Legislator Case Law & Legislation
1574/2008 AI generated

1574/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1574/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 644/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/6/2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 17/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναίρεσης και ν'απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1574/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ετσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς όμως ν' αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμης πληρεξουσιότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (άρθρο 104 εδ. β' ΚΠολΔ), τότε ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ως μη παριστάμενος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1574 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1574/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κώτσο.

Των αναιρεσίβλητων: Ψ1, Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων.Σωτηρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 644/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/6/2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 17/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναίρεσης και ν'απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 εδ. α' ΚΠολΔ ορίζεται μεταξύ άλλων και ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (94 παρ. 1). Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (96 παρ. 1). Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 665 παρ. 1 - 2 ΚΠολΔ οι διάδικοι μπορούν να πρίστανται στο μονομελές πρωτοδικείο και το ειρηνοδικείο αυτοπροσώπως η με δικηγόρο ή να εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο ή με σημείωμα, κάτω από το δικόγραφο της αγωγής που κοινοποιήθηκε ή κάτω από την κλήση για συζήτηση.

Ο τύπος αυτός της πληρεξουσιότητας ισχύει και για το εφετείο. Τέλος, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί, ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Κατ' απόκληση από τον κανόνα αυτό του άρθρου 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατό να δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 ΚΠολΔ) και με ιδιωτικό έγγραφο, τούτο όμως αφορά μόνο την παράσταση πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον του αρμοδίου για την εκδίκαση των εν λόγω διαφορών ειρηνοδικείου, μονομελούς πρωτοδικείου ή εφετείου και όχι και την παράσταση αυτού ενώπιον του Αρείου Πάγου, για την οποία ισχύει ο ανωτέρω κανόνας του άρθρου 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Ετσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς όμως ν' αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμης πληρεξουσιότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (άρθρο 104 εδ. β' ΚΠολΔ), τότε ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ως μη παριστάμενος.

Στη συνέχεια ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν επιδόθηκε καθόλου σ' αυτόν ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, τότε κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν με τον δικηγόρο Κων. Σωτηρίου. Ο τελευταίος, προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς του, προσκομίζει και επικαλείται τα από 12-5-2008 ιδιωτικά "πληρεξούσια", στα οποία βεβαιώνεται νομότυπα και το γνήσιο της υπογραφής των εντολέων του.

Όμως ο τρόπος αυτός παροχής πληρεξουσιότητας δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των άνω συστατικών τρόπων, που προβλέπονται από το άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ για την εκπροσώπηση των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Αρείου Πάγου από τον προαναφερόμενο δικηγόρο. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμης πληρεξουσιότητας (άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι αναιρεσίβλητοι θεωρείται ότι δεν παρίστανται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Αυτοί, όμως, όπως προκύπτει από τις ..... και ..... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανιστούν ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με επίδοση στον καθένα επικυρωμένου αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση να συζητηθεί, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση η την υπόδειξη ευκαιρίας, για τη σύναψη μιας σύμβασης έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης.

Επίσης κατά το άρθρο 1 του Π.Δ 248/1993 "περί μεσιτικών συμβάσεων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 2000/1991, άρθρο 15Α, που προστέθηκε με τον ν. 2065/1992 (άρθρο 70) και συμπληρώθηκε με το ν.2081/1992 (άρθρο 21), μεσίτης αστικών συμβάσεως είναι το φυσικό πρόσωπο ή η εμπορική εταιρία κάθε είδους, που μεσολαβεί για τη σύναψη του αστικού δικαίου συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής, μίσθωσης ακινήτων, παραχώρησης ακινήτων προς οικοδόμηση με αντιπαροχή ή που υποδεικνύει ευκαιρία για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους είναι: α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης και β) η κατάρτιση της σύμβασης ως συνέπεια της μεσολάβησης της υπόδειξης του μεσίτη. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητας σύναψης σύμβασης που τον ενδιαφέρει.

Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί ν' αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο. Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται αμοιβή, εκτός αν κάτι άλλο προκύπτει από της σύμβαση μεσιτείας.

Στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της σύμβασης με απλή υπόδειξη του τελευταίου δεν αρκεί για τη θεμελίωση της αξιώσεως για την αμοιβή του. Όταν η σύμβαση μεσιτείας αποβλέπει μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης, οποιαδήποτε ενέργεια του μεσίτη που συντελεί στην πραγμάτωση της σχετικής σύμβασης, έστω και με παρεμβολή τρίτου προσώπου, που ενεργεί καθ' υποκατάσταση του μεσίτη, θεωρείται ότι συνιστά υπόδειξη ευκαιρίας, αρκεί μεταξύ της ενέργειας αυτής και της κατάρτισης της σύμβασης, για την οποία δόθηκε η εντολή, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, δηλαδή αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μεσολάβηση ή η υπόδειξη της ευκαιρίας βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, οπότε και μόνο δημιουργείται υποχρέωση για την καταβολή μεσιτικής αμοιβής.

Τα όσα έλαβαν χώρα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σχετικά με την εντολή που δόθηκε στο μεσίτη και τις ενέργειες αυτού, ως ζητήματα καθαρά πραγματικά κρίνονται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η κρίση όμως για το αν αυτά που κυριαρχικώς διαπιστώθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ή μη ως πρόσφορος αιτία του αποτελέσματος που έχει παραχθεί, δηλαδή ως ικανό ή μη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και υπό τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει ή όχι το αποτέλεσμα αυτό, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της άνω ουσιαστικής διάταξης.

Εξάλλου, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών.

Όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις στα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος ατός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκείμενη υπόθεση ο αναιρεσείων, με την αγωγή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την οποία ο Άρειος Πάγος, ως διαδικαστικό έγγραφο ελέγχει (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), επικαλούμενος ότι είναι νόμιμα διορισμένος μεσίτης και ότι μετά από εντολή των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) υπέδειξε σ' αυτούς, το στην αγωγή αναφερόμενο ακίνητο με σκοπό την αγορά από τους τελευταίους και ότι με δική του μεσολάβηση οι τελευταίοι ήλθαν σε επαφή με την ιδιοκτήτρια εταιρία και τελικά, μετά από διαπραγματεύσεις, καταρτίσθηκε το αναφερόμενο στην αγωγή πωλητήριο συμβόλαιο, ζήτησε ως αμοιβή, που συμφωνήθηκε, το ποσό των 35.400 ευρώ.

Το πρωτοδικείο δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος. Μετά από άσκηση αντίθετων εφέσεων, το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του πρώτου, δεχόμενο ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:

Ο αναιρεσείων (ενάγων) είναι νόμιμα διορισμένος μεσίτης και διατηρεί μεσιτικό γραφείο στη ..... με τον διακριτικό τίτλο "Αντιόπη". Οι αναιρεσίβλητοι (εναγόμενοι) ενδιαφέρθηκαν ν' αποκτήσουν ιδιόκτητη κατοικία και προς τον σκοπό αυτό η δεύτερη από αυτούς ενεργώντας και για λογαριασμό του πρώτου, συζύγου της, με την από 24.5.2004 έγγραφη εντολή της προς το μεσιτικό γραφείο του αναιρεσείοντος, ανέθεσε σε τούτον να της υποδείξει ακίνητα προς αγορά και ειδικότερα πέντε ακίνητα, ευρισκόμενα τα τρία στην περιοχή ....., ένα στην .....

και ένα στη ..... . Οι αναιρεσίβλητοι δεν ενδιαφέρθηκαν για τα συγκεκριμένα ακίνητα και τελικά αγόρασαν με το ..... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Τουτουδάκη-Λάμπρου, ο καθένας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ένα ακίνητο, αποτελούμενο από οικόπεδο έκτασης 6040,58 τ.μ. μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής (μεζονέτας) ευρισκόμενο στην περιοχή .....

του ...... Η κατάρτιση όμως τους συμβολαίου αυτού δεν οφείλεται στη διαμεσολάβηση του μεσιτικού γραφείου του αναιρεσείοντος, αλλά σ' αυτήν του δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Β, ο οποίος είχε φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις με τον Γ, νόμιμο εκπρόσωπο της πωλήτριας εταιρίας "SUNLAND SA". Το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση αυτή, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη ότι για το συγκεκριμένο ακίνητο δεν είχε δοθεί εντολή από τους αναιρεσίβλητους, αν και δεν χρειαζόταν τέτοια, μετά την ισχύ του Π.Δ. 248/1993.

Για τα προηγούμενα ακίνητα όμως ο αναιρεσείων είχε απαιτήσει από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη να του χορηγήσει έγγραφη εντολή, γεγονός το οποίο οπωσδήποτε θα συνέβαινε αν πράγματι η τελευταία του είχε δώσει τέτοια εντολή, που θ' αφορούσε το ανωτέρω ακίνητο που πωλήθηκε, εφόσον μάλιστα, κατά τους ισχυρισμούς του είχε συμφωνηθεί ειδική αμοιβή 30.000 ευρώ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας την αγωγή του αναιρεσείοντος, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του (με την οποία αποκλείει μόνο τη διαμεσολάβηση του αναιρεσείοντος) επαρκείς αιτιολογίες εάν οι αναιρεσίβλητοι ανέθεσαν σ' αυτόν να τους υποδείξει και άλλα ακίνητα, πέρα από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, και αν τελικώς αυτός τους υπέδειξε το συγκεκριμένο ακίνητο που αυτοί αγόρασαν.

Επομένως, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος της με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.

Επειδή, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με την αίτηση αναίρεσης ότι κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, για δικαστικά έξοδα τούτων και ζητεί να διαταχθεί, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αναίρεσης, η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της άνω απόφασης και η καταβολή σ' αυτόν του ανωτέρω ποσού, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της απόφασης, που θα εκδοθεί.

Η αίτηση παραδεκτώς υποβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από την προσκομιζόμενη δε απόδειξη, με ημερομηνία 7-6-2007, υπογραφόμενη από την εξουσιοδοτημένη προς τούτο, από τους αναιρεσίβλητους, δικηγόρο του Δ.Σ. Αθηνών Δ (την εξουσιοδότηση αυτή δεν αμφισβητούν οι αναιρεσίβλητοι) προαποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε στους τελευταίους το άνω ποσό, που επιδίκασε υπέρ αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση για τα δικαστικά τους έξοδα.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι ν' αποδώσουν στον αναιρεσείοντα, συμμέτρως, το ποσό αυτό με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της παρούσας απόφασης (ΑΚ 345).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 644/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης. Υποχρεώνει τους αναιρεσίβλητους ν' αποδώσουν στον αναιρεσείοντα, ο καθένας συμμέτρως, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της παρούσας.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ