Legislator Case Law & Legislation
1573/2009 AI generated

Supreme Court allows lawyer dismissal due to breach of trust and conflict of interest in employment contract.

Case Number 1573/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court's decision regarding a lawyer-client contract termination. The client argued the contract was void due to the lawyer's co-location and shared phone lines with competitors, while the opposing lawyer claimed no such conflict existed. The court found that the lower court erred by failing to recognize the irreparable breach of trust caused by the lawyer's conduct, which objectively prevented the continuation of the relationship under good faith principles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 63(4) and 5 of the Code of Lawyers; A contract of absolute personal trust between a lawyer and a client is terminated only for a serious reason, which exists when the client's trust is irrevocably shaken by the lawyer's conduct, regardless of fault.

Keywords

AI generated
lawyer employment contract serious reason for termination breach of trust conflict of interest good faith principles legal professional ethics contract dissolution

Cited Legislation

AI generated
Article 63(4) and 5 of the Code of Lawyers (Law 3026/1954)
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1573 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1573/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η Α.Ε)" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη

Του αναιρεσίβλητου: ..., Δικηγόρου, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την από 16-2-2004 πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 469/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4128/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-7-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 23-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ 3026/1954), όπως η περίπτωση 4 της παρ. 5 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 723/1977, προκύπτει, ότι η σχέση παροχής από δικηγόρων νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, που θεωρείται και είναι σχέση απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης, συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου και λύνεται, εκτός άλλων, και με καταγγελία του εντολέα, που είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία.

Όταν όμως για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αναιρεσείουσας Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Σπουδαίο λόγος αποτελούν εκείνα τα γεγονότα, ή και ένα ακόμη μεμονωμένο γεγονός ή ορισμένη συμπεριφορά, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από ένα των συμβαλλομένων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος και γενικότερα υπαιτιότητας του αντισυμβαλλόμενου.

Τέτοιος σπουδαίος λόγος συντρέχει και όταν λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης του εντολέα προς το πρόσωπο του εντολοδόχου, έχει επέλθει τόσο σοβαρή διαταραχή στη συνεργασία τους, ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η συνέχιση της μεταξύ τους συμβάσεως να παρίσταται για τον εντολέα, κατ' αντικειμενική κρίση αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής (Ολ.ΑΠ 21/2004, Ολ.ΑΠ 10/1995).

Εξάλλου, με τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη) του νομικού συλλογισμού ή στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως (πραγματικές παραδοχές) στην μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:

Με σύμβαση έμμισθης εντολής, που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου Αθηνών και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ΔΕΗ ΑΕ στην Αθήνα στις 5-4-1993, η τελευταία προσέλαβε τον πρώτο ως έκτακτο για να της προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως δικηγόρος, με πάγια μηνιαία αντιμισθία ίση με τις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου 7 και των πάσης φύσεως επιδομάτων και προσαυξήσεων, που χορηγούνταν στους τακτικούς δικηγόρους της.

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο αναιρεσίβλητος πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα από την πρόσληψή του, αφού τοποθετήθηκε αρχικά στον τομέα θεμάτων προσωπικού δηλαδή στον τομέα που ασχολείται με εργατικές και συνταξιοδοτικές υποθέσεις και στη συνέχεια και αφού εντάχθηκε από 3-10-1995 στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης, τοποθετήθηκε και μετατέθηκε δυσμενώς από 1-12-1995 στον Τομέα Δικών, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 12-6-2002 οπότε η εναγομένη ΔΕΗ κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση κοινοποιώντας τη σχετική καταγγελία και προσφέροντας σε αυτόν δια του επιδόσαντος αυτήν δικαστικού Επιμελητή την νόμιμη αποζημίωση, την οποία τελικά κατέθεσε στο ΤΠΚΔ λόγω άρνησης του ενάγοντος να την εισπράξει, και έπαυσε έκτοτε να δέχεται τις υπηρεσίες του.

Επίσης δέχτηκε το Εφετείο ότι δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) Το επικαλούμενο περιστατικό της 14-11-1995 και δη σε πολύ προγενέστερο χρόνο από την καταγγελία, περί έρευνας από τον αναιρεσίβλητο στο γραφείο του στη ΔΕΗ φακέλλου δικογραφίας παρουσία του..., πρώην βοηθού γενικού δ/ντή Διοικητικού της ΔΕΗ και μάρτυρα σε δίκες κατά της ΔΕΗ, αφού το περιστατικό τούτο, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του όσον αφορά στην έρευνα φακέλλου δικογραφίας παρουσία του παραπάνω προσώπου, είχε ως συνέπεια τη δυσμενή μετάθεση του αναιρεσιβλήτου, αλλά και την στέρηση μισθολογικών κλιμακίων του, β)τα επικαλούμενα περιστατικά περί του τρόπου χειρισμού ορισμένων υποθέσεων τρίτων εναντίον της ΔΕΗ και έλλειψη επαρκούς επιμέλειας, που ανάγονται επίσης δύο στο έτος 1995 και δύο στο έτος 2000 και 2001 (υποθέσεις ..., ..., ..., ...), καθόσον το μεν δεν αποδείχθηκε κάποια αμελής συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου ή συμπεριφορά που κατέτεινε στην υπεράσπιση των συμφερόντων των παραπάνω προσώπων σε βάρος της ΔΕΗ, το δε ο αναιρεσίβλητος υπέκειτο ιεραρχικά, έκτος από τον Διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας Δ1 σε άμεσο προϊστάμενο κατά το χειρισμό των υποθέσεων και ακολουθούσε τις εντολές και οδηγίες του τελευταίου, ο παραπάνω δε Δ1 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε σε αυτόν προφορικά ή έγγραφα ή τον κάλεσε για κάποιο λανθασμένο χειρισμό υπόθεσης.

Όσον αφορά δε ειδικότερα στην επικαλούμενη αμελή συμπεριφορά του ως προς το χειρισμό των δύο τελευταίων υποθέσεων που συνίσταται στην μη έγκαιρη μέριμνα για καταβολή στα παραπάνω πρόσωπα των τελεσίδικα επιδικασθέντων σε αυτούς δια δικαστικών αποφάσεων ποσών εκ μέρους της ΔΕΗ με συνέπεια την επιβάρυνση αυτής με τόκους υπερημερίας και έξοδα έκδοσης απογράφου, σύνταξης επιταγής και κοινοποίησης αυτής, ανεξάρτητα του ότι η επιβάρυνση της ΔΕΗ δεν είναι σημαντική, τούτο δεν οφειλόταν στην αμελή συμπεριφορά του ενάγοντος, αλλά στις οδηγίες που δέχθηκε από τον άμεσο προϊστάμενό του.

γ) Όσον αφορά στα επικαλούμενα ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την 24-10-2000 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου χειρίσθηκε ποινική υπόθεση για λογαριασμό της ΔΕΗ εκπροσωπώντας την τελευταία ως πολιτικώς ενάγουσα σε βάρος του υπαλλήλου της Υ1 για άμεση συνέργεια σε απάτη σε βάρος της, μετά την αθωωτική απόφαση δήλωσε ότι συμφωνεί με την πρόταση του Εισαγγελέα να απαλλαγεί

ο παραπάνω κατηγορούμενος από το Πειθαρχικό, είναι παντελώς αβάσιμα, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη σε κάποια δήλωση, ενώ τουναντίον προέβη άμεσα στην κατάθεση αίτησης για άσκηση έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης εκ μέρους του Εισαγγελέα. Μάλιστα, ανεξάρτητα αν προέβη ή όχι σε τέτοια δήλωση ο αναιρεσίβλητος το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΔΕΗ έκρινε ότι δεν υφίστατο δόλος του ανωτέρω (Υ1) για την αποδιδόμενη σε αυτόν πειθαρχική παράβαση που είχε σχέση με την ποινική του δίωξη και ακύρωσε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου περί προσωρινής του παύσεως.

Όλα δε τα παραπάνω επικαλούμενα βάσιμα ή αβάσιμα περιστατικά για έλλειψη επαρκούς επιμέλειας θα ήταν ικανά για να στηρίζουν ενδεχόμενα μια στέρηση αυτού μισθολογικών κλιμακίων και προαγωγών ή και πειθαρχικό αυτού έλεγχο, όχι όμως και την καταγγελία της σύμβασής του. Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προσερχόταν στο γραφείο του στην έδρα της αναιρεσείουσας και μάλιστα ότι απουσίαζε επί ημέρες, καθόσον, το μεν οι συνδεόμενοι με σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόροι της ΔΕΗ έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν ιδιωτικό γραφείο, όπως τέτοιο άλλωστε διατηρούσε και ο αναιρεσίβλητος και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί σε αυτούς ούτε το πλήρες ωράριο στο οποίο υπόκεινται οι εργαζόμενοί της, ούτε η συνεχής παρουσία αυτού στο γραφείο του στην έδρα της αναιρεσείουσας, λόγω της φύσης της σύμβασης της έμμισθης εντολής και της φύσεως των καθηκόντων τους που απαιτεί την εκτός γραφείου απασχόλησή τους, το δε όλοι οι διατελέσαντες Προϊστάμενοί του, οι οποίοι συνηγορούσαν έγγραφα για τη μισθολογική του προαγωγή και είχαν άμεση συνεργασία με τον αναιρεσίβλητο, εξέφραζαν γραπτά τις απόψεις τους περί της συνεργασίας, προθυμίας, επιμέλειας και συνέπειας ως προς το χειρισμό των υποθέσεων που ανατίθεντο σ' αυτόν και την επαρκή και ικανοποιητική παρουσία του στα γραφεία της ΔΕΗ.

Επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε κάποια αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου ή αδιαφορία του να συμμορφωθεί σε υπηρεσιακές εντολές του Νομικού Συμβούλου και των Προϊσταμένων του που αφορούσαν στην εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της ΔΝΥ. Η άρνηση πράγματι του τελευταίου να απαντά έγγραφα σε σημειώματα που συνέττασσε από τριετίας πριν από την απόλυσή του η γραμματεία της παραπάνω Δ/νσης Νομικών Υπηρεσιών ως προς την πορεία των χειριζόμενων υποθέσεων με επισημείωση επί των αποστελλομένων στους δικηγόρους σημειωμάτων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αδιαφορία ή αντισυμβατική συμπεριφορά ή άρνηση συμμόρφωσης σε υπηρεσιακές εντολές λόγω του φόρτου εργασίας και αφού μάλιστα ο αναιρεσίβλητος διεκπεραίωνε επιμελώς τις υποθέσεις που του ανατίθεντο και η μη απάντηση στα εν λόγω σημειώματα, δεν αποτελούσε εμπόδιο για την εύρυθμη λειτουργία της άνω Υπηρεσίας, ενόψει μάλιστα του ότι και άλλοι συνάδελφοι του δεν απαντούσαν στα εν λόγω σημειώματα.

Εκτός τούτων, η εν λόγω και μόνο συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου δεν μπορεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών να αποτελέσει σπουδαίο λόγο που θα είχε ως συνέπεια τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της ΔΕΕΓ προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα περί συστέγασης στο ιδιωτικό γραφείο τούτου με τους δικηγόρους Αθηνών Σ1 και ..., διορισθέντες στο ΔΣΑ τα έτη 1995 και 1996, αντίστοιχα και συνεργασίας του με αυτούς οι οποίοι ήγειραν εναντίον της αγωγές εργαζομένων της με σοβαρό οικονομικό αντικείμενο, που έγιναν δεκτές με συνεπεία η αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτούς για λογαριασμό των πελατών τους σημαντικότατα ποσά.

Ειδικότερα, ναι μεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμ/φου Αθηνών Κωνσταντίνας Λάρδα αγόρασε το υπ' αριθμ. Γ-4 διαμέρισμα του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της επί των οδών ... πολυκατοικίας, όπου εγκατέστησε το ιδιωτικό του γραφείο, και στην ίδια διεύθυνση και επί της αυτής πολυκατοικίας διατηρούσαν δικηγορικό γραφείο οι παραπάνω δικηγόροι, όμως το δικηγορικό γραφείο των τελευταίων ήταν εγκατεστημένο στον πέμπτο όροφο της άνω πολυκατοικίας και όχι στον τρίτο όροφο και μάλιστα με συστέγαση με το γραφείο του αναιρεσιβλήτου.

Το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τον ονομαστικό κατάλογο συνδρομητών σταθερής τηλεφωνίας του ΟΤΕ που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ο αναιρεσίβλητος στην οδό ...στο δικηγορικό του γραφείο διατηρεί τηλεφωνικό κέντρο με αριθμούς ..., ... και ..., από δε την επίσης επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα κατάσταση μελών του ΔΣΑ προκύπτει ότι η παραπάνω δικηγόρος Σ1 δηλώνει ως τηλέφωνο γραφείου της ένα εκ των τηλεφώνων του αναιρεσιβλήτου και δη το δεύτερο παραπάνω κατά σειρά ..., και επιπρόσθετα σε σχετικό δικόγραφο του έτους 1997 που υπογράφεται από την παραπάνω δικηγόρο στη σφραγίδα της εμφανίζεται το ίδιο τηλέφωνο, ουδόλως αποδεικνύει συστέγαση ή κάποια συνεργασία του αναιρεσιβλήτου με τη δικηγόρο αυτή ή και τον άλλο δικηγόρο, και αφού μάλιστα ο αναιρεσίβλητος στο ΔΣΑ δεν δηλώνει ως τηλέφωνο του γραφείου του τον παραπάνω αριθμό αλλά μόνο τον πρώτο (βλ ίδια κατάσταση ΔΣΑ).

Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε εν μέρει την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια μερικώς την αγωγή του. Ειδικότερα δέχθηκε ότι η καταγγελία της παραπάνω συμβάσεως έμμισθης εντολής τούτου έγινε χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος και κατόπιν αυτού επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τις αιτούμενες στην αγωγή αποδοχές από υπερημερία εξ 21.256,40 ευρώ συνολικά.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις προαναφερθείσες ουσιαστικές δικαίου διατάξεις. Αυτό διότι, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, και υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις, συνέτρεξε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, γιατί πράγματι κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η σχέση εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου.

Από τον κλονισμό αυτόν της εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου και ανεξάρτητα από την έλλειψη υπαιτιότητας του τελευταίου, έχει επέλθει τόσο σοβαρή διαταραχή της συνεργασίας τους, ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η συνέχιση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης να παρίσταται για την εντολέα αναιρεσείουσα, κατ' αντικειμενική κρίση, αν όχι αδύνατη, πάντως εξαιρετικά δυσχερής.

Συνακόλουθα πρέπει ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4128/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ