Legislator Case Law & Legislation
1573/2011 AI generated

1573/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1573/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 24-7-1998 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, β) με την από 8-2-1999 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκλησης των : 1. Α. Ι. Β., 2. Α. Σ. Γ. και 3. Γ. Ι. Κ., και γ) με την από 17-8-1999 πρόσθετη παρέμβασή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5959/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5971/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση την τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-3-2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1573/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, η αναίρεση, καθ' όσον απευθύνεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, δεν είναι άκυρη και πρέπει να συζήτησή της να γίνει με τον προαναφερόμενο κληρονόμο της, ο οποίος με την ιδιότητά του αυτή παρίσταται στη συζήτηση.

Keywords

AI generated
previous legal status enforceable title personal title issuance of compensation title registered security expired residence permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1573 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1573/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Π. του Γ., 2. Γ. Ν. Π., κατοίκων ... και 3. Ε. χας Μ. Μ., το γένος Γ. Π., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Ο μεν πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μικρουλέα ο δε δεύτερος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος δήλωσε ότι η 3η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 18-7-2009 και κληρονομήθηκε από τον υιό της Ι. Μ. του Μιχαήλ, ο οποίος συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 24-7-1998 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, β) με την από 8-2-1999 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκλησης των : 1. Α. Ι. Β., 2. Α. Σ. Γ. και 3. Γ. Ι. Κ., και γ) με την από 17-8-1999 πρόσθετη παρέμβασή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5959/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5971/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση την τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-3-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 21-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τον τρίτο λόγο αναίρεσης για το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 499 τ.μ., που αντιστοιχεί στην υπ' αριθμ. Κτηματολογίου 97/8α ιδιοκτησία.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 παρ. 1 εδαφ. δ', 286 επ. και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και αποβίωσε χωρίς ο θάνατός του να γνωστοποιηθεί νόμιμα, η δίκη δεν διακόπτεται αλλά συνεχίζεται μέχρι την έκδοση απόφασης και τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται, με την ιδιότητα αυτή στη συζήτηση.

Στην προκείμενη περίπτωση, αποδεικνύεται από τη με αριθμό .../2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που συνέταξε η ληξίαρχος του Δήμου Παλαιού Φαλήρου και προσκομίζεται σε ακριβές φωτοαντίγραφο, ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη, Κ. - Ε. χήρα Μ. Μ., αποβίωσε στον Άλιμο στις 18.7.2009, ήτοι μετά την έναρξη της δίκης εξαιτίας της από μέρους της άσκησης - ως συνενάγουσας- της ένδικης - από 24.7.1998 - αγωγής, χωρίς το αναιρεσείον να λάβει γνώση του θανάτου της έως την πιο πάνω δικάσιμο (της 4.5.2011), που ο Ι.

Μ., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα: α) με αριθμό πρωτ. .../14.1.2010 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Παλαιού Φαλήρου, β) τα με αριθμό 5996/3.12.2010 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί δημοσίευσης της από 25.9.2008 ιδιόγραφης διαθήκης της θανούσας Κ. - Ε. Μ. χήρας Μ., και γ) τα με αριθμό 2416/3.12.2010 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί κήρυξης κυρίας της ιδιόγραφης πιο πάνω - από 25.9.2008 - διαθήκης, είναι το μοναδικό και νόμιμο τέκνο της τρίτης ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και κληρονόμος εκ διαθήκης στο διεκδικούμενο από αυτήν ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με αριθμό κτηματολογίου 97/8-8 επίδικο ακίνητο, εμβαδού 564 τ.μ., εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 4.5.2011), με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μικρουλέα και δήλωσε το θάνατο της μητέρας του και ότι είναι εκ διαθήκης κληρονόμος της στο επίδικο πιο πάνω ακίνητο, γεγονός άλλωστε το οποίο δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, συνεχίζει δε με την ιδιότητά του αυτή την εκκρεμούσα κατ' αυτής αναιρετική δίκη.

Επομένως, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, η αναίρεση, καθ' όσον απευθύνεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, δεν είναι άκυρη και πρέπει να συζήτησή της να γίνει με τον προαναφερόμενο κληρονόμο της, ο οποίος με την ιδιότητά του αυτή παρίσταται στη συζήτηση.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της - αγωγής - ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Ειδικότερα, επί εμπράγματης αγωγής η περιγραφή του επίδικου αντικειμένου (επίδικου πράγματος) είναι ακριβής, όταν δεν ενσπείρονται αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά του. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Η έλλειψη των πιο πάνω στοιχείων καθιστά το δικόγραφο της αγωγής αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, η αοριστία δε αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της - αγωγής -, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14, αντίστοιχα, του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη - από 24.7.1998 - αγωγή τους (την οποία άσκησαν ενώπιον το Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των αναφερομένων που μετείχαν στον πλειστηριασμό που επισπεύθηκε από το Διευθυντή τη ΔΥΟ Αγίας Παρασκευής, δυνάμει της .../12.6.1991 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγαθής Κουτσοσπύρου - Καταντούρη, για χρέη προς την ανωτέρω ΔΟΥ της καθ'ής η εκτέλεση εταιρίας με την επωνυμία "ΜΥΛΟΙ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ ΕΠΕ" ποσού 2.711.312 δραχμών, και κατακυρώθηκε υπέρ αυτών το περιγραφόμενο κατά θέση, έκταση και όρια ακίνητο) ισχυρίστηκαν, ότι είναι κύριοι των περιγραφόμενων, επίσης, κατά θέση, έκταση και όρια τριών ακινήτων (και μάλιστα και κατά τις πλευρικές τους διαστάσεις) με το μνημονευόμενο (για καθένα από αυτά) νόμιμο παράγωγο τρόπο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), τα οποία εμπίπτουν εξ ολοκλήρου στα όρια του πιο πάνω ακινήτου που πλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε δυνάμει της .../1991 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου στους εναγομένους, οι οποίοι με τη μεταγραφή (στις 18.7.1991) της κατακυρωτικής αυτής έκθεσης αμφισβητούν το δικαίωμα της κυριότητάς τους επί των επίδικων πιο πάνω ακινήτων.

Ζήτησαν δε να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά ποσοστό 2/4, 1/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, αντίστοιχα, του πρώτου ακινήτου και ο πρώτος απ' αυτούς αποκλειστικός κύριος των άλλων δύο ακινήτων. Η αγωγή, με το προεκτιθέμενο ιστορικό και αίτημα, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη (άρθρα 1033, 1041, 1045, 1051, 1710, 1711, 1813, 1820, 1846, 1192, 1193, 1194, 1198, 1199 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ), αφού αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αναγκαία κατά το νόμο για τη θεμελίωσή της στοιχεία και ειδικότερα περιγράφονται με ακρίβεια τα επίδικα ακίνητα.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή και έκρινε την τελευταία ορισμένη και νόμιμη, στη συνέχεια δε τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει αυτήν - αγωγή - απαράδεκτη λόγω αοριστίας, γιατί δεν περιγράφονται με ακρίβεια τα επίδικα ακίνητα.

Συνεπώς, ο πρώτος κατ' ορθή εκτίμησή του στο δικόγραφό της λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα (ως έχοντας παρέμβει στη δίκη προσθέτως υπέρ των εφεσιβλήτων εναγομένων, οι οποίοι το είχαν προσεπικαλέσει με την από 8.2.1999 προσεπίκλησής τους, κατά το άρθρο 88 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι, ότι σε περίπτωση ήττας τους, θα υποχρεούται αυτό σε αποζημίωσή τους) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν ιδρύεται, όταν απέρριψε την αγωγή ή ισχυρισμό ως απαράδεκτος, αόριστο, μη νόμιμο ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο. Ο προκείμενος, επομένως, λόγος δεν μπορεί να αφορά την παραδοχή της αγωγής ως ορισμένης ή αντίθετα την απόρριψή της ως αόριστης. Ο δεύτερος, συνεπώς, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο, γιατί υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι η κρίση του με την οποία δέχτηκε αυτό ορισμένη την ένδικη αγωγή "είναι παντελώς αναιτιολόγητη, αφού δεν διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογία για το πως προκύπτει το ορισμένο της - αγωγής -, σε αντίθεση με την εμπεριστατωμένης ανάλυση που διέλαβε επί του ζητήματος αυτού η πρωτοβάθμια υπ'αριθ.5959/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

IV. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος και η τρίτη των εκκαλούντων (εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων) από κληρονομία του πατέρα τους, που αποδέχθηκαν με το υπ' αριθμ. .../1977 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φρειδερίκης Στεφανάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Παλαιού Φαλήρου στον τόμο ...

με αύξ. αριθμό 383 κατέστησαν ο μεν πρώτος κατά ποσοστό 2/4 εξ εδιαιρέτου, η δε τρίτη κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του κατωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου, του οποίου ο δεύτερος εκκαλών κατέστη συγκύριος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία της Μ. Π. - Τ., την οποία αποδέχθηκε με το .../1986 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ασπασίας Ζαφειροπούλου - Δοξιάδη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Παλαιού Φαλήρου στον τόμο ...

με αύξ. αριθμό 288. Ειδικότερα, οι ανωτέρω κατέστησαν συγκύριοι κατά τα παραπάνω ποσοστά ενός οικοπέδου που βρίσκεται στο ... Αττικής εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του παραπάνω Δήμου και εντός της κτηματογραφημένης περιοχής αυτού, στη θέση "... ή ..." στο οικοδομικό τετράγωνο που περιβάλλεται από τις οδούς ..., ..., ..., εκτάσεως 564 τ.μ., το οποίο αντιστοιχεί προς την υπ' αριθμ.

Κτηματολογίου 97/88 ιδιοκτησία και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία της τρίτης εκκαλούσας, δυτικά με οδό ..., νυν ..., βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Κ. και Ά. Δ. και νότια με ιδιοκτησία πρώτου εκκαλούντα. Περαιτέρω, ο πρώτος εκκαλών με το υπ' αριθμ. .../1951 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Μέρμηγκα, νομίμως μεταγεγραμμένου, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα οικόπεδο εκτάσεως 426,49 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...

ή ..." του Δήμου Παλαιού Φαλήρου και επί της οδού ... και αποτελεί τμήμα της υπ' αριθμ. Κτηματολογίου 97/8α ιδιοκτησίας που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο που περιβάλλεται από τις οδούς ..., ..., ... και ... και συνορεύει (το οικόπεδο) ανατολικώς με ιδιοκτησία πρώην Σ. Μ. και τώρα πρώτου εκκαλούντα, δυτικά με οδό ..., βόρεια με πρώην κτήμα Γ.

Α. και νυν ιδιοκτησία εκκαλούντων ως κληρονόμων Γ. Π. και νότια με ιδιοκτησία Κ. ήδη κληρονόμων Σ. Κ. και Δ. Θ.. Οι εκκαλούντες νέμονται τα παραπάνω οικόπεδα συνεχώς και αδιαλείπτως από τότε που περιήλθαν σ' αυτούς μέχρι την άσκηση της αγωγής με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, άλλως με διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και ειδικώτερα εκτελούσαν σε αυτά εργασίες καταμετρήσεως και περιφράξεως.

Ειδικότερα ο πρώτος των εκκαλούντων εξέδωσε την υπ' αριθμ. .../1-11-1963 άδεια περιτοιχίσεως οικοπέδου από το πολεοδομικό γραφείο Αθηνών-Προαστίων και περιτοίχισε το οικόπεδο του που αντιστοιχεί στην 97/8 ιδιοκτησία του Κτηματολογίου. Επίσης σύμφωνα με την από 31-1-1997 τεχνική έκθεση του Κ. Π., Τοπογράφου Μηχανικού, προκύπτει ότι τα οικόπεδα που βρίσκονται στα οικοδομικά τετράγωνα 96 και 97 είναι περιμανδρωμένα και έχουν διενεργηθεί πράξεις νομής από τους εκκαλούντες σε αυτά με ανέγερση κατοικιών και βοηθητικών κτισμάτων καθώς και εμφυτεύσεις.

Επίσης, οι εκκαλούντες προέβαιναν στη λήψη όλων των ενδεικνυόμενων μέτρων για την προστασία των ιδιοκτησιών τους (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1760/1982 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία σε δίκη περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής αναγνωρίστηκαν προσωρινοί νομείς αυτών). Πριν δε από αυτούς τα επίδικα οικόπεδα ενέμοντο και οι εγγύτεροι και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Με βάση τα αποδειχθέντα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά οι εκκαλούντες έγιναν κύριοι των παραπάνω επίδικων οικοπέδων με παράγωγο και (πάντως) με πρωτότυπο τρόπο. Την κυριότητά τους στα επίδικα ακίνητα απέκτησαν οι εκκαλούντες και με τακτική χρησικτησία, αφού τόσον αυτοί, όσον και οι άμεσοι και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν σε αυτά με τους παραπάνω νόμιμους τίτλους νομή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας μέχρι και την άσκηση της αγωγής.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω ακίνητα καταλαμβάνονται εξ ολοκλήρου από το ακίνητο που πλειστηριάσθηκε με την .../1991 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώθηκε στους εφεσίβλητους με την .../1991 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγαθής Καταντούρη-Κουτσοσπύρου και ειδικότερα ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου που βρίσκεται στο ...

Αττικής στη θέση "..." ή "..." ή "..." και επί των παραλλήλων οδών ... και ..., το οποίο φαίνεται με τον αριθμό 7 του 97 Ο.Τ. και τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Ε-Τ στο από μηνός Ιουνίου 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δημητρίου Βασιλόπουλου, το οποίο προσαρτάται στο υπ' αριθμ. .../1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοφίλου Σκληρού και το οποίο έχει έκταση 1.966,97 τ.μ.

και συνορεύει βόρεια εν μέρει επί πλευράς Κ-Ι του άνω σχεδιαγράμματος με ιδιοκτησία αγνώστων και εν μέρει επί πλευράς Θ-Η με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια με το υπ' αριθμ. 6 οικόπεδο ιδίου σχεδιαγράμματος και τετραγώνου ιδιοκτησίας Μ. Χ., ανατολικά εν μέρει με οδό ... και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων και δυτικά με οδό ....

Ο πραγματογνώμονας Β. Σ., εξετάζοντας τους τίτλους των επίδικων οικοπέδων και εφαρμόζοντας αυτούς στη θέση που επικαλούνται οι εκκαλούντες ότι βρίσκονται τα οικόπεδά τους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η περιγραφή των οικοπέδων είναι ακριβής όπως αυτά αναφέρονται στις τεχνικές εκθέσεις που έχουν καταχωρηθεί με τους αριθμούς 97/8-γ, 97/8-α και 97/8-ε στο κτηματολόγιο.

Επίσης ότι τα επίδικα οικόπεδα καταλαμβάνονται εξ ολοκλήρου από το ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε, το οποίο όμως έχει τοποθετηθεί αυθαίρετα στο οικοδομικό τετράγωνο 97 και στην περιοχή των επίδικων οικοπέδων. Επισημαίνει δε ότι το ενιαίο γεωτεμάχιο 22.688,30 τ.μ. πήχεων από το οποίο προήλθε το πλειστηριασθέν δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περιοχή των επίδικων οικοπέδων.

Αυτό βρίσκεται στην περιοχή "...", στις σημερινές ... και όχι στη θέση "..." ή "...", η οποία βρίσκεται στο Π. Φάληρο στο Ο.Τ. 97 που είναι τα επίδικα οικόπεδα. Τέλος, με την υπ' αριθμ. 9534/14-3-2002 περίληψη της υπ' αριθμ. 31/19-9-2001 γνωμοδότησης της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, τμήμα δημοσίων κτημάτων, Υπουργείο Οικονομικών και της 1102344/9495/Α0010/23-10-2001 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, την υπ' αριθμ. 31/19-9-2001 γνωμοδότηση του Υπουργείου Οικονομικών και το από 25-2-2001 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την υπ' αριθμ. 4/2001 πράξη τακτοποιήσεως ιδιοκτησιών της Νομαρχίας Αθηνών Τομέας Ν.

Αθήνας, Δ/νση Πολεοδομίας οι εκκαλούντες αναγνωρίζονται κύριοι των επίδικων οικοπέδων. Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω πλειστηριασθέντα οικόπεδα η δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων οφειλέτρια εταιρία "ΜΥΛΟΙ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ Ε.Π.Ε." τα νεμήθηκε με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο .../1980 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόφιλου Σκληρού, με το οποίο η οφειλέτιδα εταιρία απέκτησε την επίδικη έκταση από την πωλήτρια Μ.

σύζυγο Ι. Χ., την τελευταία εκπροσώπησε ως πληρεξούσιός της, ο Κ. Μ., ο οποίος έχει παραπεμφθεί με το υπ' αριθμ. 817/1990 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για απάτες με παθόντες, εκτός άλλων, το Δημόσιο και Τράπεζες, διότι εμφανίζονταν ως δήθεν πληρεξούσιος της ανύπαρκτης ως πρόσωπο Μ. συζύγου Ι. Χ.. Επίσης με τις υπ' αριθμ. 7540/1997 και 2557/2001 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες αφορούν γειτονικά ακίνητα με τα επίδικα, κρίθηκε, ότι η συνολική έκταση από την οποία προήλθε το πλειστηριασθέν ακίνητο, όπως περιγράφεται στην .../1980 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Σαλίβερου και στο .../1904 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Γκορίτσα, δεν εφαρμόζεται στο έδαφος στη συγκεκριμένη περιοχή του Ο.Τ. 97 αλλά απεικονίζεται στην ίδια θέση αυθαίρετα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι οι ενάγοντες απέκτησαν τη μεν κυριότητα των δύο πρώτων επίδικων ακινήτων, ήτοι α) του πιο πάνω οικοπέδου, εμβαδού 564 τ.μ., που αντιστοιχεί προς την υπ' αριθμ.

κτηματολογίου 97/8 ιδιοκτησία και β) του πιο πάνω οικοπέδου εμβαδού 426,49 τ.μ., που αποτελεί τμήμα της υπ' αριθμ. κτηματολογίου 97/8α ιδιοκτησίας, ο καθένας από αυτούς με τον επικαλούμενο στην αγωγή για καθένα από αυτά παράγωγο τρόπο, ήτοι 1) του με το στοιχείο (α) πιο πάνω οικοπέδου, οι πρώτος και τρίτης απ'αυτούς κατά ποσοστό 2/4 και 1/4, αντίστοιχα, από κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος πατέρα τους - Γ.

Π. και ο δεύτερος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομική διαδοχή της αποβιώσασας μάμμης του, Μ. χήρας Γ. Π., έχοντας ο καθένας τους αποδεχθεί την κληρονομία του και μεταγράψει τη σχετική με την αποδοχή συμβολαιογραφική πράξη και την κυριότητα του τρίτου επίδικου οικοπέδου ο πρώτος απ' αυτόν με αγορά με το ανωτέρω .../5.12.1951 συμβόλαιο, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, άλλως - ως προς όλους - με τακτική χρησικτησία, αφού (το Εφετείο) δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες νέμονταν τα εν λόγω ακίνητα από τότε που τα απέκτησαν με τους νόμιμους πιο πάνω τίτλους τους και έκτοτε συνεχώς και μέχρι την άσκηση της αγωγής, πριν δε από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με τους νόμιμους τίτλους τους, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας (ΑΚ 1041, 1051).

Με βάση, επίσης, τις ίδιες παραδοχές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι οι εναγόμενοι δεν απέκτησαν την κυριότητα των πιο πάνω δύο επίδικων ακινήτων, αφού ούτε αυτοί, ούτε οι δικαιοπάροχοί τους νεμήθηκαν αυτά, απορρίπτοντας ακολούθως (σιωπηρά) την ένστασή τους ιδίας κυριότητας και δεχόμενο την ένδικη αγωγή.

Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε ως προς τα πιο πάνω δύο πρώτα ακίνητα, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα του παράγωγου τρόπου και πάντως του πρωτότυπου τρόπου (τακτικής χρησικτησίας), που ο καθένας από τους ενάγοντες έγινε συγκύριος του πρώτου και αποκλειστικός κύριος του δεύτερου από τα παραπάνω ακίνητα (ο πρώτος απ' αυτούς) αποτελούσαν δε και τις βάσεις (κύρια και επικουρική) της αγωγής τους, διέλαβε στην απόφαση σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που αναφέρθηκαν.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, καθ' όσον αφορά τα επίδικα δύο πιο άνω ακίνητα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το να δεχθεί όμως, το Εφετείο την ένδικη αγωγή και ως προς το τρίτο επίδικο ακίνητο, εμβαδού 499 τ.μ., που αντιστοιχεί στην υπ' αριθμ.

κτηματολογίου 97/8ε ιδιοκτησία και να αναγνωρίσει τον πρώτο ενάγοντα κύριο αυτού, υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού δεν αναφέρονται καθόλου στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την παραπάνω κρίση του Εφετείου για το ακίνητο αυτό, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο όσο αφορά το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας του πρώτου ενάγοντος στο εν λόγω ακίνητο.

Ειδικότερα δεν γίνεται μνεία του επικαλούμενου νόμιμου τίτλου, ήτοι του .../4.12.1970 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Χρήστου Πολενάκη, με βάση το οποίο, κατά την αγωγή, ως έχον νόμιμα μεταγραφεί, περιήλθε στην κυριότητα του πρώτου ενάγοντος το επίδικο ακίνητο από αγορά του από την Ε. θυγ.

Γ. Κ., ώστε να δύναται να κριθεί εάν το ακίνητο αυτό απέκτησε ο πρώτος ενάγων παραγώγως και πάντως με τακτική χρησικτησία, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης ως προς το τρίτο επίδικο αυτό ακίνητο και πρέπει επομένως να γίνει δεκτός.

V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η προσβαλλόμενη 5971/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών να αναιρεθεί, αλλά μόνο ως προς το τρίτο επίδικο ακίνητο, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς το μέρος αυτό στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα μεταξύ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του πρώτου αναιρεσιβλήτου δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ αυτών, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 εδ. β' του ν. 3963/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5971/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά μόνο κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συμψηφίζει τα μεταξύ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ν. Π. δικαστικά έξοδα.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Γ. Π. και του ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου Ι. Μ., τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ