Supreme Court allows appeal against public utility's refusal to recognize service time for pension purposes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Public Utility's refusal to recognize the plaintiffs' service time for pension and insurance purposes. The plaintiffs argued that their employment period should count towards their retirement, while the utility claimed otherwise based on specific legal interpretations. The court ruled that the lower court violated substantive law by failing to properly apply the requirement for a specific claim or counterclaim regarding interest, thereby overturning the final judgments.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 of Law 1468/1950; Art. 3 para. 1 of Law 3785/1957; Art. 1, 2, 3 of Law 4491/1966; An appeal is admissible when the lower court violates substantive law by failing to apply the requirement for a specific claim or counterclaim regarding interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1573 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1573/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Των αναιρεσίβλητων: Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4 ΚΑΙ Ψ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αδάμη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1194/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3882/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 17/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1468/1950 ορίσθηκαν τα εξής: "Ιδρύεται Οργανισμός υπό την επωνυμίαν "Δημόσια Επιχείρισις Ηλεκτρισμού" σκοπόν έχων την κατασκευήν και εκμετάλλευσιν υδροηλεκτρικών και θερμοηλεκτρικών εργοστασίων καθ' άπασαν την χώραν, την εγκατάστασιν εθνικού δικτύου προς μεταφοράν της παραγομένης ηλεκτρικής ενέργειας και την διάθεσιν αυτής" κατά δε την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν.
δ. 3785/1957 "η αληθής έννοια της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1468/1950 "περί ιδρύσεως δημοσίας επιχειρήσεως ηλεκτρισμού" είναι ότι ο δια ταύτης ιδρυόμενος οργανισμός αποτελεί νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου". Περαιτέρω ο ν. 4491/1966 "περί ασφαλίσεως του προσωπικού της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού" όριζε στο άρθρο 1 ότι "1.
Η Δημοσία Επιχείρησις Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) αναλαμβάνει και ενεργεί την κοινωνικήν ασφάλισιν του προσωπικού της, διεπομένην υπό των διατάξεων του παρόντος. 2. Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος, παύει η υποχρεωτική ασφάλισις εις το ΙΚΑ ή ετέρους οργανισμούς κυρίας ασφαλίσεως, των εκ του προσωπικού της Δ.
Ε. Η., υπαγομένων εις την παρ' αυτήν ασφάλισιν. 3........" στο άρθρο 2 ότι "1. Εις την δια του παρόντος καθιερουμένην ασφάλισιν υπάγονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως πάντες οι μετά της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας ή έμμισθου εντολής και τα μέλη των οικογενειών των, κατά τα ειδικότερα εν τοις επομένοις οριζόμενα......2...."και στο άρθρο 3, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.δ. 98/1974 ότι "Η δια παρόντος θεσπιζόμενη ασφάλισις περιλαμβάνει :
α) Την κυρίαν ασφάλισιν, καλύπτουσαν τους κλάδους Συντάξεων, Υγείας και Πρόνοιας - Αντιλήψεως, διεπομένην υπό των εν τοις επομένοις καθοριζομένων, β)...". Εξάλλου με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ίδιου ν. 4491/1966, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. δ. 98/1974 και στη συνέχεια με την παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 1539/1985, προβλέφθηκε η λειτουργία Επταμελούς Συμβουλίου Ασφαλίσεως, το οποίο κατά την παρ. 9 περ.
β του αυτού άρθρου 4 του ν. 4491/ 1966 "αποφασίζει την απονομήν των εν τω παρόντι νόμων καθοριζομένων παροχών" και με το άρθρο 37 του ίδιου ν. 4491/1966, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 40 του ν. 1902/1990, ορίσθηκε ότι : "1. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφάλισης που αφορούν την απονομήν σύνταξης και εφάπαξ βοηθήματος ως και την αναγνώριση προϋπηρεσίας θεωρούνται εκτελεστές διοικητικές πράξεις και υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. 2.
Κατά των αποφάσεων αυτών μπορεί ν' ασκηθεί προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια και από τη διοίκηση τα επιχείρησης". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι η Δ. Ε. Η., αποτελούσα, ως προς το κύριο έργο της, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ειδικώς, ως προς τον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, μέχρι την ίδρυση, με το άρθρο 34 του ν. 2773/1999, του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (Ο.
Α. Π. - ΔΕΗ), λειτουργούσε ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης και ασκούσε το έργο που αφορούσε τον τομέα αυτό, ως δημόσια υπηρεσία, εκδίδουσα εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Ο ως άνω χαρακτήρας της Δ. Ε. Η. δε συνδεόταν με την υπαγωγή της στον, κατά το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιο τομέα, όπως αυτός επανοριοθετήθηκε με το άρθρο 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 και δε μεταβλήθηκε από την έξοδο της Δ.
Ε. Η. από τον δημόσιο τομέα, με το άρθρο 1 του π. δ. 360/1991. Κατά την έννοια δε της διάταξης του άρθρου 37 του ν. 4491/ 1966, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρ. 40 του ν. 1902/1990, αποτελούν διοικητικές εκτελεστές πράξεις, προσβλητές με προσφυγή ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, την οποία δικαιούται, κατά τους ρητούς ορισμούς του νόμου, ν' ασκήσει και η Δ.
Ε. Η., όχι μόνο οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφάλισης Προσωπικού (Σ. Α. Π.) της Δ. Ε. Η., οι οποίες αφορούν είτε στην απονομή σύνταξης ή εφάπαξ βοηθήματος ή στην αναγνώριση προϋπηρεσίας, αλλά και οποιαδήποτε άλλη απόφαση του Σ. Α. Π. - Δ. Ε. Η. που αφορά θέματα κοινωνικής ασφάλισης των υπαλλήλων ή των συνταξιούχων της Δ.
Ε. Η. Και τούτο διότι ο νομοθέτης με τον χαρακτηρισμό ως διοικητικών εκτελεστών πράξεων, που προσβάλλονται με προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, μόνο εκείνων, οι οποίες αφορούν στην απονομή σύνταξης ή εφάπαξ βοηθήματος ή στην αναγνώριση προϋπηρεσίας, δεν θέλησε ν' αποκλείσει από τον έλεγχο των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων τις αποφάσεις του Σ.
Α. Π. - Δ. Ε. Η. που αναφέρονται στα λοιπά, κατά το άρθρο 3 του ν. 4491/1966 θέματα κοινωνικής ασφάλισης. Τέλος, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του ν. 702/ 1977, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που αναφύονται από την αναγνώριση, παραχώρηση ή απονομή δικαιώματος ή ευεργετήματος ή οποιασδήποτε άλλης παροχής ή από την ολική ή μερική άρνηση ικανοποίησης τέτοιου αιτήματος καθώς και οι αναφυόμενες από τη μεταβολή της κατάστασης που δημιουργήθηκε με διοικητική πράξη, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, καθόσον αφορά στις ασφαλιστικές σχέσεις γενικώς μεταξύ των φορέων και των ασφαλισμένων ή των εργοδοτών τους, ιδίως δε οι διαφορές περί υπαγωγής στην ασφάλιση και τη διάρκειά της, τις καταβλητέες από τους εργοδότες και τους ασφαλισμένους εισφορές και τις πάσης φύσεως παροχές από τον ασφαλιστικό φορέα.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι διοικητική διαφορά ουσίας, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως δημιουργείται όταν ο ένας από τους διαδίκους είναι ασφαλιστικός οργανισμός και η διαφορά αναφέρεται γενικώς στις ασφαλιστικές σχέσεις μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου ή του εργοδότη του.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου αγωγή κατά της αναιρεσείουσας Δ. Ε. Η. ΑΕ, με την οποία ισχυρίζονταν ότι, υπαγόμενοι στην προστασία του ν. 1648/86, τοποθετήθηκαν, με βάση τις αναφερόμενες στην αγωγή αποφάσεις της Επιτροπής του άρθρου 8 του άνω νόμου, αναγκαστικά στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, ως υπάλληλοι, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες στις αρμόδιες υπηρεσίες της για ανάληψη υπηρεσίας, πλην όμως δεν έγιναν δεκτοί από την αναιρεσείουσα κατά την ημέρα της εμφάνισής τους, αλλά μετά πάροδο των χρονικών διαστημάτων που επίσης στην αγωγή αναφέρονται, με συνέπεια η αναιρεσείουσα να περιέλθει σε υπερημερία αποδοχής της εργασίας τους, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες, μεταξύ των άλλων, ν' αναγνωριστεί ο χρόνος που μεσολάβησε από την εμφάνιση μέχρι την πρόσληψή τους, "ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια/συνταξιοδοτική, προαγωγική, ασφαλιστική κλπ)". Με το αίτημα αυτό της αγωγής που αναφέρεται στην συνταξιοδότηση και στην ασφαλιστική κάλυψη των αναιρεσίβλητων - εναγόντων εισάγεται διοικητική διαφορά ουσίας, αφού, ως προς αυτό, ανεξάρτητα από το ζήτημα της νομιμοποίησης, ενόψει ότι το έτος 1999 ιδρύθηκε το ΝΠΔΔ "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ" (ΟΑΠ - ΔΕΗ), διάδικος είναι η ΔΕΗ ως ασφαλιστικός οργανισμός του προσωπικού της και η καταγόμενη προς διάγνωση διαφορά αναφέρεται σε ασφαλιστική σχέση μεταξύ του ασφαλιστικού οργανισμού και των ασφαλισμένων του και αντικείμενο έχει την αναγνώριση από τον πρώτο του επίδικου χρόνου υπηρεσίας, για καθένα από τους αναιρεσιβλήτους.
Συνεπώς η διαφορά αυτή υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επικυρώνοντας, ως προς αυτό, την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δέχθηκε, την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε τον επίδικο χρόνο, ως χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, για κάθε συνέπεια συνταξιοδοτική και ασφαλιστική.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία του και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, παραδεκτώς προβάλλει το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 εδ. γ', τον ισχυρισμό για έλλειψη δικαιοδοσίας, λόγω του ότι αφορά τη δημόσια τάξη.
Με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που προαναφέρθηκε, λόγω υπέρβασης δικαιοδοσίας, αναιρετέα είναι, κατά το άρθρο 580 παρ. 1 ΚΠολΔ και η απόφαση του Πρωτοδικείου που επικυρώθηκε από αυτήν, αφού και αυτή, ως προς το ανωτέρω αγωγικό αίτημα, ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 του ΑΚ για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου έτους τουλάχιστον ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο.
Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός με τον περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσης όσον αφορά το δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη (ποτέ όμως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου, και συνεπώς εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσης.
Αίτημα της αγωγής, με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό. Εξάλλου από το άρθρο 525 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι επιτρέπεται στη δευτεροβάθμια δίκη να υποβληθούν με τις προτάσεις αιτήσεις για παρεπόμενες απαιτήσεις, που γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ως παρεπόμενη απαίτηση νοείται εκείνη που αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα της απαίτησης, της οποίας επίκληση είχε γίνει στο δικόγραφο της αγωγής, η οποία αποτελεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προϋπόθεση για τη γέννηση της πρώτης. Με την έννοια αυτή, παρεπόμενη είναι, μεταξύ άλλων, και η απαίτηση για τους τόκους του κεφαλαίου που ζητείται με την αγωγή, όχι όμως και η απαίτηση καταβολής τόκου επί του ποσού καθυστερουμένων τόκων, αφού τούτο δεν αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημά της από το κεφάλαιο απαίτησης και των τόκων αυτής.
Ο τόκος τόκων αποτελεί παρεπόμενο μιας νέας απαίτησης, την οποία απαρτίζουν οι τόκοι ενός τουλάχιστον έτους και εφόσον δεν έχουν συμφωνηθεί τέτοιοι τόκοι, μπορούν να ζητηθούν μόνο με αγωγή, η οποία αποτελεί στην περίπτωση αυτή, αναγκαία προϋπόθεση για τη γένεσή τους. Επομένως, εφόσον για τη γένεση της αξίωσης για τόκους τόκων δεν αρκεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η άσκηση της κύριας αγωγής για την καταβολή του οφειλομένου κεφαλαίου με τους νόμιμους τόκους του (ενώ αρκεί η άσκηση της αγωγής αυτής για τη γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού), αλλ' απαιτείται (αν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού) η άσκηση ξεχωριστής αγωγής με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προαναφέρθηκαν, το αίτημα για την καταβολή τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κύριας απαίτησης, ώστε να δύναται να υποβληθεί για πρώτη φορά με τις προτάσεις στην κατ' έφεση δίκη.
Είναι δε αδιάφορο αν το πιο πάνω αίτημα ασκείται με τις προτάσεις ως πρόσθετος λόγος έφεσης, αφού και στην περίπτωση αυτή δεν έχει τηρηθεί η επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 ΚΠολΔ προδικασία (Ολ. ΑΠ. 10/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο πέμπτος αναιρεσίβλητος ζήτησε με την αγωγή, εκτός των άλλων, τ' αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά για οφειλόμενους σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας, την αναλογία του δώρου Πάσχα του έτους 1997 με τους νόμιμους τόκους από το τέλος του μήνα που τα σχετικά ποσά έπρεπε να καταβληθούν.
Περαιτέρω ο ίδιος ο πέμπτος αναιρεσίβλητος - ενάγων, με τις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου, κατά τη συζήτηση της αγωγής, ζήτησε να επιδικαστούν και οι αναλογούντες τόκοι επί των τόκων των ζητουμένων, ως άνω αποδοχών. Το Πρωτοδικείο επεδίκασε στον εν λόγω αναιρεσίβλητο τις προαναφερόμενες αποδοχές με τους νόμιμους τόκους και απέρριψε το αίτημα ανατοκισμού ως μη νόμιμο.
Μετά την άσκηση αντίθετων εφέσεων από τα διάδικα μέρη, ο πέμπτος αναιρεσίβλητος, αφενός προσέβαλε τη διάταξη της απόφασης του Πρωτοδικείου, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα ανατοκισμού και αφετέρου με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ζήτησε και τους νόμιμους τόκους επί των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας.
Το Εφετείο αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την διάταξή της περί ανατοκισμού, δέχθηκε τα αιτήματα ανατοκισμού του πέμπτου αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτόν "α)τους τόκους επί των τόκων υπερημερίας των αξιώσεων που επιδικάστηκαν σ' αυτόν με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και β) τους τόκους επί των τόκων των ως άνω αξιώσεων νομιμοτόκως από 15-3-2005 (δηλαδή από τότε που υποβλήθηκε το αίτημα με τις προτάσεις στο Εφετείο) έως την εξόφληση.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο αφενός παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 ΑΚ, η οποία για την ύπαρξη απαίτησης για ανατοκισμό αξιώνει είτε συμφωνία είτε άσκηση καταψηφιστικής αγωγής και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτα τα αιτήματα του πέμπτου αναιρεσιβλήτου.
Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.
Επειδή, κατόπιν των όσων πιο πάνω αναφέρονται πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθώς και η 1194/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Α) η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται ν' αναγνωριστεί ο αναφερόμενος σ' αυτή (αγωγή) χρόνος ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και για κάθε συνταξιοδοτική και ασφαλιστική συνέπεια, ν' απορριφθεί, κατά το άρθρο 80 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ από τον Αρειο Πάγο και Β) να παραπεμφθεί, κατά τις ίδιες διατάξεις του άνω άρθρου, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα λοιπά, στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 644/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την 1194/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 15-7-2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που με αυτή διώκεται η αναγνώριση του αναφερόμενου στην αγωγή αυτή χρόνου ως χρόνου που υπολογίζεται για την συνταξιοδότηση και ασφάλιση τούτων.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα λοιπά, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που τα ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ