Supreme Court partially allowed appeal against Social Security's substitution of claimant's debt due to erroneous application of law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens, finding the lower court erred in applying substantive law. The court held that the Social Security Fund (IKA) could not substitute the claimant's debt because the claimant had already filed a separate lawsuit for the same amount, rendering the substitution legally impossible. Consequently, the judgment was remanded for further proceedings regarding the specific damages and benefits awarded to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Social Security Fund cannot substitute a claimant's debt when the claimant has already filed a separate lawsuit for the same amount, as such substitution requires a genuine existing claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1573 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1573/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Κ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κρίκο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Δ. Γ. του Σ., 2) Ν. Κ. του Ε., συζ. Δ. Γ., κατοίκων ... και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Κωνσταντίνου και το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σκορδά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2011 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 9-10-2011 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 6-2-2012 κύρια παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 3ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2595/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 364/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 3-9-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 3ου και 4ου (κατά το β' τμήμα του) λόγων της .../2015 αίτησης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 364/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου( Ολ.
Α.Π. 1/2013). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. (Ολ.
Α,Π. 9/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως, αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει, το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999 , Α.Π. 9/2013). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε, περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει από μόνη της υπαιτιότητα στην επεύλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ.1 Κ.Ο.Κ. <<... Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ...>>.
Κατά το άρθρο 17 Κ.Ο.Κ. << 1. Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας ... 3. Το προσπέρασμα απαγορεύεται γενικά στις εξής περιπτώσεις: ... γ) Όταν η λωρίδα κυκλοφορίας, την οποία θα χρησιμοποιήσει ο οδηγός κατά το προσπέρασμα, δεν είναι ελεύθερη σε αρκετή απόσταση μπροστά του, κατά τρόπο ώστε, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς ταχύτητας του οχήματος του, κατά το χρόνο του προσπεράσματος, και εκείνης των οχημάτων, τα οποία προτίθεται να προσπεράσει, να μην εκθέσει σε κίνδυνο ή παρεμποδίσει τους ερχόμενους αντίθετα. ... 5.
ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως.>>. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 Κ.Ο.Κ. << 1. ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάδε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματος του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.>> Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 Κ.Ο.Κ << Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση >>.
Κατά το άρθρο 21 Κ.Ο.Κ. << 1. ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.
Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας γιο το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης .... 3. Η προειδοποίηση που δίνεται με τους δείκτες κατεύθυνσης επιβάλλεται να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια του ελιγμού και να παύει όταν ολοκληρωθεί ο ελιγμός>>.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 10- 2-2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσίβλητοι πρώτος και δεύτερος ισχυριζόμενοι ότι από τη σύγκρουση της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, που οδηγούσε o πρώτος τούτων, με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της δεύτερης εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία << ...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ>>, που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος, Κ. Β. και ήταν ασφαλισμένο στην πρώτη εναγομένη, που οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω οδηγού του αυτοκινήτου, προκλήθηκε ο σοβαρός τραυματισμός του πρώτου ενάγοντος και η ολοσχερής καταστροφή της μοτοσικλέτας, ζήτησαν, μετά το νόμιμο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικού σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι τους οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο δε τούτων και ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 Α.Κ.
Η αγωγή συνεκδικάσθηκε με την από 9-10-2011 ανακοίνωση της ... προς το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ και την από 6-2-2012 κύρια παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του IΚΑ-ΕΤΑΜ κατά των εναγομένων με την κύρια αγωγή, αλλά και κατά του οδηγού της μοτοσικλέτας. Με την 2595/2012 απόφασή του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε συνυπαίτιους του ένδικου ατυχήματος τον εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 65%, και τον ενάγοντα οδηγό της μοτοσικλέτας, κατά ποσοστό 35%, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και στο σύνολο της την κύρια παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησαν εφέσεις, α) η πρώτη εναγόμενη, β) ο οδηγός του ΙΧΕ Κ. Β. και γ) η δεύτερη εναγομένη εταιρεία, ενώ οι αναιρεσίβλητοι πρώτος και δεύτερη άσκησαν δια των προτάσεων αντεφέσεις. Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την όποια το Εφετείο έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνυπαίτιους τους δύο οδηγούς για το ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά τα αυτά ποσοστά, ήτοι τον εναγόμενο οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου κατά 65% και τον αναιρεσίβλητο οδηγό της μοτοσικλέτας κατά 35%, έκρινε επίσης ότι η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου ευθύνεται μέχρι την αξία του, ήτοι μέχρι το ποσό των 25.000 ευρώ, δέχθηκε τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν τις αντεφέσεις και δέχθηκε εν τις δύο αγωγές.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι
η ασφαλιστική εταιρεία καθώς και ο οδηγός του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 104.880,01 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 3.225 ευρώ, αμφότερα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει μέχρι του ποσού των 25.000 ευρώ, εις ολόκληρον με τους ανωτέρω, προφανώς μέχρι το ποσό που εκείνοι οφείλουν, στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 285.166,51 ευρώ, στην δε δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 65.575,50 ευρώ, καταβλητέα όπως ορίζεται στην απόφαση. Τα διαφορετικά ποσά που αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούνται να καταβάλουν οι ως άνω συνυπόχρεοι οφείλονται στο ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία και ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου προέβαλαν στο Πρωτοδικείο ενστάσεις που δεν προέβαλε η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου καθώς και ότι με τις εφέσεις τους προσέβαλαν κεφάλαια της πρωτόδικης, τα οποία δεν προσέβαλε με έφεση η ιδιοκτήτρια του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Στις 2-9-2009 και περί ώρα 10.30' π.μ., ο πρώτος ενάγων Δ. Γ. του Σ., φορώντας προστατευτικό κράνος, οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, Ν.
Κ. του Ε., εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού …, με κατεύθυνση από Αγία Παρασκευή προς Αθήνα και με ταχύτητα περί τα 50 χλμ/ώρα, δεδομένου ότι η κυκλοφορία των οχημάτων τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή στο σημείο εκείνο της οδού ήταν αυξημένη - πυκνή όπως σημειώνεται στη σχετική έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ.
Καισαριανής. Η συγκεκριμένη οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με τρεις λωρίδες ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 20,70μ., στο συγκεκριμένο δε σημείο είναι ευθεία και η ορατότητα είναι καλή. Στον αυτό τόπο και χρόνο, με την ίδια κατεύθυνση, κινείτο και ο τρίτος εναγόμενος, Κ. Β. του Γ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης εταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης με την επωνυμία "... Α.Ε.", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κατόχου του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.". Ο τρίτος εναγόμενος (Κ.
Β.) εκινείτο περί τα 20 μέτρα έμπροσθεν του πρώτου ενάγοντος, στην άκρη της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού, με πρόθεση να εισέλθει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, χωρίς όμως να ενεργοποιήσει το σχετικό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας). Πράγματι, ο προαναφερόμενος τρίτος εναγόμενος Κ.
Β. άλλαξε απότομα και αιφνίδια, χωρίς καμία προειδοποίηση προς τους άλλους χρήστες της οδού, λωρίδα κυκλοφορίας, καταλαμβάνοντας μεγάλο μέρος της μεσαίας λωρίδας, στην οποία κινείτο η δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο αυτόπτης μάρτυρας Ε. Α. και ο οποίος, αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τον τρίτο εναγόμενο, τον ενημέρωσε με ηχητική προειδοποίηση για τον κίνδυνο σύγκρουσης μαζί του.
Κατόπιν τούτου, ο τρίτος εναγόμενος επιχείρησε να εισέλθει εκ νέου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, απροειδοποίητα και με απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των υπολοίπων οχημάτων, ενώ παράλληλα ο πρώτος ενάγων, ο οποίος πίστευε ότι είχε ελευθερωθεί το οδόστρωμα έμπροσθεν αυτού, επιταχύνοντας την πορεία του, ήτοι αναπτύσσοντας ταχύτητα άνω των 70 χλμ/ώρα, παρόλο που αντελήφθη την επάνοδο του τρίτου εναγομένου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, επιχείρησε να προσπεράσει αυτόν, κινούμενος στο άκρο αριστερό μέρος του οδοστρώματος, με συνέπεια να σφηνωθεί ο αριστερός καθρέφτης του οχήματος που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος στη δεξιά πλευρά του τιμονιού της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων και ειδικότερα ανάμεσα στο δεξί του χέρι και στη μανέτα του φρένου.
Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής, δεδομένης και της ταχύτητας των δύο οχημάτων τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ήταν ότι εμποδίστηκε η εμπρόσθια κίνηση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων και αφού σύρθηκε επί του οδοστρώματος, προσέκρουσε με σφοδρότητα πάνω στο αριστερό ρείθρο της διαχωριστές νησίδας, με συνέπεια ο μεν πρώτος ενάγων να εκτιναχθεί από τη μοτοσικλέτα του και μετά από περιστροφή στον αέρα να επιπέσει επί του οδοστρώματος προς τα αριστερά και συγκεκριμένα στην αριστερή άκρη της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του αντίθετου ρεύματος πορείας (από Αθήνα προς Αγία Παρασκευή), η δε μοτοσικλέτα να εκτιναχθεί και αυτή στο αντίθετο ρεύμα πορείας και στην αριστερή λωρίδα αυτού.
Εν συνεχεία, το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Θ. Α. και κινείτο στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, στο ρεύμα πορείας της … από Αθήνα προς Αγία Παρασκευή και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτού, μην προλαβαίνοντας αυτός να αντιδράσει καν να αποφύγει εξ ολοκλήρου τον πρώτο ενάγοντα που κείτονταν επί του οδοστρώματος, δεδομένης και της όλως αιφνίδιας πτώσης του τελευταίου, στο αντίθετο ρεύμα, πορείας της οδού, τον ώθησε, με τον οπίσθιο αριστερό τροχό του αριστερά προς τη διαχωριστική νησίδα όπου σύρθηκε με την πλάτη στη γωνία του ρείθρου αυτής.
Ως εκ τούτου, εξαιτίας της πρόσκρουσης του οχήματος του τρίτου εναγομένου και της μοτοσικλέτας του πρώτου ενάγοντος προκλήθηκε ο σοβαρός τραυματισμός τελευταίου και οι υλικές ζημίες της μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας. Με βάση τα ανωτέρω, πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα (αμέλεια) αμφοτέρων των εμπλακέντων οδηγών, που κατανέμεται σε ποσοστό 35% για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Δ.
Γ., και σε ποσοστό 65% για τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Κ. Β.. Η αμέλειά τους συνίσταται στο ότι οι ανωτέρω οδηγοί οδηγούσαν τα οχήματά τους χωρίς να καταβάλλουν την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού και δεν συμμορφώθηκαν προς τους, κανόνες οδήγησης. Ειδικότερα η υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι αυτός, μολονότι προτίθετο να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας αρχικά προς τα δεξιά και εν συνεχεία προς τα αριστερά και μολονότι η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη, δεν προειδοποίησε τους λοιπούς χρήστες της οδού, ενεργοποιώντας το σχετικό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας), αντιθέτως δε επεχείρησε δύο φορές να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας, πραγματοποιώντας αιφνίδιο και απότομο ελιγμό του οχήματος του, αρχικά προς τα δεξιά και μετά προς τα αριστερά, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στη λωρίδα κυκλοφορίας που επιθυμούσε κάθε φορά να εισέλθει και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει αυτό με ασφάλεια, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί ότι, τη στιγμή που επιχειρούσε αλλαγή λωρίδας προς τα αριστερά, διερχόταν εξ αριστερών του η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων και να συγκρουσθεί με αυτόν, παραβιάζοντας έτσι τα άρθρα 12 § 1, 19 § 2 εδ.α, 21 §§ 1,2,3 και 23 § 4 Κ.Ο.Κ.
Συνυπαίτιος όμως, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 35% είναι και ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (Δ. Γ.), ο οποίος δεν οδηγούσε, με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, της αμέλειας του συνισταμένης ειδικότερα στο ότι, επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα που ο τρίτος εναγόμενος μόλις αυτός άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας και εισήλθε από την αριστερή στη μεσαία λωρίδα, χωρίς όμως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να ολοκληρώσει την προσπέρασή του με ασφάλεια και κινούμενος με υπερβολική για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα, άνω των 70 χλμ/ώρα κατά τη στιγμή της προσπέρασης, αν και αντιλήφθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος επιχείρησε εκ νέου αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας προς τα αριστερά, δεν μείωσε την ταχύτητά του ούτε επιχείρησε τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας του ούτε τον προειδοποίησε με ηχητικό σήμα, ως όφειλε και μπορούσε, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στο όχημα που οδηγούσε ό τρίτος εναγόμενος, αλλά εκτίμησε εσφαλμένα ότι προλαβαίνει να τον προσπεράσει και να διέλθει εξ αριστερών του, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση των οχημάτων τους ...>>.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ορθώς δε υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την υπαιτιότητα των δύο οδηγών, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξαν αυτοί στην πρόκληση του
τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι για μεν τον οδηγό του ΙΧΕ την, χωρίς προειδοποίηση των λοιπών χρηστών της οδού με ενεργοποίηση του δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, δύο φορές αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας με διενέργεια αιφνίδιων και απότομων ελιγμών του οχήματος, αρχικά προς τα δεξιά και στη συνέχεια προς τα αριστερά, χωρίς έλεγχο της κίνησης των οχημάτων στη λωρίδα κυκλοφορίας που επιχειρούσε να εισέλθει και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, για δε τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας την προσπάθεια να επιχειρήσει υπέρβαση, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, κινούμενος, προσθέτως, με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, την οποία δεν μείωσε, ούτε επιχείρησε τροχοπέδηση, αν και είχε τη δυνατότητες, όταν αντιλήφθηκε τον οδηγό του ΙΧΕ να επιχειρεί να επαναφέρει το όχημά του αριστερά, καθώς και την μη προειδοποίηση του εν λόγω οδηγού του ΙΧΕ με χρήση των ηχητικών οργάνων.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον πρώτο λόγο της ένδικης .../2015 αίτησης αναίρεσης, ο οποίος πρεπει να απορριφεί ως αβάσιμος. Καθ' όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.
για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη( Α.Π. 273/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων και των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, τις αναφερόμενες …,… και …/9-3-2012 και …, …/4-11-2013 ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, καθώς και φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε.
Έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. δε αντίθετος δεύτερος λόγος της .../2015 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος του αυτό ως αβάσιμος.
Κατά τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφασή του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη λόγου αναίρεσης (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π.322/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της .../2015 αίτησης αναίρεσης, (κατά το β' μέρος αυτού) και υπό την επίκληση του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να αξιολογήσει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Κ.
Β. ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Δ. Γ., δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου μεταξύ άλλων αποδεικτικά έγγραφα, ήτοι: α) την από 25-9-2009 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Ε. Α., β) την από 11-10-2009 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Η.
Σ., γ) το από 2-9- 2009 Σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Καισαριανής, δ) την από 2-9- 2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του ίδιου Τ.Τ., ε) την από 7-10-2009 προανακριτική κατάθεση του πρώτου εφεσίβλητου, οδηγού της μοτ/τας, στ) την περιεχόμενη στα πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανωμοτί εξέταση του Δ.
Γ. στο ακροατήριο και ζ) την .../2010 τεχνική έκθεση ανάλυσης τροχαίου ατυχήματος του μηχανολόγου - μηχανικού Γ. Τ.. Από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιέχονται και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως και ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ " η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε αυτό. Η συνέπεια της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.
Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς |σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί (ΑΠ. 670/2006).
Το ύψος του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεώς του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του όρθρου 932 Α.Κ αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ' αρχήν το ύφος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή, της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλαδή με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει δέχθηκε σε σχέση με την επιδίκαση στον αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο Δ.
Γ. της κατά το άρθρο 931 Α.Κ. πρόσθετης χρηματικής παροχής τα εξής: << Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι πριν από τον τραυματισμό του ο ενάγων, ηλικίας κατά το χρόνο εκείνο 43 ετών, ήταν υγιέστατος και δραστήριος, άτομο παραγωγικής ηλικίας με εξωστρέφεια, κοινωνικότητα και προσαρμοστικότητα, πλην όμως εξαιτίας του άνω τραυματισμού του και των απορρεουσών από αυτόν σοβαρών συνεπειών, και ειδικότερα της αδυναμίας του να κινηθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί λόγω της παραπληγίας του, αυτός κατέστη μόνιμα ανάπηρος σε ποσοστό 80%, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω.
Εκ της αιτίας αυτής ο ενάγων έχει μειωθεί κοινωνικά και η αναπηρία του έχει επηρεάσει τις κοινωνικές συναναστροφές και την κοινωνική δραστηριότητα που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος της ηλικίας του, περιορίζοντας δραματικά τις δυνατότητές του να εξελιχθεί στον διαπροσωπικό και κοινωνικό τομέα εφόσον δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετείται και χρειάζεται απαραίτητα τη βοήθεια τρίτου προσώπου.
Επίσης, εξαιτίας της αναπηρίας του έχει επηρεαστεί η επαγγελματική του δραστηριότητα αφού από την ημέρα του ατυχήματος και μετά δεν μπορεί να εργαστεί ως υδραυλικός και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι ανίκανος να ασκήσει οποιαδήποτε εργασία. Ως εκ τούτου καθίσταται πλέον αδύνατη η οποιαδήποτε επαγγελματική του εξέλιξη και σταδιοδρομία. 'Οσον αφορά ιδιαίτερα την κοινωνική εξέλιξη του ενάγοντος και την επίδραση του τραυματισμού του σ' αυτήν, δοθείσης και της οικογενειακής του κατάστασης (έγγαμος με ένα τέκνο), είναι πράγματι καταλυτική, διότι έχει στιγματιστεί όχι μόνο η εξωτερική του εμφάνιση, αλλά και η συμπεριφορά του, εφόσον χρειάζεται συνεχή ιατρική παρακολούθηση και πιθανές μελλοντικές επεμβάσεις με αβέβαιο αποτέλεσμα και περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό η κοινωνική του ζωή με την οικογένειά του και η προσωπική του ζωή με τη σύζυγο του.
Βάσει λοιπόν όλων των ανωτέρω, δηλαδή της μόνιμης αναπηρίας του ενάγοντος και τις από αυτήν επιδράσεις στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του κατάσταση και εξέλιξη, δικαιούται ο ενάγων ως ιδιαίτερη, κατ'- άρθρο 931 του ΑΚ αποζημίωση, το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000 €) ευρώ, απορρπτομένου του επιπλέον ως ουσιαστικά αβασίμου".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε την ως άνω προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 931 σε συνδ. με το άρθρο 300 Α.Κ., αφού κατά την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο της κατά το άρθρο 931 Α.Κ. πρόσθετης χρηματικής παροχής δεν συνυπολόγισε, κατά τον εκτιθέμενο ανωτέρω τρόπο, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του (που σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ανέρχεται σε 35% ).
Επομένως, ο τρίτος λόγος της .../2015 αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι ευθέως παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1965, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 προκύπτει, ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή τις υγείας προσώπου ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η αξίωση αποζημίωσης του ασφαλισμένου, που απορρέει από το άρθρο 929 ΑΚ, κατά του υπόχρεου, μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση. Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντα κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει, ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο και των αξιώσεων αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου τρίτου. Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει, όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει, όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους υπό χρονική και ποιοτική άποψη, σε μία εσωτερική συνάφεια. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η μεταβίβαση της απαίτησης στο ΙΚΑ.
Εν προκειμένω δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, στην οποία στηρίζεται η σωρευτική απόληψη της σύνταξης και της αποζημίωσης κατά το άρθρο 928 ΑΚ, που ισχύει για τους λοιπούς, πλην του ΙΚΑ ασφαλιστικούς οργανισμούς. Σκοπός της παραπάνω νομοθετικής ρύθμισης είναι κυρίως, η παρεμπόδιση μιας διπλής, ουσιαστικά αποζημίωσης του θύματος, της αδικοπραξίας ή σε περίπτωση θανάτου του των δικαιούχων διατροφής.
Εφόσον, συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω νόμων, περιορίζεται αντίστοιχα, η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ αναφορικά με το δικαίωμα του ζημιωθέντα να απαιτήσει, αθροιστικά, την αποζημίωση από τον υπόχρεο και την ασφαλιστική παροχή από το ΙΚΑ, (Α.Π. 803/2004). Εξ άλλου, με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 ορίσθηκαν τα εξής: "Ησφαλισμένοι φορέων Κοινωνικής Ασφαλίσεως, ...
πάσχοντες εκ τετραπληγίας ως και παραπληγίας, κρινόμενοι από Ειδικήν Επιτροπήν ως ανίκανοι προς πάσαν βιοποριστικήν εργασίαν, δικαιούνται μηνιαίου εξωϊδρυματικού επιδόματος ... 3. Το ποσόν της καταβαλλομένης συντάξεως λόγω αναπηρίας εις συνταξιούχους Ασφαλιστικών φορέων αρμοδιότητος Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 50% εφόσον ο ανάπηρος ευρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεπή επίβλεψη, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου [απόλυτος αναπηρία]".
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι μεταξύ των χρηματικών παροχών που καταβάλει το ΙΚΑ στον παθόντα ασφαλισμένο του περιλαμβάνεται και το παραπληγικό επίδομα που προβλέπεται από το άρθρο 42 παρ, 1 ν.1140/1981. Το ΙΚΑ όμως εκ μόνου του λόγου ότι καταβάλει το ως άνω επίδομα δεν σημαίνει αναγκαίως ότι υποκαθίσταται αυτοδικαίως σε κάθε σχετική ισόποση αξίωση του παθόντος κατά του υπόχρεου.
Για την υποκατάσταση αυτή προϋποτίθεται ότι ο παθών ασφαλισμένος έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση σχετική αξίωση αποζημιώσεως κατά του υπόχρεου. Τέτοια δε αξίωση κατά του υπόχρεου έχει ο παθών, επειδή λόγω της ειδικής καταστάσεως στην οποία περιέρχεται έχει ανάγκη πρόσθετης υποστήριξης από άλλο πρόσωπο και κατ' ακολουθία υποβάλλεται σε επί πλέον έξοδα, εξ αίτιας της αύξησης των δαπανών του, κατ' αρθ. 929 ΑΚ.
Για την κάλυψη αυτής της ανάγκης παρέχεται από το ΙΚΑ το ως άνω παραπληγικό επίδομα, το οποίο τελεί σε σχέση αντιστοιχίας, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, με τη δαπάνη για την αμοιβή προσώπου, απασχολούμενου με την επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση του παθόντος.
Σε περίπτωση που στην επέλευση του ατυχήματος συντρέχει και πταίσμα του παθόντος ασφαλισμένου, το ΙΚΑ υποκαθίσταται σε ποσοστό των παροχών του, μειωμένο κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του ασφαλισμένου του, υπό την προϋπόθεση της προβολής έναντι αυτού (ΙΚΑ) από τον υπόχρεο κατά τρόπο σύννομο της ένστασης εκ του άρθρου 300 Α. Κ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα, σε σχέση με την αγωγή του ΙΚΑ κατά του εναγομένου - εκκαλούντος Κ. Β. : << Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - παθών, ηλικίας 43 ετών κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, για την περίοδο από 19 - 3 - 2010 και για τα επόμενα έτη και μέχρι τη συμπλήρωση 75ου έτους της ηλικίας του, που ο προσδόκιμος όρος ζωής υπό τις παρούσες συνθήκες και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι δύσκολο να αυτοεξυπηρετείται και έχει ανάγκη βοήθειας τρίτου προσώπου και δη οικιακής βοηθού, ιδιαίτερα στην φροντίδα της καθημερινής υγιεινής και την φροντίδα της ένδυσης και υπόδυσής του, περισσότερη από τη συνηθισμένη φροντίδα που παρέχει μία σύζυγος στο σύζυγο της, τις υπηρεσίες δε αυτές υποκατέστησε μέχρι την άσκηση της αγωγής και θα υποκαταστήσει στο μέλλον η δεύτερη ενάγουσα και σύζυγος του, Ν.
Κ.. Οι εκκαλούντες των από 7.9.2012, 11.3.2013 και 23.1.2013 εφέσεων με σχετικό λόγο τους αλλά και με τον πρόσθετο λόγο της εκκαλούσας ... ΑΕ ισχυρίζονται ότι ο ενάγων-παθών δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητάει "πλασματική" αμοιβή προς απασχόληση της συζύγου του, για την επίβλεψη και φροντίδα αυτού, διότι για την αξίωση του αυτή λαμβάνει αποζημίωση - παραπληγικό επίδομα, ανερχόμενο στο ποσό των 671,40 ευρώ μηνιαίως, από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), στο οποίο αυτός είναι ασφαλισμένος και το οποίο έχει αποκατασταθεί εκ του νόμου στην αξίωση του αυτή, έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Οι ως άνω λόγοι για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 19.3.2010 είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, και τούτο διότι μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν καταβλήθηκε από το ΙΚΑ στον ενάγοντα κανένα ποσό ως παραπληγικό επίδομα, αφού το ΙΚΑ, το οποίο υποκαταστάθηκε στην αξίωση αυτή του ενάγοντος έναντι των υπόχρεων, άσκησε την συνεκδικαζόμενη από 6.2.2012 αγωγή του με την οποία αιτείται και την καταβολή των ποσών του παραπληγικού επιδόματος, που καταβάλει στον παθόντα από 19.3.2010 και εφεξής.
Για το μετά τις 19.3.2010 χρονικό διάστημα όμως από την επισκόπηση των δικογράφων των προτάσεων των εναγομένων, Κ. Β. και ... ΑΕ, της από 10.2.2011 αγωγής, που κατατέθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου και των δικογράφων των από 7.9.2012 και 23.1.2013 εφέσεων και από των πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτοί οι εναγόμενοι-εκκαλούντες πρότειναν παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του Πρωτοδικείου και επαναφέρουν νομίμως με σχετικό λόγο τους τον ισχυρισμό - ένσταση ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος δεν νομιμοποιείται ενεργητικά, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, για την αγωγική αξίωσή του, λόγω δαπάνης για την " ''πλασματική" αμοιβή προς απασχόληση της συζύγου του για την επίβλεψη και φροντίδα αυτού, διότι για το χρονικό διάστημα από 19 - 3 - 2010 και εφεξής, λαμβάνει από το ΙΚΑ, όπου είναι ασφαλισμένος, παραπληγικό επίδομα, για την ίδια αιτία, δηλαδή για την κάλυψη δαπάνης πρόσθετης υποστήριξης από άλλο πρόσωπο και ότι το ΙΚΑ, το οποίο υποκαταστάθηκε στην αξίωση αυτή του ενάγοντος έναντι των υποχρέων - εκκαλούντων έχει ήδη ασκήσει κατ' αυτών την προαναφερόμενη ,συνεκδικαζόμενη αγωγή ....
Όσον αφορά όμως την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''... Α. Ε." ο ως άνω λόγος προβάλλεται το πρώτον με την κρινόμενη από 11-3-2013 έφεση και επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού η ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης δεν είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο αυτού ούτε και με τις κατατεθείσες τότε προτάσεις της.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αν ο ενάγων προσελάμβανε οικιακή βοηθό θα κατέβαλε σ' αυτήν το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως και το ποσό των (500 ευρώ Χ 12 μήνες) 6.000 ευρώ ετησίως και για τα επόμενα 31 έτη, το οποίο δικαιούται να απαιτήσει να του καταβληθεί από την προαναφερομένη εναγομένη- εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία ως αποζημίωση. . . .
Περαιτέρω, όσον αφορά την από 6-2-2012 αγωγή του ν.π.δ.δ.με την επωνυμία " ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ ETAM)", στο οποίο ήταν ασφαλισμένος ο πρώτος ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος έλαβε εξαιτίας του ατυχήματος και του τραυματισμού του από το ανωτέρω νομικό πρόσωπο το ποσό των 60.110,11 ευρώ, εκ των οποίων για δαπάνες αποκλειστικής νοσοκόμου (δαπάνη από 8-9-2009 μέχρι και 15-9-2009, ήτοι για 8 νύκτες) το ποσό των 267,11 ευρώ, για έκτακτη ιατρική περίθαλψη (δαπάνη για ακτινογραφίες) το ποσό των 213,33 ευρώ, για πρόσθετη ιατρική περίθαλψη (δαπάνη αγοράς αναπηρικού αμαξιδίου) το ποσό των 2.500 ευρώ, για παροχές κύριας σύνταξης για το χρονικό διάστημα από 2-9-2009 μέχρι 31-3-2012 το ποσό των 30.271,95 ευρώ για παροχές επικουρικής σύνταξης για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα το ποσό των 8.651,10 ευρώ, καθώς και για παραπληγικό επίδομα από 19-3-2010 έως και 31-3-2012 το ποσό των 18.206,62 ευρώ (βλ.την υπ' αριθμ.πρωτ. .../11-10-2011 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ).
Ως προς το ποσό αυτό μεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως η αξίωση του πρώτου ενάγοντος - ασφαλισμένου του κατά των υποχρέων προς αποζημίωσή του στο ανωτέρω νομικό πρόσωπο, την ικανοποίηση της οποίας (αξίωσης) δικαιούται να απαιτήσει μόνο αυτό και όχι ο ασφαλισμένος του ( πρώτος ενάγων ). . . . Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αν και δέχθηκε ότι ο παθών συνετέλεσε εξ οικείου πταίσματος στην επέλευση του ατυχήματος, κατά την επιδίκαση του αιτουμένου ποσού ρου η αξίωσή του μεταβιβάστηκε εκ του νόμου στο ΙΚΑ δεν μείωσε αυτό (ποσό) κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του, ήτοι κατά ποσοστό 35%, με συνέπεια να επιδικάσει το ποσό των 60.110,11 ευρώ, αντί του ορθού ποσού των (60.110,11- (60.110,11 Χ 35% =)21.038,54=) 39.071,57 ευρώ>>.
Και με τις παραδοχές αυτές υποχρέωσε τους εναγομένους, ήτοι και τον αναιρεσείοντα Κ. Β., να καταβάλουν στο ΙΚΑ το ανωτέρω ποσό των 39.071,57 ευρώ.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, ως προς την επιδίκαση των προαναφερθέντων ποσών για κύρια και επικουρική σύνταξη, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 929 και 300 του Α.Κ., του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ/τος 4104/1965, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 1654/1986 και του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 ν.ΓΠΝ/1911, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα προκύπτει σαφώς από τις παραδοχές αυτές της αναιρεσιβαλλομένης, ως τις παροχές αυτές, που επιδικάσθηκαν στο ΙΚΑ, ότι μεταξύ των εν απαιτήσεων του ΙΚΑ και των αντίστοιχων αξιώσεων του παθόντος αναιρεσιβλήτου) κατά του αναιρεσείοντος της .../2015 αναίρεσης, Κ. Β., συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της .../2015 αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, είναι απορριπτέος, καθ' όσο μέρος αναφέρεται στα προαναφερθέντα κονδύλια, ως αβάσιμος.
Καθ' όσο μέρος δε, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά το μέρος αυτό, ως απαράδεκτος. Όμως με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι για το σύνολο της παροχής των 18.206,62 ευρώ του ΙKA προς τον Δ.
Γ., που αφορά στο παραπληγικό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 19-3-2010 μέχρι 31-3-2012 και αντιστοιχεί σε 746 ευρώ μηνιαίως, υποκαθίσταται αυτοδικαίως το ΙΚΑ έναντι του ζημιώσαντος, κρίση που προϋποθέτει ότι η εν λόγω παροχή του ΙΚΑ τελεί σε εσωτερική συνάφεια, υπό χρονική και ποιοτική άποψη με ισόποση σχετική αξίωση του παθόντος, και να επιδικάσει το ποσό αυτό, μειωμένο 35% λόγω ποσοστού συνυπαιτιότητας του παθόντος, ενώ έχει καθορίσει, ως αξίωση του εν λόγω ενάγοντος και ήδη α' αναιρεσιβλήτου ανωτέρω αναίρεση για πλασματική αμοιβή προς απασχόληση της συζύγου της το (μικρότερο) ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, αλλά και εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες στερώντας την απόφαση νόμιμης βάσης, συνεπώς δε υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
αφού δεν είναι δυνατόν να χωρήσει υποκατάσταση του Ι.Κ.Α σε μη πράγματι υπάρχουσα απαίτηση του ασφαλισμένου πρώτου αναιρεσίβλητου έναντι του αναιρεσείοντος. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων Κ. Β. με το αναφερόμενο στο κονδύλιο της πλασματικής αμοιβής τμήμα του τέταρτου λόγου της .../2015 αναίρεσης κρίνονται βάσιμα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω θα πρέπει μετά την παραδοχή των, τρίτου λόγου αναιρέσεως και του τετάρτου λόγου αναιρέσεως μόνον ως προς το κονδύλιο της πλασματικής αμοιβής οικιακής βοηθού από 19-3-2010 έως 31-3-2012, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη κατά τα κεφάλαια που αφορούν την επιδίκαση α) της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., αποζημιώσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου ενάγοντος της από 10-2-2011 αγωγής και β) της παροχής του ενάγοντος ΙΚΑ στην από 6-2-2012 αγωγή του που αφορά στο παραπληγικό επίδομα που κατέβαλε στον ασφαλισμένο του από 19-3-2010 έως 31-3-2012, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτα, στο δικαστήριο που δίκασε συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ., άρθρο 12 ν. 4055/12 και άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι έναντι του αναιρεσείοντος στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης ο οποίος παρέστη και κατάθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 364/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εν μέρει και δη κατά τα κεφάλαιά της που αφορούν την επιδίκαση 1) της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ αποζημιώσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου ενάγοντος της από 10.2.2011 αγωγής και 2) της παροχής του ενάγοντος Ι.Κ.Α στην από 6-2-2012 αγωγή του που αφορά στο παραπληγικό επίδομα που κατέβαλε στον ασφαλισμένο του για το χρονικό διάστημα από 19-3-2010 έως 31-3-2012.
Παραπέμπει κατά τα μέρη τούτα, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την 364/2014 απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου με αριθμό ... σειρά ... της ΔΟΥ …. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ