Legislator Case Law & Legislation
1572/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance premium calculation, upholding lower court's interpretation of good faith principles.

Case Number 1572/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding an insurance dispute. The lower court correctly interpreted the insurance contract, ruling that premiums must be paid in full as originally agreed rather than the final calculated amount after a twelve-month period. The court found no error in the application of good faith principles and the parties' conduct, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court must interpret insurance contracts in light of good faith and the parties' conduct, ruling that premiums are due in full as originally agreed rather than the final calculated amount.

Keywords

AI generated
Insurance Contract Interpretation Good Faith Principle Premium Payment Terms Appeal Dismissal Civil Code Articles 173 200

Cited Legislation

AI generated
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 493 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1572 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1572/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε." που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Γιαννούλα και κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποίηση: Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΚΑΣΤΕΛΟΡΙΖΟ ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γιαννούλα Μαρίνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1445/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 827/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/6/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 14.06.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 827/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της υπ'αριθμ. 1445/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 27.12.2013 αγωγής, από σύμβαση ασφαλίσεως υδατοκαλλιεργειών και εκχώρηση απαιτήσεως, της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της από 1. 10. 2015 πρόσθετης υπέρ αυτής παρέμβασης της λήπτριας της ασφάλισης "ΚΑΣΤΕΛΟΡΙΖΟ ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ Α.Ε." κατά της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος η ήδη αναιρεσείουσα, έγιναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές, και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δικάστηκε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 253.780,45 ευρώ, νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 278 παρ. 7 του ν. 4364/2016, από τις διατάξεις του οποίου διέπονται και οι υφιστάμενες κατά την έναρξη της ισχύος του (16/5/1997) ασφαλιστικές συμβάσεις "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση), κατά την παρ. 2 εδ.

δ του ίδιου άρθρου "Η ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβάνει τουλάχιστον α)...δ)το είδος των κινδύνων ή των εκτελούμενων εργασιών", κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 "Η ασφαλιστική σύμβαση, αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή. Η με μηχανικό μέσο αποτύπωση της υπογραφής του ασφαλιστή αρκεί.

Το ασφαλιστήριο μπορεί να εκδοθεί και σε διαταγή ή στον κομιστή", κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του ίδιου νόμου "Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτιο καθυστέρηση, σε καταβολή του ποσού για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Στην ασφάλιση κατά ζημιών, το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία)".

Εξάλλου, με την παρ. 5 του άρθρου 7 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδαφ.

α` του ίδιου και πάλι άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ` αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν.

Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι, κατά κανόνα, το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης, υπό άνισους όρους, συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013).

Αντίθετα, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν, κατά περίπτωση, να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά, μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 33 παρ. 1 του ν. 2496/1996 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ` αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997.

Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι α) του άρθρου 7 παρ. 3, που επιτρέπει, για την κάλυψη των εξόδων από τη λήψη εκ μέρους του λήπτη της ασφαλίσεως των κατάλληλων μέτρων για την αποφυγή ή μείωση της ζημίας, τα οποία βαρύνουν κατά το νόμο τον ασφαλιστή, αντίθετη συμφωνία, αν ο λήπτης της ασφαλίσεως ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, β) του άρθρου 7 παρ. 6, σύμφωνα με την οποία με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή (της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου), αν ο λήπτης της ασφαλίσεως ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, γ) του άρθρου 14 παρ. 4, κατά την οποία, αν ο λήπτης της ασφαλίσεως ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, μπορεί να συμφωνηθεί η απαλλαγή του ασφαλιστή στο μέτρο που από υπαιτιότητα των υποχρέων ματαιώθηκε η άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος (κατά του τρίτου που προξένησε τη ζημία), δ) του άρθρου 18 παρ. 4, που επιτρέπει τη συμβατική τροποποίηση των ρυθμίσεων του άρθρου αυτού για την ανοικτή ασφάλιση, αν ο λήπτης της ασφαλίσεως ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, ε) του άρθρου 19 παρ. 5, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα συμβατικής τροποποίησης των ρυθμίσεων του νόμου για την ασφάλιση πυρκαγιάς, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους (ΑΠ 181/2022).

Η ειδική ρύθμιση του άρθρ. 7 παρ. 6 του νόμου αυτού, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ` αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών (ΟλΑΠ 18/2015, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 190/2021, ΑΠ 1880/2017).

Κατά συνέπεια, ως απαλλακτική ρήτρα, μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων και η απόκλιση από το βαθμό της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος, όχι μόνο όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του ν. 2496/1997 προσώπων, αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφριά αμέλειά τους.

Επομένως, η παραπάνω απαλλακτική ρήτρα, η οποία αποτελεί ευχέρεια παρεχόμενη από το άρθρ. 7 παρ. 6 του ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρ. 33 παρ. 1 του νόμου αυτού. Η ίδια εξάλλου ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ` εαυτής στη ρύθμιση του άρθρ. 2 παρ. 8 ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρ. 13 παρ. 3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρ. 7 παρ. 6 του παραπάνω νόμου (ΟλΑΠ 18/2015, 19/2015, ΑΠ 1542/2018).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, "ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα είτε εφάπαξ, είτε με τμηματικές καταβολές. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σύμφωνα, άλλωστε και με τη σχετική εισηγητική έκθεση του νόμου, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ν' αρχίζει η ασφαλιστική κάλυψη χωρίς την προκαταβολή των ασφαλίστρων, αφού η ρύθμιση έχει τεθεί υπέρ του ασφαλιστή και άρα είναι έγκυρη κάθε συμφωνία που επαυξάνει τα δικαιώματα του ασφαλισμένου. Είναι επίσης δυνατόν η έμπρακτη συνειδητή αποδοχή από τον ασφαλιστή της καλύψεως, χωρίς την προκαταβολή του ασφαλίστρου, να οδηγεί, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως, στην αποδοχή της καλύψεως (ΑΠ 1049/2006).

Εξ άλλου κατά την διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το με το άρθρο 278 παρ. 8 του Ν. 4364/2016, "η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στο ασφαλιστή να καταγγείλει την σύμβαση. Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στον λήπτη της ασφάλισης, στον οποίο γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου, θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης".

Ο ασφαλιστής επομένως, σε περίπτωση καθυστερήσεως της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου, δεν είναι υποχρεωμένος να καταγγείλει τη σύμβαση αλλά μπορεί - κατ` επιλογή του - να εμμείνει σ` αυτή και να αξιώσει την καταβολή του ασφαλίστρου(ΑΠ 703/2018). Συγκεκριμένα, από τις διατάξεις των άρθρου 6 του ν. 2496/1997 προκύπτει ότι για να αρχίσει η ισχύς της ασφαλιστικής κάλυψης, απαιτείται η καταβολή του ασφαλίστρου είτε εφάπαξ είτε, αν συμφωνηθεί σε τμηματικές καταβολές, η καταβολή της πρώτης δόσης.

Σε περίπτωση που όρος του ασφαλιστηρίου εξαρτά την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης από την πληρωμή του ασφαλίστρου, η κάλυψη δεν αρχίζει, αν δεν καταβληθεί ολόκληρο το ασφάλιστρο, ενώ η καθυστέρηση ληξιπρόθεσμης τμηματικής καταβολής δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση, χωρίς, όμως, να αποκλείεται συμφωνία των συμβαλλομένων να αρχίζει η ασφαλιστική κάλυψη, χωρίς την προκαταβολή των ασφαλίστρων, αφού η ρύθμιση έχει τεθεί υπέρ του ασφαλιστή και άρα είναι έγκυρη κάθε συμφωνία που επαυξάνει τα δικαιώματα του ασφαλισμένου.

Είναι, επίσης δυνατόν, η έμπρακτη συνειδητή αποδοχή από τον ασφαλιστή της κάλυψης, χωρίς την προκαταβολή του ασφαλίστρου, να οδηγεί, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, στην αποδοχή της κάλυψης (ΑΠ 1049/2006). Η καθυστέρηση, λοιπόν, στην καταβολή ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου και ανεξάρτητα από το χρόνο καθυστέρησης, παρέχει στον ασφαλιστή το δικαίωμα να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση, καταγγελία που επιφέρει, μετά πάροδο ενός μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης (ΑΠ 1488/2008).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν. δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του ν. 2076/1992, ορίζονται τα εξής:

Άρθρο 35: "Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται οσάκις εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρον απαίτησιν α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε επ` ανοικτώ λογαριασμώ, β) . . ". Άρθρο 36 παρ. 1: "Προς σύστασιν του ενεχύρου απαιτείται σύμβασις ενεχυριάσεως . . . ". Άρθρο 39: "1. Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις ονομαστική του οφειλέτου κατά τρίτου, η ενεχυρίασις συνεπάγεται εκχώρησιν της απαιτήσεως υπό του οφειλέτου προς την πιστώτριαν. 2.

Αντίγραφον της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται τω τρίτω. 3. Από της επιδόσεως θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτησιν". Άρθρο 44: "Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις, η πιστώτρια δικαιούται ίνα εισπράξη την απαίτησιν ως εκδοχεύς, το δε μετά την εξόφλησιν υπόλοιπον αποδίδει τω οφειλέτη".

Με τις ανωτέρω διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαιτήσεως συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαιτήσεως, αλλά την εκ του νόμου εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαιτήσεως, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει.

Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας (ΑΠ 1447/2018, ΑΠ 1028/2018, ΑΠ 1564/2017), συνήθως τράπεζα, η οποία θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, και συνεπώς η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1616/2018, ΑΠ 422/2018, ΑΠ 1168/2015).

Επομένως, μετά την, κατά τα εκτεθέντα, αναγγελία ο οφειλέτης δεν δικαιούται, πλέον, να καταβάλει την απαίτηση ούτε στον αρχικό δανειστή (εκχωρητή), ούτε σε άλλα πρόσωπα, τα οποία έλκουν δικαιώματα από έννομη σχέση με τον εν λόγω δανειστή, αλλά οφείλει να καταβάλει το ποσό της απαιτήσεως μόνον στον εκδοχέα (ΑΠ 4/2020).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχωρήσεως έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαιτήσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 1725/2014). Ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη, γι` αυτό και ο οφειλέτης ελευθερώνεται αν πριν την αναγγελία καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση αφέσεως (ΑΠ 1216/1995). Όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 158, 455, 458, 460, 462 ΑΚ, η αναγγελία της εκχωρήσεως η οποία είναι απαραίτητη για να μπορεί ο εκδοχέας να ασκήσει κατά του οφειλέτη τα δικαιώματα που πηγάζουν από την εκχώρηση και να αξιώσει την καταβολή της απαιτήσεως που του εκχωρήθηκε, δεν υποβάλλεται σε πανηγυρικό τύπο. Έτσι μπορεί να γίνει εγγράφως ή προφορικώς, όπως και με επίδοση αγωγής του εκδοχέα για την καταβολή της εν λόγω απαιτήσεως.

Εξάλλου, περιεχόμενο της αναγγελίας πρέπει να είναι ό, τι εκ της συμβάσεως της εκχωρήσεως ενδιαφέρει τον οφειλέτη και συγκεκριμένα αυτή η ίδια η εκχώρηση, το πρόσωπο εκχωρητού και εκδοχέως, η εκχωρηθείσα απαίτηση (εκτός εάν η ταυτότητα της τελευταίας <απαίτησης> προκύπτει από τις περιρρέουσες πραγματικές συνθήκες) και οι όροι της εκχωρήσεως όσοι ενδιαφέρουν τον οφειλέτη(ΑΠ 1074/2022).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. , 458, 460, 462 και 463 ΑΚ προκύπτει ότι η απαίτηση του εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό του όνομα τις αγωγές τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενος μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή δανειστή, ο δε οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή.

Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων με παρακολουθηματικό τρόπο, χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών. Επομένως, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, ο εκδοχέας γίνεται, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη και ότι ο τελευταίος μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωποπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΠ 1109/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση(ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Τέλος, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). 3.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ. 1 α, 2δ, 7 ν. 2496/1997, δεχόμενο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με τις καιρικές συνθήκες, υπό τις οποίες καταστράφηκε ο υπ' αριθ.

Β8 κλωβός και απωλέσθηκαν όλοι οι ευρισκόμενοι εντός αυτού υδρόβιοι οργανισμοί, ότι επήλθε η συμφωνηθείσα ασφαλιστική περίπτωση και η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας όφειλε να καταβάλει το συμφωνημένο ασφάλισμα διότι οι άνεμοι που έπνεαν όταν έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν ήταν άνω των 9 μποφόρ και επομένως επήλθε ο καλυπτόμενος κίνδυνος της απώλειας του ιχθυοπληθυσμού συνεπεία ανέμων εντάσεως άνω των 9 μποφόρ.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο ανωτέρω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η ενάγουσα- εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Β' έφεση/εφεσίβλητη στην υπό στοιχείο Α' έφεση(αναιρεσίβλητη) είναι δανείστρια της προσθέτως παρεμβαίνουσας, δυνάμει των με αριθμούς 5/1999, 188/2002 και 99/2006 δανειακών συμβάσεων και των πρόσθετων πράξεων αυτών, που η τελευταία είχε συνάψει με την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", της οποίας αυτή (ενάγουσα) είναι ειδικός διάδοχος.

Ειδικότερα, οι ανωτέρω κατάρτισαν μεταξύ τους την με αριθμό 5/1.7.1999 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό για το ποσό των 400.000.000 δρχ. (1.173.881, 14 €), στο άρθρο δε 19 της σύμβασης αυτής ρητά συμφωνείται ότι η πιστούχος είναι υποχρεωμένη να ασφαλίσει κατά του κινδύνου πυρός ή οποιουδήποτε άλλου κινδύνου προτείνει η Τράπεζα τα ακίνητα, μηχανήματα, εγκαταστάσεις κ.λπ.

και ότι αυτή (πιστούχος) εκχωρεί στην Τράπεζα κάθε απαίτησή της κατά της ασφαλιστικής εταιρίας από την ασφαλιστική σύμβαση. Εν συνεχεία υπογράφηκαν η από 29.3.2000, από 21.12.2000, από 12.12.2001, από 14.3.2002, η με αριθμό ....2002, η με αριθμό ....2003, η με αριθμό ....2003, η με αριθμό ....2005, η με αριθμό ....2005, η με αριθμό ....2006, η με αριθμό ....2006, η με αριθμό ....2007, η με αριθμό ....2008, η με αριθμό ....2008, η με αριθμό ....2008, η με αριθμό ....2009 και η με αριθμό ....2009 πρόσθετες πράξεις, που αποτέλεσαν προσαρτήματα και αναπόσπαστο μέρος της αρχικής σύμβασης, με τις οποίες διατηρήθηκαν όλοι οι όροι και συμφωνίες, εκτός από όσους τροποποιούνταν με την εκάστοτε πρόσθετη πράξη, εκ των οποίων με τις με αριθμούς 6/14.3.2002 και ....2003 πρόσθετες πράξεις η πιστούχος εταιρία συνέστησε υπέρ της ενάγουσας Τράπεζας δικαίωμα ενεχύρου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2844/2000 επί μεταξύ άλλων του ιχθυοπληθυσμού που κάθε φορά θα εκτρεφόταν στη μονάδα πάχυνσης στην περιοχή Όρμος Ατζικιάρι Παλαιοκάστρου Λασιθίου Κρήτης.

Ακόμα οι ανωτέρω κατάρτισαν μεταξύ τους την με αριθμό ....2002 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου για το ποσό των 585. 000 €, στο άρθρο 15 οποίας ρητά συμφωνείται ότι η οφειλέτρια είναι υποχρεωμένη να ασφαλίσει κατά του κινδύνου πυρός ή οποιουδήποτε άλλου κινδύνου προτείνει η Τράπεζα τα ακίνητα, μηχανήματα, εγκαταστάσεις κ.λπ.

και ότι αυτή (οφειλέτρια) εκχωρεί στην Τράπεζα κάθε απαίτησή της κατά της ασφαλιστικής εταιρίας από την ασφαλιστική σύμβαση. Τέλος, μεταξύ των ανωτέρω καταρτίστηκε η με αριθμό 99/2006 πρόσθετη πράξη ρύθμισης των οφειλών που προέκυψαν από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις και πρόσθετες πράξεις, στο άρθρο 15 των οποίων ομοίως αναφερόταν ότι η οφειλέτρια είναι υποχρεωμένη να ασφαλίσει κατά του κινδύνου πυρός ή οποιουδήποτε άλλου κινδύνου προτείνει η Τράπεζα τα ακίνητα, μηχανήματα, εγκαταστάσεις κ.λπ.

και ότι αυτή (οφειλέτρια) εκχωρεί στην Τράπεζα κάθε απαίτησή της κατά της ασφαλιστικής εταιρίας από την ασφαλιστική σύμβαση.

Περαιτέρω, μεταξύ της προσθέτως παρεμβαίνουσας και της εναγομένης- εκκαλούσας στην υπό στοιχείο Α' έφεση/εφεσίβλητης στην υπό στοιχείο Β' έφεση (αναιρεσείουσας) καταρτίστηκε σύμβαση ασφαλίσεως και εκδόθηκε το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο υδατοκαλλιεργειών, που συναποτελείται από τον Πίνακα Α, τους Γενικούς Όρους και τη Ρήτρα Α, δυνάμει του οποίου η τελευταία ανέλαβε για το χρονικό διάστημα από 9.12.2008 μέχρι 8.12.2009 την υποχρέωση ασφαλιστικής κάλυψης υδρόβιων οργανισμών στις εγκαταστάσεις υδατοκαλλιεργητικών μονάδων της πρώτης στην περιοχή Όρμος Ατζικιάρι Παλαιοκάστρου Αασιθίου Κρήτης.

Μάλιστα οι εταιρίες αυτές δεν προέβησαν το πρώτο στην κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης αλλά είχαν συνάψει τέτοιες συμβάσεις και στο παρελθόν. Οι ασφαλισμένες αξίες κατά το χρόνο της ασφάλισης ορίστηκαν στο ποσό του 1.300.000 €, το ασφάλιστρο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δόσεις ενώ το ύψος του συμφωνήθηκε ως εξής: 1,7% επί της εκάστοτε ασφαλισμένης αξίας (σύμφωνα με το οποίο υπολογίζονται οι δόσεις), και εφόσον δεν αναγγελθεί καμία ζημία επί της ασφαλισμένης αξίας, 3% εφόσον ο δείκτης ζημίας είναι έως 70% και 4% εφόσον ο δείκτης ζημίας είναι άνω του 70%, καταβλητέο σε τέσσερις ισόποσες δόσεις στις 9.12.2008, 9.3.2009, 9.6.2009 και 9.9.2009, ενώ συμφωνήθηκε ότι για τον τελικό υπολογισμό του ύψους των ασφαλίστρων ή τυχόν αποζημίωσης θα λαμβάνεται υπόψη η πραγματική/εμπορική αξία του πληθυσμού με συνέπεια το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής του τελικού ύψους του ασφαλίστρου (όροι Α. 6 και Α. 7 της Ρήτρας Α).

Η έκταση δε της ασφαλιστικής κάλυψης με τη Ρήτρα Α "Κάλυψη υδρόβιων Οργανισμών" του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (άρθρο Α. 3) συμφωνήθηκε ως εξής: "σύμφωνα με τους όρους των άρθρων Α. 1 & Α. 2. , τα στοιχεία του Πίνακα Α και υπό την επιφύλαξή τους, η (ασφαλιστική) Εταιρία καλύπτει ζημίες οι οποίες (Α. 3. 1. συνέβησαν κατά τη διάρκεια του ασφαλιστηρίου και (Α. 3. 2) προέρχονται άμεσα από:

α) θάνατο ασφαλισμένων υδρόβιων οργανισμών λόγω απρόβλεπτης επέλευσης οποιουδήποτε- εκτός των εξαιρέσεων- καλυπτόμενου κινδύνου που αναφέρεται στον Πίνακα Α, β) ή/και διαφυγή/απώλεια ασφαλισμένων υδρόβιων οργανισμών λόγω της καταστροφής των περικλειουσών/φερουσών κατασκευών εντός ή επί των οποίων διατηρούνται εξαιτίας της ξαφνικής βίαιης και απρόβλεπτης επέλευσης οποιουδήποτε -εκτός εξαιρέσεων- καλυπτόμενου κινδύνου που αναφέρεται στον Πίνακα Α, γ) ή/ και αρπαγή ασφαλισμένων υδρόβιων οργανισμών από άλλα ζωικά είδη, δ) ή/ και αποδεικνυόμενη κλοπή ασφαλισμένων υδρόβιων οργανισμών από τρίτους".

Εξάλλου, κατά το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως διαφυγή υδρόβιων οργανισμών νοείται η δραπέτευση των υδρόβιων οργανισμών από τις περικλείουσες/φέρουσες κατασκευές χωρίς να είναι δυνατή η ανάκτησή τους και ως απώλεια υδρόβιων οργανισμών νοείται η απομάκρυνση των υδρόβιων οργανισμών από τις περικλείουσες/φέρουσες κατασκευές μη οφειλόμενη σε κλοπή ή σε δική τους ενεργητική κίνηση, αλλά σε παθητική τους μετακίνηση λόγω βαρύτητας ή των κυμάτων ή του ανέμου, ή άλλης φυσικής δύναμης κατά τρόπο πού η ανάκτησή τους είναι αδύνατη (όροι Α1.

ιδ και ιε της Ρήτρας Α). Μεταξύ των ασφαλιστικών κινδύνων περιλαμβάνεται και η θαλασσοταραχή, ήτοι ο κυματισμός που προκαλείται από άνεμο εντάσεως άνω των 9 μποφόρ, καθώς και η ανεμοθύελλα, ήτοι η ένταση ανέμου άνω των 9 μποφόρ (όροι Α1. ε και ζ. της Ρήτρας Α).

Περαιτέρω, στο άρθρο Α. 4. "Ειδικές Εξαιρέσεις" συμφωνείται ότι "για την κάλυψη αυτή ισχύουν, εκτός των γενικών Εξαιρέσεων του άρθρου 3 των Γενικών Όρων και οι παρακάτω ειδικές εξαιρέσεις εκτός εάν τροποποιούνται, συμπληρώνονται ή αναιρούνται με ειδική προσθήκη που αναγράφεται στον πίνακα Α (Εξαιρέσεις) και είναι :

Α. 4. 1 Ηχητική έκρηξη . . Α. 4. 2 Φυσιολογική θνησιμότητα του πληθυσμού . . ·, Α. 4. 3 Ηθελημένη θανάτωση . , Α. 4. 4 Κανιβαλισμός . . , Α. 4. 5. Ακατάλληλες περικλείουσες/ φέρουσες κατασκευές, Α. 4. 6. Διαφυγή/απώλεια : δεν καλύπτεται η διαφυγή απώλεια που οφείλεται σε α) φθορές που προκάλεσαν οι ασφαλισμένοι υδρόβιοι οργανισμοί στις περικλείουσες/ φέρουσες κατασκευές, μερική ή ολική βύθιση διχτύων ακόμα και εάν η βύθιση οφείλεται στο σπάσιμο των σχοινιών πρόσδεσης του διχτύου επί του πλαισίου ή της κουπαστής του κλωβού.

Η διαφυγή/απώλεια καλύπτεται μόνο αν οφείλεται σε δολιοφθορά ή καταστροφή της κουπαστής ή του πλαισίου ή του συστήματος πλευστότητας των κλωβών από ξαφνικό ή απρόβλεπτο γεγονός, Α. 4. 7 Προϋπάρχουσες αιτίες . . , Α. 4. 8. Φυσικοσωματικά προβλήματα.. . , Α. 4. 9. Ελάχιστο μέγεθος. . . , Α. 4. 10. Σκόπιμη κακοποίηση . . , Α. 4. 11.

Σεισμός/έκρηξη Ενώ στο άρθρο 3 "Γενικές Εξαιρέσεις" των Γενικών Όρων αναφέρονται τα εξής : "Η εταιρία δεν ευθύνεται για 3. 1. τις ζημίες που αναφέρονται στους επιμέρους πίνακες, οι οποίες βαρύνουν το λήπτη της ασφάλισης δικαιούχο της αποζημίωσης σε κάθε ζημιογόνο γεγονός (απαλλαγές) . . . ". Ακόμη, στον Πίνακα Α Ρήτρας Α του ασφαλιστηρίου συμβολαίου συμφωνήθηκαν και τα ακόλουθα : ". . .

Αντικείμενο ασφάλισης : ιχθυοπληθυσμός τσιπούρας άνω των 250 γρ. , Καλυπτόμενοι Κίνδυνοι: Σύμφωνα με τους Γενικούς Όρους και τη Ρήτρα Α που επισυνάπτεται, Ζημίες που προκαλούνται από ένταση αέρα κάτω από 8 μποφόρ δεν αποζημιώνονται, Εξαιρέσεις : 1. ισχύουν οι εξαιρέσεις των Γενικών Όρων και της Ρήτρας Α·, 2.

Ιχθύδια Μ. Β. κάτω των 250 γρ. δεν καλύπτονται, Ειδικός Όρος Διαφυγής- Κακόβουλης Ενέργειας - Κλοπής : διαφυγής- κακόβουλης ενέργειας- κλοπή προκληθείσες από τους παραπάνω καλυπτόμενους κινδύνους αποζημιώνονται εφόσον : α) αποδεδειγμένα έχουν αποσταλεί στην εταιρία οι μηνιαίες καταστάσεις δύο τουλάχιστον μηνών πριν από τη ζημιά, β) όταν ζητηθούν από την εταιρία τα ημερήσια δελτία παρακολούθησης ιχθυοπληθυσμού, αποστέλλονται εντός του ορισθέντος χρονικού διαστήματος, γ.

αποδεδειγμένα διατηρείται συμπληρωμένο και ενημερώνεται ανελλιπώς το μητρώο εξοπλισμού, το οποίο είναι στη διάθεση του ασφαλιστή όταν ζητηθεί.. . Απαλλαγές/Εκπτώσεις ανά ζημιογόνο γεγονός : για όλους τους καλυπτόμενους κινδύνους: 20% της πραγματικής αξίας του συνολικού πληθυσμού ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΛΩΒΩΝ που έχουν υποστεί ζημία από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός . .

Εγγυήσεις : α. Γενικές . . , β. Ειδικές : 1. Ελάχιστο βάρος ανά ιχθύδιο 250 γρ. . . , 3. Καταγραφή ημερήσιων δελτίων του ιχθυοπληθυσμού κάθε κλωβού, 4. Έγκαιρη αποστολή μηνιαίων καταστάσεων, Άρθρο Α. 10. 2β της Ρήτρας A . . . " "Ειδικός Όρος - Οι παραπάνω όροι και καλύψεις ισχύουν , εφόσον τηρούνται οι αναγραφόμενες στη Ρήτρα Α /Αρθρ. 10. 2 και στο συμβόλαιο εγγυήσεις/υποχρεώσεις του ασφαλισμένου.

Σε αντίθετη περίπτωση, εκτός των όσων αναφέρει το Άρθρο Α. 10. 1 (ήτοι ότι σε περίπτωση μη τήρησης εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του η Εταιρία έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της αποζημίωσης ή να λύσει τη σύμβαση) τροποποιούνται και ισχύουν ως εξής : α. Καλυπτόμενοι Κίνδυνοι: Από τους αναφερόμενους κινδύνους στο παρόν συμβόλαιο καλύπτονται ΜΟΝΟ οι κίνδυνοι που προκαλούν θάνατο και είναι δυνατή η καταμέτρηση των ιχθυδίων, β.

Εξαιρέσεις : Ισχύουν οι εξαιρέσεις της Ρήτρας Α. 2. Εξαιρείται οποιοσδήποτε κίνδυνος δεν αναφέρεται ως καλυπτόμενος στην παρούσα παράγραφο, γ) Απαλλαγή/Έκπτωση : Για όλους τους καλυπτόμενους κινδύνους της παρούσας παραγράφου: 40% της πραγματικής αξίας του συνολικού ιχθυοπληθυσμού της μονάδας".... Περαιτέρω, όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες καταστράφηκε ο με αρίθμηση Β8 κλωβός και απωλέσθησαν όλοι οι ευρισκόμενοι εντός αυτού υδρόβιοι οργανισμοί, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι επί 3 ημέρες επικρατούσε στην περιοχή, όπου διατηρεί τις εγκαταστάσεις της η λήπτρια της ασφάλισης εταιρία, μεγάλη θαλασσοταραχή και τα κύματα έφταναν σε ύψος 4-5 μέτρων με συνέπεια να καθίσταται αδύνατο στο δύτη της μονάδας να πραγματοποιεί καταδύσεις, όπως να επαναφέρει π.

χ. τα δίχτυα όταν τρυπάνε, και η εν γένει εκτέλεση των καθημερινών εργασιών από το προσωπικό διότι υπήρχε κίνδυνος της ζωής τους. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι άνεμοι που έπνεαν στην περιοχή ήταν ένστασης κάτω των 8 μποφόρ και προς επίρρωση του ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει το με αρ. πρωτ. 4882-21-12-2012/ΕΜΥ/Ε1 της 23.11.2015 τη Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας (ΕΜΥ), σύμφωνα με το οποίο, στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή του ελικοδρομίου Νομού Λασιθίου (βόρεια Μονής Τοπλού), ο καιρός την 20η. 8. 2009 ήταν αίθριος και οι άνεμοι βορειοδυτικοί (5-6 μποφόρ) με ριπές πολύ ισχυροί (7 μποφόρ).

Όπως όμως κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης, της οποίας η κατάθεση δεν αναιρείται από κανένα αποδεικτικό μέσο, η παραπάνω περιοχή , όπου είναι τοποθετημένος ο μετεωρολογικός σταθμός, βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από την περιοχή όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της λήπτρια της ασφάλισης και δεν υπάρχει άλλος εγγύτερος μετεωρολογικός σταθμός στην περιοχή.

Μάλιστα η κατάθεσή της επιβεβαιώνεται από τα αναγραφόμενα στο παραπάνω πιστοποιητικό ότι τυχόν διαφοροποιήσεις λόγω τοπικών αιτίων ή καιρικά φαινόμενα πολύ μικρής κλίμακας χώρου και χρόνου δεν μπορούν να εκτιμηθούν, γιατί δεν υπάρχει τόσο πυκνό δίκτυο καιρού. Ακόμη, η μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε ότι σύμφωνα με προφορική ενημέρωση που είχε από το λιμεναρχείο Σητείας, εκείνες τις ημέρες υπήρχε απόπλους.

Πλην όμως η εναγόμενη δεν προσκομίζει σχετικό έγγραφο ώστε να διευκρινιστεί ποιες ημέρες ακριβώς επιτρεπόταν ο απόπλους και ότι αφορούσε και στην περιοχή όπου διατηρεί η λήπτρια της ασφάλισης εταιρία τις εγκαταστάσεις της. Και ενόψει των όσων προεκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι πράγματι οι άνεμοι που έπνεαν όταν έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν ήταν άνω των 9 μποφόρ, επήλθε επομένως ο καλυπτόμενος κίνδυνος της απώλειας του ιχθυοπληθυσμού συνεπεία ανέμων εντάσεως άνω των 9 μποφόρ.

Ορθώς επομένως εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε τα ίδια και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο Α' έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα - εναγομένη υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.... ". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ. 1α, 2δ, 7 παρ. 7 Ν. 2496/1997 και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα, ότι επήλθε ο καλυπτόμενος κίνδυνος της απώλειας του ιχθυοπληθυσμού συνεπεία ανέμων εντάσεως άνω των 9 μποφόρ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, στην περιοχή όπου διατηρεί τις εγκαταστάσεις της η λήπτρια της ασφαλίσεως εταιρεία, επί 3 ημέρες επικρατούσε μεγάλη θαλασσοταραχή, οι άνεμοι που έπνεαν όταν έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν ήταν άνω των 9 μποφόρ και τα κύματα έφθαναν σε ύψος 4-5 μέτρων, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατο στο δύτη της μονάδας να πραγματοποιεί καταδύσεις, προκειμένου να επαναφέρει τα δίχτυα όταν τρυπούσαν, καθώς και η εν γένει εκτέλεση των καθημερινών εργασιών από το προσωπικό, καθόσον υπήρχε κίνδυνος της ζωής τους, με συνέπεια να καταστραφεί ο Β8 κλωβός και να απωλεσθούν όλοι οι ευρισκόμενοι εντός αυτού υδρόβιοι οργανισμοί, ενώ η θαλάσσια περιοχή του ελικοδρομίου Ν.

Λασιθίου(βόρεια Μονής Τοπλού), όπου είναι εγκατεστημένος μετεωρολογικός σταθμός, σύμφωνα με τον οποίο στην εν λόγω περιοχή οι άνεμοι που έπνεαν ήταν εντάσεως κάτω των 8 μποφόρ, βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από την περιοχή όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της λήπτριας της ασφαλίσεως. Οι περιεχόμενες στον δεύτερο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται ποιος ειδικός επιστήμων (μετεωρολόγος) ή ποια δημόσια ή ιδιωτική μετεωρολογική υπηρεσία μέτρησε με παρατήρηση την ένταση των ανέμων στην επίδικη θαλάσσια περιοχή, όπου το ασφαλισμένο ιχθυοτροφείο, δεν προσδιορίζεται η ακριβής ένταση των ανέμων σε μποφόρ (αν δηλαδή ήταν ακριβώς 9, ή 10 ή και μεγαλύτερη), η ακριβής θέση της ασφαλισμένης ιχθυοτροφικής μονάδας και συγκεκριμένα αν ήταν σε θαλάσσιο σημείο πλησίον της ακτής ή στην ανοιχτή θάλασσα, όπου τα φαινόμενα είναι εντονότερα, αν στην ως άνω θέση ή πλησίον αυτής υπάρχει μετεωρολογικός σταθμός του οποίου οι μετρήσεις καλύπτουν την επίδικη περιοχή, ούτε το ύψος των κυμάτων, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι έπνεαν άνεμοι άνω των 9 μποφόρ, δεν θεμελιώνουν την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον κρίσιμο είναι τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε, ή γιατί δεν αποδείχθηκε, πέραν του ότι με τις αιτιάσεις αυτές, υπό το πρόσχημα της ως άνω επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η σχετική ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 4. Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 430/2016, ΑΠ 1596/2014).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 883/2013).

Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004, ΑΠ 455/1993). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται ν` αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού. (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου σε έγγραφο που νόμιμα με επίκληση προσκομίστηκε χωρίς αυτό να προσβληθεί ως πλαστό κα δη στο υπ' αριθ.

πρωτ. 48620-21. 12. 2012/ΕΜΥ/Ε1 Πιστοποιητικό της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, στο οποίο ο αρμόδιος υπάλληλος της Υπηρεσίας αυτής βεβαίωνε ότι στις 19, 20 και 21 Αυγούστου 2008 στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή του ελικοδρομίου νομού Λασιθίου Κρήτης (βόρεια Μονής Τοπλού), όπου βρισκόταν η μονάδα ιχθυοτροφείου της ασφαλισμένης εταιρείας, οι επικρατούντες βορειοδυτικοί άνεμοι, την μεν 19η Αυγούστου 2009 έπνεαν με ένταση 5-6 μποφόρ και με ριπές 7 μποφόρ, την 20η Αυγούστου 2009 με ένταση 5-6 μποφόρ και με ριπές 7 μποφόρ, τέλος δε την 21η Αυγούστου 2009 με ένταση 5-6 μποφόρ και με ριπές 7 μποφόρ.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου ότι η ευρύτερη θαλάσσια περιοχή του ελικοδρομίου Ν. Λασιθίου (βόρεια Μονής Τοπλού), όπου σύμφωνα με το ως άνω έγγραφο είναι τοποθετημένος ο μετεωρολογικός σταθμός και ο καιρός στις 20-8-2009 ήταν αίθριος και οι άνεμοι βορειοδυτικοί (5-6 μποφόρ) με ριπές πολύ ισχυροί (7 μποφόρ), βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από την περιοχή όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της λήπτριας της ασφαλίσεως και δεν υπάρχει άλλος εγγύτερος μετεωρολογικός σταθμός στην περιοχή, ότι τυχόν διαφοροποιήσεις λόγω τοπικών αιτίων ή καιρικά φαινόμενα πολύ μικρής κλίμακας χώρου και χρόνου δεν μπορούν να εκτιμηθούν γιατί δεν υπάρχει τόσο πυκνό δίκτυο καιρού και ότι δεν προσκομίστηκε σχετικό έγγραφο για το ποιες ημέρες επιτρεπόταν ο απόπλους και ότι αφορούσε στην περιοχή όπου διατηρεί η λήπτρια της ασφαλίσεως τις εγκαταστάσεις της, και κατέληξε στο ότι οι άνεμοι που έπνεαν όταν έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν ήταν άνω των 9 μποφόρ, προκύπτει ότι κλονίστηκε η πεποίθηση του δικαστηρίου για την αλήθεια του γεγονότος ότι στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή του ελικοδρομίου Ν.

Λασιθίου (βόρεια Μονής Τοπλού), ο καιρός στις 20-8-2009 ήταν αίθριος και οι άνεμοι βορειοδυτικοί (5-6 μποφόρ) με ριπές πολύ ισχυροί (7 μποφόρ), το οποίο βεβαιώνεται στο ως άνω δημόσιο έγγραφο, το οποίο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αποτελεί μεν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς το γεγονός που βεβαιώνεται σ'αυτό, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, κατ'άρθρο 440 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να γίνει με κάθε αποδεικτικό μέσο(όπως μάρτυρες), χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονιστεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του γεγονότος. 5.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Όπως ήδη εκτέθηκε, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018). Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1503/2005, ΑΠ 185/2004, ΑΠ 416/1993), είτε προέβη σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 431/2022, ΑΠ 746/2011, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 1183/2007).

Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 715/2010, ΑΠ 355/2004).

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005).

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από τον σκοπό της (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 84/2020, AΠ 1227/2018, ΑΠ 1258/2004). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 838/2005, ΑΠ 597/2005, ΑΠ 416/1993) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1365/2005), οπότε η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1093/2011, ΑΠ 683/2010).

Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).

Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000 ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.

Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει κατά τα άνω τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 211/2011) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 934/2014). 6. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1, άλλως και από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, άλλως και εκ πλαγίου, τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και αυτούς των άρθρων 7 παρ. 6α και 18 παρ. 1 και 4 του ν. 2496/1997 διότι, αν και δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του, ότι ο επίμαχος όρος της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης περί απαλλαγής της αρχικώς εναγομένης δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας από την υποχρέωσή της για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της λήπτριας της ασφάλισης εταιρείας με την υποχρέωσή της για μηνιαία αποστολή εκ μέρους της καταστάσεων, είχε αμφίβολο και ασαφές νόημα, αφού ως προς αυτό αναζήτησε την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων συσχετίζοντας τον επίμαχο όρο με άλλους όρους της ίδιας σύμβασης, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών.

Άλλως, εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι, διατυπώνοντας το ερμηνευτικό του πόρισμα, το Εφετείο κατέφυγε σιωπηρά στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, διότι για την διαμόρφωση της κρίσης του δεν έλαβε υπόψη τα από το νόμο αναγκαία ερμηνευτικά κριτήρια, ήτοι τα συμφέροντα των συμβληθέντων μερών και κυρίως του ασφαλιστή αφού καταγράφεται ως υπέρ αυτού απαλλαγή και εξαίρεση, το δικαιοπρακτικό σκοπό της συγκεκριμένης ασφαλιστικής σύμβασης, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης ως ασφαλιστικής, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.

Πλέον επικουρικά, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού το προπαρατιθέμενο ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, ότι το Εφετείο με την παραδοχή ότι τα συμβαλλόμενα μέρη κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως απέβλεπαν στην αποστολή των μηνιαίων καταστάσεων για τον ευχερέστερο προσδιορισμό της ζημίας, αποδεχόμενα την αποστολή αυτών και σε άτακτα χρονικά διαστήματα, χωρίς όμως να επιθυμούν η αποστολή τους να αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή του ασφαλίσματος, παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 18 Ν. 2496/1997.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο ανωτέρω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Σχετικά δε με την υποχρέωση αποστολής των μηνιαίων καταστάσεων στο άρθρο Α. 7. 2 της Ρήτρας Α προβλέπεται ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να υποβάλει γραπτά μέσα στις 15 πρώτες ημέρες κάθε ημερολογιακού μήνα τα στοιχεία που θα του ζητούνται από την εταιρία και από τα οποία θα υπολογίζεται η υψηλότερη αξία υδρόβιων οργανισμών που εκτέθηκε σε κίνδυνο κατά τον αμέσως προηγούμενο μήνα, βάσει δε των καταστάσεων αυτών υπολογίζεται το ασφάλιστρο κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του όρου αυτού.

Ενώ σε περίπτωση που δεν δοθούν τα στοιχεία αυτά εντός 15 ημερών από το τέλος του προηγούμενου μήνα ως λήπτρια της ασφάλισης αξία θεωρείται η υψηλότερη αξία που εκτέθηκε σε κίνδυνο και χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ασφαλίστρου. Επίσης στο άρθρο Α.10 της Ρήτρας Α "υποχρεώσεις του λήπτη της ασφάλισης", προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι ο λήπτης υποχρεούται να υποβάλει τις προβλεπόμενες μηνιαίες δηλώσεις μέσα στα προβλεπόμενα χρονικά πλαίσια και σύμφωνα με το άρθρο "υπολογισμός καταβαλλόμενων ασφαλίστρων" και τις οδηγίες της Εταιρίας (άρθρο Α. 10. 2β).

Τέλος, στο άρθρο Α.11.2.2. προκειμένου για ζημία συνιστάμενη σε διαφυγή/απώλεια υδρόβιων οργανισμών που οφείλεται σε αιτία άλλη εκτός κλοπής ή κακόβουλης ενέργειας ο συμβαλλόμενος πρέπει : α) να αναγγείλει αμέσως τη ζημία, β) να δηλώσει την απώλεια σε φυσικές και χρηματικές μονάδες, τις συγκεκριμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη και την άποψή του για την αιτία της ζημίας και να υποβάλει αντίγραφο της δήλωσης προς την τοπική λιμενική ή αστυνομική αρχή και γ) να ακολουθεί όποιες οδηγίες δοθούν από την Εταιρία για τον περιορισμό της ζημίας.

Με βάση τους παραπάνω όρους η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την από 9.2.2009 επιστολή της προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα/λήπτρια της ασφάλισης κάλεσε την τελευταία να της αποστείλει άμεσα τις καταστάσεις των μηνών Δεκεμβρίου και Ιανουάριου αναφέροντας επί λέξει ότι "μέχρι την παραλαβή των ανωτέρω καταστάσεων δεν καλύπτεται ο κίνδυνος διαφυγής από οποιαδήποτε αιτία", ομοίως με την από 23.4.2009 επιστολή της κάλεσε την ανωτέρω να της αποστείλει άμεσα τις καταστάσεις των μηνών Φεβρουάριου και Μαρτίου και με την από 8.7.2009 επιστολή της την κάλεσε να της αποστείλει τις καταστάσεις των μηνών Μαΐου και Ιουνίου μέχρι τις 15.7.2009.

Η λήπτρια της ασφάλισης ανταποκρινόμενη στις παραπάνω από 9. 2. 2009 και από 23.4.2009 επιστολές απέστειλε προς την εναγομένη στις 17.2.2009 και στις 24.4.2009 αντίστοιχα τις από 31.12.2008, από 31.1.2009, από 28.2.2009 και από 31.3.2009 καταστάσεις της μονάδας πάχυνσης ενώ δεν προκύπτει ότι απέστειλε αντίστοιχες καταστάσεις για τους επόμενους μήνες.

Εν συνεχεία, η λήπτρια της ασφάλισης με την από 21.8.2009 επιστολή της ανήγγειλε στην ασφαλιστική εταιρία την επέλευση ασφαλισμένου κινδύνου και συγκεκριμένα ότι στις 20.8.2009 λόγω ισχυρών ανέμων και θαλασσοταραχών καταστράφηκε ο κλωβός Β8 με αποτέλεσμα την "απώλεια" του ιχθυοπληθυσμού που περιείχε, ζημία που αποδεικνύεται ότι πράγματι προκλήθηκε, ότι δηλαδή λόγω των ισχυρών ανέμων και της θαλασσοταραχής, ..., καταστράφηκε ο με αρίθμηση Β8 κλωβός και απωλέσθησαν όλοι οι ευρισκόμενοι εντός αυτού υδρόβιοι οργανισμοί (τσιπούρες).

Η τελευταία όμως με την από την ίδια ημερομηνία επιστολή της χαρακτήρισε τη ζημία που επήλθε ως "ζημία από διαφυγή λόγω θαλασσοταραχής" και ισχυρίστηκε ότι η ζημία αυτή δεν καλύπτεται λόγω μη έγκαιρης αποστολής των μηνιαίων καταστάσεων, αρνούμενη έκτοτε την καταβολή του ασφαλίσματος χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια προς διαπίστωση της επέλευσης του κινδύνου.

Και ήδη ισχυρίζεται ότι με βάση τον προαναφερόμενο στον Πίνακα A / Ειδικός Όρος: Οι παραπάνω όροι και καλύψεις ισχύουν, εφόσον τηρούνται οι αναγραφόμενες στη Ρήτρα Α- Αρθρ.10.2 και στο συμβόλαιο εγγυήσεις / υποχρεώσεις του ασφαλισμένου. Σε αντίθετη περίπτωση, εκτός των όσων αναφέρει το Άρθρο Α.10.1 τροποποιούνται και ισχύουν ως εξής:

α. Καλυπτόμενοι Κίνδυνοι: Από τους αναφερόμενους κινδύνους στο παρόν συμβόλαιο καλύπτονται ΜΟΝΟ οι κίνδυνοι που προκαλούν θάνατο και είναι δυνατή η καταμέτρηση των ιχθυδίων" σε συνδυασμό και με τους λοιπούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν υποχρεούται σε αποζημίωση της επίδικης ζημίας για τον παραπάνω λόγο της μη έγκαιρης αποστολής των μηνιαίων καταστάσεων.

Ωστόσο, διαπιστώνεται διάσταση στους παραπάνω όρους ως προς τις συνέπειες σε βάρος της λήπτριας της ασφάλισης από την μη αποστολή των καταστάσεων στην περίπτωση της "διαφυγής" του ιχθυοπληθυσμού και στην περίπτωση της απώλειας του ιχθυοπληθυσμού, καθώς αρχικά δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχη αναφορά και για την περίπτωση της "απώλειας" (υπενθυμίζεται ότι διαφυγή συνεπάγεται η ενεργητική κίνηση των υδρόβιων οργανισμών, ενώ η απώλεια συνίσταται σε παθητική τους μετακίνηση λόγω της βαρύτητας ή των κυμάτων ή του ανέμου ή άλλης φυσικής δύναμης).

Και παρότι πρόκειται για ομοιάζοντες μεταξύ τους ασφαλιστικούς κινδύνους δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επέλευση αναλογικών συνεπειών στην περίπτωση της "απώλειας", τέτοια δε περίπτωση (απώλεια) σαφώς συνιστά και η επίδικη, και ορθώς χαρακτηρίστηκε έτσι εξ αρχής από τη λήπτρια της ασφάλισης και στη συνέχεια και από την ενάγουσα.

Ανακύπτουν δε αμφιβολίες ως προς το ακριβές περιεχόμενο του παραπάνω όρου, που επικαλείται η εναγομένη, και δεν καθίσταται εν τέλει σαφές από το συνολικό περιεχόμενο των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που συναποτελείται από τον Πίνακα Α, τους Γενικούς Όρους και τη Ρήτρα Α , ποιες είναι οι συνέπειες από την παράλειψη της αποστολής των μηνιαίων καταστάσεων, καθώς αντί να περιληφθεί σαφής σχετικός όρος στο κεφάλαιο των εξαιρέσεων της ρήτρας Α γίνεται παραπομπή μεταξύ διαφόρων όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναφορικά με τις συνέπειες της μη έγκαιρης αποστολής των μηνιαίων καταστάσεων, ενώ ακόμη δεν γίνεται ειδικότερη αναφορά σε περίπτωση πλημμελούς τήρησης της παραπάνω υποχρέωσης, όπως σε περίπτωση αποστολής των καταστάσεων σε άτακτα χρονικά διαστήματα, εάν δηλαδή θα τροποποιούνται οι καλυπτόμενοι κίνδυνοι μόνο για τους αντίστοιχους μήνες ή σε περίπτωση εκπρόθεσμης αποστολής των σχετικών καταστάσεων, δηλαδή μετά την πάροδο του δεκαπενθημέρου του επόμενου μηνός.

Πέραν τούτου, σε περίπτωση που ο σχετικός όρος ήθελε θεωρηθεί σαφής, καταλαμβάνοντας έτσι όλους τους καλυπτόμενους (πλην του θανάτου) κινδύνους, ήτοι τη φυγή, απώλεια, την αρπαγή και την κλοπή, δεν δικαιολογείται και η συμπερίληψη στην πρώτη σελίδα του Πίνακα Α της ρήτρας Α του Ειδικού Όρου ότι η διαφυγή, κακόβουλη ενέργεια, κλοπή, αποζημιώνονται εφόσον α.

αποδεδειγμένα έχουν αποσταλεί στην εταιρία οι μηνιαίες καταστάσεις δύο τουλάχιστον μηνών από τη ζημία, με την επισήμανση μάλιστα ότι στον σχετικό όρο αφενός το χρονικό πλαίσιο της αποστολής των καταστάσεων ορίζεται σε δίμηνο και αφετέρου ότι και πάλι δεν διευκρινίζεται εάν καλύπτεται η ζημία στην περίπτωση της αποστολής των καταστάσεων του τελευταίου διμήνου πριν από την επέλευσή της ακόμη και εάν δεν είχαν αποσταλεί οι προηγούμενες καταστάσεις.

Επιπροσθέτως καθίσταται περιττός ο όρος Α.10.1 σε συνδυασμό με τον όρο Α.10.2. της ρήτρας Α ότι σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης δεν υποβάλει τις μηνιαίες δηλώσεις η ασφαλιστική εταιρία έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της αποζημίωσης, καθώς η σχετική άρνηση προϋποθέτει και την ύπαρξη του αντίστοιχου δικαιώματος.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι σε αντιδιαστολή με τα προαναφερόμενα διατυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο καλύπτονται ιχθύδια μέσου βάρους άνω των 250 γρ., καθώς στην πρώτη σελίδα του Πίνακα Α της ρήτρας Α αναφέρεται ότι δεν καλύπτονται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ιχθύδια μέσου βάρους κάτω των 250 γρ., στη δεύτερη σελίδα του ίδιου Πίνακα αναφέρεται ως ελάχιστο βάρος ανά ιχθύδιο τα 250 γρ και στο άρθρο Α.4.9 της ρήτρας 9 γίνεται και πάλι αναφορά ότι δεν καλύπτονται ζημίες σε υδρόβιους οργανισμούς μεγέθους μικρότερου των αναφερόμενων στον Πίνακα Α.

Περαιτέρω πρέπει να επισημανθεί ότι η αποστολή των μηνιαίων καταστάσεων ήταν απαραίτητη για τη διαμόρφωση του ύψους του τελικού ασφαλίστρου κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα στο άρθρο 7.Α.2, μάλιστα στη συνέχεια η ασφαλιστική εταιρία αξίωσε την καταβολή μεγαλύτερου ασφαλίστρου λόγω αύξησης της αξίας του ιχθυοπληθυσμού και άρα και του ασφαλιζόμενου κεφαλαίου..., αποδεχόμενη επομένως την ορθότητα των καταστάσεων αυτών, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά ούτε και είχε αμφισβητήσει την αξιοπιστία των μηνιαίων καταστάσεων που είχε συντάξει η λήπτρια της ασφάλισης πριν ή μετά από τη ζημία μέχρι την δικαστική επιδίωξη της απαίτησης.

Επίσης κατά το ασφαλιστήριο η λήπτρια της ασφάλισης εταιρία όφειλε, εκτός των άλλων, να προβαίνει σε καταγραφή των ημερήσιων δελτίων ιχθυοπληθυσμού κάθε κλωβού και στην άμεση ενημέρωση του ασφαλιστή για κάθε νέα εισαγωγή ιχθυδίων στη μονάδα (Πίνακας Α Ρήτρας Α/Εγγυήσεις/Ειδικές), υποχρεώσεις ως προς τις οποίες η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία δεν προβάλλει ισχυρισμό ότι δεν τηρήθηκαν.

Περαιτέρω, στις προαναφερόμενες από 9.2.2009 και από 23.4.2009 επιστολές που απέστειλε η εναγομένη αναφέρει ότι "μέχρι την παραλαβή των ανωτέρω καταστάσεων δεν καλύπτεται ο κίνδυνος διαφυγής από οποιαδήποτε αιτία", καθώς και αρνήθηκε την καταβολή του ασφαλίσματος ισχυριζόμενη ότι δεν καλύπτεται ως "ζημία από διαφυγή λόγω θαλασσοταραχής".

Ήτοι για την άρνησή της προς καταβολή δεν επικαλέστηκε τον παραπάνω όρο που επικαλείται με τις προτάσεις της αλλά τον "Ειδικό Όρο διαφυγής- κακόβουλης ενέργειας- κλοπής", για τον οποίο έγινε μνεία ανωτέρω, επομένως ούτε η ίδια η εναγομένη δεν μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς το περιεχόμενο των όρων του ασφαλιστηρίου.

Επίσης, η υπόμνηση της εναγομένης προς την λήπτρια της ασφάλισης για την αποστολή των καταστάσεων γινόταν όχι ανά μήνα αλλά πέραν του διμήνου, κατά την πρακτική δε των δύο εταιριών, όπως κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης, η ασφαλιστική εταιρία καλούσε την λήπτρια της ασφάλισης να αποστέλλει τις σχετικές καταστάσεις.

Ενώ παρότι η λήπτρια της ασφάλισης δεν ανταποκρίθηκε στη σχετική από 8. 7. 2009 σχετική επιστολή της αυτή (εναγομένη) δεν επανήλθε εκ νέου ούτε προέβη σε ενέργειες κατ' άρθρο 10. Α. 10. 1 της Ρήτρας Α για τη λύση της σύμβασης, γεγονός που άγει στο συμπέρασμα ότι θεωρούσε ότι η συνεργασία της με τη λήπτρια της ασφάλισης έβαινε ομαλώς.

Ακόμη, η μάρτυρας ανταπόδειξης , υπάλληλος της εναγομένης στη διεύθυνση των αγροτικών ασφαλίσεων κατέθεσε ότι η αποστολή των μηνιαίων καταστάσεων αποσκοπεί να υπάρχει "πρόσφατη εικόνα" για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας σε περίπτωση διαφυγής, προσδιορισμός που όμως δεν αποκλείεται να γίνει και με άλλα μέσα (προς τούτο άλλωστε είχε συμφωνηθεί και η καταγραφή ημερήσιων δελτίων κάθε κλωβού από την λήπτρια της ασφάλισης όπως και η άμεση ενημέρωση του ασφαλιστή για κάθε νέα εισαγωγή ιχθυδίων στη μονάδα/Πίνακας Α Ρήτρας Α/Εγγυήσεις/Ειδικές).

Από όλα τα ανωτέρω επομένως προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης απέβλεπαν στην αποστολή των μηνιαίων καταστάσεων για τον ευχερέστερο προσδιορισμό της ζημίας, αποδεχόμενα την αποστολή αυτών και σε άτακτα χρονικά διαστήματα (η μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε ότι η λήπτρια της ασφάλισης είχε αποστείλει "κανονικά" τις καταστάσεις μέχρι και για το μήνα Μάρτιο) , χωρίς όμως να επιθυμούν η αποστολή τους να αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή του ασφαλίσματος, τούτο άλλωστε είναι σύμφωνο και με την καλή πίστη, καθώς δεν προκύπτει δικαιολογητικός λόγος ούτε και διαπιστώνονται τεχνικές ανάγκες της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας για την απαλλαγή της από την καταβολή του ασφαλίσματος στην περίπτωση της μη αποστολής των καταστάσεων.

Και ενόψει των όσων προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της η ένσταση της εναγομένης- εκκαλούσας- εφεσίβλητης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος λόγω μη αποστολής των μηνιαίων καταστάσεων για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο του έτους 2009....

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκαν και οι ακόλουθοι όροι: Πίνακας Α Ρήτρας Α "Απαλλαγές/Εκπτώσεις ανά ζημιογόνο γεγονός για όλους τους καλυπτόμενους κινδύνους: 20% της πραγματικής αξίας του συνολικού πληθυσμού όλων των κλωβών που έχουν υποστεί ζημία από το ίδιο γεγονός, κατά το χρονικό σημείο αμέσως πριν από την έναρξη της ζημίας" (1η σελίδα του Πίνακα).

Πίνακας Α Ρήτρας Α "Ειδικός Όρος - Οι παραπάνω όροι και καλύψεις ισχύουν, εφόσον τηρούνται οι αναγραφόμενες στη Ρήτρα Α /Αρθρ. 10. 2 και στο συμβόλαιο εγγυήσεις / υποχρεώσεις του ασφαλισμένου. Σε αντίθετη περίπτωση, εκτός των όσων αναφέρει το Άρθρο Α. 10. 1 (ήτοι ότι σε περίπτωση μη τήρησης εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του η Εταιρία έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της αποζημίωσης ή να λύσει τη σύμβαση) τροποποιούνται και ισχύουν ως εξής:

α. Καλυπτόμενοι Κίνδυνοι: Από τους αναφερομένους κινδύνους στο παρόν συμβόλαιο καλύπτονται ΜΟΝΟ οι κίνδυνοι που προκαλούν θάνατο και είναι δυνατή η καταμέτρηση των ιχθυδίων, β. Εξαιρέσεις : Ισχύουν οι εξαιρέσεις της Ρήτρας A. 2. Εξαιρείται οποιοσδήποτε κίνδυνος δεν αναφέρεται ως καλυπτόμενος στην παρούσα παράγραφο, γ) Απαλλαγή / Έκπτωση :

Για όλους τους καλυπτόμενους κινδύνους της παρούσας παραγράφου : 40% της πραγματικής αξίας του συνολικού ιχθυοπληθυσμού της μονάδας". Ακόμη στο άρθρο Α 1. κγ των Γενικών Όρων συμφωνείται ότι "απαλλαγή είναι το ποσό ή το ποσοστό της ζημίας το οποίο φέρει αποκλειστικά σε βάρος του ο δικαιούχος της αποζημίωσης σε κάθε ζημιογόνο γεγονός ενώ στο Άρθρο Α. 12. 1 της Ρήτρας Α συμφωνείται ότι για τον προσδιορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης υπολογίζεται πρώτα η βάση της αποζημίωσης και στη συνέχεια αφαιρείται η αναφερόμενη στον Πίνακα Α απαλλαγή (χωρίς πάντως να γίνεται ειδικότερη αναφορά ως προς το ποσοστό της απαλλαγής).

Ως προς τους όρους αυτούς λεκτέα είναι τα εξής : Ο όρος για απαλλαγή σε ποσοστό 40% συνέχεται με το ζήτημα ποιες είναι οι συνέπειες από τη μη αποστολή των μηνιαίων καταστάσεων, ως προς το οποίο έγινε εκτενής αναφορά ανωτέρω, μάλιστα κατά τη γραμματική του διατύπωση αντιφάσκει με τα αμέσως ανωτέρω στο ασφαλιστήριο αναφερόμενα , καθώς σε περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι η εναγομένη- εκκαλούσα απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος, τότε βεβαίως εφόσον αυτή δεν υπέχει υποχρέωση προς καταβολή του ασφαλίσματος δεν τίθεται θέμα απαλλαγής επί του μηδενικού ασφαλίσματος.

Ενόψει όμως της ερμηνείας της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων που έγινε παραπάνω δεκτή , ότι δηλαδή τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεπαν στην αποστολή των μηνιαίων καταστάσεων για τον ευχερέστερο προσδιορισμό της ζημίας , χωρίς ωστόσο να επιθυμούν η αποστολή τους να αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή του ασφαλίσματος, ο όρος αυτός καθίσταται άνευ αντικειμένου.

Ορθώς επομένως κατ' αποτέλεσμα εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τη σχετική ένσταση της εναγομένης ως αβάσιμη στην ουσία της έστω και με διαφορετική αιτιολογία και συνεπώς πρέπει ο τέταρτος λόγος της υπό στοιχείο Α' έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού μετά τη διαπίστωση της υπάρξεως αμφιβολίας και ασάφειας στη διατύπωση των δηλωθεισών από τα συμβληθέντα μέρη στην επίδικη ασφαλιστική σύμβαση βουλήσεων, αναφορικά με το αν αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή του ασφαλίσματος η αποστολή από την λήπτρια της ασφαλίσεως των μηνιαίων καταστάσεων, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητήσει δι'αυτών την αληθή δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών και χρησιμοποιώντας, ορθώς, τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δέχθηκε ότι "τα συμβληθέντα μέρη κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως απέβλεπαν στην αποστολή των μηνιαίων καταστάσεων για τον ευχερέστερο προσδιορισμό της ζημίας, αποδεχόμενα την αποστολή αυτών και σε άτακτα χρονικά διαστήματα, χωρίς όμως να επιθυμούν η αποστολή τους να αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή του ασφαλίσματος, τούτο άλλωστε είναι σύμφωνο και με την καλή πίστη, καθώς δεν προκύπτει δικαιολογητικός λόγος ούτε και διαπιστώνονται τεχνικές ανάγκες της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας για την απαλλαγή της από την καταβολή του ασφαλίσματος στην περίπτωση της μη αποστολής των καταστάσεων".

Το ως άνω ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο δεν αντιβαίνει στην έννοια στην έννοια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αφού με τη δοθείσα ερμηνεία εξασφαλίζεται η, σύμφωνα με τα ως άνω κριτήρια, προστασία των συμφερόντων αμφοτέρων των συμβληθέντων μερών και ειδικότερα της μεν αναιρεσείουσας να προβαίνει στον ευχερέστερο προσδιορισμό της ζημίας και στην διαμόρφωση του ύψους του τελικού ασφαλίστρου, ανάλογου της αξίας του ιχθυοπληθυσμού της δε αναιρεσίβλητης να καλύψει τη ζημιά της με την καταβολή, του ασφαλίσματος.

Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για το ουσιώδες ζήτημα της μη απαλλαγής της αναιρεσείουσας από την καταβολή του ασφαλίσματος στην περίπτωση της μη αποστολής των μηνιαίων καταστάσεων, με αποτέλεσμα έτσι να μπορεί να ελεγχθεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή των όρων των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Για την διαμόρφωση της κρίσεως του το δικαστήριο έλαβε υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και ιδίως της αναιρεσίβλητης, την ιδιαίτερη προστασία της οποίας επιδίωκαν οι ερμηνευόμενοι όροι της επίδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως, τη φύση της συμβάσεως και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 7. Με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, άλλως και εκ πλαγίου, τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και αυτούς των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 7 παρ. 6α, 11 παρ. 1 και 18 παρ. 4 του ν. 2496/1997, με το να απορρίψει την ένσταση της αρχικώς εναγομένης δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας ότι για όλα τα είδη των ασφαλισμένων κινδύνων είχε συμφωνηθεί, με ειδικό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, η απαλλαγή/έκπτωση της τελευταίας (δικαιοπαρόχου ασφαλιστικής εταιρείας) κατά ποσοστό 40%(και επικουρικά 20%) από την ασφαλιστική αποζημίωση, υπολογιζόμενης επί της πραγματικής αξίας του συνολικού ιχθυοπληθυσμού της μονάδας, συνδέοντας την ουσιαστική έρευνα αυτής(ένστασης) με αυτή περί πλήρους απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος λόγω μη συμμόρφωσης της λήπτριας της ασφάλισης εταιρείας με την υποχρέωσή της για μηνιαία αποστολή εκ μέρους της καταστάσεων στις οποίες θα αναγράφονταν τα εκτρεφόμενα ανά κλωβό είδη, οι ποσότητες αυτών και το μέσο βάρος των ιχθυδίων.

Οι λόγοι αυτοί, είναι αβάσιμοι, καθόσον στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο ερεύνησε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής/εκπτώσεως του ασφαλίσματος κατά 40% επί της πραγματικής αξίας του ιχθυοπληθυσμού, στην περίπτωση της μη αποστολής των μηνιαίων καταστάσεων, ενώ από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε πως ήταν άνευ αντικειμένου η έρευνά της μετά την παραδοχή ότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεπαν στην αποστολή των μηνιαίων καταστάσεων για τον ευχερέστερο προσδιορισμό της ζημίας, χωρίς ωστόσο να επιθυμούν η αποστολή τους να αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή του ασφαλίσματος. 8.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα του απαιτητού της ένδικης αξιώσεως. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι κατά τη σαφή γραμματική διατύπωση του σχετικού όρου η έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης εκκινεί με την καταβολή της α'δόσης του ασφαλίστρου(που έγινε ταυτόχρονα με την υπογραφή της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης) και δεν εξαρτάται από την καταβολή των υπόλοιπων δόσεων του ασφαλίστρου και συνεπώς η λήπτρια της ασφάλισης, και πλέον στη θέση αυτής η εκδοχέας/ενάγουσα, δικαιούται να αξιώσει την καταβολή του ασφαλίσματος, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά το αντίθετο.

Πέραν τούτου, η αιτιολογία του Εφετείου για το γενόμενο δεκτό ερμηνευτικό συμπέρασμα είναι ανεπαρκής, διότι για την διαμόρφωση της ως άνω κρίσης του δεν αναφέρει αν έλαβε τα συμφέροντα των συμβληθέντων μερών και κυρίως της ασφαλιστικής εταιρείας, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης ως σύμβασης ανοικτής ασφάλισης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.

Άλλως, το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι ο επίμαχος όρος της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης είχε αμφίβολο και ασαφές νόημα, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων.

Άλλως και επικουρικότερα, εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο, διατυπώνοντας το ερμηνευτικό του πόρισμα, κατέφυγε σιωπηρά στις διατάξεις αυτές τις παραβίασε ευθέως, διότι για την διαμόρφωση της ως άνω κρίσης του ουδόλως έλαβε υπόψη τα ως άνω ερμηνευτικά κριτήρια. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο ανωτέρω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Τέλος, η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Α' έφεση- εναγομένη με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, επαναφέροντας τους αντίστοιχους ισχυρισμούς που είχε προβάλει και πρωτοδίκως, ισχυρίζεται ότι η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως "απαράδεκτη" διότι στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι καμία αποζημίωση δεν μπορεί να γίνει απαιτητή πριν από την ολική πληρωμή των ασφαλίστρων, άσχετα από τον συμφωνηθέντα τρόπο πληρωμής τους, ισχυρισμός που εκτιμάται ότι βάλλει κατά της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, συνιστάμενος σε άρνηση της αγωγής ότι υποχρεούται να παράσχει ασφαλιστική κάλυψη, αφορά δηλαδή στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, άλλως προτείνει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος του άρθρου 374 ΑΚ, άλλως (επικουρικότερα) προτείνει την απαίτησή της αυτή σε συμψηφισμό με την επίδικη ασφαλιστική αποζημίωση.

Κατ' αρχάς, όσον αφορά το ύψος του ασφαλίστρου, όπως και ανωτέρω εκτέθηκε, διαπιστώνεται ότι συμφωνήθηκε ότι για τον υπολογισμό του ύψους των ασφαλίστρων ή τυχόν αποζημίωσης θα λαμβάνεται υπόψη η πραγματική/εμπορική αξία του πληθυσμού, ζήτημα που συνάπτεται βεβαίως με το γεγονός ότι ο ιχθυοπληθυσμός στην ασφαλισμένη μονάδα δεν είναι σταθερός αλλά αυξομειώνεται, όπως βεβαίως αυξάνεται σταδιακά και το βάρος των υδρόβιων οργανισμών.

Προς τούτο άλλωστε αφενός βάσει της ασφαλισμένης αξίας κατά το χρόνο κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης ύψους 1.300.000 € το καθαρό ασφάλιστρο ορίστηκε αρχικά σε 13.223,17 € (πλέον λοιπών νόμιμων επιβαρύνσεων) και συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ως εξής : 1,7% επί της εκάστοτε ασφαλισμένης αξίας (σύμφωνα με το οποίο υπολογίζονται οι δόσεις), και εφόσον δεν αναγγελθεί καμία ζημία επί της ασφαλισμένης αξίας, 3% εφόσον ο δείκτης ζημίας είναι 3 % και 4% εφόσον ο δείκτης ζημίας είναι άνω του 70%, καταβλητέο σε τέσσερις ισόποσες δόσεις εκ ποσού 4.282,20 € στις 9.12.2008 (με την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης), στις 9.3.2009, στις 9.6.2009 και στις 9.9.2009 και αφετέρου συμφωνήθηκε ότι τα ασφάλιστρα της Ρήτρας Α συνιστούν προκαταβολή 60% έναντι των τελικών ασφαλίστρων και ότι τα τελικά ασφάλιστρα υπολογίζονται στο τέλος της περιόδου.

Ο υπολογισμός δε του ποσού των ασφαλίστρων συμφωνήθηκε λεπτομερώς με το άρθρο Α. 7 (αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου) της Ρήτρας Α, στο οποίο συμφωνήθηκε ότι το ύψος του ασφαλίστρου υπολογίζεται με βάση τα μηνιαία στοιχεία που ζητά η ασφαλιστική εταιρία και υποβάλλει η λήπτρια της ασφάλισης στις 15 πρώτες ημερολογιακές ημέρες κάθε μήνα, ότι σε περίπτωση που δεν δοθούν τα στοιχεία αυτά τότε για τον υπολογισμό του τελικού ασφαλίστρου λαμβάνεται υπόψη η υψηλότερη ασφαλισμένη αξία που εκτέθηκε σε κίνδυνο, ότι το μηνιαίο ασφάλιστρα είναι το γινόμενο της μηνιαίας αξίας επί του συμφωνημένου συντελεστή ασφαλίστρου δια του αριθμού 12 (των μηνών του έτους), ότι το τελικό ασφάλιστρο είναι το άθροισμα των μηνιαίων ασφαλίστρων και ότι αν το τελικό ασφάλιστρο υπερβαίνει το ποσό που έχει καταβληθεί τότε ο λήπτης υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά ενώ στην αντίστροφη περίπτωση επιστρέφεται στο λήπτη της ασφάλισης το αντίστοιχο ποσό.

Ακόμη μεταξύ των συμβαλλόμενων στην ασφαλιστική σύμβαση συμφωνήθηκε ότι η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν από την καταβολή της α' δόσης του ασφαλίστρου, ότι η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει στην ασφαλιστική εταιρία το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση με γραπτή δήλωσή της θέτοντας προθεσμία ενός μηνός (άρθρο 13. 3 και 13. 4 των Γενικών Όρων) και ότι "1.

Δηλώνεται και συμφωνείται ότι καμία αποζημίωση δεν μπορεί να γίνει απαιτητή πριν από την ολική πληρωμή των ασφαλίστρων , άσχετα από τον συμφωνηθέντα τρόπο πληρωμής τους. 2. Το ποσό των καθαρών ασφαλίστρων θεωρείται δεδουλευμένο, εφόσον το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων είναι μεγαλύτερο του 70% αυτής." (Γενικοί Όροι/Πληρωμή Ασφαλίστρων).

Με τους παραπάνω όμως συμφωνηθέντες όρους κατά τη σαφή γραμματική τους διατύπωση η έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης εκκινεί με την καταβολή της α' δόσης του ασφαλίστρου (που έγινε ταυτόχρονα με την υπογραφή της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης) και δεν εξαρτάται από την καταβολή των υπόλοιπων δόσεων του ασφαλίστρου.

Συνεπώς η λήπτρια της ασφάλισης, και πλέον στη θέση αυτής η εκδοχέας/ενάγουσα, δικαιούται να αξιώσει την καταβολή του ασφαλίσματος, απορριπτόμενων των αντίθετων ισχυρισμών της εναγομένης -εκκαλούσας.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι σε εκτέλεση των παραπάνω όρων η ασφαλιστική εταιρία, αφού έλαβε τις καταστάσεις για τον ιχθυοπληθυσμό μηνός Αυγούστου 2009 που της απέστειλε η λήπτρια της ασφάλισης διαπίστωσε ότι η πραγματική αξία του ιχθυοπληθυσμού είχε ανέλθει στο ποσό του 1.826.624,58 € με συνέπεια το μέγιστο ασφαλιζόμενο κεφάλαιο να ανέλθει στο ποσό των 2.000.000 €.

Για το λόγο αυτό ενημέρωσε την τελευταία με την από 22.9.2009 επιστολή της με την επισήμανση ότι σε περίπτωση διαφωνίας της έπρεπε να προβεί σε σχετική ειδοποίηση. Αυτή όμως δεν εναντιώθηκε και μετά τη λήξη της ασφαλιστικής περιόδου η ασφαλιστική εταιρία προέβη στην εκκαθάριση των οφειλόμενων τελικών ασφαλίστρων και κατόπιν στις 6.2.2010 στην έκδοση της με αριθμό ...

πρόσθετης πράξης , με την οποία προσδιόρισε το ύψος των συνολικών καθαρών ασφαλίστρων σε 21.519,41 €, ορίζοντας το ύψος των οφειλόμενων ασφαλίστρων, μετά των νόμιμων επιβαρύνσεων, στο πρόσθετο ποσό των 10.494,75€. Στη συνέχεια, λόγω μη καταβολής τους από τη λήπτρια της ασφάλισης άσκησε σε βάρος της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) την από 16.12.2010 (αρ.

κατ. 12935/2010) αγωγή της, με την οποία ιστορούσε τα ανωτέρω, που έγινε δεκτή με την με αριθμό 1136/8.3.2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έχει αποκτήσει πλέον δύναμη δεδικασμένου, καθώς δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον της. Επίσης αποδεικνύεται ότι η λήπτρια κατέβαλε εμπρόθεσμα τις υπόλοιπες δόσεις του αρχικώς συμφωνηθέντος ασφαλίστρου, ήτοι 4.282, 20 € η κάθε δόση, στις 21.2.2009, στις 24.6.2009 και στις 11.9.2009 (υπενθυμίζεται ότι οι δόσεις είχαν συμφωνηθεί καταβλητέες στις 9.3.2009, 9.6.2009 και 9.9.2009 αντίστοιχα), η καταβολή των οποίων άλλωστε προκύπτει και από την προαναφερόμενη πρόσθετη πράξη ασφάλισης και το αποδέχεται η εδώ εναγόμενη και στην από 16.12.2012 αγωγή της, δεν έχει προβεί όμως και στην καταβολή του επιπρόσθετου ποσού των 10.494,75 €.

Ενόψει όμως των όσων προεκτέθηκαν ανακύπτουν (και πάλι) αμφιβολίες ως προς το ζήτημα εάν προϋπόθεση για την καταβολή της αποζημίωσης εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας αποτελεί η εξ ολοκλήρου καταβολή του αρχικά συμφωνηθέντος ποσού των ασφαλίστρων ή εάν απαιτείται η καταβολή του τελικά ορισθέντος ποσού των ασφαλίστρων, όπως αυτό διαμορφώνεται μετά από την εκκαθάρισή του.

Και ενόψει του συμφωνηθέντος τρόπου και χρόνου προσδιορισμού του τελικού ύψους των ασφαλίστρων, ήτοι μετά τη λήξη της (δωδεκάμηνης) ασφαλιστικής περιόδου, που μάλιστα, όπως προεκτέθηκε, θα μπορούσε να είναι και χρεωστικό σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρίας, κρίνεται ότι εάν τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούσαν να προηγηθεί της καταβολής του ασφαλίσματος η καταβολή των ασφαλίστρων μετά από την εκκαθάρισή τους, θα το είχαν συμπεριλάβει ρητώς στη σύμβαση.

Εξάλλου μια τέτοια ερμηνεία αντίκειται και στην καλή πίστη, καθώς ματαιώνει έτσι ουσιαστικά τον σκοπό της σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης, δοθέντος ότι η καταβολή του ασφαλίσματος σε εύλογο χρόνο είναι ουσιώδους σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία της ασφαλισμένης επιχείρησης. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από την κρινόμενη αγωγή η λήπτρια της ασφάλισης είχε ασκήσει αγωγή σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρίας με βάση το ίδιο βιοτικό συμβάν με την οποία ζητούσε την καταβολή της επίδικης ασφαλιστικής αποζημίωσης σε εκείνην, που απορρίφθηκε με τη με αριθμό 1569/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ήδη τελεσίδικη) με το σκεπτικό ότι η επίδικη απαίτηση είχε εκχωρηθεί στην εδώ ενάγουσα τραπεζική εταιρία.

Στη δίκη όμως εκείνη η εναγομένη δεν προέβαλε την εκ του άρθρου 374 ΑΚ ένσταση, γεγονός που καταδεικνύει ότι μέχρι το χρόνο εκείνο ούτε και η εναγομένη είχε προσδώσει στους επίδικους όρους την ερμηνεία που προσδίδει πλέον. Αντίθετα, κατά τα προαναφερόμενα, με τους ανωτέρω όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου συμφωνήθηκε ως προϋπόθεση για την καταβολή του ασφαλίσματος η καταβολή του συνόλου των αρχικά συμφωνηθέντων ασφαλίστρων, στην οποία πράγματι έχει προβεί η λήπτρια της ασφάλισης και δη εμπροθέσμως, και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία της η εκ του άρθρου 374 ΑΚ ένσταση που προέβαλε η εναγομένη.

Ορθώς επομένως κατ' αποτέλεσμα εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την παραπάνω ένσταση ως ουσία αβάσιμη έστω και με διαφορετική αιτιολογία και συνεπώς πρέπει ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Α' έφεσης κατά το σκέλος κατά το οποίο η εκκαλούσα/εναγομένη ισχυρίζεται τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ωστόσο, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, νομίμως η ασφαλιστική εταιρία προτείνει σε συμψηφισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης την οφειλή της λήπτριας της ασφάλισης από τα οφειλόμενα ασφάλιστρα κατά της εκδοχέα ενάγουσας. Η τελευταία προς απόκρουση της παραπάνω ένστασης προτείνει αντένσταση κατ' άρθρο 463 ΑΚ ότι η ασφαλιστική εταιρία δεν μπορεί να αντιτάξει εναντίον της την απαίτησή της αυτή για το λόγο ότι η σχετική απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη μετά την αναγγελία της εκχώρησης, αποφεύγοντας ωστόσο επιμελώς να προσδιορίσει τον χρόνο της αναγγελίας, αρκούμενη στην αναφορά ότι η ασφαλιστική εταιρία προς απόκρουση της αγωγής της λήπτριας της ασφάλισης για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η επίδικη απαίτηση είχε εκχωρηθεί σε αυτήν, εκδοθείσας ακολούθως της προαναφερόμενης με αριθμό 1569/2012 απόφασης, και άρα γνώριζε εξ αρχής ότι είχε λάβει χώρα η εκχώρηση.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των από 28-11-2012 προτάσεων της ασφαλιστικής εταιρείας στη δίκη εκείνη, που προσκομίζονται σε ακριβές αντίγραφο εξαχθέν από τη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, η εναγομένη ήδη κατά τη δίκη εκείνη είχε ισχυριστεί, όπως ισχυρίζεται και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το πρώτον είχε λάβει γνώση της εκχώρησης με το από με αρ.

πρωτ. ...2011 έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας, Καταστήματος Σητείας, ισχυρισμός που πράγματι αποδεικνύεται βάσιμος. Συγκεκριμένα με το ως άνω (...2011) έγγραφο η Αγροτική Τράπεζα/υποκατάστημα Σητείας απέστειλε στην εναγομένη επικυρωμένα αντίγραφα των δανειακών συμβάσεων, αναφέροντας ρητώς το άρθρο κάθε σύμβασης στο οποίο προβλέπεται ότι η πιστούχος εταιρία της εκχωρεί κάθε απαίτησή της από την ασφαλιστική σύμβαση, του εγγράφου δε αυτού επέχοντος θέση αναγγελίας της γενομένης εκχώρησης, φέρει δε επί του σώματός του σφραγίδα εισερχομένου (ότι περιήλθε δηλαδή στην κατοχή της εναγομένης) στις 26.10.2011.

Μάλιστα και η ενάγουσα εμμέσως αποδέχεται ότι ο χρόνος αυτός ήταν ο χρόνος αναγγελίας της εκχώρησης, καθώς στην αγωγή της προσδιορίζει το ύψος της απαίτησής της κατά τον ως άνω χρόνο (24. 10. 2011) χωρίς κάποιον δικαιολογητικό λόγο για την επιλογή του χρόνου αυτού. Από τα ανωτέρω επομένως αποδεικνύεται ότι η εναγομένη έλαβε γνώση της εκχώρησης την 26.10.2011 ενώ η απαίτησή της για την καταβολή του επιπλέον ποσού των ασφαλίστρων ύψους 10.494,75 € κατέστη ληξιπρόθεσμη προγενέστερα στις 6.2.2010 , ότε και προέβη στην έκδοση της με αριθμό ...

πρόσθετης πράξης, ενεργώντας άλλωστε σε εκτέλεση συμβατικού δικαιώματος της, όπως συμφωνήθηκε κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις μονομερούς συμψηφισμού και έναντι της εκδοχέως και για αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού για το ποσό των 10.494,75 €, απορριπτόμενης ως ουσία αβάσιμης της εκ του άρθρου 463 ΑΚ αντένστασης.

Έσφαλε επομένως ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού των ασφαλίστρων με την ασφαλιστική αποζημίωση, και, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Α' έφεσης κατά το σκέλος κατά το οποίο η εκκαλούσα/εναγομένη βάλλει κατά της απόρριψης της ένστασης συμψηφισμού. . ".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αφού μετά τη διαπίστωση της υπάρξεως αμφιβολίας στη διατύπωση των δηλωθεισών από τα συμβληθέντα μέρη στην επίδικη ασφαλιστική σύμβαση βουλήσεων αναφορικά με το εάν προϋπόθεση για την καταβολή της αποζημίωσης εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας αποτελεί η εξ ολοκλήρου καταβολή του αρχικά συμφωνηθέντος ποσού των ασφαλίστρων ή εάν απαιτείται η καταβολή του τελικά ορισθέντος ποσού των ασφαλίστρων, όπως αυτό διαμορφώνεται μετά από την εκκαθάρισή του προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να αναζητήσει δι'αυτών την αληθή δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών και χρησιμοποιώντας, ορθώς, τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, δέχθηκε ότι "με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου συμφωνήθηκε ως προϋπόθεση για την καταβολή του ασφαλίσματος η καταβολή του συνόλου των αρχικά συμφωνηθέντων ασφαλίστρων και όχι η καταβολή του τελικά ορισθέντος ποσού των ασφαλίστρων, όπως αυτό διαμορφώνεται μετά από την εκκαθάρισή του." Το πιο πάνω δε ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο δεν αντιβαίνει στην έννοια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αφού με την δοθείσα ερμηνεία εξασφαλίζεται η, σύμφωνα με τα ως άνω κριτήρια, προστασία των συμφερόντων των συμβληθέντων μερών και ειδικότερα της ασφαλισμένης επιχειρήσεως, ως προς την οποία η καταβολή του ασφαλίσματος εντός ευλόγου χρόνου είναι ουσιώδους σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία της, αλλά και της ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς, ενόψει του συμφωνηθέντος τρόπου και χρόνου προσδιορισμού του τελικού ύψους των ασφαλίστρων, δηλαδή μετά τη λήξη της δωδεκάμηνη ασφαλιστικής περιόδου, αυτό θα μπορούσε να είναι χρεωστικό σε βάρος της.

Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για το ουσιώδες ζήτημα του απαιτητού του ένδικου ασφαλίσματος, με αποτέλεσμα έτσι να μπορεί να ελεγχθεί η συνδρομή των όρων και κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Για την διαμόρφωση της κρίσεώς του το δικαστήριο έλαβε υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και ιδίως της αναιρεσίβλητης, την ιδιαίτερη προστασία της οποίας επιδιώκουν οι ερμηνευόμενοι όροι της επίδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως, τη φύση της συμβάσεως και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών. Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 9. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 14-6-2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 827/2021 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2. 700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ