Legislator Case Law & Legislation
1574/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on labor dispute, overturning lower court's application of 20-year statute of limitations to weekly rest claims.

Case Number 1574/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court of Athens judgment in a labor dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly applied a 20-year statute of limitations to claims for weekly rest days, whereas the court should have applied a five-year limitation period. The court ruled that the lower court violated substantive law by misclassifying the claims, thereby rejecting the five-year limitation defense and remanding the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 249, 250, 251 of the Civil Code; Article 1 of the 1966 Labor Law; The lower court violated substantive law by misapplying the 20-year statute of limitations to weekly rest day claims, which are subject to the five-year limitation period under Article 250(17) of the Civil Code.

Keywords

AI generated
Labor Law Statute of Limitations Weekly Rest Appeal Procedure Civil Code Remand for Trial Employment Dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 249 of the Civil Code
Article 250(17) of the Civil Code
Article 251 of the Civil Code
Article 1 of the 1966 Labor Law
8900/1945 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ιδίων Υπουργών, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του β.δ.
Article 904 of the Civil Code
Common Decision of the Ministers of Finance and Labor dated 8900/1946
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1574 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1574/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "....", ως εκ του νόμου διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Πιτσιόλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2129/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1576/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/3/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 6.3.2019 και με αριθμό κατ. 2748/227/15.3.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1576/4.4.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί των: α) από 23.11.2015 και με αριθμό κατ. 7013/25.11.2015 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ε.

Μ. και β) από 7.12.2015 και με αριθμό κατ. 7345/7.12.2005 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία (εργατικών διαφορών), με αριθμό 2129/5.10.2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία α) απορρίφθηκε, ως προς τη δεύτερη εναγομένη με την επωνυμία "...", η αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης και β) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς την πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "..." και ήδη "..." και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 60.069,42 ευρώ για τις εκεί αναγραφόμενες αιτίες.

Οι αναφερόμενες δυο εφέσεις συνεκδικάσθηκαν και συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 7ης Μαρτίου 2017 και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) απέρριψε τυπικά την έφεση του ενάγοντος κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της πρώτης εφεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "...", β) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εταιρίας "...", γ) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος ως προς τη δεύτερη (...) και τρίτη (...) των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δ) εξαφάνισε την εκκαλουμένη και κράτησε και δίκασε την από 27.12.2010 και με αριθμό κατ. 228138/8269/2010 αγωγή, ε) αναγνώρισε ότι αμφότερες οι εναγόμενες εταιρίες με τις επωνυμίες ...

και ..., ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, οφείλουν στον ενάγοντα 48.910 ευρώ και η πρώτη τούτων επί πλέον το ποσό των 15.699 ευρώ, με το νόμιμο τόκο όπως αναφέρεται στο σκεπτικό και στ) υποχρέωσε αμφότερες τις εναγόμενες, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, να καταβάλουν στον ενάγοντα από το πιο πάνω ποσό των 48.910 ευρώ το μικρότερο εκείνο των 6.702 ευρώ και την πρώτη τούτων εταιρία με την επωνυμία ...

από το πιο πάνω ποσό των 15.699 ευρώ, το μικρότερο εκείνο των 2.702,07 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού αυτή (αναίρεση) κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 15.3.2019, ενώ, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης που δημοσιεύτηκε στις 4.4.2017 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 § 4 του ν.δ. 4020/1959 (η οποία § 4 διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το ν. 435/1976) είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για υπερωρίες θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές.

Από την ίδια διάταξη εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση συμφωνίας καταλογισμού στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές, όσων προσαυξήσεων δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας ή ιδιόρρυθμης υπερωρίας (ΑΠ 361/2020, ΑΠ 180/2015, ΑΠ 1254/2013).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις της υπ' αρ. 8900/1945 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ιδίων Υπουργών, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του β.δ. 748/1966, προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 του νόμιμου μηνιαίου μισθού του και στην περίπτωση που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση, σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί, δικαιούται επιπλέον και την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή κάθε τι που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα προσόντα και τις ικανότητες του απασχοληθέντος, τον οποίο θα προσελάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου την ημέρα αυτή (ΑΠ 64/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 680/2018, ΑΠ 930/2013), χωρίς όμως για τον υπολογισμό της ωφέλειας, να λαμβάνονται οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του απασχοληθέντος (ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 66/2007).

Εξάλλου, στα άρθρα 1 § 2 και 2 § 2 της κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 εκδοθείσας 25825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας με την οποία αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν οι 8900/1946 και 18310/1946 Υπουργικές αποφάσεις, που προβλέπουν την προσαύξηση των αποδοχών των κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες και κατά τις νύκτες εργαζόμενων μισθωτών, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων.

Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται μόνον ο εκ μέρους του εργοδότη, μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών, προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες. Αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές κλπ, κατά τη διάρκεια της σύμβασης.

Μια τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νομίμων ή παρανόμων / κατ' εξαίρεση υπερωριών η οποία κατά τα άνω είναι άκυρη), δεν αντίκειται στην εκ των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, συναγόμενη αρχή, κατά την οποία, είναι άκυρη κάθε σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου υποκρύπτουσα παραίτηση του τελευταίου από νόμιμες αξιώσεις του (ΑΠ 754/2014), εφόσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις, ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (Ολ ΑΠ 87/1971, ΑΠ 930/1990, ΑΠ 1645/2018, ΑΠ 180/2015).

Ομοίως, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή, ο εργοδότης που καταβάλλει συμβατικές αμοιβές ανώτερες από τις νόμιμες με βάση συμφωνία καταλογισμού της επί πλέον διαφοράς με μελλοντικές απαιτήσεις κατά τα Σάββατα επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ), διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να εφαρμόσει την έγκυρη αυτή σύμβαση, δεσμευόμενος μόνο να μη περιορίσει μονομερώς το συμβατικό μισθό (ΑΠ 1534/2004).

Σε περίπτωση που καταρτίζεται μεταξύ των μερών η κατά τα προαναφερθέντα συμφωνία περί καταλογισμού των τυχόν αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, δεν απαιτείται για την εγκυρότητα της συμφωνίας ο προσδιορισμός των επί μέρους ποσών ανά μήνα (πέραν των οφειλομένων νομίμων αποδοχών) που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού για παροχή υπερεργασιακής νυκτερινής κλπ εργασίας, ο οποίος μάλιστα κατά το χρόνο κατάρτισης της σχετικής συμφωνίας είναι συνήθως άδηλος, εξαρτώμενος από τις μέλλουσες να ανακύψουν ανάγκες της επιχείρησης για την παροχή της εν λόγω εργασίας σε συγκεκριμένο χρόνο στο μέλλον, ούτε τούτο συνιστά στοιχείο του ορισμένου της προβαλλόμενης από τον εργοδότη σχετικής ένστασης καταλογισμού, οσάκις το σύνολο των εν λόγω αξιώσεων του μισθωτού για τις πιο πάνω αιτίες υπερκαλύπτεται από τις καταβαλλόμενες, πέραν των νομίμων, υπέρτερες αποδοχές.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. 3.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που είναι πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικών Έργων της Σχολής ..., προσλήφθηκε στις 11.1.2000 από την τεχνική εταιρία με την επωνυμία "..." (παλαιά) και ..., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τεχνολόγος μηχανικός επί οκτάωρο ημερησίως και επί πενθήμερο εβδομαδιαίως [. . .].

Κατά την πρόσληψή του από την προαναφερόμενη αρχική εργοδότριά του, ο μισθός του ενάγοντος συμφωνήθηκε στις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές των 1620 ευρώ από 1.1.2005, των 2100 ευρώ από 1.8.2005, των 2500 ευρώ από 1.5.2007 και των 2590 ευρώ από 1.5.2008, με την πρόσθετη, άτυπη μεν, πλην ρητή και σαφή, συμφωνία των μερών ότι σε περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου του, οι οφειλόμενες προσαυξήσεις και αποζημιώσεις που δικαιούται για την πρόσθετη απασχόλησή του λόγω ιδιόρρυθμης υπερωρίας ή υπερεργασίας, παροχής εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές θα συμψηφίζεται στις υπέρτερες αποδοχές.

Η συμφωνία αυτή που αποτελεί μια μορφή παραίτησης από το μισθό, αποτελεί συμβατικό συμψηφισμό μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη, ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις και είναι έγκυρη, καθόσον αφορά αξιώσεις του ενάγοντος μισθωτού προς καταβολή συμβατικών αποδοχών πέραν των ελαχίστων νόμιμων αποδοχών, ως προς τις οποίες επιτρέπεται παραίτηση και δεν αντίκειται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αφού δεν θίγονται οι ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του, ως προς τις οποίες απαγορεύεται η παραίτηση, όπως είναι οι αξιώσεις για την καταβολή του νόμιμου μισθού.

Οι εναγόμενες με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά πρότειναν την ένσταση του συμβατικού συμψηφισμού για τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος που αφορούν ιδιόρρυθμη υπερωρία, υπερεργασία, εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές με τις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, που συμφώνησαν κατά την κατάρτιση της εργασιακής σύμβασης να του καταβάλουν και την ανέπτυξαν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, επικαλούμενες την πρόσθετη συμφωνία που προαναφέρεται [. . .].

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή κατά τους θερινούς, κατά την εργοδότρια εταιρία, μήνες (ήτοι από Μάιο έως Σεπτέμβριο), ανεξάρτητα από τους θεωρούμενους ημερολογιακώς τέτοιους, από ώρας 07:00 έως 19:00 δηλαδή επί 12 ώρες ημερησίως και κατά τους χειμερινούς μήνες (ήτοι από Οκτώβριο έως Απρίλιο) από ώρας 07:30 έως 17:30 δηλαδή επί 10 ώρες ημερησίως, καθώς και 3 Σάββατα μηνιαίως και μία Κυριακή το μήνα επί 8ωρο, ήτοι από τις 07:00 ή 07:30 το πρωί (ανάλογα αν επρόκειτο για θερινό ή χειμερινό μήνα) έως 15:00 ή 15:30 το απόγευμα, αντίστοιχα.

Δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι εργαζόταν περισσότερο και δη 14 ώρες ημερησίως και επί περισσότερους μήνες, ούτε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι εργαζόταν λιγότερες ώρες και δη επί 10 ώρες τους θερινούς μήνες και επί 9 ώρες τους χειμερινούς μήνες [. . .]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο βασικός μισθός του ενάγοντος με βάση τις από 22.07.2004, από 03.07.2006 και από 03.04.2008 ΣΣΕ και ΔΑ 28/2003 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις μελετητικές και εργοληπτικές τεχνικές επιχειρήσεις όλης της χώρας, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, ανέρχονται με επίδομα προϋπηρεσίας από 9-12 έτη {αφού αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε προϋπηρεσία από 13.06.1995} από 01.01.2005 έως 28.02.2005 στο ποσό των 1.047,2 ευρώ, έκτοτε δε και έως 31.12.2005 σε 1.143,56 ευρώ, έκτοτε δε και έως 30.06.2005 (ενν. 30.6.2006) σε 1.176,93 ευρώ, έκτοτε δε και έως 28.02.2007 σε 1.211,89 ευρώ, έκτοτε δε και έως 30.06.2007 σε 1.273,69 ευρώ, έκτοτε δε και έως 31.12.2007 σε 1.350,99 ευρώ, έκτοτε δε και έως 31.08.2008 σε 1.432,04 ευρώ, ενώ χωρίς τα επιδόματα προϋπηρεσίας, οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονται στις αντίστοιχες πιο πάνω περιόδους σε 876,02 ευρώ, σε 931,62 ευρώ, σε 943,41 ευρώ, σε 971,71 ευρώ, σε 1021,26 ευρώ και σε 1082,53 ευρώ.

Με βάση τα προαναφερόμενα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε από Μάιο έως Σεπτέμβριο 60 ώρες εργασίας την εβδομάδα και κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα του έτους 50 ώρες την εβδομάδα από τις οποίες οι 3 ώρες αποτελούν ιδιόρρυθμη υπερωρία υπό την ισχύ του ν.2874/2000 και αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% και οι 17 ή 7 ώρες, αντίστοιχα, παράνομη υπερωρία που αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%, ενώ από 01.10.2005 και εφεξής υπό την ισχύ του ν.3385/2005 οι 5 ώρες αποτελούν υπερεργασία και αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και οι 15 ή 5 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρία και αμείβονται με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε άδεια πραγματοποίησης υπερωριών.

Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 01.01.2005 έως 28.02.2005 για ιδιόρρυθμη υπερωρία174,96 ευρώ, για αποζημίωση Σαββάτων και Κυριακών 140,16 ευρώ και για προσαύξηση Κυριακής 37,69 ευρώ και με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.047,2 ευρώ, εδικαιούτο 1400,01 ευρώ, ενώ έλαβε 1.620 ευρώ, κατά τα συμφωνηθέντα, για το διάστημα από 01.03.2005 έως 30.07.2005 για ιδιόρρυθμη υπερωρία 174,96 ευρώ, για αποζημίωση Σαββάτων και Κυριακών 149,05 ευρώ και για προσαύξηση Κυριακής 41,16 ευρώ και με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.143,56 ευρώ εδικαιούτο 1.508,73 ευρώ, ενώ έλαβε 1.620 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 01.08.2005 έως 30.09.2005 για ιδιόρρυθμη υπερωρία 226,8 ευρώ, για αποζημίωση Σαββάτων και Κυριακών 149,05 ευρώ και για προσαύξηση Κυριακής 41,16 ευρώ και με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.143,56 ευρώ εδικαιούτο 1.560,57 ευρώ, ενώ έλαβε 2.100 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 01.10.2005 έως 31.12.2005 για υπερεργασία 315 ευρώ, για αποζημίωση Σαββάτων και Κυριακών 149,05 ευρώ και για προσαύξηση Κυριακής 41,16 ευρώ και με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.143,56 ευρώ, εδικαιούτο 1.648,77 ευρώ, ενώ έλαβε 2.100 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2006 έως 30.06.2006 για υπερεργασία 315 ευρώ, για αποζημίωση Σαββάτων και Κυριακών 150,94 ευρώ και για προσαύξηση Κυριακής 42,36 ευρώ και με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.176,93 ευρώ, εδικαιούτο 1.685,23 ευρώ, ενώ έλαβε 2.100 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 01.07.2006 έως 28.02.2007 για υπερεργασία 315 ευρώ, για αποζημίωση Σαββάτων και Κυριακών 155,47 ευρώ και για προσαύξηση Κυριακής 43,62 ευρώ και με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.211,89 ευρώ, εδικαιούτο 1.724,72 ευρώ, ενώ έλαβε 2.100 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 01.03.2007 έως 30.04.2007 για υπερεργασία 315 ευρώ, για αποζημίωση Σαββάτων και Κυριακών 163,4 ευρώ και για προσαύξηση Κυριακής 45,84 ευρώ και με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.273,69 ευρώ, εδικαιούτο 1.797,93 ευρώ, ενώ έλαβε 2.100 ευρώ, για το διάστημα από 01.05.2007 έως 30.06.2007 για υπερεργασία 450 ευρώ, για αποζημίωση Σαββάτων και Κυριακών 163,4 ευρώ και για προσαύξηση Κυριακής 45,84 ευρώ και με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.273,69 ευρώ, εδικαιούτο 1.932,93 ευρώ, ενώ έλαβε 2.100 ευρώ, για το διάστημα από 01.07.2007 έως 31.12.2007 για υπερεργασία 450 ευρώ, για αποζημίωση Σαββάτων και Κυριακών 163,4 ευρώ και για προσαύξηση Κυριακής 48,63 ευρώ και με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.350,99 ευρώ, εδικαιούτο 2.013,02 ευρώ, ενώ έλαβε 2.500 ευρώ, για το διάστημα από 01.01.2008 έως 30.04.2008 για υπερεργασία 450 ευρώ, για αποζημίωση Σαββάτων και Κυριακών 173,2 ευρώ και για προσαύξηση Κυριακής 51,55 ευρώ και με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.432,04 ευρώ, εδικαιούτο 2.106,79 ευρώ, ενώ έλαβε 2.500 ευρώ, για το διάστημα από 01.05.2008 έως 31.08.2008 για υπερεργασία 466,2 ευρώ, για αποζημίωση Σαββάτων και Κυριακών 173,2 ευρώ και για προσαύξηση Κυριακής 51,55 ευρώ και με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.432,04 ευρώ, εδικαιούτο 2.122,99 ευρώ, ενώ έλαβε 2.590 ευρώ.

Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε αποδοχές κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, που υπερβαίνουν τα πιο πάνω ελάχιστα νόμιμα ποσά αμοιβών και συνεπώς, το σχετικό κονδύλι που αφορά διαφορές αποδοχών είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού κατά τη συμφωνία του με την εργοδότριά του, που αποδείχθηκε, κατά τα άνω, οι υπέρτερες των νομίμων αποδοχές καλύπτουν και τις αμοιβές του για ιδιόρρυθμη υπερωρία, υπερεργασία, εργασία κατά την έκτη ή έβδομη ημέρα της εβδομάδος και την Κυριακή και επήλθε αυτοδικαία απόσβεσή τους, λόγω του συμβατικού συμψηφισμού, από τότε που οι σχετικές αξιώσεις του γεννήθηκαν και συνυπήρξαν με τις υπέρτερες αποδοχές του [. . .] Συνεπώς, η ένσταση που οι εναγόμενες πρότειναν παραδεκτώς πρωτοδίκως, με καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και ανέπτυξαν στις προτάσεις τους, περί συμφωνίας καταλογισμού (συμβατικός συμψηφισμός) των αιτουμένων αμοιβών του ενάγοντος για ιδιόρρυθμη υπερωρία, υπερεργασία, αποζημίωση για εργασία έκτης, έβδομης ημέρας και εργασία και προσαύξηση Κυριακής στις υπέρτερες των νομίμων αμοιβές, που συμφωνήθηκε να καταβάλλονται για τον σκοπό αυτόν στον ενάγοντα, αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη και μετά την ουσιαστική παραδοχή της, τα σχετικά κονδύλια είναι απορριπτέα, ως ουσία αβάσιμα και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο ενάγων με τον σχετικό τρίτο (3ο) λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". 4.- Έτσι που έκρινε ανελέγκτως το Εφετείο, και ειδικότερα ότι κατά την πρόσληψη του ενάγοντος από την προαναφερόμενη αρχική εργοδότριά του, ο μισθός του συμφωνήθηκε στις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές των 1620 ευρώ από 1.1.2005, των 2100 ευρώ από 1.8.2005, των 2500 ευρώ από 1.5.2007 και των 2590 ευρώ από 1.5.2008, με την πρόσθετη, άτυπη μεν, πλην ρητή και σαφή, συμφωνία των μερών ότι σε περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου του, οι οφειλόμενες προσαυξήσεις και αποζημιώσεις που δικαιούται για την πρόσθετη απασχόλησή του λόγω ιδιόρρυθμης υπερωρίας ή υπερεργασίας, παροχής εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές θα συμψηφίζεται στις υπέρτερες αποδοχές, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 § 4 ν.δ. 4020/1959, 4 Ν. 2874/2000, 1 Ν 3385/2005, ΥΑ 8900/1945, όπως ερμηνεύτηκε με την ΥΑ 25825/1951, 10 παρ. 1 βδ 749/1966, 679, 664, 174, 178 ΑΚ.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί στις προαναφερόμενες παραδοχές της η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ". . . λαθεμένα το νόμο εφάρμοσε που δέχτηκε, ότι στον υψηλότερο του νομίμου, καταβαλλόμενο μισθό συμφωνήθηκε να συμψηφίζονται και οι αμοιβές από την ιδιόρρυθμη υπερωρία, υπερεργασία, εργασία μου σε Σάββατα και Κυριακές στον υψηλότερο του νόμιμου συμφωνηθέντα και καταβαλλόμενο μισθό μου και τούτο διότι δεν αναφέρει την ημεροχρονολογία της συμφωνίας καταλογισμού των αμοιβών από τις ώρες υπερεργασίας, εργασίας σε Σάββατα και Κυριακές και με ποιο νόμιμο εκπρόσωπο των αναιρεσιβλήτων έγινε η συμφωνία και επίσης δεν προσδιορίζει το ποσό της αμοιβής καθενός μηνός από τις εργασιακές αυτές αιτίες που συμφωνήθηκε να καταλογίζονται στον υψηλότερο, του νομίμου, κάθε φορά καταβαλλόμενο μισθό μου, αφού κατά την πρόσληψή μου δεν έγινε τέτοια συμφωνία όπως τούτο αποδεικνύεται από το από 13.1.2000 έγγραφο αναγγελίας στην επιθεώρηση Εργασίας της εταιρίας ...

και εργοδότη μου. . .", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού για την εγκυρότητα της συμφωνίας αυτής που αποτελεί μια μορφή παραίτησης από το μισθό, δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το ποσό της αμοιβής καθενός μηνός από τις εργασιακές αυτές αιτίες που συμφωνήθηκε να καταλογίζονται στον υψηλότερο μισθό, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο ενάγων - αναιρεσείων, συγχέοντας την ανωτέρω ένσταση καταλογισμού, με την ένσταση εξοφλήσεως.

Εξάλλου, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές, το σύνολο των καταβαλλομένων αποδοχών μηνιαίως, υπερκάλυπτε τις λοιπές ως άνω αξιώσεις του αναιρεσείοντος. Σημειώνεται ότι αναφέρεται τόσο η ημερομηνία κατάρτισης της συμφωνίας αυτής (11.1.2000), όσο και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας που συμβλήθηκε για λογαριασμό της στην κατάρτιση της συμφωνίας αυτής (Χ.

Γ.). Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα με επίκληση αποδεικτικών μέσων, ως προς την κατάρτιση της συμφωνίας αυτής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 5.- Το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν (άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ).

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εφ' όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους.

Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων] απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και, ιδίως, έγγραφο δηλ.

για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.

Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως [ή μη] αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, Ολ ΑΠ 2/2008). Για να είναι ορισμένος [παραδεκτός] ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει, στο δικόγραφο της αναιρέσεως [άρθρα 495 παρ.1, 118 παρ.4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 562 ΚΠολΔ], να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και νόμιμη προσκόμισή τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν, με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ.

ότι ο ισχυρισμός είναι λυσιτελής, που επιδρά στο διατακτικό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 193/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 112/2008).

6.- Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν έλαβε υπ' όψη τα παρακάτω έγγραφα, αν και νομίμως προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα: (α).- Το από 13.1.2000 έγγραφο αναγγελίας της πρόσληψής του στην Επιθεώρηση Εργασίας, β) την υπ' αριθμ. 1208/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την αναίρεση των αναιρεσιβλήτων (ενν.

των αναιρεσειουσών εταιριών) και επικύρωσε τη με αριθμό 868/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (επί αγωγής άλλου συναδέλφου του), γ) τις μηνιαίες μισθοδοτικές αποδείξεις πληρωμής - εκκαθαρίσεις των ετών από το 2005 έως το έτος 2010, στις οποίες αναγράφεται ο τακτικός μισθός του, δ) το από 1.11.2002 Ιδιωτικό Συμφωνητικό με την (αρχική) εργοδότρια εταιρία "..." ε) το από 1.9.2008 Ιδιωτικό Συμφωνητικό - Σύμβαση Δανεισμού με την (αρχική) εργοδότρια ...

με το οποίο συμφωνήθηκε να εργασθεί με δανεισμό στην εταιρία ... και στ) το από 1.7.2009 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Μεταβίβασης Εργασιακής Σχέσης με το οποίο συμφωνήθηκε με την εργοδότριά του ... και με την Κοινοπραξία "... - ... ... και δ.τ. "...", η μεταβίβαση της εργασιακής του σχέσης στην Κοινοπραξία αυτή και στην οποία εργάστηκε μέχρι 8.9.2010 που του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του.

Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1576/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του παραδεκτού δεύτερου λόγου αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτει ότι περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη "όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα", από την οποία (βεβαίωση), σε συνδυασμό και με το όλο, χωρίς αντιφάσεις ή ανεπάρκειες, περιεχόμενο αυτής, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, προς σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας, έλαβε υπ' όψη και τα παραπάνω υπό στοιχεία (α), (β), (γ), (δ), (ε) και (στ)έγγραφα.

Συνεπώς και κατά τα γενόμενα δεκτά στη νομική σκέψη, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

7.- Κατά το άρθ.1§§1 και 2 ν.435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νόμιμα πέραν από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δηλ.

εργασία που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διάταξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ.3 ν.δ.515/1970, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν του πλουτισμού που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους.

Περαιτέρω, με το άρθ.6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ με την 11770/1984 ΥΑ, ΦΕΚ Β' 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1.1.1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχόλησης πέραν από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλ.

της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθ.9 της απόφασης 1/1982 ΔΔΔΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθ.29 ν.1346/1983. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι: (α) Ως προς την συνδρομή της υπερεργασίας, με την παραπάνω έννοια, κριτήριο αποτελεί και λαμβάνεται υπόψη όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και δη η πραγματοποιούμενη κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες εξαιρετέες ημέρες, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια (ως εκ τούτου δε οι ώρες της εργασίας κατά τις Κυριακές ή άλλες εξαιρετέες ημέρες, όπως τα Σάββατα δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνον αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας) και συνεπώς ο απασχολούμενος με καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών την εβδομάδα πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την αντίστοιχη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), αν η εβδομαδιαία απασχόλησή του υπερβαίνει κατά της ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών (β) Ως προς την συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθ.1 ν.435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία, με την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των 8 ωρών ημερησίως (ή πέραν των 9 ωρών για όσους απασχολούνται επί πενθήμερο με τους όρους του 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας (υπερωρίας) με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.

Ειδικά για τους εργαζομένους με το σύστημα της 5νθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι την συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαία, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των 6 ημερών ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι την συμπλήρωση των 48 ωρών την εβδομάδα.

Για τους ίδιους εργαζομένους και ανάλογα με το σύστημα των 5 ή 6 ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή των 8 ωρών αντίστοιχα. Από 1.4.2001, σύμφωνα με το άρθ.4 ν.2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30.9.2005, όταν αντικαταστάθηκε από το άρθ.1 ν.3385/2005), σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση 5 ωρών την εβδομάδα και κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν το 48ωρο, στις επιχειρήσεις δε αυτές ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για 3 ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα).

Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση, από 1.4.2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (άρθρο 4§§2 και 4 του νόμου αυτού). Από 1.4.2001 η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.

Η έκφραση του νόμου, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνο η υπέρβαση του ανωτάτου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχόλησης του μισθωτού, το οποίο και μετά την 1.4.2001 εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή 9ωρο επί πενθημέρου.

Επομένως, για τους εργαζομένους με το σύστημα της 5νθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του ν.2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης με το άρθρο 4 του ν.2874/2000 ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των 5 ωρών εβδομαδιαίας υπερεργασιακής απασχόλησης το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί 48) ώρες με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Από 1.4.2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προοσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθ.1 ν.435/1976.

Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησης δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα (δηλ. για κάθε ώρα προσαύξηση 150% επ' αυτού). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959, είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία οι αμοιβές ή αποζημιώσεις που οφείλονται στο δεύτερο για νόμιμη ή παράνομη υπερωρία θα καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την καταβολή αποδοχών, που είναι υψηλότερες από τις ελάχιστες νόμιμες.

Από την ίδια διάταξη εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση συμφωνίας καταλογισμού στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές, όσων προσαυξήσεων δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας ή ιδιόρρυθμης υπερωρίας (ΑΠ 361/2020, ΑΠ 1117/2017, ΑΠ 180/2015, ΑΠ 53/2015). 8.- Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959, σε συνδυασμό με τις παρ. 1-5 του άρθρου 4 του ν. 2874/2000 "Προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις", δεχόμενο κατά τα ανωτέρω, ότι στη συμφωνία καταλογισμού στον υψηλότερο του νομίμου καταβαλλόμενο μισθό του, περιλαμβάνεται και η ιδιόρρυθμη υπερωρία που πραγματοποιούσε 3 ώρες την εβδομάδα, κατά το χρονικό διάστημα ισχύος του ν. 2874/2000, ήτοι από 1.1.2005 έως 30.9.2005.

Σύμφωνα όμως, με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, σε συνδυασμό και με τις παραδοχές του εφετείου που εκτίθενται ανωτέρω, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η συμφωνία καταλογισμού στις καταβαλλόμενες αποδοχές του ενάγοντος, των αξιώσεών του για αμοιβές και προσαυξήσεις λόγω ιδιόρρυθμης υπερωρίας κατά το ν. 2874/2000, είναι νόμιμη, αφού οι αποδοχές αυτές ήσαν κατά πολύ ανώτερες από εκείνες που είχαν ορισθεί στη σύμβαση ως συμφωνημένος μισθός και τις υπερκάλυπταν.

Σημειώνεται ότι δεν είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού με την οποία οι αμοιβές ή αποζημιώσεις που οφείλονται στο δεύτερο για ιδιόρρυθμη υπερωρία, θα καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την καταβολή αποδοχών, που είναι υψηλότερες από τις ελάχιστες νόμιμες, αφού όπως προκύπτει εξ αντιδιαστολής η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959, απαγορεύει τον καταλογισμό στις υπέρτερες αποδοχές μόνον της νόμιμης ή παράνομης υπερωρίας και όχι και της ιδιόρρυθμης υπερωρίας, που αντικατέστησε την υπερεργασία και προσομοιάζει με αυτήν και όχι με νόμιμη ή παράνομη υπερωρία. 9.- Από το συνδυασμό των διατάξεων της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και των άρθρων 1 παρ. 2, 7 παρ. 1στ και 10 του Β.Δ. 748/1966 προκύπτει ότι ο μισθωτός που εργάζεται κατά Κυριακή, ανεξαρτήτως αν επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει 75% προσαύξηση επί του 1/25 του μηνιαίου μισθού του και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση κατ' άλλη εργάσιμο ημέρα της αρξάμενης την Κυριακή εβδομάδας, καθοριζόμενης από τον εργοδότη, σε περίπτωση δε μη χορήγησης της εν λόγω αναπληρωματικής ανάπαυσης, για την οποία δεν απαιτείται από το νόμο αίτηση του εργαζόμενου, δικαιούται αυτός την ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης από την πιο πάνω εργασία, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, όπως ήδη ανωτέρω προαναφέρθηκε (ΑΠ 64/2020, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 920/2017, ΑΠ 1418/2015, ΑΠ 983/2013).

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 250 αρ. 6 και 17, 251 και 253 του ΑΚ, η αξίωση για μισθούς και άλλες περιοδικώς επαναλαμβανόμενες παροχές από σύμβαση εργασίας παραγράφεται σε πέντε έτη. Η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος, εντός του οποίου συμπίπτει η γέννηση εκάστης αξίωσης και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Κατά τη διάταξη, όμως, του άρθρου 249 του ΑΚ "Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια". Στην περίπτωση αυτή, εφόσον πρόκειται για αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού και όχι για αξίωση μισθού (ΑΠ 1719/2010), δεν ισχύει η βραχυπρόθεσμη πενταετής παραγραφή της ΑΚ 250 αρ. 17, αλλά η κοινή εικοσαετής της ΑΚ 249 (Ολ ΑΠ 23/1963, ΑΠ 1150/2007, ΑΠ 1719/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι "δέχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας μου ήταν έγκυρη και συνεπώς και η παροχή της εργασίας μου τις Κυριακές ήταν νόμιμη και η αποζημίωση αυτή έχει χαρακτήρα μισθού και υπάγεται στην 5ετή παραγραφή.

Σύμφωνα όμως με τις πιο πάνω διατάξεις η παροχή της εργασίας μου σε Κυριακές ήταν παράνομη ως απαγορευμένη από κανόνα δημόσιας τάξης, όπως προείπα, και για τούτο άκυρη και συνεπώς η αξίωσή μου αυτή της αποζημίωσης για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής μου, που δεν έχει το χαρακτήρα μισθού, και που έχει βάση τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εμπίπτει στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, η οποία αρχίζει από την επομένη που κατέστη απαιτητή και δικαστικά επιδιώξιμη (άρθρο 251 ΑΚ)".

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον το συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, μέρος δέχθηκε ότι: ". . .απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο 5ος λόγος της έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο ισχυρίζεται ότι έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε παραγεγραμμένες τις αξιώσεις του, που αφορούσαν την αποζημίωσή του για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης λόγω εργασίας επί τρεις Κυριακές το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1.11.2000 έως 31.12.2004.

Και τούτο διότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας τις άνω αξιώσεις του ως παραγεγραμμένες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, καθόσον οι ένδικες αξιώσεις, που όπως ιστορείται στην αγωγή, πηγάζουν από έγκυρη σύμβαση εργασίας (σε αντίθεση με εκείνες που πηγάζουν από άκυρη σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας) έχουν χαρακτήρα μισθού και ανεξάρτητα από τη νομική βάση θεμελίωσής τους, υποκύπτουν στην 5ετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, η οποία στην προκειμένη περίπτωση συμπληρώθηκε στις 31.12.2009, ήτοι πριν την επίδοση της ένδικης αγωγής στις 29.12.2010 (όπως προκύπτει από την 6928Δ/29.12.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.

Λ.)". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 7 παρ. 1στ και 10 του Β.Δ. 748/1966, 249, 904 ΑΚ και των διατάξεων της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ως προς την αξίωση του αναιρεσείοντος για τη μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης λόγω εργασίας τρεις Κυριακές ανά μήνα της περιόδου από 11.1.2000 έως 31.12.2004, θεωρώντας αυτήν ως παραγεγραμμένη, λόγω παρόδου πενταετίας από της γεννήσεώς, αφού κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, πρόκειται για αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, που υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. 10.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και ακολούθως να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ήτοι κατά το μέρος που δέχθηκε την περί παραγραφής ένσταση της αναιρεσίβλητης για την παραπάνω αξίωση του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, λόγω της κατά ένα μέρος νίκης και ήττας τους (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, τη με αριθμό 1576/4.4.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022. Και,

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ