1574/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1574/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας του Πανεπιστημίου Κρήτης (αναιρεσείων) έχει συσταθεί με το π.δ. 432/81 "περί συστάσεως Ειδικών Λογαριασμών αξιοποιήσεως κονδυλίων για την εκτέλεση έργων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Χώρας", το οποίο έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρ. 18 ν. 706/77 "περί προωθήσεως της επιστημονικής ερεύνης και τεχνολογίας".
Full text
Απόφαση 1574 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1574/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας Πανεπιστημίου Κρήτης - ΕΛΚΕ ΠΚ", που εδρεύει στο Ρέθυμνο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σουφαλιδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Ι. και 2) Θ. Ρ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Φουρφουλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/655/ΜΕΙ/ 46/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-8-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 9-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απόφαση με την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο, είναι αναιρετέα σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 16γ. Η αναίρεση στην περίπτωση αυτή της παραδοχής δεδικασμένου βάσει αποφάσεως που αναιρέθηκε κατόπιν είναι συνέπεια της εκ του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ αρχής της αποκαταστάσεως των διαδίκων στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση. Γι' αυτό και ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν η ανατροπή (εξαφάνιση) της αποφάσεως, στην οποία στηρίχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε μετά την τελευταία συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ήδη απόφαση (ΑΠ 1424/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που δημοσιεύθηκε στις 26-2-2010, δέχθηκε, όπως απ' αυτή προκύπτει, ότι από την υπ' αριθμ. 1/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης η οποία αφορούσε την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών των αναιρεσιβλήτων για προγενέστερο χρονικό διάστημα εκείνου της κρινόμενης αγωγής, υπάρχει δεδικασμένο, ως προς την ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων, καθόσον κρίθηκε με αυτή ότι οι αναιρεσίβλητες παρείχαν στο αναιρεσείον υπηρεσίες για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών αυτού, γεγονός που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την υποχρέωση καταβολής των ενδίκων δεδουλευμένων αποδοχών τους για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Όμως η πιο πάνω (1/2007) απόφαση αναιρέθηκε με την 1492/2-11-2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την τελευταία που προσκομίζεται με επίκληση. Επομένως αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι κατά τα προαναφερθέντα βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας του Πανεπιστημίου Κρήτης (αναιρεσείων) έχει συσταθεί με το π.δ. 432/81 "περί συστάσεως Ειδικών Λογαριασμών αξιοποιήσεως κονδυλίων για την εκτέλεση έργων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Χώρας", το οποίο έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρ. 18 ν. 706/77 "περί προωθήσεως της επιστημονικής ερεύνης και τεχνολογίας".
Το προαναφερόμενο π.δ. διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρ. 6 παρ. 4 ν. 1514/85 και στη συνέχεια "τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε" με τη Β1/819/20-21.12.88 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας "Σύσταση Ειδικών Λογαριασμών για τη χρηματοδότηση Ερευνητικών Έργων και σχετικών Υπηρεσιών ή Δραστηριοτήτων που εκτελούνται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ή Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Χώρας", η οποία εκδόθηκε βάσει των διατάξεων των άρ. 6 παρ. 4 και 31 παρ. 6 του ν. 1514/85, του άρ. 18 ν. 706/77 καθώς και των άρ. 23 παρ. 1 και 24 παρ. 1 και 2 περ.
β' του ν. 1558/85 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα". Ο προαναφερόμενος Ειδικός Λ/σμος (αναιρεσείων), σύμφωνα με το ιδρυτικό του π.δ., και όπως ήδη αυτό ισχύει, δεν αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ., έχει όμως ιδίους πόρους (άρ. 2 ΚΥΑ), ίδια όργανα διοικήσεως και διαχειρίσεως (άρ. 3 ΚΥΑ) και ειδικώς προσδιορισμένες αρμοδιότητες του κύριου διοικητικού οργάνου του, της επιτροπής ερευνών (άρ. 4 ΚΥΑ), μεταξύ των οποίων (άρ. 4 παρ. 6 περ.
θ') να "προσλαμβάνει ειδικό προσωπικό για τη στελέχωση της Γραμματείας". Υπό τα δεδομένα αυτά ο αναιρεσείων αποτελεί αποκεντρωμένη υπηρεσία του Πανεπιστημίου Κρήτης, η οποία προσιδιάζει σε αυτοτελές νομικό πρόσωπο, λόγω της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας της (Βλ. άρ. 3 - 8 ΚΥΑ), και συνακόλουθα έχει τόσο την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, όσο και να παρίσταται ενώπιον των δικαστηρίων (άρ. 62 - 64 Κ.Πολ.Δ.).
Εξάλλου, στη σύμβαση εργασίας (άρθρο 648 ΑΚ), τα μέρη αποβλέπουν στην εργασία του μισθωτή καθ' εαυτή, ενώ στη σύμβαση μίσθωσης έργου (άρθρο 681 ΑΚ) στην επίτευξη συγκεκριμένου τελικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων 648, 649, 669, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή όπως ήδη αναφέρθηκε παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος ανήκει στο δικαστήριο το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 559, 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα.
των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων η σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).
Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη αφενός με το ΠΔ 81/2003 το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004 το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.
Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος) το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920 αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης κατά την προαναφερθείσα έννοια και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001) χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001 ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα κατά τα ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Κρήτης, οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες εκθέτουν ότι προσελήφθησαν από το διοικούν όργανο του αναιρεσείοντος Ειδικού Λογαριασμού (Επιτροπή ερευνών), το οποίο αποτελεί, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή όργανο του Πανεπιστημίου Κρήτης, με έγγραφες συμβάσεις εργασίας που κατ' επίφαση και μόνο ονομάστηκαν συμβάσεις έργου, επρόκειτο δε στην πραγματικότητα για συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν για λογαριασμό τόσο του αναιρεσείοντος όσο και του Πανεπιστημίου Κρήτης στις ειδικότητες και με τα καθήκοντα που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του εργοδότη τους, με όμοιο ωράριο με τους λοιπούς μονίμους υπαλλήλους του και με μηνιαίο μισθό, χρησιμοποιώντας τα υλικά και μέσα που τους παρείχε ο εργοδότης τους και εντελώς υποκείμενες στο διευθυντικό δικαίωμά του.
Ο χρόνος έναρξης των συμβάσεων ήταν η 1.5.2002 για την πρώτη ενάγουσα και η 1.1.2003 για την δεύτερη, αυτές δε οι συμβάσεις ανανεώθηκαν διαδοχικά μέχρι και 30.6.2005 και 31.7.2005 αντίστοιχα, οι οποίες πάντως και μετά το χρόνο αυτό συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο και το τελευταίο αποδεχόταν αυτές μέχρι και την έκδοση απόφασης επί της από 31.10.2005 αγωγής τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Πανεπιστημίου Κρήτης και οι προαναφερόμενες συμβάσεις είναι για όσους λόγους αναφέρονται στην αγωγή ενιαίες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθώς και μέχρι την έκδοση και υλοποίηση της με αρ. 136/2004 απόφασης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Διοικητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Κρήτης, οπότε και κρίθηκε ότι αμφότερες οι ενάγουσες πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004 και τελικώς, κατόπιν σχετικής απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, μονιμοποιήθηκαν αμφότερες στις 13.9.2006.
Ότι από τον χρόνο της κατάθεσης της από 31.10.2005 αγωγής, έως την ανωτέρω μονιμοποίησή τους, ο εναγόμενος δεν κατέβαλε σ' αυτές τις νόμιμες αποδοχές τους, μηνιαίου ύψους για την πρώτη ενάγουσα 1580 ευρώ και για την δεύτερη ενάγουσα 1762 ευρώ αν και αποδέχονταν τις υπηρεσίες τους, αναγνωρίστηκε δε με την με αρ. 1/227 4/ΜΕ1/211/2007 απόφαση αυτού του δικαστηρίου ότι οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες εργαζόμενες με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και συμφωνημένο μισθό τον προαναφερόμενο.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν επικαλούμενες αποκλειστικά τις ως άνω συμβάσεις εργασίας τους να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τους δεδουλευμένους μισθούς και δη, στην μεν πρώτη ενάγουσα το ποσό των 16.374,55 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 18.269,64 ευρώ, εντόκως από την πρώτη μέρα καθυστέρησης εκάστου μισθού.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή λαμβανομένου υπόψη ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο από την επικαλούμενη ως άνω 1/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης δεν είναι νόμιμη σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αφού οι συμβάσεις των εναγουσών ακόμη και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου - αναιρεσείοντος δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ενόψει του ότι καταρτίστηκαν μετά την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, οι οποίες απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων τους σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ακόμη και στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λπ.
όπως είναι το εναγόμενο (ΠΔ. 432/1981). Επομένως, εφόσον κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/12-4-2012, να καταδικαστούν δε οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες στην εν μέρει δικαστική δαπάνη όλων των βαθμών λόγω του δυσερμήνευτου των πιο πάνω διατάξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 63/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 8-9-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 59/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης.
Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αγωγή. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες - ενάγουσες στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του εναγομένου - αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ