Legislator Case Law & Legislation
1574/2011 AI generated

1574/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1574/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-4-1997 και 30-7-1997 αγωγές αντίστοιχα των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58ΤΠ/1998 μη οριστική, 90/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 274/2005 μη οριστική, 32/2008 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2008 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1574/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος, με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, συνυπολογιζόμενης και της με τα αυτά προσόντα νομής των δικαιοπαρόχων.

Keywords

AI generated
rural land rights agricultural structures agricultural enterprise operation property ownership rights of landlord legacy of property of another
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1574 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1574/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Δημήτριο Μαζαράκη Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Η. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 2. Ε. χήρας Δ. Ρ., το γένος Γ. Κ., 3. Α. Ρ. του Δ., 4. Ε. Ρ. του Δ., 5. Κ. Ρ. του Δ., κατοίκων ..., 6. Κ. συζ. Θ. Α., το γένος Α. Ρ., κατοίκου ... και 7. Σ. Ρ. του Α., συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Δημόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΣΕΡΙΦΟΥ ΚΑΙ ΣΠΗΛΙΑΖΕΖΑΣ (SOCIETES DES MINES DE SERIFOS ET DE SPILIAZEZA"), που εδρεύει στο Παρίσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φίλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-4-1997 και 30-7-1997 αγωγές αντίστοιχα των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58ΤΠ/1998 μη οριστική, 90/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 274/2005 μη οριστική, 32/2008 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 1-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Προϋπόθεση της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθ. 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο, καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος, με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, συνυπολογιζόμενης και της με τα αυτά προσόντα νομής των δικαιοπαρόχων.

Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στη θέση Κουτάλας της Σερίφου και είναι: α) ένα αγροτεμάχιο με παλαιά κτίσματα, 14.500 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο από Ιουλίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ.

Ν. και φέρεται να συνόρευα βορείως με ιδιοκτησία Α. Λ., νοτίως με ιδιωτική και με κοινοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Π. και δυτικά με σιδηροτροχιές και πέραν αυτών με ιδιοκτησία αγνώστων, β) ένα τριγωνικό αγροτεμάχιο, εκτάσεως 1065 τ.μ., που απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει βορείως με ιδιωτική οδό, νοτίως με κοινοτική οδό και ανατολικώς με εγκαταστάσεις μεταλλείων και γ) ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 958,65 τ.μ, που απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει βορείως με κοινοτική οδό, νοτίως και ανατολικώς με ιδιοκτησία Γ.

Γ. και δυτικώς με ιδιοκτησία Ιερού Ναού Αγ. Θεοδώρας. Σημειώνεται ότι ο παραπάνω προσδιορισμός των ομόρων ιδιοκτητών γίνεται από τους εκκαλούντες, καθόσον η εφεσίβλητη εταιρία ισχυρίζεται, ότι τα επίδικα αποτελούν τμήματα μείζονος εκτάσεώς της, η οποία και τα περικλείει. Τα παραπάνω επίδικα ακίνητα παλαιότερα ήταν συνεχόμενα μεταξύ τους και αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο, ήδη, όμως, χωρίζονται με κοινοτική οδό που διανοίχθηκε το έτος 1970 καθώς και με ιδιωτική οδό.

Είναι περιφραγμένα με σύρμα και πασσάλους, στο δε πρώτο απ'αυτά υπάρχει μια παλαιά ερειπωμένη οικία, ενώ στο δεύτερο υπάρχουν τρία ερειπωμένα κτίσματα. Το 1869 η εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική μεταλλευτική εταιρία ΑΕ" απέκτησε δυνάμει Β.Δ. το δικαίωμα εξορύξεως μεταλλευμάτων στη νήσο Σέριφο, σε θέσεις που καθορίστηκαν με σχεδιαγράμματα και ειδικότερες περιγραφές:

Η εταιρία αυτή αφού εξώρυξε μέχρι το έτος 1880 τα εις αυτήν παραχωρηθέντα μεταλλεία, μεταβίβασε προς τον Ι. Β. τα μεταλλευτικά της δικαιώματα στη Σέριφο, όπως επίσης και όσες εκτάσεις γης, μεταλλοφόρες ή μη (οικόπεδα, αμπέλια, χέρσες εκτάσεις κ.λ.π.), που είχε αγοράσει από εντοπίους κατοίκους για την επίτευξη των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων της, καθώς και όσες παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις είχε δημιουργήσει για τη φόρτωση των μεταλλευμάτων της σε πλοία, ακόμη και οικίες, αποθήκες, γραφεία κ.λ.π.

οικοδομήματα, δυνάμει του υπ' αριθμό .../28-1-1880 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφάνου Ταβανάκη. Στη συνέχεια οι ιδρυτές της εφεσίβλητης εταιρίας (Ι. Β. και Α. Σ.) με το υπ' αριθμό .../2-9-1880 συμβόλαιο - καταστατικό του συμβολαιογράφου Παρισίων Ενρί Αλμπέρτ Ντιμπιάρ (το οποίο κατά τα τότε κρατούντα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Λαός" και καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και στο Ειρηνοδικείο Σερίφου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμό 235/1881 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ' αριθμόν 1/1881 πράξη του Ειρηνοδικείου Σερίφου) παραχώρησαν στην εφεσίβλητη κατά κυριότητα, ως εταιρική εισφορά, ό,τι αυτοί απέκτησαν με το προαναφερόμενο συμβόλαιο και ειδικότερα μεταξύ των άλλων ομόρων εκτάσεων, και τα τρία επίδικα ακίνητα, τα οποία μέχρι τότε εχρησιμοποιούντο για τις ανάγκες των μεταλλευτικών εργασιών.

Δηλαδή όταν το έτος 1880 συνεστήθη η εφεσίβλητη εταιρία οι προαναφερόμενοι ιδρυταί της μεταβίβασαν σ' αυτήν όλα τα μεταλλευτικά δικαιώματα τους στη Σέριφο καθώς και την εκεί ευρισκόμενη ακίνητη περιουσία τους. Στην περιουσία αυτή προστέθηκαν και άλλα ακίνητα που αγόρασε ο εκ των πρώτων διαχειριστών των εν λόγω μεταλλείων Γερμανός ορυκτολόγος Α.

Γ. και ο διαδεχθείς αυτόν γιος του Γ. Γ. και που ο τελευταίος με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμό .../1938 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Ιωάννου μεταβίβασε στην εφεσίβλητη, λόγω του ότι ενώ οι παραπάνω πατέρας και γιος τα αγόρασαν με δαπάνες και για λογαριασμό της εφεσίβλητης τα μετέγραψαν στο όνομα τους.

Έτσι, από το 1880 η εφεσίβλητη εταιρία κατείχε και νεμόταν ως κυρία τα επίδικα ενεργώντας επ' αυτών όλες τις πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους και συγκεκριμένα έρευνες για την εξεύρεση υπογείου μεταλλεύματος, διάνοιξη οδών μεταξύ των οποίων και η σημερινή οδός Μ. Λιβαδίου-Κουταλά, εγκατάσταση σιδηροδρομικών γραμμών για τη μεταφορά του μεταλλεύματος, ανέγερση κτισμάτων και οικιών για τη στέγαση του υπέρ-χιλίου εργατοτεχνικού προσωπικού της, εποπτεία κ.λ.π.

Δηλαδή στα πλαίσια των διακατοχικών αυτών πράξεων, που ενεργούσαν οι εκπρόσωποι της εφεσίβλητης εταιρίας, η τελευταία ανήγειρε κατά καιρούς πολλούς και διαφόρους οικίσκους μέσα στις ιδιόκτητες εκτάσεις της και, στη συνέχεια, τους (παραχωρούσε δωρεάν στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό της, που εστερείτο κοντινού οικήματος, για τη στέγαση των οικογενειών του για όσο χρόνο εργαζόταν στην εταιρία.

Κατ' αυτό τον τρόπο η εταιρία είχε παραχωρήσει και στον Α. Ρ., πατέρα του πρώτου των εκκαλούντων Η. Ρ. πεθερό της τέταρτης και παππού των λοιπών το δικαίωμα να διαμένει στην οικία που είχε ανεγερθεί από την ίδια στο πρώτο από τα επίδικα ακίνητα, μαζί με τη σύζυγό του Κ. Ρ. (χρησιδάνειο). Η οικογένεια Α. και Κ.

Ρ. χρησιμοποιούσε την ως άνω οικία για τη στέγασή της μέχρι τα έτη 1945-1946, οπότε έφυγε οριστικά από τη Σέριφο και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Τα επίδικα ακίνητα δεν καλλιεργήθηκαν ποτέ διότι είναι πετρώδη και άγονα και είναι συνεχόμενα με μη αμφισβητούμενες ιδιοκτησίες της εταιρίας, που χρησίμευαν για τις μεταλλευτικές της δραστηριότητες και όπου υπήρχαν εγκαταστάσεις και εργοτάξια.

Εντός των επιδίκων, μάλιστα, εκτός από τα πιο πάνω κτίσματα, υπήρχαν πριν δημιουργηθεί ο σήμερα υφιστάμενος κοινοτικός δρόμος, σιδηροδρομικές γραμμές που χρησίμευαν για τη μεταφορά με βαγόνια από τις τοποθεσίες Αβραάμ και Μαύρα Βολάδια μεταλλεύματος, το οποίο, στη συνέπεια, μεταφερόταν στη σκάλα φόρτωσης με μουλάρια.

Αργότερα καταργήθηκαν οι γραμμές και με τη δημιουργία του κοινοτικού δρόμου το μετάλλευμα μεταφερόταν στην αποβάθρα με φορτηγά αυτοκίνητα. Δίπλα στο επίδικο, μάλιστα, η εταιρία έκτισε μηχανοστάσιο για τις ανάγκες της και μετά το 1950 έκτισε μέσα σ' αυτό κι άλλους οικίσκους (καμάρες), τους οποίους επισκεύαζε και συντηρούσε.

Η εταιρία εκμεταλλεύθηκε τα μεταλλεία της από το έτος 1880 μέχρι το έτος 1950, από δε το έτος 1951 άρχισε να τα εκμισθώνει σε τρίτους μεταλλευτικούς οίκους, όπως στις εταιρίες "Μεσογειακός όμιλος εμπορίου και βιομηχανίας" "Α. Σ. και Ελληνικά σιδηρομεταλλεία ΑΕ". Το έτος 1972 τελείωσε ο κύκλος των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων στη Σέριφο, η εταιρία, όμως συνέχισε να νέμεται τα πάσης φύσεως ακίνητά της στο νησί με διάνοια κυρίας (μεταξύ των οποίων και τα επίδικα), αφού αυτά εφυλάσσοντο συνεχώς από τους εκάστοτε φύλακες και επιστάτες της, μεταξύ των οποίων ήταν οι Γ.

Λ., Ι. Λ., Δ. Ξ. και άλλοι, οι οποίοι επόπτευαν τις εγκαταστάσεις και όλες τις εκτάσεις της εταιρείας, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα επίδικα, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί εμπράκτως η επ' αυτών κυριότης της εφεσίβλητης από οποιονδήποτε. Για πρώτη φορά αυτή (κυριότητα της εταιρίας) αμφισβητήθηκε από την Κ.

σύζυγο Α. Ρ., η οποία είχε εργαστεί ως καθαρίστρια των γραφείων των μεταλλείων, όταν αυτά είχαν εκμισθωθεί στην "Μεσογειακός όμιλος εμπορίου και βιομηχανίας ΑΕ", αλλά συνταξιοδοτηθείσα προ της παύσεως των μεταλλευτικών εργασιών στη Σέριφο μετώκησε στην Αθήνα, η οποία φέρεται ως δικαιοπάροχος των εκκαλούντων, το έτος 1979, όταν αυτή περιέφραξε τα επίδικα και επί της πλευράς του κοινοτικού δρόμου τοποθέτησε πινακίδα επί της οποίας ανέγραψε τις λέξεις "Ιδιοκτησία-Κ.

Ρ." με τηλέφωνο και διεύθυνση και στη συνέχεια με τα υπ' αριθμούς ... και .../1979 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Μαρίας Παρασκευά-Κωνσταντοπούλου τα εδώρησε στα παιδιά της. Κατόπιν τούτου, η εφεσίβλητη εταιρία άσκησε κατά της προαναφερόμενης Κ. Ρ. την από 21-8-1982 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, κατά την ορισθείσα όμως δικάσιμο η ενάγουσα παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής αυτής, διότι εν τω μεταξύ ο φύλακάς της στη Σέριφο είχε ανακαταλάβει τα επίδικα.

Μετά πάροδο δεκαετίας και πλέον, οι τρεις πρώτοι των εκκαλούντων μαζί με τον ήδη αποβιώσαντα Δ. Α. Ρ. επιχείρησαν και πάλι κατάληψη των επιδίκων εκτάσεων, το καλοκαίρι του έτους 1995, με την εκ νέου περίφραξη αυτών με σύρμα και πασσάλους. Όμως, ο φύλακας της εταιρίας στο νησί και δεύτερος εφεσίβλητος Α. Φ., ενεργώντας κατ' εντολή του εκπροσώπου της εταιρίας, καθαίρεσε αμέσως την περίφραξη και αφαίρεσε το συρματόπλεγμα και την πινακίδα.

Κατόπιν τούτου οι πρώτος, έκτη και εβδόμη των εκκαλούντων, καθώς και ο σύζυγος και πατέρας των λοιπών Δ. Ρ. άσκησαν την από 14-11-1995 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερίφου, το οποίο, με την υπ' αριθμό 1/1996 απόφασή του, αναγνώρισε τους αιτούντες προσωρινά συννομείς των επιδίκων ακινήτων, με αποτέλεσμα οι εκκαλούντες να καταλάβουν και να κατέχουν έκτοτε τα επίδικα.

Οι εκκαλούντες με την από 14-4-1997 αγωγή τους ισχυρίζονται, ότι έγιναν συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τον επίσης αναφερόμενο παράγωγο τρόπο (με απώτερη δικαιοπάροχο την Κ. σύζυγο Α. Ρ.), άλλως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, διότι τα νεμήθηκαν οι ίδιοι και προηγουμένως οι δικαιοπάροχοι τους με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από το 1979 μέχρι την άσκηση της αγωγής, άλλως με διάνοια κυρίου από το 1947 μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί δεν αποδεικνύονται, αφού, όπως ήδη προαναφέρθηκε, προκύπτει αναμφίβολα από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, ότι τα επίδικα (μαζί με το υπόλοιπο σύνολο της ακίνητης περιουσίας της στη Σέριφο) κατείχε και ενέμετο η εφεσίβλητη εταιρία - αδιαμφισβήτητη κυρία αυτών - από το έτος 1880 συνεχώς και αδιαλείπτως έως το έτος 1996.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι η φερόμενη ως δικαιοπάροχος των εναγόντων-εκκαλούντων Κ. συζ. Α. Ρ. άσκησε στα επίδικα πριν από το έτος 1979 οποιαδήποτε διακατοχική πράξη, καθόσον αυτή κατοικούσε μόνιμα στην Αθήνα και επισκεπτόταν την Σέριφο μόνο τα καλοκαίρια για μικρό χρονικό διάστημα και δεν είχε καμία επαφή με τα επίδικα και με την οικία που υπήρχε στο πρώτο απ' αυτά και η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε ανεγερθεί από την εφεσίβλητη εταιρία για την παροδική στέγαση εργατών της, όπως και πολλές άλλες οικίες και κάθε λογής κτίσματα που είχαν ανεγερθεί από την εταιρία, για την εξυπηρέτηση των αναγκών της και που με την πάροδο του χρόνου και την ελάττωση και τελικά την παύση των μεταλλευτικών εργασιών, εγκαταλείφθηκαν και ερειπώθηκαν, πάντα όμως φυλασσόμενα και επιτηρούμενα από τους εκάστοτε φύλακες αυτών κατά τρόπο που δεν παρείχε σε κανένα τρίτο την δυνατότητα άσκησης διακατοχικών πράξεων επ' αυτών.

Εξάλλου, σχετικά με την επικαλούμενη από τους ίδιους εκκαλούντες κτήση κυριότητος επί των επιδίκων με τακτική χρησικτησία, από τα προαναφερόμενα, και ειδικότερα από το γεγονός ότι η δικαιοπάροχος τους Κ. Α. Ρ. κατοικούσε μόνιμα στην Αθήνα και δεν ασκούσε κανενός είδους διακατοχικές πράξεις επ'αυτών καθώς και από το γεγονός ότι όταν η τελευταία προσπάθησε να καταλάβει και κατέλαβε με περίφραξη τα επίδικα η εφεσίβλητη εταιρία αντέδρασε άμεσα την πρώτη φορά δικαστικά και την δεύτερη αυτοδύναμα προς προστασία της νομής της, προκύπτει ότι αυτοί εγνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν, ότι η δικαιοπάροχος τους Κ.

Ρ. δεν είχε κανένα δικαίωμα στα επίδικα, όπως επίσης εγνώριζαν ότι η υπάρχουσα στο ένα από τα επίδικα παλαιά οικία είχε παραχωρηθεί από την εφεσίβλητη εταιρία για προσωρινή οίκηση στον Α. Ρ. λόγω χρησιδανείου και συνεπώς κατά το χρόνο κτήσεως επ'αυτούς της νομής των επιδίκων δεν είχαν καλή πίστη στοιχείο το οποίο είναι απαραίτητο για την κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 14-4-1997 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσειόντων και έγινε δεκτή η συνεκδικασθείσα από 30-7-1997 διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της με διάνοια κυρίας εξουσιάσεως των επιδίκων ακινήτων από την αναιρεσίβλητη και δεν παραβίασε κατά το στοιχείο τούτο τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ και ο περί αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 1048 ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την απώλεια της νομής. Η διακοπή λογίζεται ότι δεν επήλθε, αν αυτός που έχασε τη νομή την ανέκτησε μέσα σε ένα έτος ή αργότερα, αλλά με αγωγή που ασκήθηκε μέσα στο έτος. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω της εκ πλαγίου παράβασης των άρθρων 1045 και 1048 ΑΚ, διότι ενώ το Εφετείο δέχεται αδιάλειπτη νομή της αναιρεσίβλητης εταιρίας στα επίδικα από το 1880 έως το 1996, δεν προκύπτει αιτιολογημένα, ούτε μπορεί να ελεγχθεί εάν όντως αυτή ήταν αδιάλειπτη ή εάν διεκόπη το 1979, αφού, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Κ.

Ρ. ανακατέλαβε τα επίδικα, ενώ η εν λόγω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει εάν ο φύλακας της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που, επίσης, όπως δέχεται, ανακατέλαβε τα επίδικα, έπραξε αυτό εντός έτους από το 1979 ώστε να μην θεωρηθεί διακοπείσα η χρησικτησία της αναιρεσίβλητης εταιρίας σε αυτά, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1048 ΑΚ ή εάν έπραξε αυτό αργότερα, οπότε η χρησικτησία έπρεπε να θεωρηθεί διακοπείσα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, αφού αλυσιτελώς προβάλλεται και η πλημμέλεια που περιέχεται στο λόγο αυτόν δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη νεμόταν τα επίδικα ακίνητα από το 1880 έως και το 1996, καταστάσα ούτω κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία.

Δέχεται επίσης το Εφετείο, ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Κ. συζ. Α. Ρ., κατέλαβε τα επίδικα ακίνητα το έτος 1979 και η αναιρεσίβλητη άσκησε εναντίον της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων την από 21.8.1982 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, από την οποία κατά την ορισθείσα δικάσιμο παραιτήθηκε του δικογράφου αυτής, διότι εν τω μεταξύ ο φύλακάς της ανακατέλαβε τα επίδικα ακίνητα, χωρίς να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αν ο φύλακας και κατ' επέκταση η αναιρεσίβλητη επανέκτησε τη νομή στα επίδικα ακίνητα εντός έτους αφότου την έχασε ή αργότερα, οπότε επήλθε διακοπή της χρησικτησίας.

Τέτοια όμως διακοπή δεν νοείται, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσίβλητη νεμόταν συνέχεια τα επίδικα ακίνητα από το 1880 και μέχρι το 1979 που αποβλήθηκε απ' αυτά από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων και έτσι είχε υπερκαλυφθεί ο απαιτούμενος χρόνος χρησικτησίας (30 έτη υπό το προϊσχύσαν βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο και 20 υπό τον ΑΚ), είχε δε αυτή καταστεί ήδη κυρία των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος, με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, συνυπολογιζόμενης και της με τα αυτά προσόντα νομής των δικαιοπαρόχων.

Νομέας δε, κατά το άρθρο 9...4 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, γιατί το Εφετείο με το να δεχτεί ότι στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων δεν συνέτρεχε το στοιχείο της καλής πίστης, αφού αυτοί γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η δικαιοπάροχός τους Κ.

Ρ. δεν είχε κανένα δικαίωμα στα επίδικα ακίνητα, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία την πρώτη φορά που η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων κατέλαβε τα επίδικα ακίνητα αντέδρασε άμεσα, δικαστικά, και τη δεύτερη αυτοδύναμα, προς προστασία της νομής της, όπως επίσης γνώριζαν, ότι η υπάρχουσα στο ένα από τα επίδικα ακίνητα παλαιά οικία είχε παραχωρηθεί από την αναιρεσίβλητη εταιρία για προσωρινή οίκηση στον Α.

Ρ. λόγω χρησιδανείου, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1042 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα και αξίωσε τα στοιχεία της καλής πίστης του άρθρου 1037 Α.Κ. σύμφωνα με το οποίο η καλή πίστη αναφέρεται στην κυριότητα του μεταβιβάζοντος, Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες δεν είχαν στην αδιάλειπτη νομή τους τα επίδικα ακίνητα επί δεκαετία, στοιχείο που απαιτείται μαζί με την καλή πίστη και το νόμιμο τίτλο για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.7.2008 αίτηση του Η. Ρ. κ.λ.π. για αναίρεση της 32/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ