Legislator Case Law & Legislation
1574/2017 AI generated

1574/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1574/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1574/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 3-9-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της ...2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 364/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
excessive speed illegal overtaking manoeuvre traffic violation extreme speeding offence driving whilst disqualified motorcycle road accident
AI generated
1259/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
417/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3357/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 664/2012 μη οριστική και 5675/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-8-2013 αίτησή της.
50/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
530/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
60/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1574 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1574/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Δ. Γ. του Σ. και 2) Ν. Κ. του Ε., συζ. Δ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Κωνσταντίνου.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Κ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", λόγω συγχώνευσης με σύσταση νέας εταιρίας, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κρίκο, η 2η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο και η 3η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κρίτωνα Μεταξόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 9-10-2011 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 6-2-2012 κύρια παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ν.π.δ.δ. "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2595/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 364/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 3-9-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της ...2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 364/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνια δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 Κ.Ο.Κ. "...Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...".

Κατά το άρθρο 17 Κ.Ο.Κ. "1. Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας... 3. Το προσπέρασμα απαγορεύεται γενικά στις εξής περιπτώσεις:..., γ) Όταν η λωρίδα κυκλοφορίας, την οποία θα χρησιμοποιήσει ο οδηγός κατά το προσπέρασμα, δεν είναι ελεύθερη σε αρκετή απόσταση μπροστά του, κατά τρόπο ώστε, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς ταχύτητας του οχήματός του, κατά το χρόνο του προσπεράσματος, και εκείνης των οχημάτων, τα οποία προτίθεται να προσπεράσει, να μην εκθέσει σε κίνδυνο ή παρεμποδίσει τους ερχόμενους αντίθετα... 5.

Ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως". Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 Κ.Ο.Κ. "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάδε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 Κ.Ο.Κ "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".

Κατά το άρθρο 21 Κ.Ο.Κ. "1. Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.

Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης.... 3. Η προειδοποίηση που δίνεται με τους δείκτες κατεύθυνσης επιβάλλεται να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια του ελιγμού και να παύει όταν ολοκληρωθεί ο ελιγμός".

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 10-2-2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες ισχυριζόμενοι ότι από τη σύγκρουση της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, που οδηγούσε ο πρώτος τούτων, με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της δεύτερης εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία. "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος, Κ. Β. και ήταν ασφαλισμένο στην πρώτη εναγομένη, που οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω οδηγού του αυτοκινήτου, προκλήθηκε ο σοβαρός τραυματισμός του πρώτου ενάγοντος και η ολοσχερής καταστροφή της μοτοσικλέτας, ζήτησαν, μετά το νόμιμο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικού σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι τους οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο δε τούτων και ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 Α.Κ.

Η αγωγή συνεκδικάσθηκε με την από 9-10-2011 ανακοίνωση της ... προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και την από 6-2-2012 κύρια παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά των εναγομένων με την κύρια αγωγή, αλλά και κατά του οδηγού της μοτοσικλέτας. Με την 2595/2012 απόφασή του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε συνυπαίτιους.

του ένδικου ατυχήματος τον εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 65%, και τον ενάγοντα οδηγό της μοτοσικλέτας, κατά ποσοστό 35%, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και στο σύνολό της την κύρια παρέμβαση -παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησαν εφέσεις α) η πρώτη εναγομένη εταιρεία, β) ο οδηγός του ΙΧΕ Κ.

Β. και γ) η δεύτερη εναγομένη εταιρεία, ενώ οι αναιρεσείοντες άσκησαν διά των προτάσεων αντεφέσεις. Επ’ αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνυπαίτιους τους δύο οδηγούς για το ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά τα αυτά ποσοστά, ήτοι τον εναγόμενο οδηγό του ασφαλισμένου στην εναγομένη αυτοκινήτου κατά 65% και τον αναιρεσίβλητο οδηγό της μοτοσικλέτας κατά 35%, έκρινε επίσης ότι η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου ευθύνεται μέχρι την αξία του, ήτοι μέχρι το ποσό των 25.000 ευρώ, δέχθηκε τις εφέσεις, απέρριψε κατ’ ουσίαν τις αντεφέσεις και δέχθηκε εν μέρει τις δύο αγωγές.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία καθώς και ο οδηγός του ασφαλισμένου σ’ αυτήν αυτοκινήτου υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 104.880,01 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 3.225 ευρώ, αμφότερα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει μέχρι του ποσού των 25.000 ευρώ, εις ολόκληρον με τους ανωτέρω, προφανώς μέχρι το ποσό που εκείνοι οφείλουν, στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 285.166,51 ευρώ, στην δε δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 65.575,50 ευρώ, καταβλητέα όπως ορίζεται στην απόφαση.

Τα διαφορετικά ποσά που αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούνται να καταβάλουν οι ως άνω συνυπόχρεοι οφείλονται στο ότι η εναγομένη εταιρεία και ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου προέβαλαν στο Πρωτοδικείο ενστάσεις που δεν προέβαλε η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου καθώς και ότι με τις εφέσεις τους προσέβαλαν κεφάλαια της πρωτόδικης, τα οποία δεν προσέβαλε με έφεση η ιδιοκτήτρια του ΙΧΕ αυτοκινήτου.

Ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 2-9-2009 και περί ώρα 10.30’ π.μ., ο πρώτος ενάγων Δ. Γ. του Σ., φορώντας προστατευτικό κράνος, οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, Ν.

Κ. του Ε., και εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ..., με κατεύθυνση από Αγία Παρασκευή προς Αθήνα και με ταχύτητα περί τα 50 χλμ/ώρα, δεδομένου ότι η κυκλοφορία των οχημάτων τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή στο σημείο εκείνο της οδού ήταν αυξημένη - πυκνή όπως σημειώνεται στη σχετική έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ.

Καισαριανής. Η συγκεκριμένη οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με τρεις λωρίδες ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 20,70 μ., στο συγκεκριμένο δε σημείο είναι ευθεία και η ορατότητα είναι καλή. Στον αυτό τόπο και χρόνο, με την ίδια κατεύθυνση, κινείτο και ο τρίτος εναγόμενος, Κ. Β. του Γ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης εταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης με την επωνυμία "... Α.Ε.", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κατόχου του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.". O τρίτος εναγόμενος (Κ. Β.) εκινείτο περί τα 20 μέτρα έμπροσθεν του πρώτου ενάγοντος, στην άκρη της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού, με πρόθεση να εισέλθει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, χωρίς όμως να ενεργοποιήσει το σχετικό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας).

Πράγματι, ο προαναφερόμενος τρίτος εναγόμενος Κ. Β. άλλαξε απότομα και αιφνίδια, χωρίς καμία προειδοποίηση προς τους άλλους χρήστες της οδού, λωρίδα κυκλοφορίας, καταλαμβάνοντας μεγάλο μέρος της μεσαίας λωρίδας, στην οποία κινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο αυτόπτης μάρτυρας Ε. Α. και ο οποίος, αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τον τρίτο εναγόμενο, τον ενημέρωσε με ηχητική προειδοποίηση για τον κίνδυνο σύγκρουσης μαζί του.

Κατόπιν τούτου, ο τρίτος εναγόμενος επιχείρησε να εισέλθει εκ νέου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, απροειδοποίητα και με απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των υπολοίπων οχημάτων, ενώ παράλληλα ο πρώτος ενάγων, ο οποίος πίστευε ότι είχε ελευθερωθεί το οδόστρωμα έμπροσθεν αυτού, επιταχύνοντας την πορεία του, ήτοι αναπτύσσοντας ταχύτητα άνω των 70 χλμ/ώρα, παρόλο που αντελήφθη την επάνοδο του τρίτου εναγομένου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, επιχείρησε να προσπεράσει αυτόν, κινούμενος στο άκρο αριστερό μέρος του οδοστρώματος, με συνέπεια να σφηνωθεί ο αριστερός καθρέφτης του οχήματος που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος στη δεξιά πλευρά του τιμονιού της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων και ειδικότερα ανάμεσα στο δεξί του χέρι και στη μανέτα του φρένου.

Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής, δεδομένης και της ταχύτητας των δύο οχημάτων τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ήταν ότι εμποδίστηκε η εμπρόσθια κίνηση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων και αφού σύρθηκε επί του οδοστρώματος, προσέκρουσε με σφοδρότητα πάνω στο αριστερό ρείθρο της διαχωριστικής νησίδας, με συνέπεια ο μεν πρώτος ενάγων να εκτιναχθεί από τη μοτοσικλέτα του και μετά από περιστροφή στον αέρα να επιπέσει επί του οδοστρώματος προς τα αριστερά και συγκεκριμένα στην αριστερή άκρη της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του αντίθετου ρεύματος πορείας (από Αθήνα προς Αγία Παρασκευή), η δε μοτοσικλέτα να εκτιναχθεί και αυτή στο αντίθετο ρεύμα πορείας και στην αριστερή λωρίδα αυτού.

Εν συνεχεία, το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Θ. Α. και κινείτο στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, στο ρεύμα πορείας της Λ. ... από Αθήνα προς Αγία Παρασκευή και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτού, μην προλαβαίνοντας αυτός να αντιδράσει και να αποφύγει εξ ολοκλήρου τον πρώτο ενάγοντα που κείτονταν επί του οδοστρώματος, δεδομένης και της όλως αιφνίδιας πτώσης του τελευταίου στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού, τον ώθησε με τον οπίσθιο αριστερό τροχό του αριστερά προς τη διαχωριστική νησίδα όπου σύρθηκε με την πλάτη στη γωνία του ρείθρου αυτής.

Ως εκ τούτου, εξαιτίας της πρόσκρουσης του οχήματος του τρίτου εναγομένου και της μοτοσικλέτας τού πρώτου ενάγοντος προκλήθηκε ο σοβαρός τραυματισμός του τελευταίου και οι υλικές ζημίες της μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα (αμέλεια) αμφοτέρων των εμπλακέντων οδηγών, που κατανέμεται σε ποσοστό 35% για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Δ.

Γ., και σε ποσοστό 65% για τον οδηγό του IX αυτοκινήτου, Κ. Β.. Η αμέλειά τους συνίσταται στο ότι οι ανωτέρω οδηγοί οδηγούσαν τα οχήματά τους χωρίς να καταβάλλουν την κατ’ αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού και δεν συμμορφώθηκαν προς τους κανόνες οδήγησης. Ειδικότερα η υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι αυτός, μολονότι προτίθετο να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας αρχικά προς τα δεξιά και εν συνεχεία προς τα αριστερά και μολονότι η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη, δεν προειδοποίησε τους λοιπούς χρήστες της οδού, ενεργοποιώντας το σχετικό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας), αντιθέτως επιχείρησε δύο φορές να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας, πραγματοποιώντας αιφνίδιο και απότομο ελιγμό του οχήματός του, αρχικά προς τα δεξιά και μετά προς τα αριστερά, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στη λωρίδα κυκλοφορίας που επιθυμούσε κάθε φορά να εισέλθει και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει αυτό με ασφάλεια, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί ότι, τη στιγμή που επιχειρούσε αλλαγή λωρίδας προς τα αριστερά διερχόταν εξ αριστερών του η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων και να συγκρουσθεί με αυτόν, παραβιάζοντας έτσι τα άρθρα 12 § 1, 19 § εδ.

α’ , 21 §§ 1, 2, 3 και 23 § 4 Κ.Ο.Κ. Συνυπαίτιος όμως, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 35% είναι και ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας (Δ. Γ.), ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, της αμέλειάς του συνισταμένης ειδικότερα στο ότι, επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος μόλις αυτός άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας και εισήλθε από την αριστερή στη μεσαία λωρίδα, χωρίς όμως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να ολοκληρώσει την προσπέρασή του με ασφάλεια και κινούμενος με υπερβολική για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα, άνω των 70 χλμ/ώρα κατά τη στιγμή της προσπέρασης, αν και αντιλήφθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος επιχείρησε εκ νέου αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας προς τα αριστερά, δεν μείωσε την ταχύτητά του ούτε επιχείρησε τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας του ούτε τον προειδοποίησε με ηχητικό σήμα, ως όφειλε και μπορούσε, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στο όχημα που οδηγούσε ό τρίτος εναγόμενος, αλλά εκτίμησε εσφαλμένα ότι προλαβαίνει να τον προσπεράσει και να διέλθει εξ αριστερών του, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση των οχημάτων τους...".

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ορθώς δε υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ’ αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την υπαιτιότητα των δύο οδηγών, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξαν αυτοί στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι για μεν τον οδηγό του ΙΧΕ την, χωρίς προειδοποίηση των λοιπών χρηστών της οδού με ενεργοποίηση του δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, δύο φορές αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας με διενέργεια αιφνίδιων και απότομων ελιγμών του οχήματος, αρχικά προς τα δεξιά και στη συνέχεια προς τα αριστερά, χωρίς έλεγχο της κίνησης των οχημάτων στη λωρίδα κυκλοφορίας που επιχειρούσε να εισέλθει και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, για δε τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας την προσπάθεια να επιχειρήσει υπέρβαση, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, κινούμενος, προσθέτως, με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, την οποία δεν μείωσε, ούτε επιχείρησε τροχοπέδηση, αν και είχε τη δυνατότητα, όταν αντιλήφθηκε τον οδηγό του ΙΧΕ να επιχειρεί να επαναφέρει το όχημά του αριστερά, καθώς και την μη προειδοποίηση του εν λόγω οδηγού του ΙΧΕ με χρήση των ηχητικών οργάνων.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.ΠολΔ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον πρώτο λόγο της ένδικης ...2014 αίτησης αναίρεσης, ο οποίος (λόγος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Καθ’ όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατά τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφασή του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη λόγου αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αντίστοιχος τρίτος λόγος της ένδικης ...2014 αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως παντελώς αόριστος, διότι σ’ αυτήν ουδόλως εκτίθεται, ποια είναι τα μη επιτρεπόμενα ή μη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, που το Εφετείο έλαβε υπόψη, είτε εκείνα που δεν λήφθηκαν υπόψη παρά τη νόμιμη επίκληση και προσκόμισή τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.ΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ’ όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της ένδικης ...2014 αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως εντελώς αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα "πράγματα", που λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν, ούτε εκείνα που προτάθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι έναντι των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή της δικαστικής τους δαπάνης, οι οποίοι παραστάθηκαν με διαφορετικό δικηγόρο έκαστος και κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.10.2014 (αρ. εκθ. κατάθ. ... 2014) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 364/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμούς διπλοτύπων ... (Δημοσίου), και ... (ΤΑΧΔΙΚ) στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκάστου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον καθένα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ