Legislator Case Law & Legislation
1573/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal errors and lack of evidence on admissibility grounds.

Case Number 1573/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three women against a labor court decision rejecting their claim for unpaid wages. The appellants argued procedural flaws but failed to clearly identify specific legal errors in the lower court's judgment. The court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds were vague and did not meet the statutory requirement for precise legal characterization.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly and concisely specify the legal error alleged; otherwise, it is inadmissible, and if the error is not established, the appeal is dismissed.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal error specification labor dispute procedure code of civil procedure inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Common Ministerial Decision 134423/1992
Article 11 of Law 4520/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1573 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1573/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Κ. Κ. του Ν., 2.Ε. Κ. του Α. και 3.Χ. Μ. του Δ., όλων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τους: α)Υπουργό Οικονομικών και β)Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6142/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-5-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 2-5-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 3846/525/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 6142/2019 απόφαση του Μονομελούς Eφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12-1-2017 έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 150/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 21-12-2010 (αριθ.

έκθ. κατάθεσης 226329/8059/2010 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιλβήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 32/1996). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του παραπάνω άρθρου 559 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019, ΑΠ 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 563/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 130/2016). Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 742/2016).

Στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 223/2021, ΑΠ1106/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ1207/2005, ΑΠ 320/2003).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο. Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 818/2017, 414/2017, ΑΠ 103/2017).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή αναλόγως ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/ 2003, ΑΠ 1072-3/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 68/2022).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 68/2022) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να γίνεται και ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 26/2022, 19/2022). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Νοούνται δε ως "πράγματα" οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 255/2010).

Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (ΑΠ 2081/2007, ΑΠ 936/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 21-12-2010 και με αριθμό κατάθεσης 226329/8059/2010 αγωγή, την οποία άσκησαν (από κοινού με είκοσι έξι ακόμη ενάγοντες και μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη) οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που ονομάσθηκαν συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ΟΑΕΔ, απασχολήθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 2007 έως το έτος 2010, ως διοικητικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Πολιτισμού (φύλακες αρχαιοτήτων) και ειδικότερα της 3ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ώστε η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων να μη δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό τους ως συμβάσεων μαθητείας "απόκτησης εργασιακής εμπειρίας- STAGE-" διάρκειας 18 μηνών (ήτοι μέχρι την 3.4.2009), αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους 550 ευρώ (ήτοι 25 ευρώ/ημέρα Χ 22 ημέρες εργασίας μηνιαίως), ότι μετά τη λήξη αυτής συνέχισαν να εργάζονται σε αυτό με διαδοχική σύμβαση, η οποία άρχισε την 1.7.2009 και διήρκεσε έως τις 16.7.2010, ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησή τους στις διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου παρείχαν εξαρτημένη εργασία, απασχολούμενες κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο από Δευτέρα έως Παρασκευή, ασκώντας, υπό τον ιεραρχικό έλεγχο του προϊσταμένου τους- υπαλλήλου του εναγόμενου-, καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και ειδικότερα απασχολήθηκαν με τη γραμματειακή υποστήριξη, την τήρηση πρωτοκόλλου και τη διεκπεραίωση εγγράφων, χωρίς η εργασία τους να διαφέρει εκείνης του τακτικού και μόνιμου προσωπικού του εναγομένου, καλύπτοντας, έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ότι, ενόψει αυτών, δεν δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων τους ως συμβάσεων μαθητείας, αλλά αυτές συνιστούν, για εκάστη εξ αυτών, μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι το εναγόμενο, κατά τον αντίστοιχο για την κάθε σύμβαση χρόνο λήξης αυτής, έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους καταγγέλλοντας έτσι σιωπηρώς την ανωτέρω σύμβασή τους, χωρίς να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.

Με βάση το ως άνω ιστορικό ζήτησαν, με την επίκληση του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, του π,δ. 164/2004 και των ρυθμίσεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ : α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας τους, ε) να υποχρεωθεί το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο να τις απασχολεί δυνάμει σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η με αριθμό 150/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση (και) από τις ενάγουσες -εκκαλούσες -αναιρεσείουσες.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσία. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ότι η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή είναι μη νόμιμη, καθότι μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι επιτρεπτή η μετατροπή των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων, που καταρτίσθηκαν, μεταξύ των διαδίκων, εντός του έτους 2007 η αρχική και εντεύθεν οι λοιπές, δηλαδή μετά την 18-4-2001, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως από το νομικό χαρακτηρισμό τους, ακόμη και εάν οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και δεν μπορεί να εκτιμηθούν ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε με βάση τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, ούτε και με βάση τις διατάξεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, ούτε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του π.δ. 164/2004 και ειδικότερα του άρθρου 11 αυτού, ενόψει του χρόνου καταρτίσεως των επιδίκων εργασιακών συμβάσεων, επικυρώνοντας έτσι την εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ομοίως, και απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους έφεσης των εναγουσών -εκκαλουσών -αναιρεσειουσών, με τους οποίους υποστηρίζονταν τα αντίθετα.

Εν προκειμένω οι αναιρεσείουσες, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ζητώντας την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αφού εκθέτουν υπό το κεφάλαιο Γ αυτής, το κείμενο και την έννοια των διατάξεων, α) του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α και αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, β) του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, γ) του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και δ) του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ακολούθως αναφέρουν, κατ' αντιγραφή, "Κατόπιν των ανωτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη τυγχάνει ακυρωτέα, πλήρως εξαφανιστέα, άλλως μεταρρυθμιστέα, ως εσφαλμένως εκτιμήσασα το σύνολο του εισκομισθέντος κατά τους δυο βαθμούς αποδεικτικού υλικού και προδήλως μη ορθώς εφαρμόζουσα τόσο ουσιαστικού δικαίου κανόνες, όσο και ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες δικαίου, ήτοι και πλέον συγκεκριμένα:

ΔΙΟΤΙ, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όχι ορθά και παράνομα, κατ' εσφαλμένη του νόμου ερμηνεία και κακή εφαρμογή και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίσθηκαν, απέρριψε αναιτιολόγητα ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη, τις ασκηθείσες εφέσεις μας με τα ακόλουθα ειδικότερα προσβαλλόμενα Κεφάλαιά της, παραβλέποντας πρόδηλα τις προσκομισθείσες αποδείξεις, ενώ αν η προσβαλλομένη απόφαση ορθά συνεκτιμούσε τις αποδείξεις και σωστά ερμήνευε και εφάρμοζε το νόμο, θα έπρεπε να δεχθεί τις εφέσεις μας κα την ασκηθείσα σύμφωνα με τα ανωτέρω και από 13-10-2009 αγωγή μας".

Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο: Α) ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, 1) κατά το πρώτο του σκέλος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην ένδικη αίτηση δεν διαλαμβάνεται το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή των επικαλουμένων από τις αναιρεσείουσες κανόνων ουσιαστικού δικαίου, εθνικού και ευρωπαϊκού, των οποίων, μόνο μακροσκελής, κατά την εκδοχή των αναιρεσειουσών, ερμηνεία παρατίθεται, με αναφορές στη θεωρία και νομολογία, 2) κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται:

α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εκ των επικαλουμένων του εθνικού και ευρωπαικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο(ους) συγκεκριμένο(ους) κανόνα(ες) δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Β) ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας καθόσον η στοιχειοθέτηση αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Γ) Ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, καθόσον για την πληρότητά του στο αναιρετήριο δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πολύ δε περισσότερο, που δεν διευκρινίζεται, αν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να προταθούν παραδεκτά από τους διαδίκους ή πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς, που δεν ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν και προτάθηκαν παραδεκτά από τις αναιρεσείουσες.

Σε κάθε περίπτωση, αν υποτεθεί ότι, με τον συγκεκριμένο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπονοείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη όλους τους λόγους εφέσεως που προέβαλαν, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με το δικόγραφο της εφέσεώς τους, το οποίο ενσωματώνουν στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη όλους τους λόγους εφέσεως, απέρριψε στο σύνολό της την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία. Δ) Ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εκκαλουσών-αναιρεσειουσών και επικύρωσε την με αριθ. 150/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τους ως μη νόμιμη.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, δεδομένου ότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρο 11 του Ν. 4520/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-5-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 3846/525/2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 6142/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ