1573/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 ΚΠολΔ, (όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015), που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, μπορούν να γνωστοποιηθούν με τις προτάσεις που κατατίθενται στη συζήτηση της υπόθεσης, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, η δίκη συνεχίζεται αμέσως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αρ.2, 160 παρ.1, 556 παρ.1 και 569 ΚΠολΔ, καθώς και της διάταξης του άρθρου 35 ΑΚ που προσδιορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου κατά το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι σε άσκηση αναίρεσης και πρόσθετων λόγων επ' αυτής δικαιούται κάθε φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 556 παρ.1 ΚΠολΔ, εφ' όσον είναι εν ζωή.
Legislator headnote
AI generated1573/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στο όνομα προσώπου, που αποβίωσε πριν από την κατάθεσή του, είναι άκυρο ως προς τον αποβιώσαντα. Η ακυρότητα αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρου 62 εδ. α' ΚΠολΔ ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΚΠολΔ 73, ΑΠ 1611/2011).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1573 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1573/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Σπυρίδωνος Μαυρογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων - αναιρεσειουσών:: 1) Α. - Τ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 2) …και 10) Π. Ψ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευαγγέλου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 349/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1901/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν α) το αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο με την από 10-4-2017 αίτησή του και β) οι αναιρεσίβλητες - αναιρεσείουσες με την από 20-4-2017 αίτησή τους και τους από 4-12-2017 πρόσθετους λόγους επ' αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 ΚΠολΔ, (όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015), που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, μπορούν να γνωστοποιηθούν με τις προτάσεις που κατατίθενται στη συζήτηση της υπόθεσης, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, η δίκη συνεχίζεται αμέσως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αρ.2, 160 παρ.1, 556 παρ.1 και 569 ΚΠολΔ, καθώς και της διάταξης του άρθρου 35 ΑΚ που προσδιορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου κατά το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι σε άσκηση αναίρεσης και πρόσθετων λόγων επ' αυτής δικαιούται κάθε φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 556 παρ.1 ΚΠολΔ, εφ' όσον είναι εν ζωή.
Συνεπώς, δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στο όνομα προσώπου, που αποβίωσε πριν από την κατάθεσή του, είναι άκυρο ως προς τον αποβιώσαντα. Η ακυρότητα αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρου 62 εδ. α' ΚΠολΔ ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΚΠολΔ 73, ΑΠ 1611/2011).
Εν προκειμένω, υπόκεινται προς κρίση α) η από 10-4-2017 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των Α. - Τ. Δ. κλπ (συνολικώς 10) εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων και β) η από 20-4-2017 αντίθετη αίτηση αναίρεσης και οι από 4-12-2017 πρόσθετοι λόγοι επ' αυτής των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με τους οποίους προσβάλλεται η 1901/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η Μ. Ε. του Γ., πέμπτη αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα και ασκούσα πρόσθετους λόγους, αποβίωσε την 15-5-2017 (βλ. αντίγραφο της 339/15-5-2017 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ειδικού Ληξιάρχου Πυθαγορείου Σάμου), δηλαδή μετά την κατάθεση των ένδικων αιτήσεων αναίρεσης και πριν την κατάθεση των πρόσθετων λόγων (4-12-2017), χωρίς να αφήσει διαθήκη.
Αυτή, κατά το χρόνο του θανάτου της, κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους το σύζυγό της, Ε. Π. του Σ., τον πατέρα της, Γ. Ε. του Μ., τη μητέρα της, Π. Ε. του Κ. και την αδελφή της, Ε. Ε. του Γ. (βλ. το 14287/12-6-2017 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Σάμου), οι οποίοι, με τις προτάσεις που κατέθεσαν στη συζήτηση της υπόθεσης, γνωστοποίησαν το θάνατο της ως άνω δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη.
Επομένως, νόμιμα συνεχίζεται η δίκη επί των αιτήσεων αναίρεσης από τους ως άνω κληρονόμους της πέμπτης αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας. Οι πρόσθετοι λόγοι, όμως, κατά το μέρος που ασκήθηκαν στο όνομα της ανωτέρω, η οποία είχε προαποβιώσει, είναι απαράδεκτοι, διότι θα έπρεπε να έχουν ασκηθεί από τους κληρονόμους της.
Ακολούθως, οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης ως προς άπαντες τους διαδίκους και οι πρόσθετοι λόγοι ως προς αυτούς πλην της αποβιώσασας, που είναι παραδεκτοί, πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (ΚΠολΔ 246, 573 παρ.1).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και, ακόμη, όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της, με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις συναφείς εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξ άλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφ' όσον προέχων σκοπός της είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).
3. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου".
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτι-κού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
4. Εξ άλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε, κατ' αρχήν, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ., που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές" λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήσαν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του φορέα απασχόλησης.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας ή β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ.
Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η οποία καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά στην πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ με συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση τέτοιου προγράμματος διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 218/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/ 2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής, συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζόμενους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.
Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/ 2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος) ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης άλλου εργαζόμενου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).
Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 1052/2017, ΑΠ 260/2012).
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με τον ως άνω αναιρετικό λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).
6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 15-10-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες - αναιρεσείουσες ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι με συμβάσεις δεκαοκτάμηνης διάρκειας, που καταρτίστηκαν το έτος 2007 με τους αρχικά εναγόμενους, ήτοι τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή και ο οποίος δεν μετέχει στην αναιρετική δίκη) και το ήδη αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του τελευταίου, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ, με τις ειδικότητες, σε θέσεις και σε χρονικά διαστήματα που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσλήφθηκαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ούτε οι συμβάσεις τους ήσαν συμβάσεις μαθητείας, αλλά έφεραν τα χαρακτηριστικά συμβάσεων εργασίας, διότι κατά τη διάρκεια αυτών πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου.
Ότι, κατά τη λήξη τους, οι συμβάσεις παρατάθηκαν για χρονικό διάστημα άλλων 18 μηνών μετά παρέλευση του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, οι ενάγουσες ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι κάθε μια από αυτές συνδέεται με τους εναγόμενους με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταγγέλθηκε σιωπηρώς και ακύρως από αυτούς, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους στις θέσεις που καθεμιά απασχολήθηκε μέχρι την άκυρη απόλυσή της, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής τους, γ) άλλως, να υποχρεωθούν εις ολόκληρον να καταβάλουν την οφειλόμενη αποζημίωση λόγω σιωπηρής καταγγελίας των συμβάσεών τους, νομιμοτόκως από την ημέρα παύσης της εργασιακής τους σχέσης, δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, που αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ αφ' ενός των μεγαλύτερων αποδοχών για μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας, που έπρεπε να είχαν καταβάλει για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους σε καθεμία από τις ενάγουσες σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και αφ' ετέρου των αποδοχών που πράγματι τους κατέβαλαν σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης μαθητείας που είχαν καταρτίσει, με βάση, κυρίως, τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άλλως, τις αρχές της ισότητας και ίσης μεταχείρισης ή, όλως επικουρικώς σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας, τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι ενάγουσες προέβησαν σε νόμιμο περιορισμό των κονδυλίων της αγωγής σε αναγνωριστικά, εκτός από αυτό για τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών του έτους 2009, το οποία παρέμεινε καταψηφιστικό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 349/2014 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ΟΑΕΔ, τη δέχθηκε ως προς το δεύτερο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, ως προς την κύρια βάση της και, αφού αναγνώρισε ότι οι ενάγουσες συνδέονται με το Ελληνικό Δημόσιο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταγγέλθηκε σιωπηρώς και ακύρως, υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του, να καταβάλει σε καθεμία από αυτές τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά για διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας του έτους 2009 και, τέλος, αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει σε καθεμία απ' αυτές τα στο διατακτικό αναφερόμενα χρηματικά ποσά για διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2008 και 2010, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση κατά τη συζήτηση της οποίας οι ενάγουσες - εφεσίβλητες άσκησαν αντέφεση και παραιτήθηκαν από τα αιτήματα να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεών τους, περιόρισαν το αίτημά τους να αναγνωρισθούν οι συμβάσεις τους ως συμβάσεις, άλλως σχέσεις, εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ζήτησαν να αναγνωριστούν ως συμβάσεις, άλλως σχέσεις, εργασίας ορισμένου χρόνου και, τέλος, παραιτήθηκαν από το αίτημά τους να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους με καταβολή των νόμιμων αποδοχών τους.
Για την έφεση και την αντέφεση εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 1901/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αντέφεση, έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και, αφού δικάστηκε εκ νέου η αγωγή, όπως περιορίσθηκε, απορρίφθηκε κατά το αίτημα αναγνώρισης των ενδίκων συμβάσεων ως συμβάσεων, άλλως σχέσεων, εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως μη νόμιμη, έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και κρίθηκε ότι το εναγόμενο οφείλει στις ενάγουσες τα σ' αυτή αναφερόμενα ποσά για διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας του ένδικου χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως και μέρους του έτους 2010.
7. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως από αυτήν προκύπτει, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, στην έκταση που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, με το ακόλουθο σκεπτικό: Η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται, μετά τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό, να αναγνωρισθούν οι συμβάσεις των εναγουσών ως συμβάσεις, άλλως σχέσεις, εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι μη νόμιμη, διότι κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της οι ένδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν το έτος 2007 σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, στα πλαίσια προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1994 και 6 του ν. 2527/1997 και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, υπό την επίκληση κάλυψης παγίων και διαρκών αναγκών λειτουργίας των υπηρεσιών του εναγομένου, ούτε και κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτών, όπως ζητείται, ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτών, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004.
Με την ανωτέρω κρίση, το Εφετείο, κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, όπως περιορίστηκε, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, 14 παρ.2 περ. κα' και 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ.15 του ν. 2639/1998, 648 ΑΚ, του π.δ. 164/2004 και της ΚΥΑ 30484/4-7-2006, καθόσον υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή, ήτοι το ότι οι ένδικες συμβάσεις είχαν συναφθεί στα πλαίσια ειδικού προγράμματος χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ, το ότι κατά τη διάρκεια αυτών οι αναιρεσείουσες πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία και το ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι τούτο μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται κατά το άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος, εφ' όσον προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 3, 5, 6, 7 του π.δ. 164/2004.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτών, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
8. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 για το Δημόσιο Λογιστικό και τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο) ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Εξάλλου, στο άρθρο 91 εδ. α' του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων κατά του Δημοσίου, όταν αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε είδους απολαβές ή αποζημιώσεις αυτών και ορίζεται ως χρονική αφετηρία η γέννηση της κάθε επί μέρους αξίωσης.
Η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ.
α' του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3, η οποία, γι' αυτό το λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 9/2017, ΟλΑΠ 29/2006). Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια.
Η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 38/2005).
Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.
Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος.
Εξάλλου, η τακτικότητα στην καταβολή των κάθε είδους απολαβών των υπαλλήλων του Δημοσίου και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις αυτών για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στο χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά σε ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.
Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, η παραπάνω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.3 α' (για πρόσφορη προσφυγή του ατόμου σε περιπτώσεις παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σ' αυτό), 5 παρ.1 (για την κατάλυση ή τον περιορισμό δικαιωμάτων και των ελευθεριών του προσώπου), 14 παρ.1 (για το δικαίωμα του προσώπου σε δίκαιη δίκη) και 26 (για την ισότητα των προσώπων ενώπιον του νόμου και την απαγόρευση διακρίσεων) του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ(ΟλΑΠ 9/2017).
9. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δέχτηκε ότι οι απαιτήσεις των εναγουσών αφορούν σε αξιώσεις που έχουν ως βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αναφέρονται στα χρονικά διαστήματα για την πρώτη από 1-5-2007 έως 12-10-2010, για τη δεύτερη από 23-4-2007 έως 6-8-2010, για την τρίτη από 23-4-2007 έως 31-7-2010, για την τέταρτη από 1-12-2006 έως 23-8-2010, για την πέμπτη από 11-6-2007 έως 28-9-2010, για την έκτη από 18-1-2007 έως 12-11-2010, για την έβδομη από 2-5-2007 έως 11-7-2010, για την όγδοη από 29-6-2007 έως 2-8-2010, για την ένατη από 24-5-2007 έως 2-8-2010 και για τη δέκατη από 29-6-2007 έως 2-8-2010.
Ότι από τις ανωτέρω, οι αξιώσεις που ανάγονται στο χρονικό διάστημα έως 31-12-2007, ενόψει του ότι η αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο τη 18-10-2010, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή και κατά το μέρος αυτό απέρριψε την αγωγή. Αντίθετα, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις που ανάγονται στα έτη 2008, 2009 και 2010 δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή.
Ειδικότερα, το εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 31-10-2008 δεν παραγράφηκαν για το λόγο ότι δεν είχε παρέλθει διετία από το τέλος του αντίστοιχου έτους μέσα στο οποίο αυτές γεννήθηκαν και έγιναν δικαστικά επιδιώξιμες, μέχρι την επίδοση της σχετικής αγωγής (18-10-2010) και επιδίκασε στις αναιρεσίβλητες και τις αξιώσεις του χρονικού αυτού διαστήματος.
Με την κρίση ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών υπόκεινται σε διετή παραγραφή με χρόνο έναρξης το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και έγιναν δικαστικά επιδιώξιμες και όχι το χρόνο γέννησής τους, το εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, ερμηνεύοντας εσφαλμένα και μη εφαρμόζοντας την πρώτη, καίτοι συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της και εφαρμόζοντας τη δεύτερη, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης του εναγομένου. Με την κρίση, όμως, ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 ούτε τα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης των εναγουσών, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της εμπιστοσύνης του διοικούμενου είναι απαράδεκτη, διότι η αρχή αυτή αφορά στη διοικητική λειτουργία του Κράτους και η παραβίασή της δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην επικαλούμενη νομολογία του ΕΔΔΑ επί των υποθέσεων Ζουμπουλίδη και Γιαβή κατά Ελλάδος (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 780/2017).
10. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ότι δυνάμει των από 8-2-2007, 21-3-2007, 29-3-2007, 17-11-2006, 14-5-2007, 28-12-2006, 21-4-2007, 25-6-2007, 10-5-2007 και 25-6-2007 συμφωνητικών συνεργασίας δεκαοκτάμηνης διάρκειας, που καταρτίστηκαν μεταξύ αφ' ενός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και του ΟΑΕΔ και αφ' ετέρου καθεμιάς από τις ενάγουσες στο πλαίσιο προγράμματος (stage) απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων που εκπόνησε ο ΟΑΕΔ, οι ενάγουσες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προσφέροντας εργασία σε διάφορες δικαστικές υπηρεσίες, ως διοικητικοί υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ οι δεύτερη και τρίτη και ΔΕ οι λοιπές από αυτές, προκειμένου να αποκτήσουν εμπειρία στο γνωστικό τους αντικείμενο, με ωράριο που δεν υπερέβαινε τις επτά ώρες την ημέρα, από Δευτέρα έως και Παρασκευή.
Ότι με τη λήξη της πρώτης σύμβασης για την καθεμία ακολούθησαν νεώτερα συμφωνητικά, με τα οποία επαναπροσλήφθηκαν στον ίδιο φορέα του εναγομένου και με τους ίδιους όρους για να απασχοληθούν, η πρώτη ενάγουσα από 12-1-2009 έως 12-7-2010, η δεύτερη από 1-1-2009 έως 15-7-2010, η τρίτη από 12-1-2009 έως 12-7-2010, η τέταρτη από 12-1-2009 έως 12-7-2009, η πέμπτη από 17-2-2009 έως 16-8-2010, η έκτη από 30-3-2009 έως 29-9-2010, η εβδόμη από 12-12-2008 έως 11-6-2010, η ογδόη από 2-2-2009 έως 2-8-2010, η ενάτη από 2-2-2009 έως 2-8-2010 και η δεκάτη από 2-2-2009 έως 2-8-2010.
Ότι παρά τα αναγραφόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, δηλαδή το ότι σκοπός θα ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα ζητήθηκε από τις ενάγουσες η παροχή εξαρτημένης εργασίας στους φορείς υποδοχής και, συγκεκριμένα, από την πρώτη σε τέσσερα τμήματα (διαδοχικά) της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου, από τη δεύτερη στο ποινικό τμήμα της Εισαγγελίας Εφετών Θράκης, από την τρίτη στο ποινικό τμήμα του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, από την τέταρτη στο πολιτικό τμήμα του Πρωτοδικείου Κοζάνης, από την πέμπτη στο τμήμα γραμματείας και (κατόπιν) ποινικού μητρώου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Σάμου, από την έκτη στο πολιτικό τμήμα του Εφετείου Θράκης, από την εβδόμη στο τμήμα πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών, από την ογδόη στο τμήμα γραμματείας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας, από την ενάτη στο τμήμα μηνύσεων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας και από τη δέκατη στο τμήμα γραμματείας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας.
Ότι όλες οι ενάγουσες απασχολούνταν όχι ως μαθητευόμενες, αλλά με τους ίδιους όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι δικαστικοί υπάλληλοι, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα (αναφέρονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά η εδώ αναγραφή τους παρέλκει, καθ' όσον δεν αποτελούν ζήτημα που συνδέεται με τους αναιρετικούς λόγους), με πλήρες ωράριο, καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή και υπό τις ίδιες δεσμευτικές οδηγίες του προϊσταμένου της αντίστοιχης υπηρεσίας σε σχέση με τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας τους.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι οι ενάγουσες δεν ήσαν μαθητευόμενες, αλλά ασκούσαν καθήκοντα μονίμων υπαλλήλων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες εκάστης από τις παραπάνω υπηρεσίες, που υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και, κατ' επέκταση, στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Αλλά ότι, ανεξάρτητα προς αυτό, οι ως άνω συμβάσεις δεν ήσαν και δεν μπορούν να μετατραπούν σε έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, καθόσον κάτι τέτοιο προσκρούει στις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ, του π.δ. 164/2004 και των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994.
Και, περαιτέρω, το εφετείο έκρινε ότι όσον αφορά στην έμμεση αναγνώριση υπάρξεως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004. Ότι το εναγόμενο, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, δεν έχει τη δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου και κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από ανεξάρτητη διοικητική αρχή (ήτοι, το ΑΣΕΠ).
Ότι οι ενάγουσες παρείχαν υπηρεσίες με απλή σχέση εργασίας και το εναγόμενο ενέχεται έναντι αυτών για την ωφέλεια που αποκόμισε από την αξιοποίηση της εργασίας τους με τη μη πρόσληψη άλλων μισθωτών, που θα εκτελούσαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και που ισούται με τη διαφορά μεταξύ αφ' ενός των αποδοχών που θα κατέβαλλε στους υπαλλήλους που υπηρετούσαν με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατείχαν το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο, χωρίς προϋπηρεσία και οικογενειακή κατάσταση, χωρίς το επίδομα που αναφέρεται ως κίνητρο παραγωγικότητας και χωρίς την ειδική παροχή των 176 ευρώ και αφ' ετέρου των αποδοχών που οι ενάγουσες λάμβαναν με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας (ΑΚ 904).
Ότι αυτές δικαιούνται το βασικό μισθό, το επίδομα ειδικών συνθηκών και την αποζημίωση του ειδικού διανεμητικού λογαριασμού, η οποία καταβαλλόταν στους τακτικούς δικαστικούς υπαλλήλους έως και τον Οκτώβριο 2011. Ότι, επίσης, οι ενάγουσες δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας απευθείας από το νόμο.
Ότι με βάση αυτά οι ενάγουσες δικαιούνται για το από 1-1-2008 ένδικο χρονικό διάστημα, πλέον των όσων είχαν λάβει με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας, το χρηματικό ποσό των 11.034,05 ευρώ η πρώτη, 9.333,89 ευρώ η δεύτερη, 9.120,77 ευρώ η τρίτη, 10.033,09 η τέταρτη, 12.027,02 η πέμπτη, 12.794,69 η έκτη, 9.494,99 η έβδομη, 8.710,82 η όγδοη, 8972,34 η ένατη και 12.342,89 η δέκατη.
11. Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο από τους λόγους της αίτησής τους, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι κατά τον υπολογισμό των επιδικασθεισών μισθολογικών διαφορών αποκλείσθηκε α) το κατά το άρθρο 12 του ν. 3205/2003 κίνητρο απόδοσης, β) η ανάλογη προσαύξηση από την εξεύρεση του προσήκοντος μισθολογικού κλιμακίου για καθεμιά από τις ενάγουσες σύμφωνα με το χρόνο προϋπηρεσίας της στο εναγόμενο και γ) η ειδική παροχή από την 2/7093/ 0022/2004 ΚΥΑ για "επέκταση των διατάξεων του ν. 3205/2003 στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν.3205/2003.
Σύμφωνα, όμως, με τα ήδη εκτεθέντα (βλ. παραπάνω, αρ.4), οι ενάγουσες, που προσλήφθηκαν με έγκυρες συμβάσεις μαθητείας και πρόσφεραν με απλή σχέση εξαρτημένη εργασία, δεν δικαιούνται τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης ούτε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι, ως αλυσιτελείς, διότι ακόμη και αν υπό διαφορετικές συνθήκες οι ως άνω μισθολογικές παροχές θα έπρεπε να επαυξήσουν τις νόμιμες αποδοχές εργαζόμενων στο Ελληνικό Δημόσιο, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγουσες δεν δικαιούνται ούτε αυτά που τους επιδικάσθηκαν, πέραν των επιδομάτων εορτών και αδείας.
Με δεδομένο, όμως, το ότι το εναγόμενο δεν προσβάλλει κατά τούτο την απόφαση του εφετείου (παρά μόνο για το ζήτημα της παραγραφής, όπως ήδη αναφέρθηκε, βλ. παραπάνω αρ.9), η ως άνω πλημμέλεια παραμένει εκτός αναιρετικού ελέγχου.
12. Με το π.δ. 410/1988 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που αφορούν στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ. Στο άρθρο 1 αυτού "περιπτώσεις προσλήψεων προσωπικού", ορίζεται ότι επιτρέπεται η πρόσληψη προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μόνον α) για την κάλυψη οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού, β) για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών και γ) για την κάλυψη παροδικών αναγκών.
Σύμφωνα με τα άρθρα 46 περ. ε' και 48 αυτού, η σύμβαση εργασίας λύεται (εκτός άλλων περιπτώσεων) με τη λήξη του χρόνου διάρκειάς της και οι εργαζόμενοι απολύονται για συμπλήρωση ορίου ηλικίας, υπηρεσιακή ανεπάρκεια, σωματική ή πνευματική ανικανότητα και κατάργηση της θέσης τους. Στο άρθρο 55 παρ.1 και 9 αυτού ορίζεται ότι με την επιφύλαξη των διατάξεων των παρ.3 και 4 αυτού, η αποζημίωση λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής:
α) για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη, η αποζημίωση ορίζεται στις αποδοχές ενός μήνα, β) για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα. Οι παρ.1 έως 8 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και προκειμένου για σχέση εργασίας.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η κατά το άρθρο 55 αποζημίωση απόλυσης καταβάλλεται στις περιπτώσεις απόλυσης από την υπηρεσία και καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και δεν καταλαμβάνει την περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας λόγω λήξεως της χρονικής διάρκειάς της, για την οποία δεν προβλέπεται και δεν καταβάλλεται η κατά το άρθρο αυτό αποζημίωση.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το αίτημα επιδίκασης της αποζημίωσης απόλυσης έκρινε ότι μετά τον περιορισμό της αγωγής σε αναγνώριση των συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου, χωρίς την επίκληση καταγγελίας πριν από τη λήξη του χρόνου διάρκειάς τους, το αίτημα αποζημίωσης είναι μη νόμιμο.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του π.δ. 410/1988. Δεν παραβίασε, όμως, ούτε και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του π.δ 164/2004, που προβλέπει αποζημίωση μόνο για την περίπτωση που παρασχέθηκε εξαρτημένη εργασία με άκυρη σύμβαση, διότι στην ένδικη περίπτωση οι ενάγουσες είχαν προσληφθεί με έγκυρες συμβάσεις μαθητείας και συμμετοχής σε πρόγραμμα κατάρτισης του ΟΑΕΔ, επί των οποίων δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ 164/2004 (βλ.
παραπάνω, αρ.4). Και, τέλος, δεν παραβίασε ούτε τη ρήτρα 4 της κοινοτικής οδηγίας 1999/1970, που δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη.
Συνεπώς, ο έβδομος λόγος της αίτησης των αναιρεσειουσών και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
13. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει: α) η από 20-4-2017 αίτηση αναίρεσης και οι από 4-12-2017 πρόσθετοι λόγοι των εναγουσών να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν.3693/1957 δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) και β) η από 10-4-2017 αίτηση του εναγομένου να γίνει δεκτή κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 31-10-2008 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, για να προσδιορισθεί το τελικώς οφειλόμενο ποσό, καταψηφιστικώς ή αναγνωριστικώς. Τέλος, πρέπει και πάλι να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στην κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 μειωμένη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τoυ τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους, κατά το μέρος που ασκήθηκαν από την πέμπτη από τις αναιρεσίβλητες - αναιρεσείουσες (Μ. Ε.).
Συνεκδικάζει α) την από 10-4-2017 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και β) την από 20-4-2017 αίτηση αναίρεσης των Α. - Τ. Δ. κλπ και τους από 4-12-2017 πρόσθετους λόγους επ' αυτής.
Απορρίπτει την από 20-4-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 4-12-2017 πρόσθετους λόγους κατά της 1901/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Αναιρεί την 1901/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς το αναιρούμενο μέρος. -Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ