Supreme Court dismisses appeal as untimely due to public entity procedural time limits and late filing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Piraeus Municipality against lower court judgments. The court found the appeal against the Court of Appeal was untimely because the municipality, as a public entity, was subject to extended procedural deadlines during judicial holidays. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the municipality was ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 and 11 of the Code of Laws of the Public; Article 28(4) of Law 2579/1998; Article 495(1) of the Code of Civil Procedure: Public entities are subject to specific protective provisions regarding procedural time limits, which apply during judicial holidays, rendering appeals filed after these extended periods inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1573 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1573/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της καθ' ης η κλήση - αναιρεσείουσας: Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών Πειραιώς - Νομαρχία Πειραιώς, που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των καλουσών - αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Χ5, κατοίκου ..., 6) Χ6, κατοίκου ... και 7) Χ7, κατοίκου ... Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η και 6η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη. Η 7η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2003 αγωγή της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης και με την από 15-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4221/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 990/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, καθώς και της 3489/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2007 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 566/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 22-7-2009 κλήση των καλουσών - αναιρεσιβλήτων..
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι έξι πρώτες των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 30-12-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη (ως απαράδεκτης) της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως καθόσον αυτή απευθύνεται κατά της υπ' αριθ. 3489/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Και β) την απόρριψη (ως εκπρόθεσμης) της ίδιας αιτήσεως αναιρέσεως καθόσον αυτή απευθύνεται κατά της υπ' αριθ. 990/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Επικουρικώς δε και για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί για οποιοδήποτε λόγο ότι η αίτηση αναιρέσεως καθόσον απευθύνεται κατά της αμέσως πιο πάνω εφετειακής αποφάσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως εισηγήθηκε:
α) την απόρριψη (ως απαράδεκτης) της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως καθόσον αυτή απευθύνεται κατά των 2ης, 4ης, 5ης, 6ης και 7ης αναιρεσιβλήτων και κατά της υπ' αριθ. 990/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και β) την αναίρεση της τελευταίας εφετειακής αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του τέταρτου (και τελευταίου), χωρίς αρίθμηση, λόγου αναιρέσεως, ως προς τις 1η και 3η αναιρεσίβλητες, όπως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σε κάθε περίπτωση, διευκρινίζεται και συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση, και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως (ως αλυσιτελών) ως προς τις ίδιες (1η και 3η) αναιρεσίβλητες.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο επισπεύδων την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως διάδικος επιδίδει την κλήση για την συζήτηση στους άλλους διαδίκους και ότι, επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη, ερευνάται αν ο απών διάδικος κλητεύθηκε από τον επισπεύδοντα, σε περίπτωση δε που δεν έχει κλητευθεί ή, επί περισσοτέρων διαδίκων, δεν έχουν κλητευθεί όλοι οι απολειπόμενοι, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάνος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με την από 22-7-2009 κλήση των αναιρεσιβλήτων, η από 21-10-2007 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών - Πειραιώς, Νομαρχιακό Διαμέρισμα Πειραιώς", με την οποία ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 990/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς , καθώς και της υπ' αριθμ. 3489/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επίσης δεν εμφανίστηκε, ούτε έλαβε μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως καθ' οιονδήποτε τρόπο (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), και η έβδομη αναιρεσίβλητη Χ7, ενώ οι λοιπές αναιρεσίβλητες, δηλαδή η πρώτη, η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη, η πέμπτη και η έκτη, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....
Οι παριστάμενες ως άνω αναιρεσίβλητες επικαλούνται και προσκομίζουν : α ) Την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της παραπάνω από 22-7-2009 κλήσεως προς συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την παρούσα δικάσιμο (21-9-2010), με τις οικείες πράξεις ορισμού δικασίμου (στις 21-9-2010) και εγγραφής στο πινάκιο (του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με αύξοντα αριθμό 15 και στην παραπάνω δικάσιμο), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
και β) Την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο, τόσο της εν λόγω από 22-7-2009 κλήσεως, με τις οικείες πράξεις ορισμού δικασίμου την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και εγγραφής στο πινάκιο, όσο και της κρινόμενης από 21-10-2007 αιτήσεως αναιρέσεως, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην έβδομη αναιρεσίβλητη Χ7.
Πρέπει, συνεπώς, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία των παραπάνω διαδίκων.
Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθόσον απευθύνεται κατά της υπ' αριθμ. 3489/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, προεχόντως γιατί δεν προκύπτει από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία ότι το αναιρετήριο κατατέθηκε και στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση αυτή.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντίστοιχα, ότι (α) αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης (δηλαδή από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση, άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ) και (β) το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, την συνδρομή δε της προϋποθέσεως αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, απορρίπτοντας την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή.
Αντίθετη ερμηνεία δεν βρίσκει στήριγμα ούτε στην διατύπωση του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων και ότι οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την δικάσιμο, διότι η διάταξη αυτή δεν αποσκοπεί στον αποκλεισμό της αυτεπάγγελτης έρευνας από τον Άρειο Πάγο της συνδρομής της εμπρόθεσμης άσκησης της αίτησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της.
Κατά συνέπεια αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας η έλλειψη της ως άνω προϋποθέσεως του παραδεκτού της αναίρεσης για την αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο της συνδρομής της προϋποθέσεως αυτής, χωρίς να είναι απαραίτητο το απαράδεκτο από αυτήν να προτείνεται με προτάσεις που κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την δικάσιμο.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 10 του Διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "Περί κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ (βλ. άρθρο 50 παρ. 3 του ΕισΝΚΠολΔ ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 1 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία προς άσκηση αναιρέσεως είναι και για το Ελληνικό Δημόσιο τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της αποφάσεως.
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 11 του ίδιου ως άνω Διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "Περί κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου" (που επίσης διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ), όπως το πρώτο εδάφιο αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 3514/2006, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου η προθεσμία για την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου, επομένως και αναίρεσης, αναστέλλεται κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλαδή, κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών", από την 1η Ιουλίου έως την 15η Σεπτεμβρίου, η αναστολή δε αυτή, αναφερόμενη στην προθεσμία της άσκησης αναίρεσης (και γενικά των ένδικων μέσων), δεν καταλαμβάνει και δεν κωλύει την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ούτε επιδρά καθ' οιονδήποτε τρόπο στην εγκυρότητα της.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του προεδρικού διατάγματος 30/1996 "Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης", οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις (Ν.Α.) συνιστώνται ως δεύτερη βαθμίδα οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και είναι αυτοδιοικούμενα κατά τόπο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 99 παρ. 1 και 2 του ως άνω Κώδικα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (ΠΔ 30/1996), οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις έχουν όλα τα διαδικαστικά προνόμια του Δημοσίου και εφαρμόζονται αναλόγως και επί αυτών οι ειδικές προστατευτικές διατάξεις που θεσπίζονται για το Δημόσιο από τον Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, εφόσον δεν προβλέπεται γι' αυτές (Ν.Α.) από άλλες διατάξεις αντίστοιχη ευρύτερη ή ευνοϊκότερη ρύθμιση.
Επομένως, δυνάμει των αμέσως παραπάνω διατάξεων, έχουν εφαρμογή επί των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και οι προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρου 10, καθώς και του άρθρου 11 του Διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "Περί κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου", ενώ, σημειωτέον, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998, οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 11 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (για την αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση των ενδίκων μέσων κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών κλπ.) εφαρμόζονται και επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), όπως είναι και οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις.
Τέλος, κατά το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, από την με επίκληση προσκομιζόμενη από τις αναιρεσίβλητες υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 990/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς επιδόθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
στις 3 Σεπτεμβρίου 2007, δηλαδή κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, η δε κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς, συνταχθείσης προς τούτο της σχετικής πράξεως καταθέσεως από τον αρμόδιο γραμματέα, στις 22 Οκτωβρίου 2007, ημέρα Δευτέρα, δηλαδή μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, που άρχισε στις 16 Σεπτεμβρίου 2007 και έληξε στις 15 Οκτωβρίου 2007.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθόσον απευθύνεται κατά της υπ' αριθμ. 990/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, πρέπει να απορριφθεί, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη και δη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, λαμβανομένης υπόψη και της σχετικής ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων, που παραδεκτώς προβάλλουν με τις προτάσεις τους, οι οποίες κατατέθηκαν στις 26-8-2010, δηλαδή είκοσι ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο (21-9-2010), και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, όπως αυτά προσδιορίζονται, συμφωνά με τα άρθρα 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987, 28 παρ. 5 Ν. 2579/1998, 22 Ν. 3693/1957 και την ΥΑ 134/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2007 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών- Πειραιώς, Νομαρχιακό Διαμέρισμα Πειραιώς" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 990/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, καθώς και της υπ' αριθμ. 3489/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ