1574/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17236/2001 του ίδιου δικαστηρίου και 2957/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-7-2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1574/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση που δημιούργησε, αλλ΄ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1574 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1574/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Κατσιάρα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Καλαντζάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17236/2001 του ίδιου δικαστηρίου και 2957/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-7-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 17-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε, την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ..... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ........, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την υφιστάμενη παρά πόδας αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θ΄ ασκηθεί το δικαίωμα σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον ν΄ ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ΄ απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο να εξέρχεται από τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση που δημιούργησε, αλλ΄ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.
ΑΠ 8/2001). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Περαιτέρω όταν η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 παρ. 2 περ. α΄ ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το ν. 490/74, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνάγεται ότι για την πληρότητα της από το άρθρο αυτό ένστασης και επομένως και για το παραδεκτό αυτής, από την άποψη του χρόνου προβολής της, δεν αρκεί τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση να προβάλλονται από τον εναγόμενο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά απαιτείται συγχρόνως να γίνεται επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα εν λόγω περιστατικά και ταυτόχρονα να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή (Ολ.
ΑΠ 472/1983). Τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 520 παρ. 1, 528 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της έφεσης το οποίο είναι ένα από τ΄ αναγκαία στοιχεία του δικογράφου αυτής, είναι η εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η παραδοχή ή η απόρριψη του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης.
Το αντικείμενο της έφεσης διατυπώνεται συνήθως στο αιτητικό του δικογράφου. Μπορεί όμως να περιέχεται και στο ιστορικό αυτού. Στην προκείμενη υπόθεση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής : Ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του αναιρεσίβλητου αδελφού του την από 16/9/1999 αγωγή, με την οποία ζητεί α) ν΄ αναγνωριστεί η υποχρέωση του τελευταίου να συνεισφέρει στην κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους την παροχή που αυτή έκανε προς αυτόν εν ζωή, λόγω δωρεάς, και β) ν΄ αναγνωριστεί ότι η αξία της συνεισειεκτέας παροχής υπερκαλύπτει την περιεχόμενη στον αναιρεσίβλητο κληρονομική μερίδα.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής ο αναιρεσίβλητος δικάστηκε ερήμην και εκδόθηκε η 17236/2001 οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου, η οποία δέχθηκε την αγωγή, ως ομολογημένη, σύμφωνα με το άρθρο 271 ΚΠολΔ, που ίσχυε τότε. Ο αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση εναντίον της άνω απόφασης του Πρωτοδικείου ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσείοντος.
Ο αναιρεσίβλητος με τον ένα από τους δύο λόγους έφεσης ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσείων ασκεί καταχρηστικώς το δικαίωμά του. Για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα : Με τον καταστροφικό σεισμό που έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 1978 στην πόλη της Θεσσαλονίκης η οικία τους υπέστη σοβαρότατες βλάβες.
Για την αποκατάσταση των βλαβών της οικίας αποφάσισε όλη η οικογένεια, δηλαδή οι διάδικοι αδελφοί και η μητέρα τους, η οποία ζούσε ακόμη, να λάβουν δάνειο, ως σεισμόπληκτοι. Με βάση την ...... δανειακή σύμβαση με την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ", η τράπεζα χορήγησε στη μητέρα και στον αναιρεσίβλητο δάνειο από 283.630 δραχμές.
Το ποσό αυτό του δανείου διατέθηκε αποκλειστικά για την αποκατάσταση των σοβαρότατων βλαβών της οικίας και όλο το ποσό το οποίο μαζί με τους τόκους ανήλθε, στις 27-5-1994, στις 350.000 δραχμές, το εξόφλησε ο αναιρεσίβλητος, αφού η μητέρα στις 2-10-1979 απεβίωσε χωρίς ν΄ αφήσει διαθήκη. Μετά το θάνατο της μητέρας ο αναιρεσείων δήλωσε ότι παραιτείται από το δικαίωμα να προβάλλει οποιαδήποτε αξίωση για την υπόλοιπη (πέρα από τη δωρεά) περιουσία που κατέλειπε η μητέρα τους και ότι δεν θα συνέδραμε στην εξόφληση του δανείου.
Μόνο μετά τη συμφωνία αυτή ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε να εξοφλήσει μόνος του το δάνειο, το οποίο, αλλιώς δεν θα το εξοφλούσε. Πέραν από την εξόφληση του δανείου ο αναιρεσίβλητος εξόφλησε και τις εργοδοτικές εισφορές προς το ΙΚΑ, από 129.226 δραχμές και στη συνέχεια, για τη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου της οικίας δαπάνησε συνολικά 1.450.000 δραχμές, ενώ η συνολική αξία της κληρονομιαίας περιουσίας ανερχόταν κατά το χρόνο του θανάτου της μητέρας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, σε 500.000 δραχμές.
Με βάση αυτά καθίσταται προφανές ότι ο αναιρεσείων ασκεί καταχρηστικώς την αξίωσή του μετά από "τόσα" χρόνια για συνεισφορά της δωρεάς που αυτός (αναιρεσίβλητος) έλαβε από τη μητέρα τους. Και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή του και να εξαφανιστεί η ανωτέρω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Στην αρχή του εφετηρίου, διαλαμβάνεται και το εξής "επειδή, κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου ο πρωτόδικος δικαστής δέχθηκε την άνω αγωγή του αντιδίκου, ενώ αν ορθά ερμήνευε το νόμο έπρεπε να την απορρίψει". Το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως παραδεκτό, νόμιμο και βάσιμο τον άνω λόγο της έφεσης, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδικείου και τελικώς απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν.
Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσβάλλοντας την απόφαση του Εφετείου, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο τις αιτιάσεις α) με τον πρώτο λόγο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε άκυρο το εφετήριο, ως εκ του ότι με αυτό δεν ζητείται η αποδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και στη συνέχεια η κατ΄ ουσίαν απόρριψη της αγωγής και β) με τον δεύτερο λόγο από τον αρ. 9 του ίδιου άρθρου, διότι απέρριψε την αγωγή, χωρίς στο εφετήριο να διατυπώνεται τέτοιο αίτημα.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι, όσον αφορά τον πρώτο λόγο (αρ. 14 του άρθρου 559), όπως προαναφέρθηκε, στο εφετήριο υπάρχει αίτημα για αποδοχή της έφεσης, που σημαίνει ότι ο αναιρεσίβλητος - εκκαλών ζητεί να γίνουν δεκτά τα παράπονα που προβάλει για νομικά και πραγματικά σφάλματα που δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ζητεί να γίνει δεκτό το παράπονό του, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος.
΄Οσον αφορά τον δεύτερο λόγο (αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), διότι αίτημα για απόρριψη της αγωγής, διατυπώνεται στην αρχή του εφετηρίου. Εξάλλου το αίτημα να δικαστεί από το Εφετείο η ουσία της υπόθεσης ενυπάρχει στο αίτημα για εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να είναι απαραίτητο να δηλωθεί πανηγυρικώς.
Περαιτέρω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, που πρότεινε ο αναιρεσίβλητος, ως βάσιμη κατ΄ ουσίαν με βάση τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα : "Η μητέρα των διαδίκων Ζ1 απεβίωσε στις 2-10-1979, χωρίς ν΄ αφήσει διαθήκη. Οι πλησιέστεροι συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της που ζούσαν κατά το χρόνο του θανάτου της ήταν οι δύο διάδικοι, δηλαδή τα τέκνα της.
Η περιουσία που άφησε ήταν 1) το 1/2 εξ αδιαιρέτου από οικόπεδο, εμβαδού 52,08 τ.μ., που κείται στον προσφυγικό συνοικισμό ....... Θεσσαλονίκης, μαζί με την επ΄ αυτού διώροφη παλαιά οικία και τις με αριθμούς 2 και 4 μικρότερες κατοικίες και 2) το 1/2 εξ αδιαιρέτου από οικόπεδο, εμβαδού 36,84 τ.μ., που βρίσκεται στον ανωτέρω προσφυγικό συνοικισμό, αξίας 160.000 δραχμών κατά τον χρόνο θανάτου της.
Το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από τα ίδια ακίνητα, το οποίο ανήκε στην κυριότητα της κληρονομούμενης, αυτή, πριν από το θάνατό της, με το ........ δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατ. Εξαδακτύλου το μεταβίβασε στον αναιρεσίβλητο. Η αξία του ποσοστού αυτού, κατά το χρόνο που έγινε η παροχή, ανερχόταν στο ποσό των 140.000 δραχμών.
Μέχρι το καλοκαίρι του 1978 που έλαβε χώρα ο σεισμός στη Θεσσαλονίκη, η κληρονομούμενη μητέρα των διαδίκων συγκατοικούσε με τον αναιρεσίβλητο γιό της, ο οποίος τη φρόντιζε και τη γηροκομούσε, στην προαναφερόμενη παλαιά διώροφη οικία, η οποία, εξαιτίας του σεισμού υπέστη μεγάλες ρωγμώσεις και γιαυτό στη συνέχεια εγκαστάθηκαν σε μισθωμένη οικία.
Για την αποκατάσταση των βλαβών της οικίας η μητέρα των διαδίκων και ο αναιρεσίβλητος κατέφυγαν σε δανεισμό από τράπεζα. ΄Ετσι στις 16-3-1979 η κληρονομούμενη έκανε αίτηση προς την Τράπεζα Πίστεως και Τράπεζα της χορήγησε δάνειο επισκευής στις 20-7-1979, 283.630 δραχμών. Την εξόφληση του δανείου αυτού εγγυήθηκε ο αναιρεσίβλητος.
Ταυτόχρονα η μητέρα παραχώρησε στην Τράπεζα και δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί της προαναφερόμενης κληρονομικαίας περιουσίας. Στις ενέργειες αυτές κλήθηκε να συμμετάσχει και ο αναιρεσείων, ο οποίος όμως αρνήθηκε. Λίγο καιρό μετά τη χορήγηση του δανείου και συγκεκριμένα στις 2-10-1979 απεβίωσε η μητέρα των διαδίκων.
Την εξόφληση του δανείου, που αποτελούσε χρέος της κληρονομίας της, έκανε ο αναιρεσίβλητος. Η πλήρης εξόφλησή του έγινε τον Αύγουστο 1994, και το συνολικό ποσό που κατέβαλε στην τράπεζα ο αναιρεσίβλητος έφθασε στις 350.000 δραχμές. Ο αναιρεσείων κλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο να συμβάλει τόσο στην εξόφληση του δανείου όσο και στη δαπάνη για τις άλλες εργασίες, αναγκαίες για την επισκευή και συντήρηση της οικίας.
Ο αναιρεσείων όμως, αρνήθηκε ν΄ αναλάβει τις υποχρεώσεις αυτές και δήλωσε ότι δεν ενδιαφέρεται, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν πρόκειται να επιδιώξει κάτι επιπλέον από την εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα του. ΄Αρα εξεδήλωσε τη βούλησή του ότι δεν είχε την πρόθεση ν΄ αξιώσει τη συνεισφορά της εν ζωή δωρεάς της κληρονομούμενης προς τον αναιρεσίβλητο αδελφό του, για την οποία είχε πλήρη γνώση, σε όλα τα χρόνια της μακρόχρονης αδράνειάς του.
Ο αναιρεσίβλητος βασιζόμενος στα ανωτέρω και αποκτήσας την πεποίθηση ότι ο αναιρεσείων δεν πρόκειται ν΄ αξιώσει την άνω συνεισφορά, προχώρησε και σε άλλες εργασίες επισκευής του κληρονομιαίου ακινήτου και σε όλο το διάστημα των δέκα έξι και πλέον ετών, κατά το οποίο ο αναιρεσείων αδρανούσε και αρνιόταν κάθε συμμετοχή, αυτός δαπάνησε συνολικά, πέρα από την καταβολή του δανείου, το ποσό των 1.500.000 δραχμών.
Ενόψει των ανωτέρω και της παρέλευσης δέκα οχτώ ετών, η άσκηση της αγωγής από τον αναιρεσείοντα για αναγνώριση της υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου προς συνεισφορά της προς αυτόν δωρεάς από την κληρονομούμενη μητέρα τους, αντίκειται στους ορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ως βάσιμη κατ΄ ουσίαν την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, που πρότεινε ο αναιρεσίβλητος, δεν παραβίασε τη διάταξη αυτή ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με όσα σχετικώς εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, στην αρχή της παρούσας, και γι΄ αυτό ο τέταρτος (4ος) λόγος της αίτησης με τον οποίο υποστηρίζονται τ΄ αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει ν΄ απορριφθεί.
Από τα ανωτέρω αυτοτελή πραγματικά γεγονότα, τα οποία το Εφετείο εκτίμησε συνολικώς και προσέδωσε στην άσκηση του αγωγικού δικαιώματος καταχρηστικό χαρακτήρα, στην ένσταση (λόγο έφεσης), της οποίας το περιεχόμενο πιο πάνω εκτίθεται, δεν γίνεται επίκληση του γεγονότος της εγγραφής υποθήκης επί των άνω ακινήτων.
Από το άλλο μέρος υπάρχουν και οι εξής διαφοροποιήσεις α) σχετικά με τη λήψη του δανείου στην ένσταση του αναιρεσιβλήτου αναφέρεται ότι αυτό χορηγήθηκε από κοινού σ΄ αυτόν και στη μητέρα του, ενώ στην απόφαση γίνεται δεκτό ότι το δάνειο χορηγήθηκε στη μητέρα, μετά από αίτηση αυτής, και την εξόφλησή του εγγυήθηκε ο αναιρεσίβλητος και β) η απόφαση δέχθηκε ότι όλο το ποσό του δανείου αποτελούσε χρέος της κληρονομίας, ενώ η κληρονομιαία περιουσία περιοριζόταν, μετά την εν ζωή δωρεά προς τον αναιρεσίβλητο, στο 1/2 εξ αδιαιρέτου των προαναφερομένων ακινήτων.
Πλην όμως τα περιστατικά αυτά δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού τα υπόλοιπα πραγματικά γεγονότα, ήτοι η άρνηση του αναιρεσείοντος να έχει συμμετοχή στις δαπάνες για την αποκατάσταση των βλαβών της κληρονομιαίας οικίας, η εν γνώσει αυτού πληρωμή του δανείου μόνο από τον αναιρεσείβλητο και η καταβολή της δαπάνης για την αποκατάσταση του εσωτερικού της οικίας καθώς και η επί διάστημα 18 ετών έλλειψη ενδιαφέροντος για την κληρονομαία περιουσία, είναι ικανά για να χαρακτηρίσουν την άσκηση της αγωγής καταχρηστική.
Επομένως το Εφετείο, που δέχθηκε, τα προαναφερόμενα περιστατικά, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 8α ΚΠολΔ πλημμέλεια και γιαυτό ο σχετικός τρίτος (3ος) λόγος της αίτησης πρέπει, ως προς αυτό ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, με τον ίδιο (3ο) λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι δέχθηκε α) ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε πεποίθηση εξαιτίας της δικής του συμπεριφοράς, ότι αυτός δεν θ΄ ασκήσει το δικαίωμα της συνεισφοράς της ως άνω συνεισεικτέας παροχής, ενώ τούτο δεν το επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος και β) ότι με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από τον κοινωνικό σκοπό του αγωγικού δικαιώματος και την καλή πίστη, ενώ τούτο, (δηλαδή την προφανή υπέρβαση) δεν επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος.
Ο λόγος (3ος) και κατά τούτο το μέρος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της ένστασης, που πιο πάνω εκτίθεται, γίνεται η επίκληση τόσο της πεποίθησης του αναιρεσιβλήτου, η οποία με σαφήνεια προκύπτει από τη φράση "αν δεν υπήρχε τέτοια συμφωνία με τον αντίδικό μου (δηλαδή για την πληρωμή όλου του δανείου από τον αναιρεσίβλητο) πως θα αναλάμβανα τέτοια δυσβάσταχτη υποχρέωση, έχοντας υπόψη ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να διεκδικήσει ο αντίδικος αυτός που με κόπους κατάφερα να ξεπληρώσω", όσο και το προφανές της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος με την αναφορά που γίνεται στην ένσταση ότι "με τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι ο αντίδικος όλως καταχρηστικώς προβάλλει με την αγωγή του αξίωση.......".
Επειδή ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν συνεκτίμησε αυτό με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς με το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Επομένως ο πέμπτος (5ος) λόγος της αίτησης ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραμορφώθηκε το περιεχόμενο της ....... σύμβασης δανείου, που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσίβλητος, ως προς το ότι ενώ κατά τη σύμβαση δανειζόμενοι είναι ο αναιρεσίβλητος και η μητέρα του, η απόφαση δέχεται ότι δανειζόμενη είναι μόνο η μητέρα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων και δεν βασίστηκε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στην άνω δανειακή σύμβαση.
Επειδή με τον έκτο (6ο) λόγο της αίτησης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση ως προς την παραδοχή ότι αυτός παραιτήθηκε από την αξίωση για τη συνεισφορά της πιο πάνω αναφερόμενης συνεισειεκτέας παροχής. Ο λόγος αυτός που αφορά αυτοτελή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στηρίζει το διατακτικό της παράλληλα με την κατάχρηση δικαιώματος, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το διατακτικό της απόφασης δηλαδή η απόρριψη της αγωγής, στηρίζεται και στην αποδοχή της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.7.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 2957/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ