Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's refusal to postpone trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding a public order disturbance. The appellant argued that the trial court violated his rights by refusing a request to postpone proceedings and failed to provide sufficient reasoning for its decision. The court rejected these claims, ruling that the lower court's decision to deny the postponement was properly reasoned and did not infringe upon the presumption of innocence or fair trial rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Civil Procedure; Article 178 of the Code of Criminal Procedure: The Supreme Court may reject an appeal if the lower court's refusal to postpone proceedings is adequately reasoned and does not violate the presumption of innocence or fair trial guarantees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1572 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1572/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Διονυσία Νίκα και Γεώργιο Μικρούδη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Νικολάου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. Φ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Φωτεινή Δημοπούλου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 197/2024 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αίγινας.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αίγινας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 9-5-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 12-5-2025 (αρ. πρωτ. ΕισΑΠ 3566/2025) αίτηση του Γ. - Π. Φ. για την αναίρεση της υπ' αρ. 197/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αίγινας (καταχωρισθείσα στο ειδικό βιβλίο στις 23-4-2025), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Με την υπό εξέταση αίτηση αναιρέσεως ο αναιρέσεων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παραβιάσεις του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ και ειδικότερα για : α) απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (1ος, 2ος λόγοι), β) έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και ο ΚΠοινΔ (3ος, 4ος λόγοι) και γ) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (5ος λόγος) και δ) υπέρβαση εξουσίας (6ος λόγος).
1 α). Κατά το άρθρο 12 παρ. 3β' Ν. 1481/1984 "3. Με αστυνομικές διατάξεις μπορεί να ρυθμίζονται τα ακόλουθα θέματα: β. Τήρηση της κοινής ησυχίας".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 Ν. 4637/2019 "Διατάραξη ησυχίας. Όλες οι παραβάσεις των προεδρικών διαταγμάτων της παραγράφου 1 περίπτωση α' του άρθρου 12 του ν. 1481/1984 και των αστυνομικών διατάξεων της παραγράφου 3 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου τιμωρούνται με φυλάκιση έως πέντε μηνών ή χρηματική ποινή έως εκατόν πενήντα ημερήσιες μονάδες".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 ΑΔ 3/1996 "Ώρες μεσημβρινής και νυκτερινής ησυχίας- Απαγορεύσεις. 1. οι ώρες της μεσημβρινής και νυκτερινής ησυχίας καθορίζονται; ως εξής: α. Κατά τη θερινή περίοδο από 15,00 έως 17,30 και από 23.00 έως 07.00. β. Κατά τη χειμερινή περίοδο από 15.30 έως 17.30 και από 22.00 έως 07.30. 2. Ως θερινή περίοδος, για την εφαρμογή της παρούσας, λογίζεται το χρονικό διάστημα από την 1 Απριλίου έως την 30 Σεπτεμβρίου και ως χειμερινή το χρονικό διάστημα από την 1 Οκτωβρίου έως την 31 Μαρτίου. 3.
Κατά τις ώρες της μεσημβρινής και νυκτερινής ησυχίας απαγορεύονται: α. οι εργασίες ή άλλες δραστηριότητες που δημιουργούν θόρυβο. [...] β. Η λειτουργία κάθε μουσικού οργάνου ή συσκευής ραδιοφώνου, μαγνητοφώνου ή τηλεόραση σε υψηλή ένταση, οι φωνασκίες, οι θορυβώδεις χοροί και κάθε άλλη θορυβώδης εκδήλωση σε κατοικίες ή άλλους ιδιωτικούς χώρους.
γ, Τα τραγούδια, οι φωνασκίες, η χρήση μουσικών οργάνων, η λειτουργία ραδιοφώνων, μαγνητοφώνων και τηλεοράσεων στους δρόμους, πλατείες και δημόσιους γενικά χώρους κατοικημένων περιοχών, καθώς και μέσα στα οχήματα μεταφοράς του κοινού. δ. Τα θορυβώδη παίγνια σε καφενείο, σφαιριστήρια ή άλλα δημόσια κέντρα, καθώς και οι φωνασκίες και συζητήσεις σε υψηλό τόνο των θαμώνων των κέντρων αυτών.
ε. Οι θορυβώδεις συζητήσεις και διαπληκτισμοί σε σταθμούς αυτοκινήτων (λεωφορείων, ΤΑΞΙ κ.λ.π.), η φόρτωση ή εκφόρτωση εμπορευμάτων σε ή από φορτηγά αυτοκίνητα, που δημιουργεί θόρυβο, καθώς και η θορυβώδης λειτουργία της μηχανής τροχοφόρου, το οποίο είναι σε στάση. στ. Η χρήση σειρήνων ή άλλων ηχητικών οργάνων ή συστημάτων ασφαλείας, χωρίς να συντρέχει λόγος έκτακτης ανάγκης, καθώς και η δοκιμαστική λειτουργία αυτών.".
β) Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΥΑ Α5///1985 (ΥΑ Α5/3010 ΦΕΚ B 593/1985 1.Για τα υπαίθρια Κέντρα Διασκέδασης ισχύουν οι παρακάτω περιορισµοί: α) Η απόστασή τους από την πλησιέστερη νόµιµη κατοικία (κύρια ή δευτερεύουσα) ξενοδοχείο, ναό, σχολείο, νοσοκοµείο, γηροκοµείο, σανατόριο, και γενικά εγκατάσταση που απαιτεί ειδική προστασία, κατά την αιτιολογηµένη κρίση της αρµόδιας Υγειονοµικής Υπηρεσίας, πρέπει να είναι τουλάχιστον 300 µέτρα.
Η απόσταση, που µετράται σε ευθεία γραµµή και η νοµιµότητα της κατοικίας θα αποδεικνύονται, µε προσκόµιση βεβαίωσης της αρµόδιας υπηρεσίας Πολεοδοµίας, για συµπλήρωση των δικαιολογητικών που προβλέπονται από το άρθρ.7 της ΑΙβ/8577/83 Υγειον. Διάταξης. Η παραπάνω απόσταση µπορεί να αυξοµειωθεί κατά την κρίση της αρµόδιας Υγειονοµικής Υπηρεσίας και ανάλογα µε τις ειδικές τοπικές συνθήκες (παρεµβολή άλλων κτιρίων µεταξύ Κέντρου διασκεδάσεως και κατοικίας εγκατάσταση Κέντρου διασκεδάσεως σε δώµα πολυορόφου Ξενοδοχείου κλπ.
αλλά πάντοτε µε την τήρηση των όρων της παρ. Ιβ του ίδιου άρθρου. Β) Η ανώτερη επιτρεπόµενη τιµή της Α-ηχοστάθµης, µετρούµενη έξω από την πλησιέστερη νόµιµη κατοικία (κύρια ή δευτερεύουσα), ξενοδοχείο, ναό, σχολείο, νοσοκοµείο, γηροκοµείο, σανατόριο, και γενικά εγκατάσταση που απαιτεί ειδική προστασία, είτε αυτά προϋπήρχαν του Κέντρου Διασκέδασης είτε κτίστηκαν ύστερα από αυτό, είναι αυτή που αναφέρεται στον Πίνακα Ι, του άρθρ.3 αυτής της Υγειονοµικής Διάταξης.
Κατά τη µέτρηση, η Α-ηχοστάθµη στο Κέντρο της πίστας χορού, δηµιουργούµενη µε µιά πρότυπη ηχητική πηγή, όπως αυτή περιγράφεται στο Παράρτηµα
ΙΙ αυτής της Υγειονοµικής Διάταξης, πρέπει να είναι 100 dΒ (Α). 2. Για τα υπόλοιπα υπαίθρια καταστήµατα µε µουσική, τα οποία δεν θεωρούνται, σύµφωνα µε την ισχύουσα Υγειονοµική Διάταξη, Κέντρα Διασκέδασης, ισχύει µόνο η ανώτατη επιτρεπόµενη τιµή της Α-ηχοστάθµης του Πίνακα Ι, µετρούµενη έξω από την πλησιέστερη νόμιμη κατοικία (κύρια ή δευτερεύουσα), ξενοδοχείο, ναό, σχολείο νοσοκοµείο, γηροκοµείο σανατόριο και γενικά εγκατάσταση που απαιτεί ειδική προστασία, όταν η πρότυπη ηχητική πηγή δηµιουργεί στο κέντρο του καταστήματος µία Α-ηχοστάθµη ίση µε 80 dΒ (Α)" γ) Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 45 τόσο του παλαιού όσο και του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς (ΑΠ 188/2024).
2) Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (ΟλΑΠ 1/2005).
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ' όψιν από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπ' όψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογήν (ΑΠ 906/2024). Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης (εκ του άρθρου 510 παρ.1 στ. Δ' και Ε' ΚΠΔ), κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της προσβαλλομένης απόφασης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 ΠΚ και 1 της ΑΔ 3/1996.
Με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως ο αναιρέσεων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στ. Θ' ΚΠΔ), που σχετίζεται με τον απορριφθέντα ισχυρισμό του ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της παράβασης της ΑΔ 3/1996 απαιτείται να έχει προηγηθεί μέτρηση του θορύβου με ειδικό μετρητικό μηχάνημα.
Ως προς τον τελευταίο ως άνω λόγο (6ο), που προηγήθηκε χρονικώς στην ακροαματική διαδικασία του δικαστηρίου της ουσίας, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης (σελ. 3) προκύπτει ότι απερρίφθη ο ανωτέρω ισχυρισμός ως μη νόμιμος με την εξής αιτιολογία: "από τη διατύπωση του άρθρου 1 ΑΔ 3/1996 προκύπτει ότι το αδίκημα της διατάραξης κοινής ησυχίας μπορεί να τελεστεί όχι μόνο σε περίπτωση λειτουργίας μουσικού οργάνου ή συσκευής ραδιοφώνου, μαγνητοφώνου, τηλεόρασης κλπ, οπότε δύναται γίνει έλεγχος και καταγραφή του θορύβου που προκαλείται, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση μη μετρήσιμου θορύβου με μηχάνημα, ήτοι πχ σε θορυβώδεις εκδηλώσεις, όπως φωνασκίες και συζητήσεις σε υψηλό τόνο.
Σημειώνεται ότι το παρόν κατηγορητήριο αφορά παράβαση των άρθρων που προεκτέθηκαν και όχι της ΥΑ Α5///1985 (ΥΑ Α5/3010 ΦΕΚ B 593/1985), οπότε για την τέλεση του σχετικού αδικήματος καθορίζεται όριο dB, ως επιτρεπόμενη ηχητική στάθμη λειτουργίας για τα κέντρα διασκέδασης και τα υπόλοιπα καταστήματα με μουσική τα οποία δεν θεωρούνται τέτοια".
Επίσης από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως (που συνάπτονται με τους 3ο, 4ο και 5ο αναιρετικούς λόγους), το Δικαστήριο ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα (σελ. 5-6): "από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την απολογία των κατηγορούμενων αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει τις πράξεις, που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο, ήτοι στην Αίγινα, την 17.07.2021, από κοινού ενεργώντας, με πρόθεση παρέβησαν τις διατάξεις της Α.Δ. 3/96 και ειδικότερα, στον ανώτερο τόπο και χρόνο, η μεν πρώτη κατηγορουμένη, Μ.
Μ. του Σ., ως προσωρινά υπεύθυνη καντίνας και ο δε δεύτερος, Γ.- Π. Φ. του Β., ως ιδιοκτήτης της παραπάνω καντίνας, κείμενης στη θέσης Κλίμα-Κλειδί Πέρδικας, κατελήφθησαν σε ενεργηθέντα αστυνομικό έλεγχο, να λειτουργούν από κοινού και περί ώρα 17.00, στον εξωτερικό χώρο του καταστήματος, στερεοφωνικό συγκρότημα, με χρήση ενισχυτή και ηχείων, παραβιάζοντας τη σχετική υγειονομική διάταξη, διαταράσσοντας την κοινή ησυχία των περιοίκων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και ενόψει του επαρκούς συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού, μη χρήζοντος συμπλήρωσης, απορριπτόμενου συνακόλουθα του αιτήματος αναβολής της δίκης, κατ' άρθρ. 352 ΚΠΔ, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξης".
Κατόπιν το παραπάνω δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στην Αίγινα, την 17.07.2021,από κοινού ενεργώντας, με πρόθεση παρέβησαν τις διατάξεις της Α.Δ. 3/96 και ειδικότερα, στον ανώτερο τόπο και χρόνο, η μεν πρώτη κατηγορουμένη, Μ. Μ. του Σ., ως προσωρινά υπεύθυνη καντίνας και ο δε δεύτερος [νυν αναιρεσείων], Γ.- Π.
Φ. του Β., ως ιδιοκτήτης της παραπάνω καντίνας, κείμενης στη θέση Κλίμα- Κλειδί Πέρδικας, κατελήφθησαν σε ενεργηθέντα αστυνομικό έλεγχο, να λειτουργούν από κοινού και περί ώρα 17.00, στον εξωτερικό χώρο του καταστήματος, στερεοφωνικό συγκρότημα, με χρήση ενισχυτή και ηχείων, παραβιάζοντας τη σχετική υγειονομική διάταξη, διαταράσσοντας την κοινή ησυχία των περιοίκων".
Επέβαλε δε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως ενός μηνός (αναγνωριζομένης της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 Α' του ΠΚ), η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Με αυτά που εδέχθη το Δικαστήριο της ουσίας με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, ανέλεγκτες ως προς την ουσιαστική του κρίση, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 ΠΚ, 10 Ν. 4637/2019 και άρθρ. 1 της ΑΔ 3/1996, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.
Ούτε βέβαια ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για διαφορετικό αδίκημα από αυτό για το οποίο κατηγορήθηκε, υποπίπτοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας.
Συγκεκριμένα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω σκεπτικού και διατακτικού συνάγεται, αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (έγγραφα κατηγορητηρίου και προσκομισθέντα από την υπεράσπιση, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ περιγράφεται επαρκώς ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων έδρασε κατά την τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης.
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται ο χρόνος τέλεσης της πράξης (17-7-2021, περί ώρα 17.00), ο οποίος ήταν χρόνος κοινής ησυχίας σύμφωνα με την παρ. 1 της ΑΔ 3/1996 καθώς και ο τρόπος με τον οποίο παραβίασε αυτήν ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα με τη λειτουργία στον εξωτερικό χώρο του καταστήματος (καντίνας), ιδιοκτησίας του, στερεοφωνικού συγκροτήματος με χρήση ενισχυτή και ηχείων, διαταράσσοντας την κοινή ησυχία των περιοίκων.
Επιπλέον, αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με κοινό δόλο με την προσωρινά υπεύθυνη της καντίνας Μ. Μ. ("από κοινού ενεργώντας, με πρόθεση") και περιγράφεται η διαταρακτική της κοινής ησυχίας συμπεριφορά τους (κατά τα ανωτέρω), χωρίς να χρειάζεται (σύμφωνα και με την 1γ' νομική σκέψη) να εξειδικεύεται η δράση του κάθε συναυτουργού.
Απορριπτέες δε ως αβάσιμες είναι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρεται αν η χρήση του ενισχυτή και των ηχείων γινόταν σε υψηλή ένταση, αν γινόταν σε κατοικημένη περιοχή και αν ήταν υπερβολική και ικανή να προκαλέσει την διατάραξη της κοινής ησυχίας των περιοίκων, αφού η προσβαλλομένη δέχεται ότι διαταράχθηκε η κοινή ησυχία των περιοίκων, κάτι που προφανώς επισυνέβη με την σε υψηλή ένταση λειτουργία του στερεοφωνικού συγκροτήματος.
Επίσης αβάσιμες είναι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος όσον αφορά την μη υπέρβαση του ορίου των 80 db, καθόσον το ως άνω όριο δεν έχει έννομη επιρροή για την τέλεση της παράβασης της ΑΔ 3/1996, διότι κρίσιμο εν προκειμένω δεν είναι η υπέρβαση του ορίου των 80 db (ως απαιτείται για την παραβίαση της ΥΑ Α5///1985 διατάξεως, κατά το άρθρο 6 αυτής), αλλά το ότι κατά τη θερινή περίοδο (από 1 Απριλίου έως 30 Σεπτεμβρίου) και από ώρες 15,00 έως 17,30 απαγορεύεται πάσης φύσεως δραστηριότητα που δημιουργεί θόρυβο σε δημόσιους χώρους [είτε με μηχανικό μέσο είτε ακόμα και με φωνασκίες], χωρίς να είναι απαραίτητο κατά τις συγκεκριμένες ώρες να προκύπτει υπέρβαση του γενικώς ισχύοντος ορίου των 80 db.
Η αναφορά δε στην προσβαλλομένη απόφαση περί δυνατότητας μέτρησης της ηχοστάθμης, όταν η πρόκληση θορύβου προέρχεται από συσκευή αναπαραγωγής ήχου, ουδόλως σημαίνει αποδοχή της ανωτέρω μέτρησης ως στοιχείου αναγκαίου για την θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος, ούτε ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για διαφορετικό αδίκημα από αυτό για το οποίο κατηγορήθηκε.
Οι δε λοιπές διαλαμβανόμενες σε όλους τους ως άνω αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, στον βαθμό που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται καθόσον, με την επίφαση της έλλειψης εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν ανεπίτρεπτα την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 29/2021).
Ακολούθως, οι ως άνω λόγοι (3ος, 4ος, 5ος, 6ος) της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 3) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ. παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πλην όμως εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή αυτή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου κώδικα δικανική του πεποίθηση.
Η αποδοχή ή απόρριψη του αιτήματος αυτού από το δικαστήριο εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Όταν όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιο αίτημα και υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι σαφές και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει όχι μόνο να απαντήσει σ' αυτό, αλλά, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στη σχετική απόφασή του.
Τούτο δε διότι η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους επαφίεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, καθώς και τις σκέψεις βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική του ανωτέρω αιτήματος κρίση του, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε παραδεκτώς και είναι ορισμένο, διαφορετικά δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα για την απορριπτική του κρίση, δεν απαιτείται δε πανηγυρική απόρριψη, αλλά μπορεί να συναχθεί αυτή εξ όλων των δεκτών γενομένων περιστατικών ως αποδειχθέντων.
Επιπλέον η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής της δίκης, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ.
δ' του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, στοιχειοθετεί δε τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' του ίδιου κώδικα, καθώς και της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Θ' του ίδιου κώδικα, σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου (ΑΠ 600/2022, ΑΠ 1283/2025). Στο αίτημα αναβολής πάντως πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις, που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα, που πρόκειται να αποδειχτεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου (ΑΠ 1062/2021).
4) Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως", ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου της, ως άνω, Σύμβασης "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του".
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν. 2462/1997, "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας αποτυπώνεται ήδη και στο άρθρο 71 ΚΠΔ, με το οποίο ορίζεται ότι "Οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο".
Με τις ως άνω διατάξεις καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του. Η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' λόγος αναίρεσης, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ (ΑΠ 1277/2024).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, αμφότεροι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Α' ΚΠοινΔ (ο δεύτερος και σε συνδυασμό με τα εδάφια Δ' και Θ' της παραπάνω διατάξεως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπ' αρ. 3 νομική σκέψη), ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε το υποβληθέν αίτημα του για αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ, προκειμένου να κληθεί και να προσέλθει για να εξεταστεί ως μάρτυρας επ` ακροατηρίω ο αστυνομικός που έκανε έλεγχο τη συγκεκριμένη ημέρα, την μαρτυρία του οποίου το Δικαστήριο με προηγούμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του είχε κρίνει αναγκαία για την έρευνα της ένδικης υπόθεσης, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθόσον το δικαστήριο αφ' ενός μεν αρνήθηκε στον κατηγορούμενο δικαίωμα το οποίο αυτός ζήτησε να ασκήσει, παραβιάζοντας επιπλέον το άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠΔ, αφ' ετέρου δε παραβίασε το τεκμήριο αθωότητάς του και την απορρέουσα από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 178 παρ.3 ΚΠΔ, αρχή in dubio pro reo.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου επισκόπηση των πρακτικών της δίκης της προσβαλλομένης αποφάσεως (σελ. 5), ο πληρεξουσίους δικηγόρος των δύο κατηγορουμένων (μεταξύ των οποίων και του νυν αναιρεσείοντος), υπέβαλε προφορικώς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονας αποδείξεις "προκειμένου να κληθεί ο αστυνομικός που έκανε τον έλεγχο τη συγκεκριμένη ημέρα".
Το δικαστήριο ωστόσο απέρριψε το προβληθέν αίτημα με την προπαρατεθείσα (κατά την εξέταση των αμέσως προηγουμένων λόγων) αιτιολογία του, η οποία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την προσήκουσα αξιολόγηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, αφού έκρινε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι το αποδεικτικό υλικό (έγγραφα κατηγορητηρίου, έγγραφα υπερασπίσεως, απολογίες) ήταν επαρκές για τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.
Επιτρεπτώς δε αιτιολόγησε την απόρριψη του αιτήματος ενιαία με την εν συνεχεία διατυπωθείσα περί της ενοχής κρίση του και μετά από αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, καθώς το σχετικό αίτημα συνείχετο με την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 1283/25), δηλαδή με τη βασιμότητα των αρνητικών ισχυρισμών του κατηγορουμένου.
Επομένως η προπαρατεθείσα αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως καλύπτει την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του σχετικού αιτήματος αναβολής, σύμφωνα και με τα όσα εκτίθενται στην υπ' αρ. 3 νομική σκέψη της παρούσης (βλ.
και ΑΠ 61/2023), χωρίς να επισυμβεί κάποια ακυρότητα στο ακροατήριο και χωρίς να προσβληθεί το δικαίωμα του αναιρεσείοντος για δίκαιη δίκη ούτε βέβαια το τεκμήριο αθωότητας του, το οποίο εν προκειμένω ουδόλως παραβιάστηκε εκ του λόγου ότι το ίδιο δικαστήριο με την προηγουμένη 197/2024 απόφασή του είχε διατάξει την κλήτευση του μηνύσαντος αστυνομικού, αφού το επιλαμβανόμενο εκ νέου δικαστήριο μπορεί να ανακαλέσει αυτή, αν κρίνει ότι οι προσκομιζόμενες ενώπιον του αποδείξεις αρκούν για το σχηματισμό πλήρους δικανικής κρίσεως.
Επομένως, οι παραπάνω λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω (και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς εξέταση), πρέπει να απορριφθει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2025 (αρ. πρωτ. ΕισΑΠ 3566/2025) αίτηση του Γ. - Π. Φ. για την αναίρεση της υπ' αρ. 197/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αίγινας.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της παρούσης δίκης, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ