Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, ruling dismissal was not abusive.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for damages due to alleged abusive termination of his employment contract. The appellant argued the dismissal was abusive because he was not replaced by a colleague of the same category, whereas the court found the termination was justified by the reduction of the Embassy's staff and the cancellation of his specific position. The court held that the appellant and the non-dismissed employee belonged to different professional categories, making them incomparable for the purpose of assessing abuse under Article 281 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) Civil Code; Law 2112/1920; Law 3198/1955: The termination of an indefinite-term employment contract is not considered abusive if it results from a reduction of the employer's staff and the cancellation of the specific position, provided the dismissed employee does not belong to the same professional category as the non-dismissed counterpart.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1573 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1573/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παπαναγιώτου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δημοσίου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που εδρεύει στην Ουάσιγκτον ΗΠΑ και εκπροσωπείται νόμιμα, και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μπαζινά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 942/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4556/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 25-10-2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ.4556/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την από 10-2-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 942/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας την από 22-12-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, λόγω ακυρότητας ως καταχρηστικής κατ'αρθρ. 281 ΑΚ της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, για το λόγο ότι η επιλογή του ως απολυτέου δεν έγινε όπως επιβάλλει η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας στη συνέχεια επί της ένδικης αγωγής, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζομένου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία.
Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180).
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.
Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 729/2018, 769/2016).
Η καταγγελία που έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, γιατί η οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως ήταν κακή και επέβαλε οικονομίες, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού του εργοδότη (ΑΠ 1324/2000). Ειδικότερα, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομίας που επιβάλλονται από συγκεκριμένες συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να αντεπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Ελέγχεται όμως ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης, καθώς και ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζόμενου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από άποψη ικανότητας, προσόντων και υπηρεσιακής απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό, που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρηση του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 1279/2019, 1267/2019, 1162/2019, 573/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 485/2019, 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι Εφετείο, κρίνοντας επί της προναφερθείσας εφέσεως του αναιρεσείοντος, δέχθηκε, κατά τη αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα : Στις 13.5.1982 ο ενάγων προσλήφθηκε από την Υπηρεσία Εξωτερικών Γεωργικών Υποθέσεων (FAS) του Υπουργείου Γεωργίας των Η.Π.Α., στο Γραφείο Γεωργικού Ακολούθου της Αμερικάνικης Πρεσβείας στην Αθήνα με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, ως ειδικός-Γεωπόνος και Επιστημονικός Σύμβουλος του Αμερικάνικου "Υπουργείου Γεωργίας για την Ελλάδα με το βαθμό εννέα (9), με μηνιαίο μισθό 5.376,72 ευρώ πλέον επιδομάτων και του ετήσιου bonus που αναφφέρει.
Ο ενάγων παρείχε την εργασία του με αντικείμενο συμβουλευτικές υπηρεσίες στον εκάστοτε Πρέσβη σε ειδικά θέματα όπως Εμπορίας σιτηρών από τις ΗΠΑ, εισαγωγές και αδειοδοτήσεις προϊόντων και σπόρων που εμπεριείχαν γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, θέματα εμπορίας γεωργικών προϊόντων στον ΠΟΕ, θέματα Κτηνιατρικών ελέγχων και φυτοϋγείας, προσαρμογής αμερικανικών πιστοποιητικών φυτοϋγείας στο Κοινοτικό καθεστώς, περιπτώσεις εισαγωγών επιμολυσμένων ή ανάμικτων φορτίων βάμβακος και αραβοσίτου με γενετικά τροποποιημένα σπόρια, θέματα ανίχνευσης αφλατοξινών σε φορτία αμερικάνικων ξηρών καρπών, ζητήματα σχετικά με πολιτικές θέσεις της Ελλάδος σε θέματα βιοτεχνολογίας σε διεθνείς οργανισμούς κλπ., εξελιχθείς μέχρι τον ανώτατο βαθμό δώδεκα (12) της Πρεσβείας, που προβλέπεται για στελέχη με ελληνική ιθαγένεια.
Στις 15.6.2009 το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ με έγγραφό του προς τον Προϊστάμενο των Εξωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ, ενέκρινε την κατάργηση της θέσης του ειδικού επί αγροτικών θεμάτων στην Αθήνα, λόγω περιορισμών στον προϋπολογισμό και της ανάγκης μεταφοράς ανεπαρκών πόρων σε χώρες υψηλότερης προτεραιότητας και στη συνέχεια η υπηρεσία Εξωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ κατήργησε πολλές θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και προσέθεσε προσωπικό σε αντίστοιχες θέσεις στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική, την Κίνα και την Ινδία.
Έτσι με βάση το χρονοδιάγραμμα που γνωστοποιήθηκε, η θέση του Ειδικού Επιτρόπου επί αγροτικών θεμάτων στην Αθήνα, την οποία κατείχε ο ενάγων, θα καταργείτο από 30.9.2009, ενώ παράλληλα θα καταργείτο και η θέση του Βοηθού Επιτρόπου επί αγροτικών θεμάτων, την οποία κατείχε η Ε. Μ., από 30.4.2010. Στις 30.4.2009 ενόψει της προγραμματισμένης αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών του εναγομένου καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, ποσού 143.968,70 ευρώ, την οποία και εισέπραξε ο ενάγων, επιφυλασσόμενος παντός νομίμου δικαιώματος του.
Ήδη ο τελευταίος υποστηρίζει ότι η απόλυση του είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη, γιατί δεν επιλέχθηκε με αντικειμενικά κριτήρια και συγκεκριμένα γιατί θα μπορούσε να παραμείνει στη θέση του ως αρχαιότερος και να απολυθεί η βοηθός του Ε. Μ.. Επί πλέον, όπως υποστηρίζει, θα μπορούσε να απορροφηθεί εργασιακά σε άλλη θέση ακόμα και εκτός Ελλάδος.
Οι ισχυρισμοί αυτοί του ενάγοντος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος απολύθηκε λόγω κατάργησης της θέσης του στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών του εναγομένου. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το εναγόμενο κατάργησε θέσεις σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ παράλληλα δημιούργησε θέσεις σε άλλες υπηρεσίες του στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική, την Κίνα κ.ά.
Εξ αυτού συνάγεται ότι η απόλυσή του δεν ήταν προσχηματική αλλά οφειλόταν στη μείωση του προσωπικού της Πρεσβείας του εναγομένου στην Ελλάδα και την κατάργηση της συγκεκριμένης θέσης. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν συντρέχει υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και η απόλυσή του δεν είναι καταχρηστική.
Ομοίως δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η απόλυση, γιατί δεν απολύθηκε αντ' αυτού η βοηθός του, Ε. Μ., αφού δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία εργαζομένων. Ο ίδιος κατείχε τη θέση του ειδικού Επιτρόπου επί αγροτικών θεμάτων στην Πρεσβεία, ενώ η Ε. Μ. της βοηθού επί αγροτικών θεμάτων και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους ως προς τα καθήκοντα, τις ικανότητες, τις ανάγκες του εναγομένου.
Το επιχείρημα της αρχαιότητας στην υπηρεσία σε συνδυασμό με την ηλικία, την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση (περιστατικά που δεν επικαλείται ο ενάγων) θα ασκούσε επιρροή μόνο εάν επρόκειτο περί εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα, γεγονός που δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση.
Ακόμη τα υποστηριζόμενα περί άλλων θέσεων στο εξωτερικό ή σε άλλο τμήμα της ίδιας υπηρεσίας είναι παντελώς αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης. Με βάση τα παραπάνω κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δε συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής απόλυσης. Με την εν λόγω κρίση του το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού εδέχθη ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος οφειλόταν στη μείωση του προσωπικού της Πρεσβείας του εναγομένου στην Ελλάδα και την κατάργηση της συγκεκριμένης θέσης, που έλαβε στα πλαίσια της προγραμματισμένης αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών αυτού και ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος ετύγχανε ειδικός Επίτροπος επί αγροτικών θεμάτων στην Πρεσβεία, δεν ανήκε στην ίδια επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα με την μη απολυθείσα Ε.
Μ., η οποία ήταν βοηθός επί αγροτικών θεμάτων, ώστε να δύναται να γίνει σύγκριση μεταξύ αυτών ως προς τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια, καθώς και ότι και ότι δεν υπήρχε άλλη κενή θέση εργασίας σε άλλο τμήμα της ίδιας υπηρεσίας. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, διότι δεν εκρίθησαν συγκρίσιμοι εργαζόμενοι ο αναιρεσείων και η Ε.
Μ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίο κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183,191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4556/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο για τα δικαστικά του έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ