δυο εργαλείων. Ότι με τον τρόπο αυτό έθεσε εν γνώσει του τον εαυτό του σε αυτοδιακινδύνευση, κατά παράβαση του άρθρου 114 παρ. 5 πδ 1073/1981. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί αναφέρεται σε περιστατικά που δεν περιλαμβάνονται στις πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, όπως αυτές εκτίθενται ανωτέρω, ώστε να τίθεται ζήτημα υπαγωγικού σφάλματος αυτής.
Η δε αναιρεσιβαλλομένη, η οποία δέχθηκε ότι ο θανών ανήλθε στη στέγη κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος, χωρίς να έχει στη διάθεσή του οποιοδήποτε ατομικό μέσο προφύλαξης και ενώ απουσίαζαν τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας, τα οποία θα απέτρεπαν την πτώση του, ότι αυτή οφείλεται σε απώλεια της ισορροπίας του και όχι σε εκούσια κίνησή του στην επιφάνεια του διαφώτιστου και, ακολούθως, απέρριψε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος αυτού, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και ομοίως ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 5 π.δ. 1073/1981.
Με τις ίδιες ως άνω παραδοχές δεν παραβίασε ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς τη συνδρομή οικείου πταίσματος εκ μέρους του παθόντος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, και κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι και αυτός αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την παράβαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή κατά την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης αφενός δεν έλαβε υπόψη της πράγματα τα οποία προτάθηκαν και αφετέρου έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ειδικότερα της προσάπτουν ότι με την παραδοχή "λαμβανομένης υπόψη της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (που είναι η συνήθης, αφού δεν γίνεται επίκληση ιδιαίτερης περιουσίας ή εισοδημάτων)", το Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε στην πραγματικότητα την εκτεθείσα από αυτούς οικονομική τους κατάσταση για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αντιδίκων τους, από τον επελθόντα θάνατο του συγγενούς τους.
Όπως προκύπτει, όμως, από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης, το Μονομελές Εφετείο, έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε μεταξύ άλλων τις συνθήκες επελεύσεως του ατυχήματος, την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων στην πρόκληση τούτου, και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, καθορίζοντας ως εύλογο το ως άνω ποσό, η δε φράση ότι η οικονομική κατάσταση των διαδίκων είναι η συνήθης, αφού δεν γίνεται επίκληση ιδιαίτερης περιουσίας η εισοδημάτων έχει την έννοια ότι δεν συντρέχει λόγος επιδίκασης ποσού διαφορετικού από αυτό που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και δεν συμπεραίνεται από αυτήν ότι δεν συνεκτίμησε την οικονομική κατάσταση των αναιρεσειόντων, παρά τη σχετική διαβεβαίωσή του, επομένως, κατά το σκέλος αυτό ο λόγος είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο προσβάλλουν την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι ο θανών έλαβε εντολή από τον δεύτερο αναιρεσείοντα να ανεβεί στη στέγη, γεγονός που δεν αναφέρεται στην αγωγή, λαμβάνοντας έτσι υπόψη πράγμα το οποίο δεν προτάθηκε. Ο λόγος αυτός είναι ομοίως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής για τις ανάγκες του παρόντος αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι στη δεύτερη σελίδα αυτής (αγωγής) αναφέρεται ρητώς ότι ο Ρ.
Χ. για τον οποίον η αγωγή απορρίφθηκε, αποφάσισε από κοινού με τον δεύτερο αναιρεσείοντα να δοθεί εντολή στον θανόντα να ανέλθει στη στέγη για τον καθαρισμό των πάνελ και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται , όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016 και 23/2008, ΑΠ 931/2019, 961/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους ισολογισμούς εταιρικών χρήσεων των ετών 2012, 2013, 2014 και 2015, τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της πρώτης αναιρεσείουσας για τα παραπάνω έτη, καθώς και το 2016 τρία σημειώματα τραπεζικής ενημερότητας της Τράπεζας Πειραιώς, αντίγραφο μισθοδοσίας του δεύτερου αναιρεσείοντος και το πιστοποιητικό της οικογενειακής κατάστασής του, τα οποία είχαν προσκομίσει πρωτοδίκως καθώς και τα έγγραφα που προσκόμισαν στο Εφετείο και ειδικότερα τη βεβαίωση του λογιστηρίου ότι η εταιρία κατέγραψε στις χρήσεις από το έτος 2010 έως 2019 ζημίες ύψους 1.242.084,68 ευρώ, και ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δανείστηκε από τον πατέρα του δεύτερου 158.000 ευρώ για να καταβάλει μέρος του προσωρινώς επιδικασθέντος ποσού, τους ισολογισμούς της πρώτης αναιρεσείουσας των ετών 2017-2019, και αντίγραφα εκκαθαριστικών σημειωμάτων για τη φορολογία του δεύτερου αναιρεσείοντος για τα ίδια ως άνω έτη.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (2η σελίδα τέταρτου φύλλου) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, ο από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν.
Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του δεν είναι επιτρεπτή.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Επιπλέον, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 εδ. α` ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης".
Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν σε μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή), η οποία επήλθε σ` αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο η αδικοπραξία προκάλεσε σ` αυτόν.
Παράλληλα, όμως, οι ίδιες διατάξεις οριοθετούν την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του δικαστηρίου "εύλογο" μέτρο, αποβλέποντας στο να μην "εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία" και να μη συρρικνώνεται, αλλά και να μην "επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος" της χρηματικής ικανοποίησης, με αφορμή το γεγονός ότι πρόκειται για "βλάβη ηθική", ήτοι τοιαύτης φύσεως που, ενώ "δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα", είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση.
Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναζήτηση του ποσού, το οποίο σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί "εύλογο" ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχική οδύνη συγκεκριμένου δικαιούχου, γίνεται με τη συνεκτίμηση μιας σειράς από περιστάσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μία προς μία από τους διαδίκους, προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν.
Τέτοιες περιστάσεις είναι, κυρίως και ενδεικτικώς, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο μέτρο που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (που λειτουργεί διαφορετικά στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης, από ότι στην αξίωση αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, πρβλ.
ΟλΑΠ 1115/1986), οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης αδικοπραξίας και σε περίπτωση επέλευσης θανάτου ή εγγύτητα της συγγένειας και του στενού ή μη οικογενειακού δεσμού που διατηρούσαν με αυτόν και η ηλικία των εναγόντων και του θανόντος. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριο στο σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίσης ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει προς αυτό ο νόμος.
Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κινηθεί ανεξέλεγκτα, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόσει το μέτρο που αντικειμενικά θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
Ως εκ τούτου, η ως προς το "εύλογο" κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, σύμφωνα με τις κατ` ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνο, οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015).
Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου κατ' άρθρο 559 αριθμ. 1 ή και αριθμ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 61/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία εκτιμώντας το νεαρό της ηλικίας του θύματος (39 ετών) και τους δεσμούς αγάπης που τον συνέδεαν με τους γονείς του και τις δυο αδελφές του, καθώς και την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι τον θανόντα δεν τον βάρυνε πταίσμα στην επέλευση του ατυχήματος, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 35.000 ευρώ σε κάθε γονέα και το ποσό των 20.000 ευρώ σε κάθε αδελφή. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της από το άρθρο 932 ΑΚ διακριτικής του ευχέρειας, καθώς κατά την κοινή πείρα και τη δικαστηριακή πρακτική το εν λόγω ποσό ουδόλως υπερβαίνει αυτό που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως και αυτός ο λόγος αναίρεσης (6ος) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών που υποβλήθηκε με τις προτάσεις τους (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 51/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ